
Ἐλευθερίου Π. Δικαίου, δικηγόρου
Τὰ πρῶτα βήματα στὴν ἐγχώρια πολιτικὴ σκηνὴ
Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀσχολήθηκε ἐνεργὰ μὲ τὴν ἐγχώρια πολιτικὴ ἤδη ἀπὸ τὸ ἔτος 1799. Τὸ ἔτος αὐτὸ ἀντικατέστησε τὸν πατέρα του ὡς μέλος τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Ἰονίου Πολιτείας, ποὺ ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν ὑπὸ ξένη ἡγεμονία καὶ διεκδικοῦσε αὐτονομία. Ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα ξεχώρισε γιὰ τὴ σύνεση, τὴ διορατικότητά του, τὴν εἰρηνοποιὸ διάθεση καὶ ἐπιρροή του, ἀλλὰ καὶ τὴ φιλάνθρωπιά του. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικὸ ὃτι ἀσκοῦσε τὴν ἰατρική ἐπιστήμη σὲ πολλές περιπτώσεις ἀφιλοκερδῶς. Μὲ σεβασμὸ στὶς ἀνησυχίες τῶν Ἑπτανησίων λειτουργοῦσε ὡς ἰσορροπιστὴς ἀνάμεσα στὸν ἑπτανησιακὸ λαὸ καὶ τοὺς ξένους τότε ἡγεμόνες. Ἀνέλαβε ἔτσι πρωτοβουλίες γιὰ τὴν ἀναθεώρηση ἐπὶ τὸ δημοκρατικότερο τοῦ ἐπιβληθέντος Ἑπτανησιακοῦ Συντάγματος. Ἀπώτερος καρπὸς τῶν προσπαθειῶν τοῦ Καποδίστρια ἦταν ἡ ψήφιση ἑνὸς πιὸ φιλελεύθερου καὶ δημοκρατικοῦ συντάγματος τὸ 1803 γιὰ τοὺς κατοίκους τῶν Ἑπτανήσων.
Ἡ ἀνάδειξη σὲ Διπλωμάτη παγκόσμιου βεληνεκοῦς
Σύντομα οἱ ἰδιαίτερες ἱκανότητες καὶ τὸ ἀδαμάντινο ἦθος τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια ἐκτιμήθηκαν ἀπὸ τὴ ρωσικὴ Αὐλή. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 1809 ξεκίνησε ἡ λαμπρὴ διπλωματική του σταδιοδρομία στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν τῆς ρωσικῆς αὐτοκρατορίας ὑπὸ τὸν Τσάρο Ἀλέξανδρο Α΄.
Τὸ ἔτος 1814 στάλθηκε σὲ μυστικὴ διπλωματικὴ ἀποστολὴ στὴν Ἑλβετία ὡς πληρεξούσιος Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τοῦ Τσάρου. Οἱ ἐνέργειές του ἐκεῖ ἔθεσαν τὶς βάσεις τῆς ἑνότητας τῶν ἀντιμαχόμενων ἕως τότε καντονίων τῆς Ἑλβετίας. Μὲ τὶς πρωτοβουλίες του ἐκτοπίστηκε ἡ Γαλλικὴ ἐπικυριαρχία στὴν περιοχή, ἑδραιώθηκε ἡ οὐδετερότητα τῆς Ἑλβετίας καὶ συγκροτήθηκε μία ἀνεξάρτητη ὁμοσπονδιακὴ Κυβέρνηση περισσότερο σταθερὴ καὶ φιλελεύθερη πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ. Τὸ Ἑλβετικὸ Σύνταγμα ποὺ θεσπίστηκε ὡς ἐγγύηση τῆς πολιτικῆς σταθερότητας καὶ τὸ ὁποῖο ἦταν πρωτοποριακὸ ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ σημερινὰ δεδομένα, ὑπῆρξε σὲ μεγάλο βαθμὸ το ἐπιστέγασμα τῶν διπλωματικῶν προσπαθειῶν τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια.
Σὲ αὐτὸ τὸ πρότυπο κρατικῆς ὀργάνωσης στηρίχτηκε στὴ συνέχεια καὶ ἡ δημιουργία τοῦ γερμανικοῦ κράτους μὲ τὴ συνένωση 41 γερμανικῶν κρατιδίων (1816-1819). Παρόμοια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸ κράτος τοῦ Βελγίου, καθὼς ἀρχικὰ μετὰ τὴν πτώση τοῦ Ναπολέοντα, τὸ ἀποδυναμωμένο Βέλγιο προοριζόταν ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις νὰ ἀποτελέσει τμῆμα τῆς Ὀλλανδίας. Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὅμως ἐπηρεάζοντας τὴ στάση τῆς Ρωσίας συνέβαλε, ὥστε καὶ ἡ χώρα αὐτὴ νὰ ἀποκτήσει σταδιακὰ τὴν ἀνεξαρτησία της (1830), ὀργανωμένη καὶ αὐτὴ σὲ ὁμοσπονδιακὸ σύστημα.
Καταλυτικὸς ὑπῆρξε καὶ ὁ ρόλος τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια στὴ διατήρηση τοῦ γαλλικοῦ κράτους καὶ ἔθνους. Ὅταν ἡττήθηκε ὁριστικὰ ὁ Ναπολέων Βοναπάρτης, τὸ 1815, οἱ Ἄγγλοι κι οἱ Αὐστριακοὶ πρότειναν τὸν κατακερματισμὸ τῆς Γαλλίας. Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας πρότεινε ὅμως στὸν Τσάρο, ἡ Ρωσία νὰ μὴν ὑποστηρίξει αὐτὴν τὴν πρόταση, διότι ἡ πλήρης ἀποδυνάμωση τῆς Γαλλίας θὰ ὁδηγοῦσε σὲ ἀπόλυτη κηδεμονία τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους ἢ ἀπὸ ἄλλη Μεγάλη Δύναμη. Μὲ τὴν ἀνυποχώρητη ἐπιμονή του ἡ Γαλλία ἀπέφυγε τὴ διάλυση καὶ τὴν ἀναρχία. Μὲ σπάνια διορατικότητα καὶ κινητήρια δύναμη τὴν ἔνθεη φιλειρηνική του διάθεση, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας εἶχε κατανοήσει ἔγκαιρα τὴν ἀνάγκη γιὰ ἰσορροπία δυνάμεων μεταξὺ τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἐποχῆς γιὰ τὴ διατήρηση τῆς εὔθραυστης εἰρήνης, ἀπαραίτητης προϋπόθεσης γιὰ τὴν εὐημερία τῶν λαῶν.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς μελετητὲς καὶ ὡς πρώιμος ὁραματιστὴς τῆς εὐρωπαϊκῆς ἑνοποίησης, ἀλλὰ καὶ τῆς Διεθνοῦς προστασίας τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ἐκτὸς τούτων, δὲν εἶναι ἴσως τόσο γνωστὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κοσμοπολίτης, ἀνθρωπιστὴς Ἰωάννης Καποδίστριας εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ πρότεινε τὴν προστασία τοῦ ἔγχρωμου πληθυσμοῦ τῆς Ἀφρικῆς, τὴν ἴδια ἐποχὴ ποὺ βρισκόταν στὴν κορύφωσή της ἡ ἐκμετάλλευση τῶν νέγρων καὶ τὸ ἐμπόριο σκλάβων τῆς Ἀφρικῆς ἀπὸ τὶς πανίσχυρες ἀποικιοκρατικὲς δυνάμεις.
Ἀγώῶνας γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος
Ὅσο καταξιωνόταν ὅμως ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας στὸν πανευρωπαϊκὸ διπλωματικὸ καὶ πολιτικὸ στίβο, τόσο περισσότερο ἔντεινε τὸν ἀγῶνα του καὶ γιὰ τὴν προάσπιση τῶν συμφερόντων τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ. Θυσίασε ἀκόμη καί τήν προσωπική του ζωή γιὰ τὴν ἀνώτερη αὐτή ἀποστολή. Ὅσο δυστυχοῦσαν οἱ Ἕλληνες δὲν μποροῦσε νὰ εὐτυχεῖ ὁ ἴδιος. Καταφρονοῦσε τὸν πλοῦτο ποὺ περνοῦσε ἀπὸ τὰ χέρια του καὶ ἁπλόχερα τὸν διαμοίραζε στοὺς πένητες ἢ τὸν διέθετε γιὰ τὴν Παιδεία καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ Γένους.
Εἶχε ὡς φλογερὸ ὅραμα νὰ καταστήσει τοὺς ὁμοεθνεῖς του κοινωνοὺς τῶν πολύτιμων ἀγαθῶν τῆς εὐνομίας καὶ τῆς ἐνάρετης Παιδείας. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι τὸ ἔτος 1814 ἵδρυσε στὴ Βιέννη μαζὶ μὲ τὸν Μητροπολίτη Ἰγνάτιο, τὸν Ἄνθιμο Γαζῆ κ.ἄ. τὴ Φιλόμουσο Ἑταιρεία. Ἀπώτερος σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ ἱδρύματος ἦταν νὰ προσφέρει ἀρωγὴ σὲ νεαροὺς Ἕλληνες, ὥστε νὰ σπουδάσουν καὶ νὰ προσφέρουν στὴ συνέχεια ἐπωφελείς ὑπηρεσίες πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν προκοπὴ τῆς Ἑλλάδας.
Τὸ ἑλληνικὸ ζήτημα τέθηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια καὶ στὰ Συνέδρια τῆς Ἱερῆς Συμμαχίας στὸ Τρόππαου (1820) καὶ Λάϊμπαχ (1821) χωρὶς ὅμως ἐπιτυχία. Ὁ Τσάρος τῆς Ρωσίας εἶχε πλέον προσεταιριστεῖ τὸ ἅρμα τῆς ἀγγλικῆς πολιτικῆς καταδικάζοντας ἀνοιχτὰ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση ποὺ τότε μόλις εἶχε ξεσπάσει. Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας κατάφερε ὡστόσο μὲ ἄοκνες προσπάθειες νὰ ἐπηρεάσει τὶς Δυνάμεις τῆς Ἱερῆς Συμμαχίας νὰ τηρήσουν οὐδέτερη στάση ἀπέναντι στόν ἑλληνικό ξεσηκωμό. Ἔτσι π.χ. οἱ Μεγάλες Δυνάμεις δὲν ἔστειλαν τελικὰ ἀπό κοινοῦ στρατὸ γιὰ νὰ βοηθήσουν τοὺς Ὀθωμανοὺς στὴν καταστολὴ τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης στὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες καὶ στὴ συνέχεια στὴν ἠπειρωτική Ἑλλάδα καὶ τὸ Αἰγαῖο.
Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θεωροῦσε ὅτι οἱ διεθνεῖς καὶ ἐγχώριες συνθῆκες δὲν εἶχαν ὡριμάσει ἀρκετὰ γιὰ τὸ ξέσπασμα τοῦ Ἐπαναστατικοῦ Ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων, καθὼς οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ διεκδικήσουν τὴν ἐλευθερία τους ὑπὸ κατάλληλες προϋποθέσεις. Αὐτός ἦταν ἓνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ἀρνήθηκε καὶ τὴν ἀρχηγία τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας. Κατὰ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια οἱ Ἕλληνες θὰ ἔπρεπε νὰ διεκδικήσουν τὴν ἀνεξαρτησία τους, στηριζόμενοι στὶς δικές τους δυνάμεις καὶ τὴ γνήσια πολιτιστική, κοινωνικὴ καὶ πολιτικοικονομικὴ πρόοδο. Γι᾿ αὐτὸ ἐξάλλου ἔδινε ἔμφαση στὴν καλλιέργεια τῆς Παιδείας ὡς βασικό μέσο ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε σὲ ὡρίμανση τῶν συνθηκῶν γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ὑπόδουλου Γένους.
Παρὰ τὴ διαφωνία του αὐτή, ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων, ὑποχρεώθηκε νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση στὸ διπλωματικὸ πεδίο καὶ μάλιστα μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, καθὼς βρέθηκε πρὸ τετελεσμένων γεγονότων. Ἐφόσον ἡ σπίθα τῆς Ἐπανάστασης εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐξαπλώνεται ραγδαῖα στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, ἀντιλήφθηκε πλέον ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλος δρόμος ἀπὸ τὴ στήριξη τοῦ Ἐπαναστατικοῦ Ἀγῶνα. Ἀφοῦ διαφώνησε ἔντονα μὲ τὸν Τσάρο καὶ δὲν κατόρθωσε νὰ τὸν πείσει γιὰ τὴν ἀνάληψη μονομερῶν ἐνεργειῶν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Ρωσίας ἐνάντια στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, ἀπομακρύνθηκε διακριτικὰ ἀπὸ τὴ θέση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας στὰ τέλη τοῦ 1822.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐγκαταστάθηκε στὴ Γενεύη. Ἐκεῖ ἔχαιρε ἰδιαίτερης ὑπόληψης γιὰ τὴν προσφορά του στὴ δημιουργία τῆς Ἑλβετικῆς Ὁμοσπονδίας. Εἶχε ἐξάλλου ἀνακηρυχθεῖ ἐπίτιμος δημότης αὐτῆς τῆς πόλης. Ἐκεῖ προσπάθησε νὰ στηρίξει τὸν ἑλληνικὸ ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα προωθῶντας τὸ κίνημα τοῦ Φιλελληνισμοῦ καὶ κάνοντας ἐπαφὲς μὲ σημαντικές πολιτικὲς καὶ οἰκονομικὲς προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς, ὅπως ὁ διακεκριμένος Ἄγγλος διπλωμάτης Στράτφορντ Κάννινγκ, ὁ Ἑλβετὸς τραπεζίτης Ἐϋνάρδος κ.ἄ., μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἀντιστροφὴ τοῦ ἀρνητικοῦ κλίματος τῆς Εὐρώπης σὲ βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἐθνοαπελευθερωτικοῦ ἀγῶνα, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἐνίσχυση τῶν Ἑλλήνων Ἐἐπαναστατῶν.
Ἀνάληψη τῆς διακυβέρνησης καὶ ἀντιδράσεις
Πρὶν ἀκόμη ἡ Ἑλλάδα ἀναγνωριστεῖ ἐπίσημα ὡς ἀνεξάρτητο κράτος, στὶς 30 Μαρτίου 1827 ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐκλέχθηκε ἀπὸ τὴν Γ΄ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας, Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδας μὲ θητεία ἑπτὰ ἐτῶν. Ἡ στιγμὴ τῆς ἐκλογῆς του σίγουρα δὲν εἶναι τυχαῖία. Ὁ ἐθνικοαπελευθερωτικὸς ἀγῶνας διένυε ἐκείνη τὴν περίοδο ἴσως τὴν πιὸ κρίσιμη καμπή του. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση φαινόταν ὅτι ἔπνεε τὰ λοίσθια ἐξαιτίας τῶν ὀλέθριων ἐπιπτώσεων τοῦ ἐμφύλιου σπαραγμοῦ τῶν Ἑλλήνων, ἐν μέσῳ τῆς Ἐπανάστασης, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ οἱ Τουρκο-Αιγύπτιοι τοῦ Ἰμπραὴμ λεηλατοῦσαν τὴν Πελοπόννησο καὶ οἱ Τοῦρκοι κατεῖχαν καίρια σημεῖα τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας. Κόντρα στὶς παραινέσεις ποὺ δέχτηκε ἀπὸ Διεθνεῖς προσωπικότητες, νὰ ἀποποιηθεῖ τὴν ἐν λόγῳ πρόταση ἀποδέχτηκε ψυχή τε καὶ σώματι καὶ αὐτὴ τὴ ριψοκίνδυνη ἀποστολὴ ὡς θεόπεμπτο Σταυρό.
Μὲ τὸν πιὸ ξεκάθαρο τρόπο καθίσταται σαφὲς ὅτι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας δὲν ἔγινε Κυβερνήτης ἀπὸ «χόμπι», οὔτε κατ᾿ ἀνάγκη ἀπὸ οἰκογενειακὴ παράδοση, ὅπως πολλάκις συμβαίνει, ἰδίως στὴ σύγχρονη πολιτικὴ σκηνή. Ἔγινε Κυβερνήτης ἀπὸ βαθὺ πόθο καὶ γνήσιο ζῆλο, νὰ προσφέρει πραγματικὰ στὴν Πατρίδα του καὶ τὸ Ἔθνος του.
Μόλις ἔφτασε στὸ Ναύπλιο, ἀνήμερα τῶν Φώτων, στὶς 7 Γενάρη 1828 ὄντας πάνω ἀπὸ ὅλα ρεαλιστὴς δὲν ἄργησε νὰ καταλάβει πὼς τὸ Σύνταγμά τῆς Ἐθνοσυνέλευσης τῆς Τροιζήνας δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ ἐγγυηθεῖ τὴ Δημοκρατία. Καὶ τοῦτο, διότι ὑπὸ τὶς συνθῆκες χάους ποὺ ἐπικρατοῦσαν στὶς κατεστραμμένες καὶ ἐξερχόμενες ἀπὸ τέσσερις αἰῶνες δουλείας περιοχές τῆς Ἑλλάδας τὸ περιεχόμενο τῆς ἔννοιας Δημοκρατία ἦταν ἄγνωστο.
Ἰδίως, οἱ ἰσχυρὲς οἰκογένειες κοτζαμπάσηδων, προκρίτων καὶ Φαναριωτῶν ἐννοοῦσαν τὴ Δημοκρατία ὡς καθεστὼς ποὺ θὰ τούς παρεῖχε τὴν εὐχέρεια νὰ κάνουν ἐσαεὶ ὅ,τι θέλουν γιὰ νὰ διατηρήσουν τὰ προεπαναστατικά τους προνόμια, χωρὶς στὴν πραγματικότητα νὰ ἐλέγχονται ἀπὸ κανέναν. Ἔκρινε σκόπιμο συνεπῶς νὰ ἀναστείλει προσωρινὰ τὸ τότε ἰσχῦον Σύνταγμα, ἕως ὅτου ὀργανώσει τὶς πρῶτες δομὲς κράτους, ποὺ θὰ παρεῖχαν τὰ ἐχέγγυα προάσπισης τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς Δημοκρατίας.
Στὴ θέση τῆς Βουλῆς θεσμοθέτησε τὸ «Πανελλήνιον», ἕνα εἰκοσιεπταμελὲς γνωμοδοτικὸ ὄργανο. Τὴ διακυβέρνηση ἀνέλαβε ἡ Κεντρικὴ Γραμματεία, ἕνα εἶδος ὑπουργικοῦ συμβουλίου, διοικούμενο οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο. Συγχρόνως, ἂν καὶ πρῶτος ἵδρυσε κρατικὸ τυπογραφεῖο, ἐπέβαλε λογοκρισία στὸν Τύπο, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Τύπος ἐκείνη εἰδικὰ τὴν ἰδιαίτερα εὐαίσθητη γιὰ τὰ ἑλληνικὰ ζητήματα περίοδο γινόταν πολὺ εὔκολα ὄργανο σκοπιμοτήτων ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ κακόβουλων ἐγχώριων και ἐξωτερικῶν δυνάμεων ποὺ ἐχθρεύονταν τὴ δημιουργία σταθεροῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι ἄδραξαν τότε ἀμέσως τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν κατηγορήσουν γιὰ συγκεντρωτισμό. Ἡ Ἑλλάδα πρὶν καλὰ-καλὰ συγκροτηθεῖ δὲν ἄργησε καὶ πάλι νὰ βιώσει τὸν ἐμφύλιο διχασμό, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἐξέγερση τῶν Ὑδραίων ὑπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Ἀνδρέα Μιαούλη, ποὺ εἶχε τή στήριξη ἰσχυρῶν ἐγχώριων παραγόντων, ἀλλά καὶ τὴν ἀνοχὴ τῶν Μεγάλων προστατιδῶν Δυνάμεων. Ἒτσι, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1831 οἱ Ὑδραῖοι στασίασαν μὲ σκοπὸ νὰ πάρουν οἱ ἴδιοι μὲ τὴ βία τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους. Ἐπιχείρησαν ἔτσι νὰ καταλάβουν τὸν πολεμικὸ στόλο τοῦ νεοσύστατου κράτους στὸν ναύσταθμο τοῦ Πόρου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πυρπολήσουν καὶ μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου. Καὶ αὐτοὺς ὅμως ὁ εἰρηνοποιὸς Κυβερνήτης τοὺς συγχώρεσε, παρ᾿ ὅλο ποὺ βρέθηκε σὲ θέση ἰσχῦος, ὅταν τελικὰ κατέστειλε τὴ στάση.
Μπορεῖ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, κυρίως ἐξαιτίας μικροπολιτικῶν σκοπιμοτήτων, νὰ κατηγορήθηκε γιὰ διάφορες πολιτικὲς καὶ θεσμικὲς πράξεις ἢ παραλείψεις, οὐδεὶς ὅμως μπόρεσε νὰ τὸν κατηγορήσει γιὰ τὸ θυσιαστικὸ του ἦθος καὶ τὴν ἀπαράμιλλη ἐντιμότητά του. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι ὁ ἲδιος ὑποθήκευσε τὰ κτήματά του στὴν Κέρκυρα γιὰ νὰ προμηθευτεῖ ἡ δοκιμαζόμενη Ἑλλάδα σιτάρι ἀπὸ τὴν Μάλτα…
Τὸ ἔργο τοῦ Κυβερνήτη
Ἀπὸ ἕνα τέτοιο ὅμως ἐνάρετο ἦθος, ὑποκινούμενο ἀπὸ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τὸ λαό, ἀλλὰ καὶ πίστη στὸ Θεὸ καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τὸν συνάνθρωπο δὲν ἦταν δυνατό, μεταξὺ ἄλλων νὰ μὴν παραχθοῦν γλυκεῖς καὶ εὔγευστοι πολιτικοὶ καρποί.
Κατ᾿ ἀρχὰς ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὀργάνωσε διοικητικὰ τὴν χώρα σὲ (ἐπάλληλα) τμήματα, διοικητικὲς περιφέρειες ποὺ ἑδράζονταν στὸ σύστημα τῶν κοινῶν: Κάθε τμῆμα διαιροῦνταν «εἰς τὰς ἐξ ὧν σύγκειται ἐπαρχίας καὶ αὗται πάλιν εἰς πόλεις, κώμας καὶ χωρία». Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἐπέλεξε ὡς σύστημα διοίκησης τὴν τοπικὴ καὶ περιφερειακὴ πολιτειακὴ αὐτονομία, ποὺ ἀνάγεται στὶς ρίζες τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ παρελθόντος τῆς δημοκρατικῆς κοσμόπολης. Κάθε μία ἀπὸ τὶς βαθμίδες αὐτὲς τῆς περιφερειακῆς πολιτειακῆς αὐτονομίας θὰ διέθετε ἴδιον σύστημα διακυβέρνησης. Ἦταν πρόδηλο ὅτι ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ὁραματιζόταν ἕνα ἁρμονικὰ ἀποκεντρωμένο κράτος, στὴν εὔρυθμη λειτουργία τοῦ ὁποίου ὁ πολίτης δὲν θὰ ἦταν κομπάρσος, ἀλλὰ θὰ εἶχε καίρια συμμετοχὴ καὶ λόγο.
Στὸ πρόσωπο αὐτοῦ διαδραματίστηκε ἴσως ἡ τελευταία πράξη τοῦ διακυβεύματος ἐγκαθίδρυσης τῆς οἰκουμενικῆς κοσμόπολης, δηλαδὴ τῆς ἑδραίωσης ἑνὸς κράτους ποὺ θὰ ἦταν ἱκανὸ νὰ ἐνσαρκώσει τὸ γνήσιο ἀνθρωποκεντρικὸ κεκτημένο ποὺ γέννησε καὶ ἐνσάρκωσε ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἀπολυταρχία καὶ τὸν μεταμοντέρνο ἀπρόσωπο κρατισμό. Συγχρόνως, ἐπιχείρησε νὰ ὀργανώσει καὶ νὰ ἐλέγξει τὰ δημόσια οἰκονομικὰ μέσῳ τῆς κεντρικῆς διοίκησης. Τοῦτο ὅμως, ὅπως ἦταν φυσικὸ ἔθιγε εὐθέως προνόμια τῆς προεστικῆς τάξης καί ἀλλων οἰκονομικῶν συμφερόντων, ποὺ ἐναντιώθηκαν στὸ ἒργο του.
Πίστευε ἀκράδαντα ὅτι γιὰ νὰ μπορέσει ἡ Ἑλλάδα νὰ ἔχει βάσιμες ἀξιώσεις στὴ διεθνῆ διπλωματικὴ κονίστρα, ἔπρεπε πρῶτα νὰ συγκροτήσει ἰσχυρὸ στρατὸ καὶ νὰ ἐπιτύχει νίκες στὸ πεδίο τῶν μαχῶν. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἔθεσε ὡς βασικὴ προτεραιότητα τὴν ἀναδιοργάνωση τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του μάλιστα ἱδρύθηκε ἡ περίφημη Στρατιωτικὴ Σχολὴ Εὐελπίδων. Μὲ τὸν Τακτικὸ στρατὸ ποὺ συγκρότησε, συνέχιστηκε ὁ ἀγῶνας ἐκδίωξης τῶν Τούρκων ἀπὸ τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Ὁ Κυβερνήτης ἐπεδίωκε νὰ ἐξασφαλίσει ἕνα ἐλεύθερο καί ἀνεξάρτητο ἑλληνικὸ κράτος μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ ἔκταση ποὺ τοῦ ἐπέτρεπαν οἱ συνθῆκες. Οἱ ἐνέργειες αὐτές ἐπέφεραν ἄμεσα ἀποτελέσματα, καθὼς ἔπειτα ἀπὸ τὴν νικηφόρα μάχη τῆς Πέτρας (12 Σεπτ. 1829), σὲ συνδυασμὸ καί μὲ ἄλλες ἐπιτυχεῖς ἔνοπλες ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις, ὁ Ἑλληνικὸς Τακτικὸς Στρατὸς κατόρθωσε καί τὴν ἐκκένωση τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς κατακτητές.
Μὲ συνεχῆ οὐσιαστικὴ ἐπαναδιαπραγμάτευση καὶ εὐφυῆ, ἀεικίνητη πολιτικὴ δράση, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴ συγκυρία τῆς προέλασης τῶν Ρώσων στὴν Κων/πολη, ἄρχισε νὰ μεταβάλλεται ἡ ἀρχικὰ ἄκαμπτη ἀπέναντι στὸ ἑλληνικὸ ζήτημα στάση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας. Ἔτσι ὑπογράφηκε στὶς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1830 ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, Γαλλία καὶ Ρωσία, τὸ ἱστορικὸ Πρωτόκολλο τοῦ Λονδίνου, ποὺ ἀποτέλεσε τὴν πρώτη ἐπίσημη, διεθνῆ διπλωματικὴ πράξη ποὺ ἀναγνώριζε τὴν Ἑλλάδα ὡς κυρίαρχο καὶ ἀνεξάρτητο κράτος.
Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες κινήσεις τοῦ Κυβερνήτη ἦταν ἐπίσης ἡ καταστολὴ τῆς πειρατείας στὸ Αἰγαῖο καὶ ἡ ὀργάνωση τοῦ διαλυμένου τότε ἑλληνικοῦ ἐμπορικοῦ στόλου. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἐξασφάλισε μὲ κάθε διαθέσιμο μέσο χρήματα, τὰ ὁποῖα παραχώρησε ὡς δάνεια στοὺς νησιῶτες γιὰ τὴν ἀγορὰ πλοίων καὶ τὴν κατασκευὴ ναυπηγείων στὸν Πόρο καὶ τὸ Ναύπλιο.
Ἐπίσης, γιὰ τὴν ἀνακούφιση τῶν θυμάτων τῆς πληγωμένης ἀπὸ τὶς διαρκεῖς ἐμπόλεμες συρράξεις χώρας ὀργάνωσε ταμεῖο γιὰ τὴν περίθαλψη τῶν χηρῶν καὶ τῶν ὀρφανῶν τοῦ πολέμου. Ἵδρυσε ἀκόμα στὴν Αἴγινα τὸ πρῶτο ὀρφανοτροφεῖο μὲ 500 ὀρφανά. Ἰδιαίτερη μέριμνα ἐπέδειξε γιὰ τὴν ἵδρυση δικαστηρίων, ἐνῷ θέσπισε παράλληλα καὶ κώδικα πολιτικῆς δικονομίας. Γνώριζε ἄριστα ὅτι ἡ εὔρυθμη λειτουργία τῆς δικαιοσύνης ἀποτελεῖ κλειδὶ γιὰ τὴν εὐημερία ἑνὸς σύγχρονου κράτους καί τήν εὐμάρεια τῶν πολιτῶν του. Ἀκόμη, ὡς πρακτικὸς νοῦς ἐπέδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐπιστημονική, ὀρθολογικὴ ὀργάνωση τῆς γεωργίας, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐξασφαλίσει οἰκονομικὴ αὐτάρκεια στοὺς Ἕλληνες καλύπτοντας τὶς ἀδήριτες τότε διατροφικὲς ἀνάγκες τῶν πενήτων. Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ ἵδρυσε τὴ Γεωργικὴ Σχολὴ τῆς Τίρυνθας καὶ ἐπιχείρησε νὰ διαδώσει γιὰ πρώτη φορὰ στὰ Βαλκάνια τὴν ὑψηλῆς διατροφικῆς ἀξίας καλλιέργεια τῆς πατάτας, ἀλλὰ καὶ τὴν προσοδοφόρα καλλιέργεια τῆς μουριᾶς σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἐκτροφὴ τοῦ μεταξοσκώληκα.
Ὡστόσο ἐξαιτίας τῶν σφοδρῶν ἀντιδράσεων ἰσχυρῶν παραγόντων δὲν κατάφερε νὰ ἐπιλύσει τὸ πρόβλημα τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἔτσι ἑκατομμύρια στρέμματα ἑλληνικῆς γῆς παρέμειναν στοὺς μεγαλοϊδιοκτῆτες (κοτζαμπάσηδες καὶ Ἐκκλησία). Μερίμνησε ἐπίσης γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ Μεσολογγίου καὶ τῶν Πατρῶν, ἐνῷ ἤδη ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1829 ἵδρυσε τὸ πρῶτο Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο στὴν Αἴγινα, θέτοντας τὰ θεμέλια στὸ ὅραμα διατήρησης, ἀνάδειξης καὶ προβολῆς τοῦ πολύφωτου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.
Πέραν τούτων, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀντιλήφθηκε ἄμεσα ὅτι τὸ ἐθνικὸ νόμισμα καὶ ἡ ὑγιὴς λειτουργία τοῦ χρηματοπιστωτικοῦ συστήματος ἀποτελοῦν ἐχέγγυα γιὰ μία ἀνεξάρτητη κρατικὴ διοίκηση καὶ μία εὐημεροῦσα οἰκονομία. Ἔτσι ἵδρυσε Ἐθνικὸ Νομισματοκοπεῖο καὶ καθιέρωσε τὸν Φοίνικα ὡς ἐθνικὸ νόμισμα, ἀντικαθιστῶντας τὸ τουρκικὸ γρόσι. Συγκρότησε ἐπίσης Ἐθνικὴ Χρηματιστικὴ Τράπεζα, τὴν ὁποία ἐπιχείρησε μὲ εὑρηματικό τρόπο νὰ ἀξιοποιήσει ὡς βασικὸ ἐργαλεῖο ἐσωτερικοῦ δανεισμοῦ μὲ δεδομένο ὅτι ἡ Ἀγγλία εἶχε ἀρνηθεῖ νὰ χορηγήσει νέα δάνεια στὸ ὑπὸ σύσταση ἑλληνικὸ κράτος.
Συγχρόνως, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀντιστάθηκε σθεναρὰ στὶς τοκογλυφικὲς ἀπαιτήσεις τῶν δανειστῶν τῆς χώρας, ποὺ ἀπαιτοῦσαν τὴν ἀποπληρωμὴ τῶν ληστρικῶν δανείων ποὺ εἶχαν συναφθεῖ ἰδίως τὰ ἒτη 1824-1825. Προέβη ἔτσι σὲ στάση πληρωμῶν τῶν ληξιπρόθεσμων τοκοχρεολυσίων, ἐπιχειρῶντας συγχρόνως ἐπαναδιαπραγμάτευση τοῦ κρατικοῦ χρέους, ἔτσι ὥστε νὰ μπορέσουν νὰ καλυφθοῦν στοιχειωδῶς οἱ ἀνάγκες τοῦ κράτους.
Κεντρικὸς πυλώνας τῆς πολιτικῆς του ἀποτέλεσε ἡ ἀνάπτυξη τῆς Παιδείας. Ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὴν πνευματικὴ κληρονομιὰ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θεωροῦσε ὅτι ἡ Παιδεία συνδέεται ἄριστα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Συνεπῶς, ἡ Παιδεία δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκει τὴ μονομερῆ ἀνάπτυξη τοῦ πνεύματος παραμελῶντας τὴν ἰσόρροπη διάπλαση τῆς ψυχῆς μὲ γνώμονα τὶς αὐθεντικὲς ἀξίες τοῦ χριστιανισμοῦ. «Τὰ ἄθεα γράμματα» δὲν συντελοῦν κατὰ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια στὴ συγκρότηση ὑγιῶν καὶ ἰσορροπημένων προσωπικοτήτων ἱκανῶν νὰ προσφέρουν ἐπωφελῶς στὴν ἰδιωτικὴ καὶ δημόσια σφαῖρα. Στὸ πλαίσιο αὐτό, συνέστησε εἰδικὸ Ὑπουργεῖο, τὴν «Γραμματείαν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίου Παιδείας».
Ὁ ἴδιος ἐξηγοῦσε ὅτι στὸ χαρτοφυλάκειο αὐτὸ «συνηνώθησαν δύο ὑπηρεσίαι ἀχώριστοι, καὶ πρὸς ἕνα συντρέχουσαι σκοπόν, τὴν ἠθικὴν τῶν πολιτῶν μόρφωσιν, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς τοῦ Ἔθνους ἀνορθώσεως». Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας θεμελιώνει ἔτσι τὴν συνύπαρξη «Παιδείας καὶ Ἐκκλησίας» (ὄχι: Θρησκευμάτων) σὲ ἕνα Ὑπουργεῖο γιὰ τὴν παράλληλη πολιτικὴ διακονία, δύο πεδίων, ποὺ παραδοσιακὰ συνδέονται μεταξύ τους καὶ συνυφαίνονται ἄρρηκτα μὲ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν πρόοδο τοῦ Γένους καὶ κατ᾿ ἐπέκταση τοῦ εὔνομου και εὐημεροῦντος ἐθνικοῦ κράτους.
Στὰ βήματα τοῦ Πατροκοσμᾶ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας στὴν προσπάθειά του νὰ ὀργανώσει τὸ ἀνύπαρκτο ἕως τότε ἐκπαιδευτικὸ σύστημα ἵδρυσε 121 σχολεῖα στὴ νεοσύστατη χώρα. Εἰσήγαγε μάλιστα καὶ ἐπίσημα τὴν πρωτοποριακὴ -ἀκόμα καὶ σήμερα- μέθοδο τῆς ἀλληλοδιδασκαλίας. Ἤδη τὸ ἔτος 1831, 14.000 ἑλληνόπουλα μετεῖχαν πλέον ἀκώλυτα τῆς ἑλληνικῆς ἐκπαίδευσης. Δὲν ἵδρυσε ὅμως Πανεπιστήμια, καθὼς θεωροῦσε ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξουν πρῶτα ἀπόφοιτοι Μέσης Ἐκπαίδευσης. Μαρτυρεῖται ὡστόσο, ὅτι μὲ δικά του ἔξοδα χρηματοδοτοῦσε τὶς σπουδὲς ἑκατοντάδων νέων ἀνὰ τὴν Εὐρώπη, νουθετῶντας μάλιστα σὰν ἀληθινὸς πατέρας, ὃπως τουλάχιστον φαίνεται σε σχετικές ἐπιστολές του, τοὺς δασκάλους σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας τους.
Ἀκόμη, φρόντισε γιὰ τὴν ἀναδιοργάνωση τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας διορίζοντας σχετικὴ ἐπιτροπὴ Ἀρχιερέων. Ἀνέλαβε τὴν ἀνακαίνιση ἐρειπωμένων ἐκκλησιῶν καὶ μερίμνησε ἰδιαίτερα γιὰ τὴν μόρφωση τοῦ κλήρου, ἱδρύοντας Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ στὸν Πόρο. Σχεδίαζε δὲ ἀκόμη καὶ τὴν ἵδρυση «Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας». Ὁ θάνατος ὂμως τὸν πρόλαβε προτοῦ ὁλοκληρώσει τὸ ἒργο.
Ἡ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη.
Μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατό του ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀπέδειξε ὅτι ἡ λευτεριὰ κατακτᾶται μὲ ἀγῶνες θυσίας καὶ δὲν χαρίζεται οὔτε πωλεῖται. Τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ ἀνδρὸς σφράγισε ἀνεξίτηλα τὸ ἐνάρετο θυσιαστικὸ τοῦ φρόνημα. Παρόλο ποὺ ἔζησε σὲ ἕνα διεθνὲς περιβάλλον, ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ ρᾳδιουργίες, οἱ σκοπιμότητες καὶ ὁ ἀνελέητος νόμος τοῦ ἰσχυροῦ, ἡ ἀκεραιότητα τοῦ ἤθους τοῦ διατηρήθηκε ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Εὔστοχα ἔχει ἐπισημανθεῖ, ὅτι «ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀδελφούς του Ἕλληνας τὸν ἔσυρεν εἰς τὸν θάνατον, ὡς προαιρετικῆς θυσίας ὁλοκάρπωμα, καὶ ἡ μακαρία του ψυχὴ ἥρπασε τῆς ἀφθαρσίας τὸν στέφανον».
Ἐπίμετρο
Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι τὰ ὅσα κατόρθωσε ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σχετικἀ σύντομης ζωῆς του, ὑπερβαίνουν τὰ φυσικὰ ἀνθρώπινα μέτρα καὶ δὲν ἐξηγοῦνται μόνο μέ τή λογική. Ὁλόκληρη ἡ πορεία τῆς ζωῆς τοῦ Ἕλληνα Κυβερνήτη καταδεικνύει ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀστείρευτες ἐσωτερικὲς δυνάμεις, ποὺ εἶναι βέβαιο ὅτι δὲ στηριζόταν μόνο σὲ μία γήινη πίστη στὰ φαινόμενα.
Τὰ λόγια τοῦ Ἀλεξάνδρου Στούρτζα, ἀνθρώπου ποὺ γνώριζε πολύ καλὰ τὸν Κυβερνήτη, ἐξηγοῦν μὲ γλαφυρὸ τρόπο, τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ὠθοῦσε τὸ ἱστορικό του ἔργο καὶ τὸ ἔστεψε μὲ τὰ συγκεκριμένα ξεχωριστὰ ἀποτελέσματα: «Ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ἀληθεῖς εὐεργέται τῆς ἀνθρωπότητος, ἐμψυχωθέντες ὑπὸ τῆς ἀγάπης, κατώρθωσαν τὰ ἀκατόρθωτα, καί, κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἐνδομυχούσης ἐν αὐτοῖς ἀγάπης, ἐνεδύθησαν δύναμιν ἐξ ὕψους. Αὕτη ἡ ζωογόνος πνοὴ τοῦ Θεοῦ φωτίζει τὸν νοῦν, θερμαίνει τὴν καρδίαν, ἁπαλύνει τὰ πάθη, ἐμποιεῖ πειθὼ εἰς τοὺς λόγους, ρυθμίζει τὰ ἔργα τῶν πιστῶν, καὶ τοὺς διαθέτει εἰς τὸ νὰ ἀπαρνηθῶσι πᾶν ἴδιον συμφέρον, πᾶσαν ἰδίαν ἀπόλαυσιν, καὶ αὐτὴν τὴν πρόσκαιρον ζωὴν των. Τοιοῦτος ἐκ νεαρᾶς του ἡλικίας καὶ μέχρι θανάτου ἐφάνη ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας».
Ἀπό τά παραπάνω θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ συναχθεῖ το συμπέρασμα ὅτι ἡ πίστη ὂπλιζε τόν ἱκανό αὐτόν ἀνδρα καί ἄνοιγε μᾶλλον μυστικά τὸν δρόμο στὸ κολοσσιαῖο ἔργο ποὺ κατὰ Χάριν ἐπετέλεσε μαζί μέ ἂλλους ἀγωνιστές γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν κόσμο. Θα μποροῦσε ἐνδεχομένως νά εἰπωθεῖ ὃτι ἡ ζωή τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια ἐπιβεβαιώνει τρόπον τινά τόν Παύλειο λόγο: «οἱ ἅγιοι πάντες διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων … παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων» (Ἑβρ. 11, 33-34).
Σήμερα σὲ μία ἐποχὴ εὐτελισμοῦ ἀξιῶν, πνευματικῆς και ὑλικῆς ὑποδούλωσης θὰ ἦταν τελικὰ σκόπιμο ὁ πολίτης, ὁ πολιτικὸς καὶ ἐν γένει ἡ κοινωνία ποὺ ἐπιθυμεῖ εἰλικρινὰ τὴν ἀνόρθωση καὶ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ ὅποια δουλικὰ δεσμὰ, νὰ υἱοθετεῖ ὡς πρότυπο τὸ παράδειγμα τοῦ βίου καὶ τῆς πολιτείας τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια καὶ τά ἰδανικά ποὺ τὸν ἐνέπνευσαν.
