Απαλλαγή ορθοδόξων μαθητών από τα Θρησκευτικά; / Σχόλιο στη γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων

ΝΙΚΗ, Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα

Πρόσφατα, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα γνωμοδότησε προς το Υπουργείο Παιδείας ότι ορθό είναι να επεκταθεί το δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών και στους Ορθόδοξους Χριστιανούς μαθητές.

Η ΝΙΚΗ σέβεται κάθε ανεξάρτητη Αρχή, όμως διατηρεί επιφυλάξεις για την αμεροληψία των μελών τους, εφόσον ο τρόπος επιλογής τους δεν ξεφεύγει από τον κανόνα της κομματοκρατίας. Οπωσδήποτε οι ανεξάρτητες αρχές, όπως προβλέπει άλλωστε και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, δεν μπορούν να υπερβαίνουν δικαστικές αποφάσεις, ερμηνεύοντας το Σύνταγμα με διαφορετικό τρόπο από τη θεσμική Δικαιοσύνη. Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η συγκεκριμένη γνωμοδότηση για το καθεστώς των απαλλαγών από το μάθημα των θρησκευτικών, όχι μόνον δεν προασπίζει κάποιο δικαίωμα  αλλά αντιθέτως είναι προδήλως αντισυνταγματική, παράλογη, αντιπαιδαγωγική και κοινωνικά επικίνδυνη.

Η ΝΙΚΗ θεωρεί αναρμόδια την ως άνω ανεξάρτητη αρχή να γνωμοδοτήσει για τον τρόπο απαλλαγής από το οποιοδήποτε μάθημα και όπως προκύπτει από την επίμαχη γνωμοδότηση, όχι μόνο δεν ασχολήθηκε με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των μαθητών, αλλά αντίθετα άδραξε την ευκαιρία να προωθήσει τις αντισυνταγματικές ιδεοληψίες των μελών της για τον προαιρετικό χαρακτήρα του μαθήματος, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα έχει νομολογήσει το ΣτΕ.

Η Νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, πάγια και διαχρονικά προβλέπει δύο πράγματα για το μάθημα των θρησκευτικών.

  1. Ορθόδοξο χριστιανικό ομολογιακό χαρακτήρα και
  1. υποχρεωτικότητα για τους Ορθοδόξους μαθητές. Άλλωστε, πάλι κατά την Ελληνική Νομολογία, αλλά και την κοινή πείρα, οι Έλληνες μαθητές είναι κατά τεκμήριο Ορθόδοξοι Χριστιανοί, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία τους είναι βαπτισμένοι κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Είναι πάγια τακτική αντιεκκλησιαστικών κύκλων να προσπαθούν να χτυπήσουν αυτές τις δύο νομικές κατακτήσεις και να προσπαθούν να ξεσηκώσουν κύματα απαλλαγών, όμως η δικαστική και η κοινωνική πραγματικότητα τους κρατούν μακριά από τους στόχους τους, καθώς οι απαλλαγές πανελλαδικώς, δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των μαθητών της Ελληνικής Επικράτειας.

Πέραν τούτων, ίσως η Αρχή Προστασίας δεν αντιλήφθηκε πλήρως όλες τις παραμέτρους του θέματος, γι’ αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε και ορισμένα στοιχεία, όχι μόνον από πολιτικής ή νομικής, αλλά πρωτίστως από παιδαγωγικής απόψεως.

Η γνωμοδότηση της Αρχής κρίνεται παράλογη, καταρχάς γιατί ένας Ορθόδοξος Χριστιανός μαθητής ή γονέας/κηδεμόνας δεν έχει στην πραγματικότητα λόγους να επιθυμεί απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών.

Όταν όμως του δίδεται αυτή η δυνατότητα, ωθείται σε δίλημμα, να την εκμεταλλευτεί, λόγω του υπέρογκου φόρτου υποχρεώσεων, με τον οποίο το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας επιβαρύνει τον μαθητή του ελληνικού σχολείου και ολόκληρη την οικογένειά του. Έτσι, πολλοί μαθητές και γονείς θα ζητήσουν απαλλαγή επικαλούμενοι ψευδείς συνειδησιακούς λόγους, για να ανακουφιστούν, όπως νομίζουν, από ένα μάθημα. Και μάλιστα τη στιγμή που το Υπουργείο Παιδείας αρνείται να εισάγει αντίστοιχο ισότιμο μάθημα για τους μαθητές που δικαιούνται ή καταχρηστικά αιτούνται απαλλαγής, όπως έχει ορίσει το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Οι μαθητές αυτοί φαινομενικά πλεονεκτούν έναντι των συμμαθητών τους (φαινομενικά, γιατί στην πραγματικότητα υστερούν, εφόσον έχουν χάσει όσα θα τους είχε προσφέρει η συμμετοχή στο μάθημα), γιατί έχουν να εργαστούν σε ένα μάθημα λιγότερο. Έτσι, η γνωμοδότηση της Αρχής γίνεται και αντιπαιδαγωγική.

Ακατανόητη εξάλλου από παιδαγωγική άποψη είναι η ιδέα ότι ένα μάθημα που προσφέρει το ελληνικό σχολείο στις βαθμίδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πρέπει να συμφωνεί με τις κοσμοθεωριακές, φιλοσοφικές ή ιδεολογικές αντιλήψεις του μαθητή (!) ή της οικογένειάς του, ειδάλλως οφείλει η Πολιτεία να δίδει στον μαθητή το δικαίωμα απαλλαγής από αυτό, χωρίς καν μάλιστα να έχει έρθει σε επαφή με το περιεχόμενό του.

Πώς θα αποκτήσει ο μαθητής σφαιρική αντίληψη του κόσμου, αν απαλλάσσεται κάθε φορά από κάθε τι με το οποίο σήμερα «διαφωνεί»;

Πώς προάγεται έτσι το περιβόητο «κριτικό πνεύμα»;

Όμως, η συγκεκριμένη γνωμοδότηση ενέχει και κινδύνους με κοινωνικές συνέπειες, γιατί ανοίγει το δρόμο σε δύο πολύ σοβαρά προβλήματα.

  1. Στην επέκταση της δυνατότητας απαλλαγής σε όσα μαθήματα κρίνει τελικά η εκάστοτε πολιτική ηγεσία, όπως τα μαθήματα της Ελληνικής Γλώσσας, της Φιλοσοφίας, της Πολιτικής Παιδείας ή της Ιστορίας, όπου επίσης μπορούν να τεθούν ιδεολογικά ζητήματα. Για να μην πούμε ότι ιδεολογικά ζητήματα μπορεί να εγείρει κάποιος ακόμη και στη Φυσική και στα Μαθηματικά!

Ή μήπως μόνο για τα Θρησκευτικά επιφυλάσσεται η «τιμή» να επαφίεται στη διάθεση καθενός αν τα εγκρίνει ή όχι, ώστε να τα παρακολουθήσει; (Ή ακριβέστερα, να συμμετέχει σε αυτά, γιατί ο μαθητής δεν παρακολουθεί μόνο τα μαθήματά του, αλλά συμμετέχει).

  1. Στερεί στους μαθητές που θα επηρεαστούν τη γνώση και κατανόηση της ανεκτίμητης Ορθόδοξης πνευματικής μας παράδοσης, η οποία έχει να προσφέρει τα μέγιστα στην ποιότητα ζωής και στη διαμόρφωση υγιών σχέσεων του σημερινού μαθητή και αυριανού πολίτη, τόσο με τους συνανθρώπους του, όσο και με το περιβάλλον και φυσικά με τον εαυτό του, ακόμη και αν ο ίδιος και η οικογένειά του δεν είναι ή δεν αισθάνονται χριστιανοί.

Αντίθετα με το αντιχριστιανικό πνεύμα που κυριαρχεί στις μέρες μας, εμείς – με την πείρα μας και ως εκπαιδευτικοί, όπως και ως γονείς – φρονούμε ότι η γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού μας και η επίγνωση της σημασίας της Ορθοδοξίας θα οδηγούσε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο να εκλιπαρεί, ούτως ειπείν, την Πολιτεία να προσφέρει το μάθημα των Θρησκευτικών σε όλους ανεξαιρέτως και κάθε γονέα, ασχέτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, να μην το στερήσει από τα παιδιά του. Δεν θα παρείχε διευκολύνσεις και κίνητρα για την αποχή των ταλαιπωρημένων και μπερδεμένων μαθητών μας από αυτό, ώστε να γίνουν ακόμη περισσότερο ταλαιπωρημένοι και μπερδεμένοι.

Το δε φερόμενο ως υπουργείο Παιδείας, καλό θα ήταν να ασχοληθεί επιτέλους με τα πραγματικά προβλήματα που μαστίζουν την μαθητιώσα νεολαία – τον λειτουργικό της αναλφαβητισμό, την εξάπλωση της ψηφιακής εξάρτησης αλλά και πορνογραφίας, τα ανεξέλεγκτα ναρκωτικά, τη βίαιη και χωρίς σεβασμό συμπεριφορά, τον βομβαρδισμό των παιδιών με πασάλειμμα από άχρηστες γνώσεις, και επιτέλους ας αφήσει τον Χριστό να ειρηνεύσει τις καρδιές των παιδιών μας όπως εξάλλου επιτάσσει και το ποδοπατημένο Σύνταγμά μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος