Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Αρετή και Αγάπη / Παναγιώτης Κανελλόπουλος*

Αρετή και Αγάπη / Παναγιώτης Κανελλόπουλος*

Αρετή στους Έλληνες δεν ήταν μόνο η γενναιότητα που κι αυτή μόνη της έχει μεγάλη αξία. Αρετή στους Έλληνες ήταν και το μέτρο στη ζωή, ήταν και η φιλαλήθεια, η φιλανθρωπία, η αδιαφορία προς τον θάνατο, όταν ο θάνατος είναι το αναγκαίο τίμημα της φιλοπατρίας ή της φιλίας, η περιφρόνηση του υλικού πλούτου, η ολιγάρκεια.

Τω δε Θεόγνιδι προς ταύτα διδασκάλω χρηστέον λέγοντι.

Ουκ έραμαι πλουτείν, ούτ’ εύχομαι, αλλά μοι είη

Ζην από των ολίγων, μηδέν έχοντι κακόν.

Εγώ δε και Διογένους άγαμαι την πάντων ομού

των ανθρωπίνων υπεροψίαν, ος γε και βασιλέως του

μεγάλου εαυτόν απέφηνε πλουσιώτερον, τω ελαττόνων

ή εκείνος κατά τον βίον προσδείσθαι…. Το γαρ

του Σωκράτους ευ έχει ος μέγα φρονούντος πλουσίου

ανδρός επί τοις χρήμασιν, ου πρότερον αυτόν

θαυμάσεις έφη πριν αν και ότι κεχρήσθαι τούτοις

επίσταται πειραθήναι.

Ιουλιανός. Έχεις δίκιο, Βασίλειε η έννοια της αρχαίας αρετής έχει μεγάλη ευρύτητα. Πιστεύω όμως, ότι στη βάση της βρίσκεται η γενναιότητα, η ανδρεία. Όποιος δεν είναι γενναίος, δεν μπορεί νάναι ούτε φιλαλήθης και φιλάνθρωπος, ούτε μπορεί να περιφρονεί τον πλούτο, ούτε μπορεί νάναι ολιγαρκής, ούτε ν’ αψηφάει το θάνατο για την πατρίδα ή για τον φίλο του ή γενικά για την αλήθεια. Ο Γρηγόριος, όσο κι αν θέλησε να τη στενέψει την έννοια της αρχαίας αρετής, της έδωσε, ταυτίζοντάς την με την ανδρεία, ολόκληρο το πλάτος εκείνο που της αναγνωρίζεις κι εσύ Βασίλειε.

Βασίλειος Τώρα, όμως, θα σου πω κι εγώ, ω σεμνότατε Ιουλιανέ, τι ακριβώς δεν περιέχει η αρχαία ελληνική αρετή. Περιέχει πολλά, σχεδόν όλα όσα πρέπει να περιέχει, υπάρχει όμως και κάτι που, όσο κι αν θα φανεί λίγο, είναι ακριβώς εκείνο που δίνει στα πολλά και στα μεγάλα την πιο βαθειά ουσία της ζωής που τους λείπει. Και αυτό το κάτι, το λίγο και ταυτόχρονα απέραντο το ‘δωσε ο Χριστιανισμός, το ‘φερε μαζί του ο γλυκύτατος Ιησούς, όταν ήρθε στον κόσμο, το δίδαξε και ρητά, προπάντων στην ομιλία του επί του όρους, το ‘ζησε ο ίδιος κι έγινε έτσι το μεγάλο ζωντανό παράδειγμα, το ‘δειξε αντικρύζοντας τους άρρωστους και τους πεινασμένους, το ‘δειξε όταν έμαθε ότι πέθανε ο Λάζαρος,  το ‘δειξε όταν βοήθησε τη Μαρία τη Μαγδαληνή να σωθεί, το ‘δειξε αντικρύζοντας τον άνθρωπο στο πρόσωπο των μαθητών του, κι ακόμα πιο ιδιαίτερα στο πρόσωπο του Ιωάννη. Δε μαντεύεις, ω ευγενέστατε Ιουλιανέ, ποιο είναι αυτό το κάτι, αυτό το ελάχιστο και ταυτόχρονα απέραντο που ήταν άγνωστο ως την ώρα που ήρθε στον κόσμο ο Ιησούς ή που κι αν το ‘νιωθαν μέσα τους μερικοί άνθρωποι, δεν το είχαν συλλάβει ακόμα ως το μικρό εκείνο συμπλήρωμα που κάνει την αρετή απόλυτη;

Ιουλιανός. Λέγε, Βασίλειε δε θέλω να μαντέψω θέλω ν’ ακούσω από τα χείλη σου τη λέξη που θέλεις να πεις.

Βασίλειος. Η λέξη που εκφράζει το κάτι εκείνο που έλειπε και που το ‘φερε ο Ιησούς στον κόσμο, είναι η λιτή και απέριττη λέξη: Αγάπη.

 

*Από τους «Πέντε Αθηναϊκούς Διαλόγους»

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος