Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Η αναιδής και αυθάδης νεολαία

Η αναιδής και αυθάδης νεολαία

Νίκος Παπαδόπουλος, Μεταπτυχιακός Φοιτητής Φιλολογίας-Γλωσσολογίας ΑΠΘ

Πριν από κάποιες ημέρες βρέθηκα καθοδόν προς το γήπεδο, καθότι θερμόαιμος νέος και εγώ, για να παρακολουθήσω την αγαπημένη μου ομάδα. Μέσα στο λεωφορείο πανικός από νέους οπαδούς που φώναζαν μια ευρεία γκάμα συνθημάτων, από έξυπνα και ψαγμένα μέχρι υβριστικά έως χυδαία. Και κάπου μέσα στον όλο χαλασμό, μια κυρία μέσης ηλικίας αρχίζει να χυδαιολογεί χειρότερα από τα ίδια τα παιδιά και να λέει ότι η σημερινή νεολαία έχει ξεπέσει πλήρως ηθικά, και πως είναι αναιδής και αυθάδης. Μεταξύ άλλων έλεγε πως οι νέοι κάθονται και παίζουν όλη μέρα παιχνίδια, αδιαφορούν για τα κοινωνικά ζητήματα, πηγαίνουν στο γήπεδο (καλή ώρα) και -κατά λέξη-‘‘χουλιγκανίζουν’’ και, και, και…

Δε θα ήθελα να αναζητήσω-επιρρίψω ευθύνες στους πολίτες της γενιάς της συγκεκριμένης κυρίας, σχετικά με τη σημερινή κατάσταση. Αντιθέτως θα ήθελα, εξ αφορμής του προαναφερθέντος συμβάντος, να επικεντρωθώ στο σήμερα, και ειδικότερα στη στάση των νέων. Παρατηρούμε, είναι η αλήθεια, ολούθε γύρω μας έναν έντονο αναβρασμό, μια κινητικότητα, μια ανησυχία. Από το σπίτι, τον χώρο εργασίας, τις κοινωνικές μας συναναστροφές έως τη Βουλή. Όσον αφορά ειδικότερα τους νέους ανθρώπους, σε όποια φάση και αν τους δούμε, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στις καφετέριες, στα γήπεδα, γινόμαστε μάρτυρες αυτού του αναβρασμού. Με εξαίρεση μια μερίδα που παραμένει νωχελική -και η οποία επιβεβαιώνει τον κανόνα- η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει να βρει χώρους και τρόπους έκφρασης αυτής της τάσης για να επέλθει κάποια αλλαγή. Αλλαγή όχι απαραίτητα οικονομική, πολιτική ή ευρεία κοινωνική, αλλά αλλαγή ακόμα και στα πιο μικρά πράγματα, θετικά άλλα και αρνητικά…

Οι αναιδείς και αυθάδεις νέοι τείνουν να αντιμάχονται το τέλμα, την κατήφεια και τη μιζέρια. Νιώθουν πως σε ένα περιβάλλον παρακμής, όπως παρουσιάζεται η σημερινή κατάσταση της πατρίδας μας, δεν μπορούν να επιβιώσουν, δεν μπορούν να βρουν χώρο και χρόνο για τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους. Και πιστέψτε με, έχουν και όνειρα, και φιλοδοξίες, και πρωτοποριακές ιδέες κάθε τύπου. Απλώς δε βρίσκουν, ή δεν τους δίνεται, ο κατάλληλος χώρος έκφρασης αυτών των τάσεων…

Και εδώ έρχονται και δρουν οι έτεροι χώροι έκφρασης, οι λιγότερο κατάλληλοι έως ακατάλληλοι. Το γήπεδο, πρώτα απ’ όλα. Εκεί νομίζει κανείς πως βρίσκει την ταυτότητά του, γίνεται ένα με τον όχλο και νιώθει δυνατός. Έπειτα, χώροι ακραίας πολιτικής έκφρασης, στα στέκια και στους δρόμους. Ο νέος νιώθει πως ανήκει κάπου, πως έχει λόγο ύπαρξης. Έχει, λοιπόν, την ανάγκη να ακουστεί, να αποβάλλει την παθητικότητα, να δραστηριοποιηθεί.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επ’ αόριστον τη συζήτηση για τους χώρους έκφρασης του αναβρασμού, για τους χώρους και τους τρόπους εκτόνωσης της πίεσης που ασκεί η ιδεολογία της παρακμής, αλλά νομίζω έχει γίνει αρκετά κατανοητό. Υπάρχει λοιπόν η διάκριση θετικών και αρνητικών χώρων και τρόπων πραγμάτωσης του αναβρασμού. Οι αρνητικοί υπερτερούν, για την ώρα, όντας βούτυρο στο ψωμί των πολιτικών, των ΜΜΕ και γενικότερα όσων προσπαθούν να αποσπάσουν χρήμα και εξουσία. Αυτό διότι στρέφουν την κοινωνική εκτόνωση σε χώρους ελεγχόμενους, όπως τα γήπεδα, και αφήνουν τον υπόλοιπο χώρο ελεύθερο, χωρίς φωνές και διαμαρτυρίες.

Τι θα μπορούσαμε όμως να κάνουμε για να αλλάξουμε αυτή την κατάσταση; Πρώτα-πρώτα ο κάθε νέος που διαβάζει αυτό ή ανάλογα κείμενα, ή που αισθάνεται έστω στο ελάχιστο το πνεύμα αυτό της διάθεσης για αλλαγή, ας προσπαθήσει να βρει δημιουργικούς χώρους και τρόπους έκφρασης της ανησυχίας του. Ένας σύλλογος εθελοντικής προσφοράς, μια καλλιτεχνική ομάδα, μια ομάδα συζήτησης, ένα πολιτικό κίνημα από νέους, χωρίς κομματικούς χρωματισμούς. Έπειτα ο κάθε γονιός, παππούς ή γιαγιά, που θέλει να δει την πατρίδα μας να ανασαίνει, ας κοιτάξει, αντί να ‘‘σιχτιρίζει’’, μέσα στα λεωφορεία, τους νέους ‘‘χουλιγκάνους’’  και να μονολογεί για την κατάντια της χώρας, να αναλογιστεί τις ευθύνες του και με σύνεση και μετάνοια να ωθήσει τα παιδιά του σε δραστηριότητες καλλιέργειας του νου. Τέλος, ομολογώ πως για τη δράση δημόσιων και μη φορέων παραμένω ιδιαίτερα δύσπιστος. Το σχολείο, παραδείγματος χάρη, είναι το Α και το Ω σε όλα αυτά που συζητάμε, αλλά έχει χάσει κάπως τον προσανατολισμό του. Προσφέρει (ως οργανωμένο σύστημα, όχι σε κάθε περίπτωση δασκάλου ατομικά) εκ-παίδευση και όχι παιδεία. Εστιάζει στην προετοιμασία των μαθητών για τον τομέα της παραγωγής, με τρόπο μηχανιστικό και περιορισμένο. Ας ελπίσουμε δάσκαλοι και καθηγητές να αντιληφθούν τη σημασία της ηθικής και πνευματικής καθοδήγησης των νέων, και να προσπαθήσουν να γίνουν πρωτεργάτες ή κοινωνοί της προσπάθειας για αλλαγή.

Πάντως σε κάθε περίπτωση, καλύτερα, ως νέοι, να είμαστε αυθάδεις και αναιδείς, παρά παθητικοί δέκτες και τεμπέληδες, δε νομίζετε;

Υ.Γ. Για να μην αφήσω το αναγνωστικό κοινό παραπονεμένο από την ημιτελή ιστορία της εισαγωγής, την κυρία στο λεωφορείο την ‘‘περιποιήθηκε’’ υπέροχα ένας εικοσάχρονος, περίπου, νέος (οπαδός και αυτός), χωρίς φασαρίες και απειλές, παρά μόνο με επιχειρήματα, προσφέροντάς μου με αυτόν τον τρόπο και την ιδέα να γράψω το παρόν άρθρο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος