Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Η αστικοποίηση του χωριού, κίνητρο ή εμπόδιο για την επιστροφή στην ύπαιθρο; / Κώστα Δημ. Κονταξή*

Η αστικοποίηση του χωριού, κίνητρο ή εμπόδιο για την επιστροφή στην ύπαιθρο; / Κώστα Δημ. Κονταξή*

Με τη Βιομηχανική Επανάσταση, αγροτικές, κατά βάση κοινωνίες –οι οποίες συγκροτούνταν από αγροτικούς πληθυσμούς που ζούσαν σε μικρούς οικισμούς- μετασχηματίστηκαν σε κοινωνίες κυρίως αστικές, ενώ η διαβίωση στην πόλη αποτέλεσε την κυρίαρχη οικιστική εμπειρία και τον κυρίαρχο τρόπο ζωής για την πλειονότητα του πληθυσμού. Ο αστικός τρόπος ζωής αφορούσε, επίσης, στην εμφάνιση νέων μορφών κοινωνικότητας, τη μεταβολή των σχέσεων εξουσίας και, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, την ανάπτυξη ενός ιδιαιτέρου αστικού αισθήματος.

Ο καθηγητής Μ. Γ. Μερακλής θεωρεί ότι η διείσδυση της πόλης στο χωριό, η αστικοποίηση και του πληθυσμού της υπαίθρου είναι ένα φαινόμενο που έχει συντελέσει στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου, του αστού, του homo urbanus και, κατ’ επέκταση, στη δημιουργία ενός νέου λαού, του λαού των μεγαλουπόλεων  η και των αστικοποιημένων χωριών, ο οποίος, σύμφωνα με διαπίστωση του Δημ. Σ. Λουκάτου, είναι σημαντικά διαφορετικός από τον αγροτικό και προβιομηχανικό λαό.

Ο Γάλλος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Henri Lefebvre, συνοψίζοντας την ουσία της σύγχρονης ιστορίας, του σύγχρονου βιομηχανικού και μεταβιομηχανικού πολιτισμού θεωρεί ότι η σύγχρονη ιστορία είναι η ιστορία της «πολεοποίησης» της υπαίθρου.

Η αστικοποίηση της υπαίθρου, η διείσδυση της πόλης στο χωριό με την εκβιομηχάνιση, οδήγησε στην εξάλειψη των τοπικών τρόπων ζωής από τις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς. Τα προϊόντα και τα αντικείμενα που διατίθενται για κατανάλωση και χρήση γίνονται περισσότερο τυποποιημένα και είναι λιγότερο προσκολλημένα στην τοπική βάση, ενώ οι κάποτε, παλλόμενοι τρόποι ζωής των χαρακτηριστικών γεωγραφικών περιοχών (ήθη, έθιμα, δημοτικά τραγούδια) μαζί με τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος μεταμορφώνονται σε κάτι διαφυλαγμένο από το παρελθόν για να το  βλέπουν οι επισκέπτες, οι τουρίστες. Στη διάσταση αυτή διαπιστώνεται αυξανόμενη ομοιομορφία.

Η διείσδυση της πόλης στο χωριό, η αστικοποίησή του πραγματοποιήθηκε, στη χώρα μας, με πολύ γρήγορους ρυθμούς.

Ο Στάθης Δαμιανάκος υποστηρίζει ότι, παρά το διάσπαρτο χαρακτήρα και τα κενά τους, οι αναλύσεις των ερευνών που ο ίδιος πραγματοποίησε επιτρέπουν στον καθένα να αντιληφθεί το εύρος και την ένταση των μετασχηματισμών που γνωρίζει η ελληνική αγροτική κοινωνία από τη δεκαετία του 1960 και μετά.

Ανεξάρτητα αν η παρατήρηση αφορά τις ορατές δια γυμνού οφθαλμού υλικές όψεις των μετασχηματισμών αυτών η την εξέλιξη των τρόπων ζωής, των δομών και των κοινωνικών σχέσεων, σημειώνει, η διαπίστωση παραμένει η ίδια. Ο Έλληνας χωρικός επιτελεί στη διάρκεια μερικών δεκαετιών μία επανάσταση, για την οποία ο δυτικός ομόλογός του χρειάστηκε πάνω από δύο αιώνες.

Ο περιπατητής στην ύπαιθρο που θα επέστρεφε σε τόπους που είχε επισκεφτεί εδώ και τριάντα, είκοσι η και δέκα μόνο χρόνια θα δυσκολευόταν, πράγματι, να αναγνωρίσει που βρίσκεται, τόσο η μεταμόρφωση των τοπίων, των οικοδομημήνων χώρων και του πλαισίου ζωής στο χωριό είναι γοργή και ριζική: πύκνωση και αισθητή βελτίωση του οδικού δικτύου, ραγδαία επέκταση του αστικού ιστού γύρω από τους μεγάλους άξονες και κατά μήκος των παρακτίων περιοχών, ολοκληρωτικός εξηλεκτρισμός των χωριών και των συνοικισμών, μεγάλη αύξηση των γεωργικών μηχανημάτων και των θερμοκηπιακών καλλιεργειών, αξιοσημείωτοι πρόοδοι της άρδευσης, εγκατάλειψη των αγόνων γαιών και νέες εκχερσώσεις, θεαματική άνοδος στις κατασκευές οικοδομών».

Η πρόοδος που σημειώθηκε στον τομέα της εκμηχάνισης της αγροτικής παραγωγής, σε συνάρτηση με τον αναδασμό της γης, την άρδευση, την εισαγωγή νέων καλλιεργειών, τη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και τις γεωργικές εκμισθώσεις, βοήθησε σημαντικά στην αύξηση του αγροτικού εισοδήματος και, κατ’ επέκταση, στην αστικοποίηση του χωριού.

Παράλληλα, η εισαγωγή της μηχανής άλλαξε τη φύση της εργασίας και απελευθέρωσε, ως ένα βαθμό, τον άνθρωπο του χωριού από την υποταγή του στο φυσικό εξαναγκασμό, εξασφαλίζοντάς του ελεύθερο χρόνο, τον οποίο μπορεί να διαθέσει στις φροντίδες του για την οικογένεια, το σπίτι, αλλά και για την ψυχαγωγία του.

Στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία η έννοια του χρόνου ήταν ενιαία. Διαμορφωνόταν ανάλογα με τις συνθήκες εργασίας και τις ανάγκες της παραγωγής. Οι έννοιες της ανάπαυσης και της ψυχαγωγίας ήταν συνδεδεμένες και υποταγμένες στις δραστηριότητες που  απαιτούσε ο κύκλος των εποχών.

Ο εξηλεκτρισμός της υπαίθρου σε γρήγορους ρυθμούς -ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1950– σήμανε πολλά, θα τολμούσε να πει κάποιος, για τον εκσυγχρονισμό της, την αστικοποίησή της. Η χρήση των ηλεκτρικών συσκευών πρόσφερε μία αρκετά άνετη ζωή στους κατοίκους των αγροτικών περιοχών. Κρίνεται σκόπιμο να μεταφερθεί, εδώ, η συγκίνηση γέροντα, κατοίκου παραμεθόριας κοινότητας, αμέσως μετά τον ηλεκτροφωτισμό της, για να καταδειχθεί η σημασία του πλούσιου φωτός: «Την πρώτη βραδιά, που έγιναν τα εγκαίνια κι οι δρόμοι επλημμύρισαν από πλούσιο φως σαν παραδεισένιο, δεν την ξεχνά κανείς Σουφλιώτης, γιατί όλοι βγήκαν στους δρόμους και τη νύχτα εκείνη γυρνούσαν εορταστικά ως τα χαράματα»ʺ.

Όλα αυτά έχουν αλλάξει τη ζωή, κατά την επιγραμματική έκφραση προέδρου αγροτικής κοινότητας, παλαιότερα. Οι μηχανές, που ήρθαν να αντικαστήσουν τα ανθρώπινα χέρια και παραμέρισαν τις παλαιές μεθόδους εργασίας, συντέλεσαν στον παραμερισμό και των συνηθειών και των εθίμων που συνδέονταν με εκείνες. Όλη η λατρεία του δάσους και του αγρού κινδυνεύει να εξαφανισθεί, κάτω από τη χαλύβδινη πίεση των ελκυστήρων. Ανάλογη υποχώρηση σημειώνουν και πολλά από τα οικιακά έθιμα η πίστεις, για παράδειγμα η ολοζώντανη, άλλοτε, μυθολογία του Δωδεκαημέρου σβήνει, καθώς τη θέση του τζακιού και του φούρνου παίρνουν η ηλεκτρική σόμπα και κουζίνα· ο παραδοσιακός χορός έπαυσε να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής ζωής της κοινότητας, στοιχείο συνοχής της, στενά συνυφασμένο με την άμεση επικοινωνία και συμμετοχή των μελών της. Το «χοροστάσι» δεν στέκει πια.

Βέβαια, δεν υιοθετούμε τη στάση εκείνων που επιμένουν να εξιδανικεύουν τη ζωή του χωριού, κατά το παράδειγμα των ρομαντικών του 19ου  αιώνα, λογοτεχνών και επιστημόνων. Μία θεώρηση της ζωής στο χωριό ψύχραιμη, οποιασδήποτε εποχής, αποκαλύπτει και τα μελανά σημεία: τη φτώχεια, την έλλειψη ανέσεων, τον σκληρό μόχθο, που σχεδόν ποτέ δεν γνώρισε μία δίκαιη αμοιβή.

Τα μελανά αυτά σημεία είχαν ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη των χωριών μας από το μεγαλύτερο μέρος του ένεργού πληθυσμού (εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση), καθώς και το δυνάμωμα της εξάρτησης των αγροτικών οικισμών από τα αστικά κέντρα.

Τώρα άλλαξε η ζωή. Οι γυναίκες δεν ζαλώνονται, δεν υφαίνουν, τα παίρνουν έτοιμα· δεν ξαίνουν μαλλιά, δεν λιναρίζουν, που ξεπλατιζόμαστε όλη τη νύχτα με το λινάρισμα, να βγάνουμε χώρια το στημόνι και χώρια το υφάδι, και να κεντάμε στον αργαλειό τον ουρανό με τ’ άστρα. Τώρα πλένουν τα μαλλιά και τα πάνε και τους τα κάνουν όλα έτοιμα και δεν κουράζονται. Αλλά δεν είναι η χειροποίητη δουλειά, ούτε στη στερεότητα ούτε αλλού, δηλώνει γυναίκα αγροτικής κοινότητας, η οποία, με τη νοσταλγία του παρελθόντος, ζωντανεύει τις αναμνήσεις της, νοσταλγεί το παρελθόν, αλλά διατηρεί την ψυχραιμία της, για να μπορεί να εκτιμά σωστά την υπεροχή των σημερινών όρων εργασίας η την πρόοδο που συντελέστηκε στο θέμα των διακρίσεων ανάμεσα στον  άνδρα και τη γυναίκα. Και τα λόγια της οδηγούν στο συμπέρασμα πως δεν πρέπει να γυρίσουμε πίσω και, ακόμη, πως η αστικοποίηση του χωριού δεν είναι εμπόδιο στην επιστροφή σ’ αυτό, στην επιστροφή στη φύση των κατοίκων, που, κάποτε, αναγκάσθηκαν να φύγουν.

Κίνητρο και όχι εμπόδιο στην επιστροφή των ανθρώπων στη φύση, στη μοναδική ομορφιά της αρμονικής συνύπαρξης, αποτελεί και η καθημερινή οδύσσεια επιβίωσης των κατοίκων του πλανήτη μας που ζουν και εργάζονται σε χώρους αστικούς, σε πόλεις ανθρωποκτόνες.

Ο άνθρωπος παλεύει πάντοτε για το ζην, σημειώνει η Σήλια Νικολαΐδου. Δεν έχει μπορέσει ακόμα ν’ αντιτάξει στο ζην το ευ ζην. Στις πόλεις, που πίστεψε πως θα κατάφερνε περισσότερα απ’ ο,τι στην ύπαιθρο να πραγματώσει το ευ ζην, συνειδητοποίησε –και κάθε μέρα επιβεβαιώνεται γι’ αυτό- τις δυσκολίες μίας τέτοιας προσπάθειας.

Ο χώρος της σύγχρονης πόλης, μέσα από τις παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις, που αναπτύσσονται σ’ αυτόν, μεταβάλλεται, ταυτόχρονα, σε χώρο ανθρώπινο και απάνθρωπο, σε χώρο επαφής και αποξένωσης, σε χώρο ελευθερίας και υποταγής. Στον άνθρωπο της πόλης, εκτός από την αποξένωσή του, του απέμεινε να ονειρεύεται πέντε μέρες στις επτά, πότε θα φτάσει το Σάββατο για να δραπετεύσει από τον τσιμεντένιο κλοιό που τον περικυκλώνει, να πάει στο εξοχικό, στο χωριό του, να πάει κάπου έξω, μακριά από την πόλη, στην οποία κάποτε με τόση ελπίδα προσέτρεξε. Η σύγχρονη πόλη τον διώχνει μακριά, δεν μπορεί πια να τον κρατήσει παρά μόνο ως όμηρο. Και ο ίδιος ο κάτοικός της της το ανταποδίδει. Δείχνει, με κάθε πως την  αποστρέφεται. Ο χρόνος της καθημερινότητας του στην πόλη δεν είναι υφασμένος και συνυφασμένος χρόνος είναι ράκη, κουρέλια του χρόνου.

 

Επικ. Καθηγητή Παν. Δυτ. Μακεδονίας*

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος