Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Άγιος Γέροντας π. Παΐσιος / Δεσπότη Κων/νου

Άγιος Γέροντας π. Παΐσιος / Δεσπότη Κων/νου

«Κατά τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα.Ἑπόμενο ὅμως εἶναι νά ἔχη αἰσθήσεις καί τό σῶμα (τῶν σωματικῶν) καί ἡ ψυχή (τίς ψυχι-κές[1]). Πρό τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὑπῆρχε μία ψυχική αἴθηση καί ἀκόμη ἐπικρατοῦσε ἑνότη-τα μεταξύ τῆς ψυχικῆς αἰσθήσεως καί τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων. Ὅμως μέ τήν πτώση τά πράγματα ἄλλαξαν, ἔγινε διάσπαση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, πράγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι διασπάσθηκε αὐτή ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων. Μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί μέ τήν δύναμή Του, ἰδίως μετά τήν κάθαρση, (ἀπό τά πάθη στήν καρδιά, καί τόν φωτισμό τοῦ νοῦ),….ἑνώνονται οἱ αἰσθήσεις αὐτές, δηλαδή ὅλες οἱ αἰσθήσεις γί-νονται μία αἴσθηση, ὅπως ἀναλύει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, ὁπότε καί ἡ ψυχική ὅραση εἶναι ἀκοή καί γεύση, ἀλλά καί ἡ ψυχική ἀκοή εἶναι ὅραση καί γεύση καί ἡ ψυχική γεύση εἶναι ὅραση καί ἀκοή….»

Ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κύρια μέριμνα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἶ-χαν διαπιστώσει οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπό τήν Ἑβραϊκή παράδοση καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό καί τούς Ἀποστόλους ὅτι στό χῶρο τῆς φυσικῆς καρδιᾶς λειτουργεῖ κάτι, πού τό ὠνόμασαν «νοῦν». Πήρανε τόν παραδοσιακό «νοῦν», πού σημαίνει διάνοια καί λόγος καί κάνανε μία διαφοροποίη-ση. Ὠνόμασαν νοῦν αὐτήν τήν νοερά ἐνέργεια, ἡ ὁποία λειτουργεῖ προσευχητικῶς στήν καρδιά τοῦ ὑγιοῦς ἀνθρώπου. Ἡ νοερά ἐνέργεια εἶναι μία ἐνέργεια τῆς ψυχῆς ἡ ὁποία στόν μέν ἐγκέφαλο λειτουργεῖ ὡς λογική, ἡ ἴδια ὅμως λειτουργεῖ συγχρόνως καί στήν καρδιά ὡς νοῦς. Δη-λαδή τό ἴδιο ὄργανο ὁ νοῦς[2], προσεύχεται ἀδιάλειπτα στήν καρδιά, σέ ὅσους ἔχουν ἀδιάλειπτη καρδιακή προσευχή καί συγχρόνως σκέπτεται τά καθημερινά θέματα στόν ἐγκέφαλο.

Ὁ Γέροντας δίνει ἕνα παράδειγμα γιά τήν διαφορά τῶν δύο ἐνεργειῶν. Ὅταν βάζουμε τό σταφύ-λι στό βαρέλι γιά νά γίνει μοῦστος καί κρασί, εἶναι ἡ μία ἐνέργεια καί ὅταν τό ἀποστάζουμε τό σταφύλι καί γίνεται τσίπουρο εἶναι ἡ ἄλλη ἐνέργεια.

Στόν ἄνθρωπο μέ τήν ἁμαρτία ἑνώθηκαν οἱ δύο αὐτές λειτουργίες, (λογική καί νοερά ἐνέργεια), γέμισε ἀπό λογισμούς ὄχι μόνο κακούς ἀλλά καί καλούς καί διά τῶν αἰσθήσεων, καί τῆς φαντα-σίας, οἱ ὁποῖες τροφοδοτοῦν τήν λογική καί νοερή ἐνέργεια, οἱ ὁποῖες μετεωρίζονται στίς κοσμι-κές ἐπιθυμίες καί ἡδονές, στό σαρκικό φρόνημα.

Ἡ ἡσυχαστική νηπτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, πού εἶναι, ἡ θεραπευτική μέθοδος, καί τό ἐκλεκτότερο συστατικό της, διά τῆς ἀσκήσεως δηλαδή τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν καί τήν Μυστηριακή ζωή, νεκρώνει τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις κατά τόν Ἀββᾶ Ἰσαάκ[3] καί ἀναπτύσσει τίς ἐσωτερικές καρδιακές αἰσθήσεις, καί καθαρίζει ὅλη τήν ἐσωτερική εὐαισθησία. Ἐπαναφέρει τόν νοῦ στήν καρδιά, ἐπιτυγχάνει τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη, φωτίζει τόν νοῦ καί ἀκολουθεῖ ἡ ἕνω-ση μέ τόν Θεό[4].

Ἡσυχίας θεμέλια, ἐκεῖνος πού πενθεῖ καί μετανοεῖ γιά τά πρό τοῦ θανάτου καί τά μετά τόν θάνατο, ἀποκτᾶ τίς δύο θεμελιώδεις ἀρετές, τήν ὑπομονή καί τήν ταπείνωση. Αὐτές μαζί μέ τήν σιωπή, τήν ἐγκράτεια, τήν ἀγρυπνία, τήν προσευχή, τήν ἀνάγνωση, τήν ψαλμωδία καί τό ἐργό-χειρο, βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά ἡσυχάζει.

«Ἡ ἡσυχία διακρίνεται σέ σωματική καί ψυχική. Ἡ σωματική ἀναφέρεται σέ ἐξωτερικά θέ-ματα, ἐνῶ ἡ ψυχική σέ ἐσωτερικά. Ἡ σωματική ἡσυχία εἶναι συνήθως ὁ ἡσυχαστικός τόπος καί ἡ προσπάθεια νά μειώση ὁ ἄνθρωπος, κατά τό δυνατόν, τίς ἐξωτερικές παραστάσεις, τίς εἰκόνες πού δέχονται καί προσφέρουν στήν ψυχή οἱ αἰσθήσεις. Δηλαδή τόν περιορισμό τῆς γλώσσης, τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς καί τῶν λόγων.

Ἡ ψυχική ἡσυχία ἔγκειται στό νά ἀποκτήση ὁ νοῦς τήν ἱκανότητα καί τήν δυνατότητα νά μή δέχεται καμμιά πειρασμική περιπλάνηση, πρός τόν κόσμο διά τῶν αἰσθήσεων. Εἶναι «ἡ ἐπιστή-μη τῶν λογισμῶν» κατά τόν ἅγιο Ἰωάννης τῆς Κλίμακος[5]. «Μέ τήν νήψη ἵσταται στήν πύλη τῆς καρδίας, ἐλέγχει τούς λογισμούς καί ἤ τούς φονεύει ἤ τούς ἀποδιώκει».

Κατά συνέπεια, ἔργο τοῦ ἡσυχαστή εἶναι «ἡ φυλακή τῆς καρδίας», ἡ νήψη, ἡ προσοχή μέ τήν ἀγαπητική τήρηση τῶν ἐντολῶν, τήν πνευματική καθαρότητα καί τήν Μυστηριακή ζωή. Γεννᾶ-ται ὀργανικῶς ἐκ τῆς βαθείας μετανοίας καί ἐκζητήσεως τῆς φυλάξεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χρι-στοῦ. Μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἀποβάλλει ὁ ἡσυχαστής τόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί εἰσάγει στόν ἑαυτό του τήν ἐποπτεία τοῦ νοῦ. Οἱ αἰσθήσεις του ἐλέγχονται μέ τήν ἐγκράτεια, ἐνῶ τό πα-θητικό τῆς ψυχῆς, (τό θυμικό – ὁ θυμός κατά τῆς ἁμαρτίας καί τό ἐπιθυμητικό – ἡ ἐπιθυμία γιά τήν ἀρετή καί τήν ἕνωση μέ τόν Χριστό), κυριαρχεῖται ἀπό τήν ἀγάπη καί τό λογιστικό ἀπό τήν νήψη[6]. Ὁ ἡσυχαστικός βίος παρέχει τήν λειτουργική δυνατότητα στήν θεία Χάρη νά «ἐπισκευά-ση» τόν ἔσω ἄνθρωπο καί νά τόν διαμορφώσει πρός τό πρωτότυπο, παρέχοντάς του «ἀνθισμέ-νο» τό ἀρχαῖο καί ἀπερίγραπτο κάλλος του[7].

Ὁ ἡσυχαστής ζεῖ ἀπαλλαγμένος, κατά τό δυνατόν, μακριά ἀπό τίς μέριμνες, τίς ὁποῖες ἀντιμε-τωπίζει μέ τήν ἀκράδαντη ἐμπιστοσύνη στή θεία Πρόνοια, τήν ἐλπίδα πρός τόν Θεόν. Μέ αὐτόν τόν τρόπο σταματοῦν οἱ περισπασμοί. Διαφορετικά ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ διάβολος, παίρνει τόν νοῦ καί τόν περιτριγυρίζει στίς κοσμικές ἡδονές καί φροντίδες. Ἐργαζόμενος ὁ πιστός τήν ἡσυχία, ἀποσπᾶται ὁ νοῦς, ἡ λογική καί νοερά ἐνέργεια ἀπό τίς κοσμικές φροντίδες καί ἡδονές καί διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ σωτηρίου ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μας, ἐπιστρέφει ἡ νοερά ἐνέργεια στήν καρδιά, προσευχομένη διά τῆς βαθείας μετανοίας, καί μέ τήν ἄσκηση φωτίζεται ὁ νοῦς καί καθαρίζεται ἡ καρδιά ἀπό τούς λογισμούς καί τά πάθη, ἔχει δηλαδή ἀδιάλειπτη νοερά προσευχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά. Μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή ἑνώνει τόν νοῦ του μέ τόν Θεό καί συγκεντρούμενος ἐξολοκλήρου στόν ἑαυτό του βρίσκει νέα καί ἀπόρρητη ἄνοδο πρός τόν οὐρανό. Ἐκεῖ προσηλώνοντας τό νοῦ του, γεύεται ἀνέκφραστη ἡδονή, βιώνει τέλεια καί γλυκύτατη γαλήνη, πραγματική ἡσυχία καί ἀφθεγξία. Καί ἔτσι, ἀφοῦ παραδοθεῖ στόν Θεό, βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, τήν θεία Χάρη, ὡς φῶς καί ἐποπτεύει τό θεῖο φῶς[8].

«Τό βαθύτερο νόημα τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἡσυχίας εἶναι ἀσφαλῶς ἡ ἀκώλυτη συνάντηση καί κοινωνία με τό Θεό»[9].

Πραγματικά ἔδωσε αἷμα καί ἔλαβε πνεῦμα. Ὅταν μόναζε στήν Ἱ. Μ. Στομίου εἶχε σαρκικό πόλεμο, μετά ἀπό ἐπίπληξη πού ἔκανε σέ μία συμμαθήτριά του, ἔκοψε ἑπτά κομμάτια κρέας ἀπό τό πόδι του, γιά νά σταματήσει ὁ πόλεμος, χωρίς ἀποτέλεσμα. Μετά ἀπό ἔλεγχο πού ἔκανε στόν ἑαυτό του, βρῆκε ὅτι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου ἦταν ἡ αὐστηρότητα πού ἔδειξε στήν κοπέλλα. Πῶς θά ἀντέξει ἡ κοπέλλα αὐτή τήν πύρωση μέσα στό κόσμο; Μετενόησε πού τῆς φέρθηκε ἔτσι καί ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος: «αἰσθάνθηκα σάν νά βγῆκα ἀπό δροσερό λουτρό».

 

[1] «Αἰσθήσεις ψυχῆς εἶναι πέντε, νοῦς, λογικό, νοερή αἴσθηση, γνώση καί ἐπιστήμη. Οἱ πέντε αὐτές αἰσθήσεις τῆς ψυ-χῆς συγκεντρώνονται σέ τρεῖς ἐνέργειες: στό νοῦ, στό λογικό καί στή νοερή αἴσθηση. Μέ τό νοῦ συλλαμβάνομε τά διανοήματα, μέ τό λογικό τίς ἑρμηνεῖες, καί μέ τήν αἴσθηση τίς φαντασίες τῆς θείας ἐπιστήμης καί γνώσεως. Έκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει νοῦ πού νά διακρίνει σωστά τά διανοήματα τῶν λογισμῶν καί προσλαμβάνει καθαρά τά θεΐκά νοήματα, καί λογικό πού ἑρμηνεύει τις φυσικές κινήσεις ὅλης τῆς ὁρατῆς κτίσεως, δηλαδή διασαφηνίζει τούς λόγους τῶν ὄντων, καί νοερή αἴσθηση πού δέχεται τήν ἐπιστήμη τῆς οὐράνιας σοφίας καί γνώσεως, αὐτός μέ τίς ἐλλάμψεις τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης ξεπέρασε ὅλα τά αἰσθητά καί ἔφτασε στά ὑπέρ τήν αἴσθηση καί ἀπολαμβάνει τήν τερπνότητα τῶν ἀοράτων». Ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, Αη ἑκατοντάδα κεφαλαίων, κεφ. 10-11, Φιλοκαλία, τόμ. Δ΄., ἐκδ. “Περιβόλι τῆς Παναγίας” (σ’ αὐτήν τήν ἔκδοση ἀναφέρονται ὅλες οἱ παραπομπές τῆς Φιλοκαλίας), Ἀθήνα 198, σελ. 55.

[2] Ὁ νοῦς εἶναι ἄϋλος, καί ἀσώματος, καί δέν κρατεῖται ἀπό τοίχους, ἀλλά κρατεῖται ἀπό τήν χάριν τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί στέκεται ἀσάλευτος εἰς τό κατά φύση, καί συνομιλεῖ μέ τόν Θεόν. Ἐργάζεται τήν πνευματική ἐργα-σία καί τίς πράξεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ὁπού γίνονται καί διά μέσου τοῦ σώματος, παίρνει πολλή βοήθεια στήν τη-ρηση τῶν θείων ἐντολῶν καί κάνει τήν πνευματική ἐργασία μέ περισσοτέρα εὐκολία. Τό Μυστήριο πού γίνεται στήν ἡσυχία, ἡ ἡσυχία προεξενεῖται ἀπό τήν γώση τοῦ Θεοῦ ὅταν ἀγωνίζεται καλῶς καί νόμιμα. Οἱ Ἀπόστολοι καί θεο-φόροι Πατέρες δέν προτίμησαν τήν ἡσυχία καλύτερα ἀπό τό νά εὐαρεστήσουν τόν Θεό πού γίνεται μέ τά καλά ἔργα ἔδειξαν τήν πίστη τους μέ τήν ἐκπλήρωση τῶν θείων ἐντολῶν· καί ἀξιώθηκαν νά γνωρίσουν τόν Θεό καί νά τόν ἀγα-πήσουν· καί τότε πλέον, ἐπειδή ἀγωνίσθηκαν νόμιμα, καί ἐπειδή ποθοῦσαν νά εἶναι μαζί μέ τόν Θεόν βγῆκαν ἔξω ἀπό τό στάδιο τοῦ κόσμου, καί ἀπό τίς ταραχές πού ἀκολουθοῦν στούς πολέμους καί ἡσύχασαν. Αὐτοί λοιπόν πού ἀγωνίσθηκαν νόμιμα ὄχι γιά νά κάνουν καλό στόν ἑαυτό τους, καί διά τήν σωτηρία τους, ἀλλά ἀγωνίζονται μέ σκοπό γιά νά εὐχαριστήσουν τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἀγαποῦν, καί ἀγαπῶνται ἀπό Αὐτόν. (Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος «Κεφάλαια πρακτικά καί Θεολογικά», ἐκδ. Ρηγοπούλου Θεσσαλονίκη 1969, λόγος 85ος, σελ.487-8)

[3] Ἀββᾶ Ἰσαάκ, Ἀσκητικά, ἐκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 339

[4] Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Ἡσυχία καί Θεολογία, Ἱερά Μονή Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου, Λεβαδειά, 2004, σελ. 370, 371, 21,22,102,103

[5] Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος Λόγος ΚΖ΄.

[6] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1,2,2

Δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχει προκοπή πνευματική καί νά προχωρήσει σέ πνευματικότητα σωστή καί βαθειά, ἄν δέν προσέξει τήν καρδιά του. Γιατί ἀπό τήν καρδιά ξεκινοῦν καί στήν καρδιά καταλήγουν πάλι κατά κυκλική φορά ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου στόν πνευματικό τομέα καί μάλιστα στό δύσκολο ἔργο τῆς ἰδιοποιήσεως καί ἀφομιώσεως τοῦ θείου νόμου σέ προσωπικό βίωμα. Ἡ νοερά προσευχή πού λέγεται καί καρδική προσευχή ἤ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τίς ρίζες της βαθειά μέσα στήν ἁγιογραφική πνευματικότητα καί φυσικά, στήν περίπτωσή μας, καί στόν Ἄμωμο (τόν 118 ψαλμό). Συχνά ὁ ἱερός ψαλ-μωδός ἀπευθυνόμενος στόν Θεό ἐπανέρχεται στή φράση «ἐν ὅλη καρδία μου» πού σημαίνει πώς ἡ ὑπόθεση καί τό πρόβλημα πού τόν ἀπασχολεῖ εἶναι κάτι τόσο σπουδαῖο γι’ αὐτόν, πού πρέπει νά τό ἀντιμετωπίσει μέ ὁλόκληρη τήν ὕπαρξή του.

ἐπανάπαυση τοῦ νοῦ στήν καρδιά «Ἐν τῆ καρδία μου ἔκρυψα τά λόγια σου, ὅπως ἄν μή ἁμάρτω σοι» (στίχος,11), ἀποκτάει μυστικό νόημα, σημαίνει τήν ἔγκρυψη στά βάθη τῆς καρδιᾶς τοῦ ἰδίου τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα μᾶς μιλάει γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ (νοερᾶς ἐνέργειας), στήν καρ-διά, στήν πηγή του δηλαδή, ὥστε νά μπορεῖ νά κρύψει σ’ αὐτήν τά εἰδικά πιά λόγια πού ἀναφέρονται στό Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» κατά μίμηση τοῦ προ-φήτη. Ἀρχιμ. Εὐσεβίου «Ἀγαλλίαμα τῆς καρδιᾶς» ἔκδ. Ι. Μ. Σιδηροκάστρου Σιδηρόκαστρον 1985, σελ. 129 καί ἑξῆς….

[7] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Εἰς τόν βίον τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ ἐν Ἄθω, 21, ΕΠΕ, τ.8, σελ. 302

[8] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 1,3,46

[9] Ἰωάνν. Κορναράκη, Ἀνταύγειες τῆς πατερικῆς ἐρήμου μέσα στό σύγχρονο κόσμο, ἐκδ. Κυριακίδη, Θεσ/κη 1982, σ. 23

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος