Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΩΣ ΑΘΛΗΜΑ ΘΥΣΙΑΣ: ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ (1776-1831)

Ἐ­λευ­θε­ρί­ου Π. Δι­καί­ου, δι­κη­γό­ρου

 Τὰ πρῶ­τα βή­μα­τα στὴν ἐγ­χώ­ρια πο­λι­τι­κὴ σκη­νὴ

Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καποδί­στριας ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐ­νερ­γὰ μὲ τὴν ἐγ­χώ­ρια πο­λι­τι­κὴ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ ἔ­τος 1799. Τὸ ἔ­τος αὐ­τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε τὸν πα­τέ­ρα του ὡς μέ­λος τῆς ἀν­τι­προ­σω­πεί­ας τῆς Ἰ­ο­νί­ου Πο­λι­τεί­ας, ποὺ ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν ὑ­πὸ ξέ­νη ἡ­γε­μο­νί­α καὶ δι­εκ­δι­κοῦ­σε αὐ­το­νο­μί­α. Ἀ­πὸ τὰ πρῶ­τα του βή­μα­τα ξε­χώ­ρι­σε γιὰ τὴ σύ­νε­ση, τὴ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τά του, τὴν εἰ­ρη­νο­ποι­ὸ δι­ά­θε­ση καὶ ἐ­πιρ­ρο­ή του, ἀλ­λὰ καὶ τὴ φι­λάν­θρω­πιά του. Εἶ­ναι μάλιστα χαρακτηριστικὸ ὃτι ἀσκοῦσε τὴν ἰατρική ἐπιστήμη σὲ πολλές περιπτώσεις ἀφιλοκερδῶς.  Μὲ σε­βα­σμὸ στὶς ἀ­νη­συ­χί­ες τῶν Ἑ­πτα­νη­σί­ων λει­τουρ­γοῦ­σε ὡς ἰ­σορ­ρο­πι­στὴς ἀ­νά­με­σα στὸν ἑ­πτα­νη­σια­κὸ λα­ὸ καὶ τοὺς ξέ­νους τό­τε ἡ­γε­μό­νες. Ἀ­νέ­λα­βε ἔ­τσι πρω­το­βου­λί­ες γιὰ τὴν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση ἐ­πὶ τὸ δη­μο­κρα­τι­κό­τε­ρο τοῦ ἐπιβληθέντος Ἑ­πτα­νη­σια­κοῦ Συν­τάγ­μα­τος. Ἀπώτερος καρ­πὸς τῶν προ­σπα­θει­ῶν τοῦ Καποδί­στρια ἦ­ταν ἡ ψή­φι­ση ἑ­νὸς πιὸ φι­λε­λεύ­θε­ρου καὶ δη­μο­κρα­τι­κοῦ συν­τάγ­μα­τος τὸ 1803 γιὰ τοὺς κα­τοί­κους τῶν Ἑ­πτα­νή­σων.

Ἡ ἀ­νά­δει­ξη σὲ Δι­πλω­μά­τη παγ­κό­σμιου βε­λη­νε­κοῦς

Σύν­το­μα οἱ ἰ­δι­αί­τε­ρες ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ τὸ ἀ­δα­μάν­τι­νο ἦ­θος τοῦ Ἰ­ω­άν­νου Καποδί­στρια ἐ­κτι­μή­θη­καν ἀ­πὸ τὴ ρωσι­κὴ Αὐ­λή. Ἔ­τσι, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 1809 ξε­κί­νη­σε ἡ λαμ­πρὴ δι­πλω­μα­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς ρω­σι­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ὑ­πὸ τὸν Τσά­ρο Ἀ­λέ­ξαν­δρο Α΄.

Τὸ ἔ­τος 1814 στάλ­θη­κε σὲ μυ­στι­κὴ δι­πλω­μα­τι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ στὴν Ἑλ­βε­τί­α ὡς πλη­ρε­ξού­σιος Ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τοῦ Τσά­ρου. Οἱ ἐ­νέρ­γει­ές του ἐ­κεῖ ἔ­θε­σαν τὶς βά­σεις τῆς ἑ­νό­τη­τας τῶν ἀν­τι­μα­χό­με­νων ἕ­ως τό­τε καν­το­νί­ων τῆς Ἑλ­βε­τί­ας. Μὲ τὶς πρω­το­βου­λί­ες του ἐ­κτο­πί­στη­κε ἡ Γαλ­λι­κὴ ἐ­πι­κυ­ρι­αρ­χί­α στὴν πε­ρι­ο­χή, ἑ­δραι­ώ­θη­κε ἡ οὐ­δε­τε­ρό­τη­τα τῆς Ἑλ­βε­τί­ας καὶ συγ­κρο­τή­θη­κε μί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­τη ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Κυ­βέρ­νη­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο στα­θε­ρὴ καὶ φι­λε­λεύ­θε­ρη πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ λα­οῦ. Τὸ Ἑλ­βε­τι­κὸ Σύν­ταγ­μα ποὺ θε­σπί­στη­κε ὡς ἐγ­γύ­η­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς στα­θε­ρό­τη­τας καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν πρω­το­πο­ρια­κὸ ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὰ ση­με­ρι­νὰ δε­δο­μέ­να, ὑ­πῆρ­ξε σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ το ἐπιστέγασμα τῶν δι­πλω­μα­τι­κῶν προ­σπα­θει­ῶν τοῦ Ἰ­ω­άν­νου Καποδί­στρια.

Σὲ αὐ­τὸ τὸ πρό­τυ­πο κρα­τι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης στη­ρί­χτη­κε στὴ συ­νέ­χεια καὶ ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους μὲ τὴ συ­νέ­νω­ση 41 γερ­μα­νι­κῶν κρα­τι­δί­ων (1816-1819). Πα­ρό­μοι­α ἰ­σχύ­ουν καὶ γιὰ τὸ κρά­τος τοῦ Βελ­γί­ου, κα­θὼς ἀρ­χι­κὰ με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα, τὸ ἀ­πο­δυ­να­μω­μέ­νο Βέλ­γιο προ­ο­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ τὶς Με­γά­λες Δυ­νά­μεις νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τμῆ­μα τῆς Ὀλ­λαν­δί­ας. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καποδί­στριας ὅ­μως ἐ­πη­ρε­ά­ζον­τας τὴ στά­ση τῆς Ρωσί­ας συ­νέ­βα­λε, ὥ­στε καὶ ἡ χώ­ρα αὐ­τὴ νὰ ἀ­πο­κτή­σει στα­δια­κὰ τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α της (1830), ὀρ­γα­νω­μέ­νη καὶ αὐ­τὴ σὲ ὁ­μο­σπον­δια­κὸ σύ­στη­μα.

Κα­τα­λυ­τι­κὸς ὑ­πῆρ­ξε καὶ ὁ ρό­λος τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια στὴ δι­α­τή­ρη­ση τοῦ γαλ­λι­κοῦ κρά­τους καὶ ἔ­θνους. Ὅ­ταν ἡτ­τή­θη­κε ὁ­ρι­στι­κὰ ὁ Να­πο­λέ­ων Βοναπάρτης, τὸ 1815, οἱ Ἄγ­γλοι κι οἱ Αὐ­στρια­κοὶ πρό­τει­ναν τὸν κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ τῆς Γαλ­λί­ας. Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας πρό­τει­νε ὅ­μως στὸν Τσά­ρο, ἡ Ρω­σί­α νὰ μὴν ὑ­πο­στη­ρί­ξει αὐ­τὴν τὴν πρό­τα­ση, δι­ό­τι ἡ πλή­ρης ἀ­πο­δυ­νά­μω­ση τῆς Γαλ­λί­ας θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἀπόλυτη κη­δε­μο­νί­α τῆς Εὐ­ρώ­πης ἀ­πὸ τοὺς Ἄγ­γλους ἢ ἀ­πὸ ἄλ­λη Με­γά­λη Δύ­να­μη. Μὲ τὴν ἀ­νυ­πο­χώ­ρη­τη ἐ­πι­μο­νή του ἡ Γαλ­λί­α ἀ­πέ­φυ­γε τὴ δι­ά­λυ­ση καὶ τὴν ἀ­ναρ­χί­α. Μὲ σπά­νια δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα καὶ κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη τὴν ἔν­θε­η φι­λει­ρη­νι­κή του δι­ά­θε­ση, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας εἶ­χε κα­τα­νο­ή­σει ἔγ­και­ρα τὴν ἀ­νάγ­κη γιὰ ἰ­σορ­ρο­πί­α δυ­νά­με­ων με­τα­ξὺ τῶν ἰ­σχυ­ρῶν τῆς ἐ­πο­χῆς γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς εὔ­θραυ­στης εἰ­ρή­νης, ἀ­πα­ραί­τη­της προ­ϋ­πό­θε­σης γιὰ τὴν εὐ­η­με­ρί­α τῶν λα­ῶν.

Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ὅ­τι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ πολ­λοὺς με­λε­τη­τὲς καὶ ὡς πρώ­ιμος ὁρα­μα­τι­στὴς τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἑνο­ποί­η­σης, ἀλ­λὰ καὶ τῆς Δι­ε­θνοῦς προ­στα­σί­ας τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των. Ἐ­κτὸς τού­των, δὲν εἶ­ναι ἴ­σως τό­σο γνω­στὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ κο­σμο­πο­λί­της, ἀν­θρω­πι­στὴς Ἰωάννης Καποδίστριας εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους ποὺ πρό­τει­νε τὴν προ­στα­σί­α τοῦ ἔγ­χρω­μου πλη­θυ­σμοῦ τῆς Ἀ­φρι­κῆς, τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ ποὺ βρισκόταν στὴν κο­ρύ­φω­σή της ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­ση τῶν νέ­γρων καὶ τὸ ἐμ­πό­ριο σκλά­βων τῆς Ἀ­φρι­κῆς ἀ­πὸ τὶς πα­νί­σχυ­ρες ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὲς δυ­νά­μεις.

Ἀ­γώῶνας γιὰ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ ζη­τή­μα­τος

Ὅ­σο κα­τα­ξι­ω­νό­ταν ὅ­μως ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας στὸν πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ στί­βο, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔν­τει­νε τὸν ἀ­γῶ­να του καὶ γιὰ τὴν προ­ά­σπι­ση τῶν  συμ­φε­ρόν­των τοῦ ὑ­πό­δου­λου Ἑλ­ληνισμοῦ. Θυσίασε ἀκόμη καί τήν προσωπική του ζωή γιὰ τὴν ἀνώτερη αὐτή ἀποστολή. Ὅ­σο δυ­στυ­χοῦ­σαν οἱ Ἕλ­λη­νες δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εὐ­τυ­χεῖ ὁ ἴ­διος. Κα­τα­φρο­νοῦ­σε τὸν πλοῦ­το ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του καὶ ἁ­πλό­χε­ρα τὸν δι­α­μοί­ρα­ζε στοὺς πέ­νη­τες ἢ τὸν δι­έ­θε­τε γιὰ τὴν Παι­δεί­α καὶ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ Γέ­νους.

Εἶ­χε ὡς φλο­γε­ρὸ ὅ­ρα­μα νὰ κα­τα­στή­σει τοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του κοι­νω­νοὺς τῶν πο­λύτιμων ἀ­γα­θῶν τῆς εὐ­νο­μί­ας καὶ τῆς ἐ­νά­ρε­της Παι­δεί­ας. Εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὸ ὅ­τι τὸ ἔ­τος 1814 ἵ­δρυ­σε στὴ Βι­έν­νη μα­ζὶ μὲ τὸν Μη­τρο­πο­λί­τη Ἰ­γνά­τιο, τὸν Ἄν­θι­μο Γα­ζῆ κ.ἄ. τὴ Φι­λό­μου­σο Ἑ­ται­ρεί­α. Ἀ­πώ­τε­ρος σκο­πὸς αὐ­τοῦ τοῦ ἱδρύ­μα­τος ἦ­ταν νὰ προ­σφέ­ρει ἀ­ρω­γὴ σὲ νε­α­ροὺς Ἕλ­λη­νες, ὥ­στε νὰ σπου­δά­σουν καὶ νὰ προ­σφέ­ρουν στὴ συ­νέ­χεια ἐπωφελείς ὑ­πη­ρε­σί­ες πρὸς τὸ συμ­φέ­ρον καὶ τὴν προ­κο­πὴ τῆς Ἑλ­λά­δας.

Τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ζή­τη­μα τέ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια καὶ στὰ Συ­νέ­δρια τῆς Ἱ­ε­ρῆς Συμ­μα­χί­ας στὸ Τρόπ­πα­ου (1820) καὶ Λά­ϊμ­παχ (1821) χω­ρὶς ὅ­μως ἐ­πι­τυ­χί­α. Ὁ Τσά­ρος τῆς Ρω­σί­ας εἶ­χε πλέ­ον προ­σε­ται­ρι­στεῖ τὸ ἅρ­μα τῆς ἀγ­γλι­κῆς πο­λι­τι­κῆς κα­τα­δι­κά­ζον­τας ἀ­νοι­χτὰ τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐπα­νά­στα­ση ποὺ τό­τε μόλις εἶχε ξεσπά­σει. Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας κα­τά­φε­ρε ὡ­στό­σο μὲ ἄ­ο­κνες προ­σπά­θει­ες νὰ ἐ­πη­ρε­ά­σει τὶς Δυ­νά­μεις τῆς Ἱ­ε­ρῆς Συμ­μα­χί­ας νὰ τη­ρή­σουν οὐ­δέ­τε­ρη στά­ση ἀπέναντι στόν ἑλληνικό ξεσηκωμό. Ἔ­τσι π.χ. οἱ Μεγάλες Δυνάμεις δὲν ἔ­στει­λαν τε­λι­κὰ ἀπό κοινοῦ στρα­τὸ γιὰ νὰ βο­η­θή­σουν τοὺς Ὀ­θω­μα­νοὺς στὴν κα­τα­στο­λὴ τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐπα­νά­στα­σης στὶς Πα­ρα­δου­νά­βι­ες Ἡ­γε­μο­νί­ες καὶ στὴ συνέχεια στὴν ἠπειρωτική Ἑλλάδα καὶ τὸ Αἰγαῖο.

Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι οἱ δι­ε­θνεῖς καὶ ἐγ­χώ­ρι­ες συν­θῆ­κες δὲν εἶ­χαν ὡ­ρι­μά­σει ἀρ­κε­τὰ γιὰ τὸ ξέ­σπα­σμα τοῦ Ἐπα­να­στα­τι­κοῦ Ἀ­γῶνα τῶν Ἑλ­λή­νων, κα­θὼς οἱ Ἕλ­λη­νες δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ δι­εκ­δι­κή­σουν τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τους ὑ­πὸ κα­τάλ­λη­λες προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Αὐτός ἦ­ταν ἓνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ἀρνήθηκε καὶ τὴν ἀρχηγία τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Κα­τὰ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια οἱ Ἕλ­λη­νες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­εκ­δι­κή­σουν τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τους, στη­ρι­ζό­με­νοι στὶς δι­κές τους δυ­νά­μεις καὶ τὴ γνή­σια πο­λι­τι­στι­κή, κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κοι­κο­νο­μι­κὴ πρό­ο­δο. Γι᾿ αὐ­τὸ ἐ­ξάλ­λου ἔ­δι­νε ἔμ­φα­ση στὴν καλ­λι­έρ­γεια τῆς Παι­δεί­ας ὡς βασικό μέ­σο ποὺ θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ὡ­ρί­μαν­ση τῶν συν­θη­κῶν γιὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τοῦ ὑ­πό­δου­λου Γέ­νους.

Πα­ρὰ τὴ δι­α­φω­νί­α του αὐ­τή, ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν πραγ­μά­των, ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νὰ  ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐπα­νά­στα­ση στὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ πε­δί­ο καὶ μά­λι­στα μὲ ὅ­λες του τὶς δυ­νά­μεις, κα­θὼς βρέ­θη­κε πρὸ τε­τε­λε­σμέ­νων γε­γο­νό­των. Ἐ­φό­σον ἡ σπί­θα τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται ρα­γδαῖα στὸν ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο, ἀν­τι­λή­φθη­κε πλέ­ον ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λος δρό­μος ἀ­πὸ τὴ στή­ρι­ξη τοῦ Ἐπα­να­στα­τι­κοῦ Ἀγῶ­να. Ἀ­φοῦ δι­α­φώ­νη­σε ἔν­το­να μὲ τὸν Τσά­ρο καὶ δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὴν ἀ­νά­λη­ψη μο­νο­με­ρῶν ἐ­νερ­γει­ῶν ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τῆς Ρω­σί­ας ἐ­νάν­τια στὴν Ὀ­θω­μα­νι­κὴ Αὐ­το­κρα­το­ρί­α, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση τοῦ Ὑ­πουρ­γοῦ Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς Ρω­σί­ας στὰ τέ­λη τοῦ 1822.

Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Γε­νεύ­η. Ἐ­κεῖ ἔ­χαι­ρε ἰ­δι­αί­τε­ρης ὑ­πό­λη­ψης γιὰ τὴν προ­σφο­ρά του στὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς Ἑλ­βε­τι­κῆς Ὁ­μο­σπον­δί­ας. Εἶ­χε ἐ­ξάλ­λου ἀ­να­κη­ρυ­χθεῖ ἐ­πί­τι­μος δημότης αὐτῆς τῆς πόλης. Ἐ­κεῖ προ­σπά­θη­σε νὰ στη­ρί­ξει τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὸ ἀ­γῶ­να προ­ω­θῶν­τας τὸ κί­νη­μα τοῦ Φι­λελ­λη­νι­σμοῦ καὶ κά­νον­τας ἐ­πα­φὲς μὲ σημαντικές πο­λι­τι­κὲς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὲς προ­σω­πι­κό­τη­τες τῆς ἐ­πο­χῆς, ὅ­πως ὁ δι­α­κε­κρι­μέ­νος Ἄγ­γλος δι­πλω­μά­της Στράτ­φορντ Κάν­νινγκ, ὁ Ἑλ­βε­τὸς τρα­πε­ζί­της Ἐ­ϋ­νάρ­δος κ.ἄ., μὲ ἀ­πώ­τε­ρο στό­χο τὴν ἀν­τι­στρο­φὴ τοῦ ἀρ­νη­τι­κοῦ κλί­μα­τος τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ βά­ρος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐθνο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοῦ ἀγῶ­να, ἀλ­λὰ καὶ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση τῶν Ἑλλήνων Ἐἐπα­να­στα­τῶν.

Ἀ­νά­λη­ψη τῆς δι­α­κυ­βέρ­νη­σης καὶ ἀν­τι­δρά­σεις

Πρὶν ἀ­κό­μη ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ ἐ­πί­ση­μα ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το κρά­τος, στὶς 30 Μαρ­τί­ου 1827 ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐ­κλέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὴν Γ΄ Ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­ση τῆς Τροι­ζή­νας, Κυ­βερ­νή­της τῆς Ἑλ­λά­δας μὲ θη­τεί­α ἑ­πτὰ ἐ­τῶν. Ἡ στιγ­μὴ τῆς ἐ­κλο­γῆς του σί­γου­ρα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖία. Ὁ ἐθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὸς ἀγῶ­νας δι­έ­νυ­ε ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο ἴ­σως τὴν πιὸ κρί­σι­μη καμ­πή του. Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση φαι­νό­ταν ὅ­τι ἔ­πνε­ε τὰ λοί­σθια ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ὀ­λέ­θρι­ων ἐ­πι­πτώ­σε­ων τοῦ ἐμ­φύ­λιου σπα­ραγ­μοῦ τῶν Ἑλ­λή­νων, ἐν μέ­σῳ τῆς Ἐπα­νά­στα­σης, τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ οἱ Τουρ­κο-­Αι­γύ­πτιοι τοῦ Ἰμ­πρα­ὴμ λε­η­λα­τοῦ­σαν τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ οἱ Τοῦρ­κοι κα­τεῖ­χαν καί­ρια ση­μεῖ­α τῆς Στε­ρε­ᾶς Ἑλ­λά­δας. Κόν­τρα στὶς πα­ραι­νέ­σεις ποὺ δέ­χτη­κε ἀ­πὸ Δι­ε­θνεῖς προ­σω­πι­κό­τη­τες, νὰ ἀ­πο­ποι­η­θεῖ τὴν ἐν λό­γῳ πρό­τα­ση ἀ­πο­δέ­χτη­κε ψυ­χή τε καὶ σώ­μα­τι καὶ αὐ­τὴ τὴ ρι­ψο­κίν­δυ­νη ἀ­πο­στο­λὴ ὡς θε­ό­πεμ­πτο Σταυ­ρό.

Μὲ τὸν πιὸ ξε­κά­θα­ρο τρό­πο κα­θί­στα­ται σα­φὲς ὅ­τι ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καποδί­στριας δὲν ἔ­γι­νε Κυ­βερ­νή­της ἀ­πὸ «χόμ­πι», οὔ­τε κατ᾿ ἀνάγκη ἀ­πὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ πα­ρά­δο­ση, ὅ­πως πολ­λά­κις συμ­βαί­νει, ἰ­δί­ως στὴ σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κὴ σκη­νή. Ἔ­γι­νε Κυ­βερ­νή­της ἀ­πὸ βα­θὺ πό­θο καὶ γνή­σιο ζῆλο, νὰ προ­σφέ­ρει πραγ­μα­τι­κὰ στὴν Πα­τρί­δα του καὶ τὸ Ἔ­θνος του.

Μό­λις ἔ­φτα­σε στὸ Ναύ­πλιο, ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των, στὶς 7 Γε­νά­ρη 1828 ὄν­τας πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα ρε­α­λι­στὴς δὲν ἄρ­γη­σε νὰ κα­τα­λά­βει πὼς τὸ Σύν­ταγ­μά τῆς Ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­σης τῆς Τροι­ζή­νας δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ ἐγ­γυ­η­θεῖ τὴ Δη­μο­κρα­τί­α. Καὶ τοῦ­το, δι­ό­τι ὑ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες χά­ους ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν στὶς κα­τε­στραμ­μέ­νες καὶ ἐ­ξερ­χό­με­νες ἀ­πὸ τέσσερις αἰ­ῶ­νες δου­λεί­ας περιοχές τῆς Ἑλλάδας τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ἔν­νοι­ας Δη­μο­κρα­τί­α ἦ­ταν ἄ­γνω­στο.

Ἰ­δί­ως, οἱ ἰ­σχυ­ρὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες κο­τζαμ­πά­ση­δων, προ­κρί­των καὶ Φα­να­ρι­ω­τῶν ἐν­νο­οῦ­σαν τὴ Δη­μο­κρα­τί­α ὡς κα­θε­στὼς ποὺ θὰ τούς πα­ρεῖ­χε τὴν εὐ­χέ­ρεια νὰ κά­νουν ἐ­σα­εὶ ὅ,τι θέ­λουν γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὰ προ­ε­πα­να­στα­τι­κά τους προ­νό­μια, χω­ρὶς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ ἐ­λέγ­χον­ται ἀ­πὸ κα­νέ­ναν. Ἔ­κρι­νε σκό­πι­μο συ­νε­πῶς νὰ ἀ­να­στεί­λει προ­σω­ρι­νὰ τὸ τό­τε ἰ­σχῦ­ον Σύν­ταγ­μα, ἕ­ως ὅ­του ὀρ­γα­νώ­σει τὶς πρῶ­τες δο­μὲς κρά­τους, ποὺ θὰ πα­ρεῖ­χαν τὰ ἐ­χέγ­γυ­α προ­ά­σπι­σης τοῦ Συν­τάγ­μα­τος καὶ τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας.

Στὴ θέ­ση τῆς Βου­λῆς θε­σμο­θέ­τη­σε τὸ «Πα­νελ­λή­νιον», ἕ­να εἰκοσιεπταμελὲς γνω­μο­δο­τι­κὸ ὄρ­γα­νο. Τὴ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση ἀ­νέ­λα­βε ἡ Κεν­τρι­κὴ Γραμ­μα­τεί­α, ἕ­να εἶ­δος ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, δι­οι­κού­με­νο οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Συγ­χρό­νως, ἂν καὶ πρῶ­τος ἵ­δρυ­σε κρα­τι­κὸ τυ­πο­γρα­φεῖ­ο, ἐ­πέ­βα­λε λο­γο­κρι­σί­α στὸν Τύ­πο, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι ὁ Τύ­πος ἐ­κεί­νη εἰ­δι­κὰ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρα εὐ­αί­σθη­τη γιὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ζη­τή­μα­τα πε­ρί­ο­δο γι­νό­ταν πο­λὺ εὔ­κο­λα ὄρ­γα­νο σκο­πι­μο­τή­των ὑ­πὸ τὴν ἐ­πιρ­ρο­ὴ κα­κό­βου­λων ἐγχώριων και ἐξωτερικῶν δυ­νά­με­ων ποὺ ἐ­χθρεύ­ον­ταν τὴ δη­μι­ουρ­γί­α στα­θε­ροῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους.

Οἱ πο­λι­τι­κοί του ἀν­τί­πα­λοι ἄ­δρα­ξαν τό­τε ἀμέσως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τὸν κα­τη­γο­ρή­σουν γιὰ συγ­κεν­τρω­τι­σμό. Ἡ Ἑλ­λά­δα πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ συγ­κρο­τη­θεῖ δὲν ἄρ­γη­σε καὶ πά­λι νὰ βι­ώ­σει τὸν ἐμ­φύ­λιο δι­χα­σμό, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἐ­ξέ­γερ­ση τῶν Ὑ­δραί­ων ὑ­πὸ τὴν ἡ­γε­σί­α τοῦ Ἀν­δρέ­α Μι­α­ού­λη, ποὺ εἶ­χε τή στήριξη ἰσχυρῶν ἐγχώριων παραγόντων, ἀλλά καὶ τὴν ἀ­νο­χὴ τῶν Με­γά­λων προστατιδῶν Δυ­νά­με­ων. Ἒτσι, τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1831 οἱ Ὑδραῖοι στα­σί­α­σαν μὲ σκο­πὸ νὰ πά­ρουν οἱ ἴ­διοι μὲ τὴ βί­α τὴν ἐ­ξου­σί­α στὰ χέ­ρια τους. Ἐ­πι­χεί­ρη­σαν ἔ­τσι νὰ κα­τα­λά­βουν τὸν πο­λε­μι­κὸ στό­λο τοῦ νε­ο­σύ­στα­του κρά­τους στὸν ναύ­σταθ­μο τοῦ Πό­ρου, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ πυρ­πο­λή­σουν καὶ μέ­ρος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ στό­λου. Καὶ αὐ­τοὺς ὅ­μως ὁ εἰ­ρη­νο­ποι­ὸς Κυ­βερ­νή­της τοὺς συγ­χώ­ρε­σε, πα­ρ᾿ ὅ­λο ποὺ βρέ­θη­κε σὲ θέ­ση ἰσχῦος, ὅ­ταν τε­λι­κὰ κα­τέ­στει­λε τὴ στά­ση.

Μπο­ρεῖ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, κυ­ρί­ως ἐ­ξαιτί­ας μι­κρο­πο­λι­τι­κῶν σκο­πι­μο­τή­των, νὰ κα­τη­γο­ρή­θη­κε γιὰ δι­ά­φο­ρες πο­λι­τι­κὲς καὶ θε­σμι­κὲς πράξεις ἢ παραλείψεις, οὐ­δεὶς ὅ­μως μπό­ρε­σε νὰ τὸν κα­τη­γο­ρή­σει γιὰ τὸ θυ­σι­α­στι­κὸ του ἦ­θος καὶ τὴν ἀ­πα­ρά­μιλ­λη ἐν­τι­μό­τη­τά του. Εἶ­ναι ἐν­δει­κτι­κὸ ὅ­τι ὁ ἲδιος ὑ­πο­θή­κευ­σε τὰ κτή­μα­τά του στὴν Κέρ­κυ­ρα γιὰ νὰ προ­μη­θευ­τεῖ ἡ δο­κι­μα­ζό­με­νη Ἑλ­λά­δα σι­τά­ρι ἀ­πὸ τὴν Μάλ­τα…

Τὸ ἔρ­γο τοῦ Κυ­βερ­νή­τη

Ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ο ὅ­μως ἐ­νά­ρε­το ἦ­θος, ὑ­πο­κι­νού­με­νο ἀ­πὸ ἀ­νι­δι­ο­τε­λῆ ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­τρί­δα καὶ τὸ λα­ό, ἀλ­λὰ καὶ πί­στη στὸ Θε­ὸ καὶ κα­τ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση τὸν συ­νάν­θρω­πο δὲν ἦ­ταν δυ­να­τό, με­τα­ξὺ ἄλ­λων νὰ μὴν πα­ρα­χθοῦν γλυ­κεῖς καὶ εὔ­γευ­στοι πο­λι­τι­κοὶ καρ­ποί.

Κα­τ᾿ ἀρ­χὰς ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὀρ­γά­νω­σε δι­οι­κη­τι­κὰ τὴν χώ­ρα σὲ (ἐ­πάλ­λη­λα) τμή­μα­τα, δι­οι­κη­τι­κὲς πε­ρι­φέ­ρει­ες ποὺ ἑ­δρά­ζον­ταν στὸ σύ­στη­μα τῶν κοι­νῶν: Κά­θε τμῆ­μα δι­αι­ροῦν­ταν «εἰς τὰς ἐξ ὧν σύγ­κει­ται ἐ­παρ­χί­ας καὶ αὗται πά­λιν εἰς πό­λεις, κώ­μας καὶ χω­ρί­α». Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐ­πέ­λε­ξε ὡς σύ­στη­μα δι­οί­κη­σης τὴν το­πι­κὴ καὶ πε­ρι­φε­ρεια­κὴ πο­λι­τεια­κὴ αὐ­το­νο­μί­α, ποὺ ἀ­νά­γε­ται στὶς ρί­ζες τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ πα­ρελ­θόν­τος τῆς δη­μο­κρα­τι­κῆς κο­σμό­πο­λης. Κά­θε ­μί­α ἀ­πὸ τὶς βαθ­μί­δες αὐ­τὲς τῆς πε­ρι­φε­ρεια­κῆς πο­λι­τεια­κῆς αὐ­το­νο­μί­ας θὰ δι­έ­θε­τε ἴ­διον σύ­στη­μα δι­α­κυ­βέρ­νη­σης. Ἦ­ταν πρό­δη­λο ὅ­τι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὰ ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νο κρά­τος, στὴν εὔ­ρυθ­μη λει­τουρ­γί­α τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ πο­λί­της δὲν θὰ ἦ­ταν κομ­πάρ­σος, ἀλ­λὰ θὰ εἶ­χε καί­ρια συμ­με­το­χὴ καὶ λό­γο.

Στὸ πρό­σω­πο αὐτοῦ δι­α­δρα­μα­τί­στη­κε ἴ­σως ἡ τε­λευ­ταί­α πρά­ξη τοῦ δι­α­κυ­βεύ­μα­τος ἐγ­κα­θί­δρυ­σης τῆς οἰ­κου­με­νι­κῆς κο­σμό­πο­λης, δη­λα­δὴ τῆς ἑ­δραί­ω­σης ἑ­νὸς κρά­τους ποὺ θὰ ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ ἐν­σαρ­κώ­σει τὸ γνή­σιο ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὸ κε­κτη­μέ­νο ποὺ γέν­νη­σε καὶ ἐν­σάρ­κω­σε ὁ ἑλ­λη­νι­κὸς πο­λι­τι­σμός, σὲ ἀν­τί­θε­ση πρὸς τὴν ἀ­πο­λυ­ταρ­χί­α καὶ τὸν με­τα­μον­τέρ­νο ἀ­πρό­σω­πο κρα­τι­σμό. Συγ­χρό­νως, ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ ὀρ­γα­νώ­σει καὶ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὰ δη­μό­σια οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­σῳ τῆς κεν­τρι­κῆς δι­οί­κη­σης. Τοῦ­το ὅ­μως, ὅ­πως ἦ­ταν φυ­σι­κὸ ἔ­θι­γε εὐ­θέ­ως προ­νό­μια τῆς προ­ε­στι­κῆς τά­ξης καί ἀλλων οἰκονομικῶν συμφερόντων, ποὺ ἐναντιώθηκαν στὸ ἒργο του.

Πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα ὅ­τι γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἡ Ἑλ­λά­δα νὰ ἔ­χει βά­σι­μες ἀ­ξι­ώ­σεις στὴ δι­ε­θνῆ δι­πλω­μα­τι­κὴ κο­νί­στρα, ἔ­πρε­πε πρῶ­τα νὰ συγ­κρο­τή­σει ἰ­σχυ­ρὸ στρα­τὸ καὶ νὰ ἐ­πι­τύ­χει νί­κες στὸ πε­δί­ο τῶν μα­χῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τὸ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας  ἔ­θε­σε ὡς βα­σι­κὴ προ­τε­ραι­ό­τη­τα τὴν ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση τοῦ στρα­τοῦ. Ἐ­πὶ τῶν ἡ­με­ρῶν του μά­λι­στα ἱ­δρύ­θη­κε ἡ πε­ρί­φη­μη Στρα­τι­ω­τι­κὴ Σχο­λὴ Εὐ­ελ­πί­δων. Μὲ τὸν Τα­κτι­κὸ στρα­τὸ ποὺ συγ­κρό­τη­σε, συ­νέ­χι­στηκε ὁ ἀ­γῶ­νας ἐκ­δί­ω­ξης τῶν Τούρ­κων ἀ­πὸ τὸν ἑλ­λα­δι­κὸ χῶ­ρο. Ὁ Κυβερνήτης ἐ­πε­δίω­κε νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἕ­να ἐλεύθερο καί ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἑλ­λη­νι­κὸ κρά­τος μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ ἔ­κτα­ση ποὺ τοῦ ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. Οἱ ἐνέργειες αὐτές ἐ­πέ­φε­ραν ἄ­με­σα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, κα­θὼς ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν νι­κη­φό­ρα μά­χη τῆς Πέ­τρας (12 Σε­πτ. 1829), σὲ συν­δυα­σμὸ καί μὲ ἄλ­λες ἐπιτυχεῖς ἔ­νο­πλες ἐκ­κα­θα­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις, ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς Τα­κτι­κὸς Στρα­τὸς κατόρθωσε καί τὴν ἐκ­κέ­νω­ση τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἑλ­λά­δας ἀ­πὸ τοὺς Ὀ­θω­μα­νούς κατακτητές.

Μὲ συ­νε­χῆ οὐσιαστικὴ ἐ­πα­να­δι­α­πραγ­μά­τευ­ση καὶ εὐφυῆ, ἀ­ει­κί­νη­τη πο­λι­τι­κὴ δρά­ση, ἀλ­λὰ καὶ μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συγ­κυ­ρί­α τῆς προ­έ­λα­σης τῶν Ρώ­σων στὴν Κων/πολη, ἄρ­χι­σε νὰ με­τα­βάλ­λε­ται ἡ ἀρ­χι­κὰ ἄ­καμ­πτη ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ζή­τη­μα στά­ση τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων καὶ ἰ­δί­ως τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἔ­τσι ὑ­πο­γρά­φη­κε στὶς 3 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1830 ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α, Γαλ­λί­α καὶ Ρω­σί­α, τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ Πρω­τό­κολ­λο τοῦ Λον­δί­νου, ποὺ ἀ­πο­τέ­λε­σε τὴν πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη, δι­ε­θνῆ δι­πλω­μα­τι­κὴ πρά­ξη ποὺ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τὴν Ἑλ­λά­δα ὡς κυ­ρί­αρ­χο καὶ ἀ­νε­ξάρ­τη­το κρά­τος.

Μί­α ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες κι­νή­σεις τοῦ Κυβερνήτη ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἡ κα­τα­στο­λὴ τῆς πει­ρα­τεί­ας στὸ Αἰ­γαῖ­ο καὶ ἡ ὀρ­γά­νω­ση τοῦ δι­α­λυ­μέ­νου τό­τε ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ στό­λου. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τὸ ἐ­ξα­σφά­λι­σε μὲ κά­θε δι­α­θέ­σι­μο μέ­σο χρή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α πα­ρα­χώ­ρη­σε ὡς δά­νεια στοὺς νη­σι­ῶ­τες γιὰ τὴν ἀ­γο­ρὰ πλοί­ων καὶ τὴν κα­τα­σκευ­ὴ ναυ­πη­γεί­ων στὸν Πό­ρο καὶ τὸ Ναύ­πλιο.

Ἐ­πί­σης, γιὰ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση τῶν θυ­μά­των τῆς πλη­γω­μέ­νης ἀ­πὸ τὶς δια­ρκεῖς ἐμ­πό­λε­μες συρ­ρά­ξεις χώ­ρας ὀρ­γά­νω­σε τα­μεῖ­ο γιὰ τὴν πε­ρί­θαλ­ψη τῶν χη­ρῶν καὶ τῶν ὀρ­φα­νῶν τοῦ πο­λέ­μου. Ἵ­δρυ­σε ἀ­κό­μα στὴν Αἴ­γι­να τὸ πρῶ­το ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο μὲ 500 ὀρ­φα­νά. Ἰ­δι­αί­τε­ρη μέ­ρι­μνα ἐ­πέ­δει­ξε γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση δι­κα­στη­ρί­ων, ἐ­νῷ θέ­σπι­σε πα­ράλ­λη­λα καὶ κώ­δι­κα πο­λι­τι­κῆς δι­κο­νο­μί­ας. Γνώ­ρι­ζε ἄ­ρι­στα ὅ­τι ἡ εὔ­ρυθ­μη λει­τουρ­γί­α τῆς δι­και­ο­σύ­νης ἀ­πο­τε­λεῖ κλει­δὶ γιὰ τὴν εὐ­η­με­ρί­α ἑ­νὸς σύγ­χρο­νου κρά­τους καί τήν εὐμάρεια τῶν πολιτῶν του. Ἀ­κό­μη, ὡς πρα­κτι­κὸς νοῦς ἐ­πέ­δει­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, ὀρ­θο­λο­γι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τῆς γε­ωρ­γί­ας, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει οἰ­κο­νο­μι­κὴ αὐ­τάρ­κεια στοὺς Ἕλ­λη­νες κα­λύ­πτον­τας τὶς ἀ­δή­ρι­τες τό­τε δι­α­τρο­φι­κὲς ἀ­νάγ­κες τῶν πε­νή­των. Γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ἵ­δρυ­σε τὴ Γε­ωρ­γι­κὴ Σχο­λὴ τῆς Τί­ρυν­θας καὶ ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ δι­α­δώ­σει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ Βαλ­κά­νια τὴν ὑ­ψη­λῆς δι­α­τρο­φι­κῆς ἀ­ξί­ας καλ­λι­έρ­γεια τῆς πα­τά­τας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν προ­σο­δο­φό­ρα καλ­λι­έρ­γεια τῆς μου­ριᾶς σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἐ­κτρο­φὴ τοῦ με­τα­ξο­σκώ­λη­κα.

Ὡ­στό­σο ἐ­ξαι­τί­ας τῶν σφο­δρῶν ἀν­τι­δρά­σε­ων ἰ­σχυ­ρῶν παραγόντων δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­πι­λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα τῆς δι­α­νο­μῆς τῆς ἐθνι­κῆς γῆς. Ἔ­τσι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια στρέμ­μα­τα ἑλληνικῆς γῆς πα­ρέ­μει­ναν στοὺς με­γα­λο­ϊ­δι­ο­κτῆ­τες (κο­τζαμ­πά­ση­δες καὶ Ἐκ­κλη­σί­α). Με­ρί­μνη­σε ἐ­πί­σης γιὰ τὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου καὶ τῶν Πα­τρῶν, ἐ­νῷ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1829 ἵ­δρυ­σε τὸ πρῶ­το Ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸ Μου­σεῖ­ο στὴν Αἴ­γι­να, θέ­τον­τας τὰ θε­μέ­λια στὸ ὅ­ρα­μα διατήρησης, ἀ­νά­δει­ξης καὶ προ­βο­λῆς τοῦ πολύφωτου ἑλ­λη­νι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ.

Πέ­ραν τού­των, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀν­τι­λή­φθη­κε ἄ­με­σα ὅ­τι τὸ ἐ­θνι­κὸ νό­μι­σμα καὶ ἡ ὑ­γι­ὴς λει­τουρ­γί­α τοῦ χρη­μα­το­πι­στω­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος ἀ­πο­τε­λοῦν ἐ­χέγ­γυ­α γιὰ μί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­τη κρα­τι­κὴ δι­οί­κη­ση καὶ μί­α εὐ­η­με­ροῦ­σα οἰ­κο­νο­μί­α. Ἔ­τσι ἵ­δρυ­σε Ἐ­θνι­κὸ Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο καὶ κα­θι­έ­ρω­σε τὸν Φοί­νι­κα ὡς ἐ­θνι­κὸ νό­μι­σμα, ἀν­τι­κα­θι­στῶν­τας τὸ τουρ­κι­κὸ γρό­σι. Συγ­κρό­τη­σε ἐ­πί­σης Ἐ­θνι­κὴ Χρη­μα­τι­στι­κὴ Τρά­πε­ζα, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­χεί­ρη­σε μὲ εὑρηματικό τρόπο νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει ὡς βα­σι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ δα­νει­σμοῦ μὲ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι ἡ Ἀγ­γλί­α εἶ­χε ἀρ­νη­θεῖ νὰ χο­ρη­γή­σει νέ­α δά­νεια στὸ ὑ­πὸ σύ­στα­ση ἑλ­λη­νι­κὸ κρά­τος.

Συγχρόνως, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀν­τι­στά­θη­κε σθε­να­ρὰ στὶς το­κο­γλυ­φι­κὲς ἀ­παι­τή­σεις τῶν δα­νει­στῶν τῆς χώ­ρας, ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σαν τὴν ἀ­πο­πλη­ρω­μὴ τῶν λη­στρι­κῶν δα­νεί­ων ποὺ εἶ­χαν συ­να­φθεῖ ἰδίως τὰ ἒτη 1824-1825. Προ­έ­βη ἔ­τσι σὲ στά­ση πλη­ρω­μῶν τῶν λη­ξι­πρό­θε­σμων το­κο­χρε­ο­λυ­σί­ων, ἐ­πι­χει­ρῶν­τας συγ­χρό­νως ἐ­πα­να­δι­α­πραγ­μά­τευ­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ χρέ­ους, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κα­λυ­φθοῦν στοι­χει­ω­δῶς οἱ ἀ­νάγ­κες τοῦ κρά­τους.

Κεν­τρι­κὸς πυ­λώ­νας τῆς πο­λι­τι­κῆς του ἀ­πο­τέ­λε­σε ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς Παι­δεί­ας. Ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιὰ τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ τοῦ Αἰ­τω­λοῦ, θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἡ Παι­δεί­α συν­δέ­ε­ται ἄ­ρι­στα μὲ τὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ζω­ή. Συ­νε­πῶς, ἡ Παι­δεί­α δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴ μο­νο­με­ρῆ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ πνεύ­μα­τος πα­ρα­με­λῶν­τας τὴν ἰ­σόρ­ρο­πη δι­ά­πλα­ση τῆς ψυ­χῆς μὲ γνώ­μο­να τὶς αὐ­θεν­τι­κὲς ἀ­ξί­ες τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ. «Τὰ ἄ­θε­α γράμ­μα­τα» δὲν συν­τε­λοῦ­ν κα­τὰ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια στὴ συγ­κρό­τη­ση ὑ­γι­ῶν καὶ ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νων προ­σω­πι­κο­τή­των ἱ­κα­νῶν νὰ προ­σφέ­ρουν ἐ­πω­φε­λῶς στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ καὶ δη­μό­σια σφαῖρα. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τό, συ­νέ­στη­σε εἰ­δι­κὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο, τὴν «Γραμ­μα­τεί­αν τῶν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν καὶ τῆς Δη­μο­σί­ου Παι­δεί­ας».

Ὁ ἴ­διος ἐ­ξη­γοῦ­σε ὅ­τι στὸ χαρ­το­φυ­λά­κει­ο αὐ­τὸ «συ­νη­νώ­θη­σαν δύ­ο ὑ­πη­ρε­σί­αι ἀ­χώ­ρι­στοι, καὶ πρὸς ἕ­να συν­τρέ­χου­σαι σκο­πόν, τὴν ἠ­θι­κὴν τῶν πο­λι­τῶν μόρ­φω­σιν, ἥτις εἶ­ναι ἡ βά­σις τῆς κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς τοῦ Ἔ­θνους ἀ­νορ­θώ­σε­ως». Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θε­με­λι­ώ­νει ἔ­τσι τὴν συ­νύ­παρ­ξη «Παι­δεί­ας καὶ Ἐκ­κλη­σί­ας» (ὄ­χι: Θρη­σκευ­μά­των) σὲ ἕ­να Ὑ­πουρ­γεῖ­ο γιὰ τὴν πα­ράλ­λη­λη πο­λι­τι­κὴ δι­α­κο­νί­α, δύ­ο πε­δί­ων, ποὺ πα­ρα­δο­σια­κὰ συν­δέ­ον­ται με­τα­ξύ τους καὶ συ­νυ­φαί­νον­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν πρόοδο τοῦ Γέ­νους καὶ κα­τ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ εὔ­νο­μου και εὐημεροῦντος ἐθνι­κοῦ κρά­τους.

Στὰ βή­μα­τα τοῦ Πα­τρο­κο­σμᾶ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας στὴν προ­σπά­θειά του νὰ ὀρ­γα­νώ­σει τὸ ἀ­νύ­παρ­κτο ἕ­ως τό­τε ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ σύ­στη­μα ἵ­δρυ­σε 121 σχο­λεῖ­α στὴ νε­ο­σύ­στα­τη χώ­ρα. Εἰ­σή­γα­γε μά­λι­στα καὶ ἐ­πί­ση­μα τὴν πρω­το­πο­ρια­κὴ -ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα- μέ­θο­δο τῆς ἀλ­λη­λο­δι­δα­σκα­λί­ας. Ἤ­δη τὸ ἔ­τος 1831, 14.000 ἑλ­λη­νό­που­λα με­τεῖ­χαν πλέ­ον ἀ­κώ­λυ­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐκ­παί­δευ­σης. Δὲν ἵ­δρυ­σε ὅ­μως Πα­νε­πι­στή­μια, κα­θὼς θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­ξουν πρῶ­τα ἀ­πό­φοι­τοι Μέ­σης Ἐκ­παί­δευ­σης. Μαρ­τυ­ρεῖ­ται ὡ­στό­σο, ὅ­τι μὲ δι­κά του ἔ­ξο­δα χρη­μα­το­δο­τοῦ­σε τὶς σπου­δὲς ἑ­κα­τον­τά­δων νέ­ων ἀ­νὰ τὴν Εὐ­ρώ­πη, νου­θε­τῶν­τας μά­λι­στα σὰν ἀ­λη­θι­νὸς πα­τέ­ρας, ὃπως τουλάχιστον φαίνεται σε σχετικές ἐ­πι­στο­λές του, τοὺς δα­σκά­λους σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τους.

Ἀ­κό­μη, φρόν­τι­σε γιὰ τὴν ἀ­να­δι­ορ­γά­νω­ση τῶν θε­σμῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­ο­ρί­ζον­τας σχε­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων. Ἀ­νέ­λα­βε τὴν ἀ­να­καί­νι­ση ἐ­ρει­πω­μέ­νων ἐκ­κλη­σι­ῶν καὶ με­ρί­μνη­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὴν μόρ­φω­ση τοῦ κλή­ρου, ἱ­δρύ­ον­τας Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ Σχο­λὴ στὸν Πό­ρο. Σχε­δί­α­ζε δὲ ἀ­κό­μη καὶ τὴν ἵ­δρυ­ση «Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας». Ὁ θάνατος ὂμως τὸν πρό­λα­βε προτοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ ἒργο.

Ἡ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη.

Μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατό του ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀπέδειξε ὅτι ἡ λευτεριὰ κατακτᾶται μὲ ἀγῶνες θυσίας καὶ δὲν χαρίζεται οὔτε πωλεῖται. Τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ ἀνδρὸς σφράγισε ἀνεξίτηλα τὸ ἐνάρετο θυσιαστικὸ τοῦ φρόνημα. Παρόλο ποὺ ἔζησε σὲ ἕνα διεθνὲς περιβάλλον, ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ ρᾳδιουργίες, οἱ σκοπιμότητες καὶ ὁ ἀνελέητος νόμος τοῦ ἰσχυροῦ, ἡ ἀκεραιότητα τοῦ ἤθους τοῦ διατηρήθηκε ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθεῖ, ὅτι «ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀδελφούς του Ἕλληνας τὸν ἔσυρεν εἰς τὸν θάνατον, ὡς προαιρετικῆς θυσίας ὁλοκάρπωμα, καὶ ἡ μακαρία του ψυχὴ ἥρπασε τῆς ἀφθαρσίας τὸν στέφανον».

Ἐ­πί­με­τρο

  Θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι τὰ ὅ­σα κα­τόρ­θω­σε ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς σχετικἀ σύντομης ζω­ῆς του, ὑ­περ­βαί­νουν τὰ φυ­σι­κὰ ἀν­θρώ­πι­να μέ­τρα καὶ δὲν ἐ­ξη­γοῦν­ται μόνο μέ τή λο­γι­κή. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς τοῦ Ἕλ­λη­να Κυ­βερ­νή­τη κα­τα­δει­κνύ­ει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ ἀ­στεί­ρευ­τες ἐ­σω­τε­ρι­κὲς δυ­νά­μεις, ποὺ εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι δὲ στη­ρι­ζό­ταν μό­νο σὲ μί­α γή­ινη πί­στη στὰ φαι­νό­με­να.

Τὰ λό­για τοῦ Ἀ­λεξάν­δρου Στούρ­τζα, ἀν­θρώ­που ποὺ γνώ­ρι­ζε πολύ κα­λὰ τὸν Κυ­βερ­νή­τη, ἐ­ξη­γοῦν μὲ γλα­φυ­ρὸ τρό­πο, τί ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ὠ­θοῦ­σε τὸ ἱ­στο­ρι­κό του ἔρ­γο καὶ τὸ ἔ­στε­ψε μὲ τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να ξε­χω­ρι­στὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα: «Ὅ­λοι οἱ κα­τὰ και­ροὺς ἀ­λη­θεῖς εὐ­ερ­γέ­ται τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος, ἐμ­ψυ­χω­θέν­τες ὑ­πὸ τῆς ἀ­γά­πης, κα­τώρ­θω­σαν τὰ ἀ­κα­τόρ­θω­τα, καί, κα­τ᾿ ἀ­να­λο­γί­αν τῆς ἐν­δο­μυ­χού­σης ἐν αὐ­τοῖς ἀ­γά­πης, ἐ­νε­δύ­θη­σαν δύ­να­μιν ἐξ ὕ­ψους. Αὕτη ἡ ζω­ο­γό­νος πνο­ὴ τοῦ Θε­οῦ φω­τί­ζει τὸν νοῦν, θερ­μαί­νει τὴν καρ­δί­αν, ἁ­πα­λύ­νει τὰ πά­θη, ἐμ­ποι­εῖ πει­θὼ εἰς τοὺς λό­γους, ρυθ­μί­ζει τὰ ἔρ­γα τῶν πι­στῶν, καὶ τοὺς δι­α­θέ­τει εἰς τὸ νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ­σι πᾶν ἴ­διον συμ­φέ­ρον, πᾶσαν ἰ­δί­αν ἀ­πό­λαυ­σιν, καὶ αὐ­τὴν τὴν πρό­σκαι­ρον ζω­ὴν των. Τοι­οῦ­τος ἐκ νε­α­ρᾶς του ἡ­λι­κί­ας καὶ μέ­χρι θα­νά­του ἐ­φά­νη ὁ Ἰ­ω­άν­νης Καποδί­στριας».

Ἀπό τά παραπάνω θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ συναχθεῖ το συμπέρασμα ὅ­τι ἡ πί­στη ὂπλιζε τόν ἱκανό αὐτόν ἀνδρα καί  ἄ­νοι­γε μᾶλ­λον μυστικά τὸν δρό­μο στὸ κο­λοσ­σιαῖο ἔρ­γο ποὺ κα­τὰ Χά­ριν ἐ­πε­τέ­λε­σε μαζί μέ ἂλλους ἀγωνιστές γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸν κό­σμο. Θα μποροῦσε ἐνδεχομένως νά εἰπωθεῖ ὃτι ἡ ζωή τοῦ Ἰ­ω­άν­νου Καποδί­στρια ἐπιβεβαιώνει τρόπον τινά τόν Παύλειο λόγο: «οἱ ἅ­γιοι πάν­τες διὰ πί­στε­ως κα­τη­γω­νί­σαν­το βα­σι­λεί­ας, εἰρ­γά­σαν­το δι­και­ο­σύ­νην, ἐ­πέ­τυ­χον ἐ­παγ­γε­λι­ῶν, ἔ­φρα­ξαν στό­μα­τα λε­όν­των … πα­ρεμ­βο­λὰς ἔ­κλι­ναν ἀλ­λο­τρί­ων» (Ἑ­βρ. 11, 33-34).

Σή­με­ρα σὲ μί­α ἐ­πο­χὴ εὐτελισμοῦ ἀξιῶν, πνευ­μα­τι­κῆς και ὑλικῆς ὑ­πο­δού­λω­σης θὰ ἦ­ταν τε­λι­κὰ σκό­πι­μο ὁ πο­λί­της, ὁ πο­λι­τι­κὸς καὶ ἐν γένει ἡ κοι­νω­νί­α ποὺ ἐ­πι­θυ­μεῖ εἰ­λι­κρι­νὰ τὴν ἀ­νόρ­θω­ση καὶ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ἀ­πὸ τὰ ὅ­ποι­α δου­λι­κὰ δε­σμὰ, νὰ υἱ­ο­θε­τεῖ ὡς πρότυπο τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ βί­ου καὶ τῆς πο­λι­τεί­ας τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια καὶ τά ἰδανικά ποὺ τὸν ἐ­νέ­πνευ­σαν.

Θα χαρούμε να ακούσουμε τις σκέψεις σας

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Ρωμαίικο
Logo

Ραδιόφωνο του Ρωμαίικου