Χριστοφόρος Παπουλᾶκος: γραμμή ὑπεράσπισης σέ μιάν ἄτυπη δίκη / Ἐλένη Κουντουράκη, δρος Φιλοσοφίας*

Σεβασμιώτατε, Σεβαστοί Πατέρες,

Ἐντιμότατοι Κύριοι Καθηγητές,

Ἀγαπητοί φορεῖς τῶν Συλλόγων καί Σωματείων τῆς Πελοποννήσου πού παρευρίσκεστε σήμερα ἐδῶ,

Κυρίες καί Κύριοι,

Ὁ μελετητής πού θέλει νά ἐρευνήσει σχετικά μέ τή ζωή καί τή δράση τοῦ ὁσίου Χριστοφᾶρου Παναγιωτόπουλου, κατά κόσμον Παπουλάκου, βρίσκεται ἀρχικῶς μπροστά σέ μία συγκεχυμένη εἰκόνα πού τόν παραπλανᾶ σάν παραμορφωτικός καθρέπτης. Κι αὐτό γιατί ἐνώπιον τοῦ μικρόσωμου γέροντα μέ τόν ἰσχυρό λόγο οἱ πηγές διχάζονται: ἀλλοῦ εἶναι ὁ ἱερός γέροντας τῆς ὀρθοδοξίας πού βρίσκει τή δύναμη νά στηλιτεύσει τά κακῶς κείμενα, θρησκευτικά καί κοινωνικά, τῆς ἐποχῆς του, ξεσηκώνοντας μέ τά πύρινα κηρύγματά του τά πλήθη καί ἀλλοῦ πάλι παρουσιάζεται ἁπλά ὡς ἕνας γραφικός ἀγύρτης γέρο-καλόγερος πού ἦρθε γιά νά παραπλανήσει τό λαό τοῦ Μοριά καί νά τόν παρασύρει σέ στάσεις, ταραχές καί τελικά ἐμφύλιο πόλεμο.

Στή δεύτερη αὐτή κατηγορία κειμένων ἐντύπωση προξενεῖ, παρά τήν ἐπιστημοσύνη τους πού θέλει νά βασίζεται σέ ἕναν ἀποστασιοποιημένο ἀστικό ἐξορθολογισμό, ἡ ποικιλία τῶν χαρακτηρισμῶν πού ἀπευθύνονται στόν ὀγδοντάχρονο μοναχό. Τόν ἀποκαλοῦν πονηρό καλόγηρο, πλάνο καί ἀφελῆ, μανιακό καί μισότρελο, ὁ ὁποῖος ἔχασε κάθε μέτρο λόγων καί πράξεων, συντηρητικό, σκοταδιστή, ἀγράμματο καί ἀναλφάβητο, ἀνιστόρητο καί φανατικό γέροντα, ἀντινεωτεριστή καί  ἐπαναστάτη μέν ἀλλά οὐσιαστικά πειθήνιο ὄργανο ἄλλων πού τόν χρησιμοποίησαν καταλλήλως γιά νά ἐξυπηρετήσει τούς σκοτεινούς σκοπούς τους. Τό κήρυγμά του ὀνομάζεται πρωτόγονο, ἀσυνάρτητο καί ὑπερβολικό μέ ἀκραῖες θέσεις πού παρέσυραν τούς ὀπαδούς του. Ὅσο γιά αὐτούς τούς τελευταίους, τά κείμενα δέν φείδονται γλαφυρῶν χαρακτηρισμών` πρόκειται γιά ὄχλο, κοπάδι ἀπό φτωχοντυμένους καί ἀδύνατους ἀνθρώπους πού δέν ἦταν παρά φανατικοί θρησκόληπτοι καί ἀγράμματοι, κοινωνικά ἀπομονωμένες μάζες ἀγροτῶν καί ναυτικῶν καί καλόγεροι ἄπραγοι, ὅλοι μαζί ἀφελεῖς καί ἀφιονισμένοι. Δέν ἦταν παρά κλειστές ἀγροτικές κοινωνίες μέ βαθύτατα καταπιεσμένους ἀνθρώπους, κοντολογίς ἕνα ἄρρωστο περιβάλλον, ὁ δέ ξεσηκωμός τοῦ αὐτός κατέληξε δῆθεν σέ ἕνα εἶδος «ἐπανάσταση τῆς φτωχολογιᾶς»[1].

Μπορεῖ νά εἰπωθεῖ ὅτι οἱ κατηγορίες ἐναντίον τοῦ Παπουλάκου ἦταν δυό εἰδῶν, ὅλα ἐκεῖνα πού ἀπό τό πιό μικρό μέχρι τό πιό μεγάλο ἐνοχλοῦσαν αὐτούς πού βρίσκονταν ἀπέναντί του καί ἐκδηλώθηκαν ὡς ἀντίδραση, ὡς καταλαλιά, δημιούργησαν φῆμες καί μέσα ἀπό βιβλία καί ἄρθρα ἔφτασαν μέχρι τίς μέρες μας φτιάχνοντας τό γραφικό, ὅπως ἤθελαν πολλοί, προφίλ του καί ἐκεῖνα πού μπόρεσαν νά στοιχειοθετήσουν βάσιμες κατηγορίες ἐναντίον τοῦ μέσα ἀπό ἔγγραφα δημοσῖων προσώπων καί ἰθυνόντων μέ σκοπό τήν παραπομπή του σέ δίκη στό Κακουργιοδικεῖο Ἀθηνῶν γιά τήν παραδειγματική τιμωρία του.

Γνωρίζουμε ὅτι στίς 24 Ἰουνίου 1853 ἡ ἀγόρευση τοῦ εἰσαγγελέα κατηγοροῦσε τόν Παπουλάκο πρώτον, ὅτι διέδιδε ὕπουλα διδάγματα πού ἔτειναν σέ ἀναστάτωση τοῦ λαοῦ κατά τῶν καθεστώτων καί διέβαλλε δημόσια  τίς πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές ἀρχές ὡς ὄργανα τοῦ Σατανᾶ καί ξένης πολιτικῆς πού σκοπό εἶχε τήν ἐξόντωση τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας καί τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας καί δεύτερον, ὅτι μέ ἀγυρτεῖες κατόρθωσε νά παραπλανήσει ἁπλούς ἀλλά καί εὐπαίδευτους πολίτες ἀπό τήν Πελοπόννησο ὥστε νά τόν θεωρήσουν ὡς τόν Προφήτη Ἠλία, ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ[2]. Οἱ κυριότερες κατηγορίες ἦταν ὅτι εἶχε στραφεῖ ἐνάντια στό βασιλικό ζεῦγος ἀποκαλώντας τόν Ὄθωνα καί τήν Ἀμαλία «ἀλλόθρησκους καί Φράγκους» ἐπιζητώντας νά μήν μνημονεύονται στίς ἐκκλησίες` τόν καθολικό βασιλιά ἰδίως ἀποκαλοῦσε «ψωριάρικο κατσίκι» πού ἔπρεπε νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τή στάνη πρίν μολύνει καί τά ὑπόλοιπα μέλη της. Γενικά στρεφόταν ἐναντίον τῶν «λουθηροκαλβίνων» θεωρώντας ὅτι εἰδικότερα οἱ Ἄγγλοι προσπαθοῦσαν μέσα ἀπό οἰκονομική καί πολιτική διείσδυση νά ἀλλοτριώσουν τά ἤθη, τά ἔθιμα, τήν παράδοση καί τήν θρησκεία τῆς Ἑλλάδας. Ἐπιπλέον ἔκανε σφοδρή ἐπίθεση στήν Ἱερά Σύνοδο κατηγορώντας τούς συνοδικούς δεσπότες πού δέν μποροῦσαν νά σταματήσουν τούς ‘λύκους’, δηλαδή τούς Βαυαρούς πού κυβερνοῦσαν τή χώρα καί ὅλους αὐτούς πού στήριζαν τήν πολιτική τους. Ἡ σύγκρουσή του μέ τήν Ἱερά Σύνοδο ἔχει προϊστορία ἀπό τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1851 ὅταν ὁ Παπουλᾶκος δέν ὑπακούει σέ ἐγκύκλιο πού τόν καλοῦσε νά παρουσιαστεῖ ἐνώπιόν της καί νά δώσει λόγο γιά τό κήρυγμά του. Ἀπό τόν Μάιο τοῦ 1852 καταδικαστική ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τόν χαρακτηρίζει ἀντάρτη καί ἀπόβλητο ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἔχει προηγηθεῖ τόν Ἀπρίλιο τοῦ ἴδιου ἔτους μία πρώτη καταδίκη του καί ἀπόφαση γιά ἐξορία του στή Θήρα, ἡ ὁποία τότε δέν ἐφαρμόστηκε. Ἀνυπακοή ἐπιδεικνύει καί ὡς πρός τήν πρώτη ἀπόφαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας νά κηρύττει ἀρχικά μόνο στήν ἐπαρχία Καλαβρύτων. Βαρύτατη κατηγορία συνιστᾶ ἐπίσης ὁ χαρακτηρισμός τοῦ ὡς τυφλοῦ ὀργάνου τῆς Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας ἡ ὁποία σύμφωνα μέ τήν ἴδια λογική ἐξυπηρετοῦσε ἀποκλειστικά τά συμφέροντα τῆς τσαρικῆς πολιτικῆς στήν Ἑλλάδα ἤ ὡς ἑνός ἁπλοϊκοῦ ἀφελοῦς πού τόν χρησιμοποίησαν ὅσο τούς ἐξυπηρετοῦσε καί μετά τόν ἐγκατέλειψαν. Κάτω ἀπό τήν ἴδια ὀπτική ὁ Παπουλάκος μέ ἄκρα ἐπιπολαιότητα ὠθοῦσε τά ἀγράμματα πλήθη σέ ἐπανάσταση ἐνάντια στήν κεντρική ἐξουσία μέ κίνδυνο νά προκαλέσει ἕναν αἱματηρό ἐμφύλιο πού θά ρήμαζε πάλι τόν Μοριά ἀφήνοντας πίσω τοῦ ἀδικοσκοτωμένους καί ἄλλους νά σαπίζουν στά μπουντρούμια τοῦ Ὄθωνα. Αὐτές ὅλες ἦταν λοιπόν οἱ κύριες κατηγορίες πού σύμφωνα μέ τούς ἰθύνοντες τῆς ἐποχῆς καί τούς πάσης φύσεως διαφωτιστές καί ἐκσυγχρονιστές παρουσίαζαν τόν Παπουλάκο ὡς ἐπικίνδυνο γιά τά συμφέροντα τῆς πατρίδας τοῦ ἄτομο καί ἐπί αὐτῶν προφανῶς θά στηριζόταν ἡ ὅποια καταδικαστική ἀπόφαση σέ περίπτωση πού ἡ περίφημη ἐκείνη δίκη εἶχε πραγματοποιηθεῖ καί δέν εἶχε ματαιωθεῖ τελικῶς. «Ἦτο ἀληθῶς δύσκολος δίκη τοιαύτη εἰς περιστάσεις ὡς τᾶς παρούσας, διά νά μή εἴπωμεν ὅτι τοιαύτη ἔσεται καί εἰς πάσαν ἄλλην περίστασιν», γράφει ἡ ἐφημερίδα Αἰών μετά τήν ἀναβολή[3].

Πέρα ὅμως ἀπό αὐτά τά βασικά φαίνεται πώς στόν Παπουλάκο τούς ἐνοχλοῦσαν τά πάντα: τό ὅτι στό κήρυγμά του ἀσχολεῖτο μέ κοινωνικά καί πολιτικά θέματα` τό ὅτι στρεφόταν ἐνάντια στά «ἄθεα γράμματα»[4]` τό ὅτι ἀσκοῦσε κριτική στήν τεχνολογία καί τή μόδα` ἔλεγαν ὅτι μιλοῦσε τή γλώσσα τῶν ἀγράμματων ἀνθρώπων μέ προβληματική σύνταξη καί μέ θεολογικές καί ἱστορικές ὑπερβολές. Ὁ νομάρχης Μεσσηνίας Γ. Ροντόπουλος, ὁρκισμένος ἐχθρός του ἀπό τήν ἀρχή, ὁ ὁποῖος παρακολουθοῦσε τά κηρύγματά του γιά νά στέλνει ἀναφορές στήν κεντρική ἐξουσία, χαρακτηρίζει τή γλώσσα τοῦ Παπουλάκου ἀγοραία, χωρική, γεμάτη αἰσχρολογίες καί τόν κατηγορεῖ γιά προσβολή τῆς δημοσίας αἰδοῦς. Τούς ἐνοχλοῦσε πού ἦταν ὑπέρ τοῦ Πατριαρχείου καί κατά τῶν ὀπαδῶν τοῦ Αὐτοκέφαλου[5] καί πού διεκήρυττε πώς θά ἡγηθεῖ τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἐνάντια στούς «λουθηροκαλβίνους» γιά νά ἀπελευθερώσει τήν Κωνσταντινούπολη. Τόν ἔλεγαν ἀκραῖο ἐπειδή ἦταν σφοδρά ἐναντίον τοῦ ὅρκου στά δικαστήρια. Ἦταν τάχα θρησκόληπτος ἐπειδή δέν ἤθελε τούς ἰησουίτες καί τούς ξένους ἱεραποστόλους πού πολεμοῦσαν νά χαλάσουν τήν ὀρθόδοξη πίστη. Περιγέλασαν τήν προσπάθειά του νά ἐπικοινωνήσει ἀπευθείας μέ τό Βασιλιᾶ, ὅπως μποροῦσε, γιά νά τοῦ μεταφέρει τό μήνυμα πού εἶχε στήν καρδιά τοῦ ὁ ἁπλός λαός, ὅτι δηλαδή ἤθελε Βασιλέα ὀρθόδοξο καί σεβασμό ἀπέναντι στήν πατροπαράδοτη πίστη του. Καί τέλος ὑπέθεσαν ὅτι ἀποτρελάθηκε, ὅτι «ψήλωσεν ὁ νοῦς του», ὅταν τήν ἄνοιξη τοῦ 1852 ἦρθε σέ εὐθεία σύγκρουση μέ τήν ἐξουσία καί ἄρχισε ὁ διωγμός του. Θέλησαν νά σκεφτοῦν ὅτι οἱ πρωτόγνωρες ἐκδηλώσεις λατρείας ὅλων αὐτῶν τῶν χιλιάδων ἀνθρώπων τόν ἔκαναν νά χάσει κάθε μέτρο καί νά πιστέψει ὅτι ἦταν ἀληθινός προφήτης, ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ καί ὅτι εἶχε θεία ἀποστολή, νά πιστέψει ὅτι ἦταν ἀλώβητος ἀπό τό κράτος` καί γιά νά διατηρήσει δῆθεν αὐτόν τόν ρόλο τοῦ ἄρχισε νά καλλιεργεῖ τόν φόβο καί τόν πανικό, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν μονίμως ὑπό διωγμόν καί ἡ πίστη τῶν προγόνων σέ ἄμυνα, ὅτι φοβερά διαβολικά σχέδια ἐξυφαίνονταν ἀπό ἀόρατα κέντρα μέ στόχο νά προωθήσουν τήν ἀθεΐα στήν Ἑλλάδα.

Σταματοῦμε ἐδῶ τήν ἀπαρίθμηση τῶν βασικότερων ἀπό τίς κατηγορίες πού τοῦ καταλογίστηκαν[6] – στό τέλος αὐτή εἶναι μία ἡμερίδα πρός τιμήν τοῦ Γέροντα – ἀλλά εἶχε σημασία νά ἀκουστοῦν ὅλα αὐτά γιά νά ἀναδειχτεῖ ἡ διγλωσσία πού ἀπορρέει ἀπό τήν διαφορά τῆς νοοτροπίας καί ἀπό τόν διαφορετικό τρόπο σκέψης καί ἀντίληψης τῶν πραγμάτων ἀνάμεσα στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση καί στό κίνημα τῶν εὐρωπαϊστῶν διαφωτιστῶν.

Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ Παπουλᾶκος ὅταν πρίν τήν ἐπερχόμενη δίκη του στήν Ἀθήνα ρωτήθηκε ἐάν εἶχε δικηγόρο ἀπάντησε μέ τόλμη καί ἀταραξία ὅτι δέν χρειαζόταν διότι «ἔχω συνήγορο τόν Ἰησοῦ Χριστό», ὅπως εἶπε, «ὁ ὁποῖος θά μέ βοηθήσει νά ἀποδείξω τήν ἀθωότητά μου». Καί ὅταν ρωτήθηκε ἐάν ἔχει μάρτυρες ὑπεράσπισης εἶπε πώς «μάρτυρες εἶναι γιά μένα ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος πού ἄκουσε τά κηρύγματά μου»[7]. Ἐάν μπορούσαμε νά μεταφερθοῦμε στό κλίμα τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1853 θά βλέπαμε μέ τά μάτια τῆς φαντασίας μας ἄπειρο πλῆθος κόσμου νά στέκεται κοντά στίς φυλακές τοῦ Μενδρεσέ γιά νά τόν δεῖ νά βγαίνει καί κατόπιν νά τόν ἀκολουθεῖ μέχρι τό Κακουργιοδικεῖο ὅπου προσήχθη πεζός μέ ἰσχυρή συνοδεία χωροφυλακῆς γιά ἐνδεχόμενες ταραχές καί ὀχλαγωγίες. Ἡ ἴδια ἡ αἴθουσα τοῦ δικαστηρίου ἦταν κατάμεστη καί ἕνα μεγάλο πλῆθος τόν συνόδεψε καί μετά τό πέρας τῆς ἀρχικῆς αὐτῆς διαδικασίας μέχρι τόν Πειραιά, ὅπου ἐπιβιβάστηκε σέ πλοῖο γιά νά ἐπιστρέψει στίς φυλακές τοῦ Ρίου μέχρι τήν ἑπόμενη δικάσιμο[8]. Ἔχοντας ζήσει ὑπό διωγμό τούς τελευταίους μῆνες πρίν τή σύλληψή του ὁ γέροντας πράγματι ἐπεδίωκε  νά ἔλθει σέ δημόσια ἀντιπαράθεση μέ αὐτούς πού τόν κυνηγοῦσαν γιά νά ἔχει τή δύναμη μέσα ἀπό τόν λόγο του νά πεῖ τήν ἀλήθεια.

Αὐτό τό νόημα εἶχε καί ἡ κίνηση γιά τήν Καλαμάτα, Μάιο τοῦ 1852, ἕνα εἶδος λαϊκοῦ δικαστηρίου, νά κριθεῖ ἀπό τούς κριτές τῆς Πολιτείας μπροστά σέ ὅλο τό λαό, Καλαματιανούς καί Μανιάτες πού εἶχαν ἀκούσει τό κήρυγμά του[9]. Σέ αὐτή τή δημόσια κρίση δέν τόν ἐνοίαζε ἡ προσωπική του τύχη γιατί ὁ λαός θά μποροῦσε νά ἀποφασίσει ἀκούγοντας καί τόν ἴδιο καί τούς κριτές του, ποιός εἶχε τό δίκιο μέ τό μέρος του. Ἀλλά αὐτό τό πρῶτο εἶδος «δίκης» ματαιώθηκε ἀπό τήν κεντρική ἐξουσία μέ τρόπο ὕπουλο. Ὁ νομάρχης Μεσσηνίας Ροντόπουλος, ἀκολουθώντας ἐντολές, μέ δημόσια ἐγκύκλιό του πρός τούς κατοίκους τῆς Καλαμάτας οὐσιαστικά κήρυξε ἐπίσημα πόλεμο, τρομοκρατώντας τούς πολίτες καί σπέρνοντας φῆμες ὅτι ἐπίκειται φοβερή καταστροφή, καλώντας τούς κατοίκους νά ὑπερασπιστοῦν τήν πόλη τούς ἀκόμη καί μέ τά ὄπλα: «Φροντίσατε νά ὀχυρωθῆτε εἰς τᾶς οἰκίας σας προφυλαττόμενοι` μή ἀφήσετε παιδία καί ὑπηρέτας νά περιφέρωνται εἰς τᾶς ὁδούς, ὅσοι δέ δύνασθε νά φέρητε ὄπλα, ἔλθετε πρός ἐνίσχυσιν τῆς δημοσίας δυνάμεως… Ἡ ἔνοπλος δύναμις θέλει ἀναπτύξει τά ὄπλα ἐναντίον τῶν παρακολουθούντων τόν λαοπλάνον»[10]. Ἄς μή μας ἐκπλήσσουν οἱ μέθοδοι τῆς πολιτείας καί τῶν ἰσχυρῶν τότε. Κινδύνευαν τά συμφέροντά τους καί ἡ κατεύθυνση στήν ὁποία εἶχαν βάλει τήν Ἑλλάδα στήν πολιτική, στή θρησκεία, στή διακυβέρνηση, στή νοοτροπία, στήν ἰδεολογία, στόν τρόπο ζωῆς. Διακυβεύονταν πολλά στό χῶρο τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου. Ἐκτός ἀπό τή λασπολογία, τή γελοιοποίηση καί τή διαστρέβλωση τῆς εἰκόνας καί τῶν σκοπῶν τοῦ Παπουλάκου μποροῦσαν νά μεταχειριστοῦν πολλούς τρόπους, ἀκόμη καί τήν ὠμή βία. Δέν εἶναι ψέμα ὅτι ἡ ἐξουσία γιά νά τά βγάλει πέρα μέ τήν ἐπικίνδυνη κατάσταση πού πήγαινε νά δημιουργηθεῖ εἶχε μετέλθει πολλούς τρόπους: ἀπό τήν παρουσία ἰσχυρῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων στό Μοριά γιά ἐκφοβισμό, τήν ἀποστολή ἄλλων ἱεροκηρύκων ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μέ διδαχές στό λαό καί παραινέσεις ἐναντίον τοῦ Παπουλάκου, τήν πλύση ἐγκεφάλου τῶν κατοίκων, τήν τρομοκράτησή τους ὅταν δέν ἦταν φρόνιμοι καί τήν ἀπονομή τιμῶν ὅταν ἦταν ὑπάκουοι, μέχρι τίς συλλήψεις καί τό κυνήγι μοναστηριῶν καί μοναχῶν ἤ ἀκόμη καί τήν ὑποκίνηση τῶν ἴδιων τῶν πολιτῶν σέ στάση ὑπέρ τῆς ἐξουσίας. Σέ ἐπιστολή τοῦ στό νομάρχη Λακωνίας Δούκα στίς 17 Ἰουνίου 1852 γράφει ὁ Γενναῖος Κολοκοτρώνης, ἀρχηγός τῶν πρός καταστολή τοῦ κινήματος τοῦ Παπουλάκου στρατευμάτων: «Γνωρίζεις ὅτι εἶχα δώσει μυστικᾶς διαταγᾶς εἰς τόν ὑπομοίραρχον Ζωγράφον, ὅτι εἰς περίπτωσιν ἀνάγκης, ἠμπορεῖ νά δουλεύση καί ἡ πιστόλα κατά τῆς κεφαλῆς τοῦ Κακογήρου, διά νά ξεμπερδεύσωμεν ἤ οὕτως ἤ ἀλλέως ἀπό τό μίασμα τοῦτο»[11]. Πάνω ἀπό 2.500 στρατός, τά μισά πολεμικά πλοῖα τοῦ στόλου, μία πελώρια κινητοποίηση καί κόστος παραπάνω ἀπό 36.000 δραχμές, ποσό τεράστιο γιά τήν ἐποχή, μαζί μέ τήν ὄχι ἀβάσιμη ὑποψία πώς κάποιοι κυβερνητικοί καί στρατιωτικοί ἔβγαλαν καί χρήματα ἀπό ὅλο αὐτό, γιά ἕναν μισότρελο γέρο-καλόγερο[12]. Καί χρειάστηκε νά χρησιμοποιήσουν τά τριάκοντα ἀργύρια τῆς προδοσίας, ἐκτός ἀπό ἐκβιασμούς, δωροδοκίες καί ἄλλες ἄθλιες πρακτικές, γιά νά τόν συλλάβουν τελικά. Αὐτοί ἦταν οἱ κατήγοροι τοῦ Παπουλάκου, αὐτούς εἶχε ἀπέναντί του καί τέτοια μέσα μεταχειρίζονταν. Γιά νά κρατήσουν τόν Ὄθωνα στήν ἐξουσία, ὁ ὁποῖος δέκα χρόνια μετά οὕτως ἤ ἄλλως κηρύχτηκε ἔκπτωτος καί ἐξορίστηκε καί γιά νά παίξουν τό παιχνίδι τῶν δυτικοευρωπαϊκῶν Δυνάμεων, συγκεκριμένα τῆς ἀγγλικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία διέβρωνε ἤθη, ἔθιμα, θρησκεία καί παραδόσεις προκειμένου νά καταστήσει τήν Ἑλλάδα ἀποικία της καί νά παίζει ὅπως τή συνέφερε τό ἀνατολικό παιχνίδι μέ τή Ρωσία.

Στίς 5 Ἀπριλίου 1852 ἡ Ἱερά Σύνοδος μέ ἀπόφασή της ἀπαγόρευσε στόν Παπουλάκο νά κηρύττει καί τόν κάλεσε σέ ἀπολογία. Ἀκολούθησαν τρεῖς ἐγκύκλιοι μέ ἡμερομηνίες 15 Μαΐου, 26 Μαΐου καί 9 Ἰουνίου 1852, πρός τόν κατά τήν Λακωνίαν ἱερόν κλῆρον, πρός ἅπαντάς τους κατά τήν ἑλληνικήν ἐπικράτειαν εὐσεβεῖς καί ὀρθοδόξους χριστιανούς καί πρός τᾶς ἐκκλησιαστικᾶς ἀρχάς ἀντιστοίχως, οἱ ὁποῖες ἄμεσα ἤ ἔμμεσα βάλλουν ἐναντίον τοῦ μοναχοῦ Χριστοφόρου Παπουλάκου[13]. Νά σημειωθεῖ ὅτι ἐπίσημοι πληροφοριοδότες τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἦταν οἱ Ἔπαρχοι, οἱ Νομάρχες, οἱ Ἔφοροι καί ἄλλα ὄργανα τῆς κρατικῆς ἐξουσίας, ἄνθρωποι πλήρως ἀφοσιωμένοι στούς Βαυαρούς πού προσπαθοῦσαν συνήθως νά γίνουν ἀρεστοί ὥστε νά κερδίσουν προαγωγές προσφέροντας δουλικές ὑπηρεσίες, ὑπερθεματίζοντας πολλές φορές καί μεγαλοποιώντας τά τεκταινόμενα. Πάντως ὀφείλει νά παρατηρήσει κανείς ὅτι ἡ κοινή «ἡσυχία» τοῦ Κράτους, ὅπως τό ἔβλεπαν οἱ ἰθύνοντες, θεωροῦνταν πιό σημαντική ἀπό τήν πατρογονική πίστη, τά ὑγιῆ δόγματα καί τήν γνήσια ἐκκλησιαστική παράδοση[14]. Αὐτές οἱ ἐγκύκλιοι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὑφίστανται ἀκόμη καί δέν ἔχουν ἀνακληθεῖ.

Τήν Τετάρτη 24 Ἰουνίου 1853 ὁ Παπουλᾶκος εἰσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐνόρκων[15] ἀλλά ἡ δίκη τοῦ ἀναβάλλεται γιά τήν ἑπόμενη σύνοδο ἐξαιτίας τῆς ἀπουσίας ὁρισμένων μαρτύρων κατά πρόταση τοῦ εἰσαγγελέως. Μετά ἀπό πολλές ταλαιπωρίες ἐπανέρχεται γιά νά δικαστεῖ ἀλλά ἀθωώνεται ἐφόσον δέν ὑπάρχει οὐσιαστική κατηγορία ἐναντίον του. Θά πρέπει μάλιστα νά εἰπωθεῖ στό σημεῖο αὐτό πώς σύμφωνα μέ μαρτυρία τοῦ πανοσιολογιώτατου ἀρχιμανδρίτη Νεκταρίου Πέττα ὁ ἀείμνηστος ἡγιασμένος ἱερέας Νικόλαος Πέττας ἀπό τήν Πάτρα κατεῖχε στό ἀρχεῖο τοῦ τό βούλευμα τῆς δίκης τοῦ Παπουλάκου ἀπό ὅπου συνάγονται πολλά στοιχεῖα μέ τά ὁποῖα ὁ γέροντας ἀθωώνεται καί ὅπου  ἀναφέρονται καί οἱ 150 κληρικοί λόγιοι ὁμοϊδεάτες παπουλακιστές οἱ ὁποῖοι φυλακίστηκαν μαζί μέ τόν Παπουλάκο. Τό ἐν λόγῳ βούλευμα βρίσκεται τώρα στό Ἱστορικό Ἀρχεῖο Παπουλάκου καί ἡ ἔκδοσή του ἐπίκειται σύντομα ἀπό το: Ἰνστιτοῦτο «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος»[16]. Κατόπιν πιέσεων λοιπόν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου Ἐκκλησιαστικῶν καί Δημοσῖας Ἐκπαιδεύσεως Ἀνδρέα Μάμουκα[17] ἡ Ἱερά Σύνοδος προκειμένου νά τόν καταστήσει ἀκίνδυνο, ὅπως πίστευε, ἀποφασίζει νά τόν περιορίσει πρῶτα στό μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία στή Θήρα, ἐπειδή ὅμως ὁ μοναχός Χριστοφόρος ἐνάντια σέ διατάξεις καί προφορικές ἀπαγορεύσεις συνέχισε νά κηρύττει καί οἱ χριστιανοί νά προσέρχονται καθημερινά γιά νά τόν ἀκούσουν, κατηγορώντας μάλιστα ὅσους τόν ἐμπόδιζαν, ἐπιλέχθηκε κατόπιν πρός περιορισμόν του ἡ μονή Παναχράντου στήν Ἄνδρο, ὡς ἔτι πλέον ἀπόκεντρο μέρος[18].

Καί μπορεῖ τά γεγονότα νά ἐκτυλίχτηκαν τελικά μέ αὐτόν τόν τρόπο, αὐτό πού γνωρίζουμε σίγουρα ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Γέροντας ἐπιθυμοῦσε διακαῶς τήν εὐκαιρία νά παραστεῖ σέ ἕνα εἶδος ἀκροαματικῆς διαδικασίας, ἄλλωστε ὁ ἴδιος πολλές φορές εἶχε πεῖ «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ δέν δένεται»[19]. Ἐάν λοιπόν γινόταν αὐτό δέν θά παρουσιαζόταν καθόλου ὡς ὑπόδικος πού ἐπιθυμεῖ νά ἀπολογηθεῖ ἀλλά μέ λόγο καταγγελτικό καί πύρινο θά ἔκανε ὁμολογία πίστεως μένοντας σταθερός στά διδάγματα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως στηλιτεύοντας μέ παρρησία τήν πολιτική καί ἐκκλησιαστική κατάσταση τῆς Ἑλλάδας, ὅπως αὐτή εἶχε διαμορφωθεῖ στήν ἐποχή του. Μέ αὐτή τήν ἁπλή γλώσσα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, πηγαία καί αἰχμηρή στήν ἀλήθειά της, τσουχτερή καί χωρίς περιττά καθαρευουσιάνικα στολίδια ἐπρόκειτο νά ξεσηκώσει ξανά τό λαό πού θά ἔβλεπε τόν δικό του ἄνθρωπο, τόν ἱερό του καλόγερο κατηγορούμενο καί ἀντιμέτωπο μέ τήν καταδίκη ἀπό ἕνα σύστημα ξενόφερτο πού εἶχε ἔρθει σέ μίαν Ἑλλάδα πού ἀγωνίστηκε μέ τό αἷμα της καί μέ σύνθημα τό «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος» προκειμένου νά ἀποσείσει τόν ζυγό τοῦ κατακτητῆ. Ἕνα σύστημα πού ἤθελε νά ἐπιβάλει ἤθη ἀλλότρια, συνήθειες καί θεσμούς ἄγνωστους στήν ἑλληνική κοινωνία καί παράδοση, ἕνα σύστημα πού εἶχε ἤδη κυνηγήσει τά μοναστήρια καί εἶχε στραφεῖ ἐνάντια στήν οὐσία τῆς ὀρθοδοξίας καί τήν ἁγνή πίστη τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων[20]. Ὅτι ὁ Παπουλᾶκος ἦταν ἀποφασισμένος γιά τή σύγκρουση τό γνωρίζουμε ἀπό ὁρισμένα περιστατικά ἐνδεικτικά τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο οἱ ἰθύνοντες προσπάθησαν νά τόν χειραγωγήσουν, νά τόν φιμώσουν, νά τόν ἐξοντώσουν ὥστε νά σβήσουν τή φλόγα τοῦ λόγου του. Ἄς θυμηθοῦμε τή προσαγωγή καί ἀνάκρισή του στό γραφεῖο τῆς Νομαρχίας Τριπόλεως τό 1848, μετά ἀπό ἀναφορά ἐναντίον τοῦ τοῦ δημοδιδασκάλου Παναγάκη, παρουσία τοῦ Νομάρχη, τοῦ Εἰσαγγελέα, τοῦ τοποτηρητοῦ στή Μητρόπολη ἀρχιμανδρίτου Ἰερόθεου Κονταρή καί τοῦ μοίραρχου βέβαια πού τόν εἶχε συλλάβει, ὁ ὁποῖος τόν προπηλάκισε κιόλας μέ δυό δυνατά χαστούκια. Εἶχαν σκοπό νά κατηγορηθεῖ ὁ Παπουλᾶκος ὅτι συμμετεῖχε δῆθεν σέ μεγάλη ξενοκίνητη συνωμοσία κατά τοῦ Ὄθωνος καί τῆς Ἀμαλίας καί κατά τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Τήν ἀνάκριση διέκοψε διαταγή τῆς Κυβέρνησης Κανάρη νά μεταβεῖ ὁ Γέροντας στήν Ἀθήνα καί νά παρουσιαστεῖ ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου[21]. Ἀκολούθησε ἡ ἐπεισοδιακή συνάντησή του μέ τόν Γραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Θεόκλητο Φαρμακίδη καί τούς ἐπισκόπους Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας Βαρθολομαῖο καί Οἰτύλου Προκόπιο, συνάντηση πού μέ τόν τρόπο πού ἔγινε σκοπό εἶχε νά ταπεινώσει καί νά τρομάξει τόν Παπουλάκο. Ἀντιμετώπισε τήν περιφρόνηση, τή χλεύη γιά τήν ἁπλότητά του καί τά λιγοστά του γράμματα, βλέπετε αὐτός δέν ἦταν διανοούμενος, πεφωτισμένος καί ἄς τόν συντρόφευε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν ἦταν δυτικοθρεμμένος, οὐμανιστής, σπουδαγμένος στά μεγάλα εὐρωπαϊκά πανεπιστήμια. Τό χτύπημα τῆς ἀλαζονείας συνοδεύτηκε καί ἀπό τήν τελική ἄρνηση τῆς Συνόδου νά δώσει τήν ἄδεια στόν ἱεροκήρυκα νά συνεχίσει τό κήρυγμά του «ὡς μή συγκεντρούντα τά ἀπαιτούμενα προσόντα καί ἐφόδια»[22]. Σέ αὐτή τή σειρά τῶν προκλήσεων ἐναντίον τοῦ πρέπει νά προστεθεῖ καί ἡ ἀπόπειρα στά 1851 τοῦ Νομάρχη Μεσσηνίας Ροντόπουλου, σφοδροῦ ἐχθροῦ του Γέροντα ὅπως φάνηκε στή συνέχεια, νά τόν δελεάσει τάζοντάς του χρήματα καί ὑποσχέσεις γιά ἀξιώματα μεγάλα, ἡ ἀπόπειρα τῶν ἀρχῶν νά τόν δωροδοκήσουν ὥστε νά πάψει νά ἀποτελεῖ γι’ αὐτούς κίνδυνο, νά τόν διαφθείρουν, νά τόν ἐκβιάσουν: ἄν δεχόταν, ὁ Ροντόπουλος μποροῦσε νά μεσολαβήσει στήν κεντρική ἐξουσία ὥστε νά ἀλλάξουν τή στάση τούς ἀπέναντι στόν Παπουλάκο[23]. Ὁ Γέροντας φυσικά ἀρνήθηκε ἀλλά ὅλα αὐτά τά παιχνίδια τοῦ σκοταδιοῦ τάραξαν τήν ψυχή τού` γιά πρώτη φορᾶ  συνειδητοποιοῦσε τό εἶδος τοῦ σατανικοῦ ἐχθροῦ πού εἶχε ἐνώπιόν του καί τά ὄπλα πού αὐτός χρησιμοποιοῦσε: τήν ἐξουσία τοῦ συστήματος τῆς Δύσης, τό γράμμα τοῦ νόμου, τόν νοῦ ἀντί τῆς καρδιᾶς, τή δοκησισοφία τῆς ἀδιάλλακτης ἀνθρώπινης γνώσης ἀντί τήν ἀγάπη τῆς Σοφίας τοῦ Θεοῦ. Τό σόκ πού ὑπέστη τότε τόν ὁδήγησε σέ μεγάλη ἐσωτερική δοκιμασία καί μέσα ἀπό τή νηστεία, τήν προσευχή, τήν ἄσκηση καί τήν προσωρινή ἀπομόνωση στήν σκήτη τοῦ οὐσιαστικά πῆρε τή μεγάλη ἀπόφαση καί προετοίμασε τόν ἑαυτό του γιά τόν ἀγώνα καί τήν ἀποφασιστική σύγκρουση μέ τήν ἄλλη πλευρά καί γιά ὅποιο μαρτύριο ἐπέλεγε νά τοῦ χαρίσει ὁ Θεός[24]. Πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Παπουλᾶκος εἶναι πάνω ἀπό 80 χρονῶν ὅταν παίρνει αὐτή τήν μεγάλη ἀπόφαση καί δέ λογαριάζει σωματικούς κόπους καί βάσανα γιατί καθοδηγεῖται πιά ἀπό τή θεία Χάρη καί βαδίζει συνειδητά στό μονοπάτι τῆς ἀποστολῆς του. Καί μετά ἀπό 4 μῆνες, Φεβρουάριο ἤδη τοῦ 1852, ὁ Παπουλᾶκος ξεκίνησε τήν τελευταία περιοδεία τοῦ περνώντας πρῶτα ἀπό τό Μεγάλο Σπήλαιο καί μετά κηρύσσοντας στήν Ἀργολίδα καί περνώντας ἀπό τό Ναύπλιο στήν Ὕδρα, τίς Σπέτσες, τό Κρανίδι καί μετά στή Μονεμβασιά καί στή Μάνη ξεσηκώνοντας τόν κόσμο. Καί ἀποφάσισε νά πάει στήν Καλαμάτα γιά νά ἔρθει σέ δημόσια ἀντιπαράθεση μέ τούς κριτές τοῦ μπροστά σέ ὅλο τό λαό τῆς περιοχῆς, Καλαματιανούς καί Μανιάτες. Καί ἦταν τότε πού ἡ κεντρική ἐξουσία, Μάιο τοῦ 1852, πῆρε τήν ἀπόφαση νά ἐξοντώσει τό γέροντα ἔστω καί μέ αἱματοχυσία. «Ἡ μελέτη τῶν ἐγγράφων τῶν ἀποκειμένων ἐν τοίς Γενικοίς Ἀρχείοις τοῦ Κράτους ἀρκεῖ ὅπως βεβαιώσει… ὅτι ὅσον χρόνον ὁ Χριστοφόρος περιωρίσθη εἰς τό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, οὐδέν εἶχε πρόβλημα καί εὐεργέτης ἦτο… ὄτε ὅμως ἐλάλησεν πικρᾶς ἀληθείας, ‘ἐκύκλωσαν αὐτόν κύονες πολλοί’» γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά ἴδια τά λόγια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θήρας, Ἀμοργοῦ καί Νήσων κυροῦ Ἐπιφανίου[25].

Γιά ὅλους αὐτούς τούς λόγους ὁ Παπουλᾶκος δέν ἐπρόκειτο οὔτε νά φοβηθεῖ οὔτε νά δειλιάσει νά θίξει τά κακῶς κείμενα σέ μία αἴθουσα δικαστηρίου, ἄν τοῦ δινόταν ποτέ ἡ εὐκαιρία αὐτή. Νά συνδιαλλαγεῖ ἦταν ἀδύνατο, νά ὑποχωρήσει ἀνεπίτρεπτο. Μόνο ἕνας δρόμος ἔμενε, νά προχωρήσει, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού σήμαινε μετωπική σύγκρουση μέ τούς διῶκτες του. Πραγματικά, μεγάλη εὐκαιρία νά καταγγείλει, γιά μία ἀκόμη φορᾶ, ὅπως εἶχε κάνει τόσες φορές στά κηρύγματά του, τόν διωγμό πού εἶχε ὑποστεῖ ἡ Ὀρθοδοξία ἐπί βαυαροκρατίας μέσα ἀπό τόν βίαιο καί ἀπότομο χωρισμό τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό κλείσιμο καί τήν καταλήστευση τῶν μοναστηριῶν καί τό διωγμό καί κατατρεγμό τῶν μοναχῶν, τήν ὑπαγωγή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στό Κράτος καί ὑπό ἀλλόθρησκο βασιλέα` μεγάλη εὐκαιρία νά σκιαγραφήσει δημόσια τό ρόλο πού ἔπρεπε νά παίξει αὐτός ὁ βασιλιάς ἄν ἤθελε νά προσφέρει κάτι καλό στήν Ἑλλάδα` εὐκαιρία ἀκόμη νά μιλήσει ἐπίσημα ἐνάντια στόν προσανατολισμό πού εἶχαν δώσει στά πολιτικά καί ἐκκλησιαστικά πράγματα τῆς χώρας, στήν παιδεία, στήν ἀπονομή δικαιοσύνης, στόν τρόπο ζωῆς, αὐτοί πού ἤθελαν νά τή χειραγωγήσουν καί νά τή δέσουν στό ἅρμα τῶν πεφωτισμένων τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, ἀπομακρύνοντας τήν ἀπό τίς δικές της πλούσιες παραδόσεις, τίς ρίζες της, τό δοξασμένο ἱστορικό παρελθόν της[26]. Ἐκπροσωπώντας τήν κολλυβαδική παράδοση καί τό φιλοκαλικό κίνημα ὁ ἴδιος[27] καί ἔχοντας ἀπόλυτη ἐπίγνωση, μέσα ἀπό τή σύνδεσή του μέ τή Φιλορθόδοξο Ἑταιρεία, τόν Κοσμᾶ Φλαμιάτο, τόν Ἰγνάτιο Λαμπρόπουλο, ἀκόμα καί τόν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμο τόν ἐξ Οἰκονόμων[28], τοῦ πολέμου πού εἶχε κηρυχτεῖ ὑπογείως καί ὅλων αὐτῶν πού διακυβεύονταν κατά τήν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχή μποροῦμε νά τόν φανταστοῦμε ἀκόμα καί νά ὑψώνει τή φωνή. «Ὅταν ἀγρίευε ὁ ἅγιος Παπουλάκος τά μάτια τοῦ πετοῦσαν φλόγες καί οἱ φλέβες τοῦ λαιμοῦ τοῦ φούσκωναν ἕτοιμες νά σπάσουν, ὅταν μίλαγε γιά τούς φραγκοφορεμένους ἔλεγε, ὅλοι αὐτοί βάλθηκαν νά μᾶς ἀλλαξοπιστήσουν. Ἐμεῖς μόνο θρησκεία καί γλώσσα ξέραμε καί αὐτά μας κράτησαν ζωντανούς τόσα χρόνια κάτω ἀπό τόν Τοῦρκο, γιά νά μποροῦμε νά καμαρώνουμε τώρα πού εἴμαστε βασίλειο. Καί ἐπίσης Ἀντισταθεῖτε ἀδελφοί! Σέ λίγο καιρό θά μᾶς εἰποῦν νά μονιάσουμε μέ τή Δυτική Ἐκκλησία καί ὕστερα νά ἀρνηθοῦμε καί τήν πίστη μας. Ἀντισταθεῖτε!»[29].

Πράγματι ὁ Παπουλᾶκος δέν ἦταν μόνος του, πίσω ἀπό τόν Γέροντα στήν ἴδια γραμμή καί στήν ἴδια πίστη ἦταν τό Ἅγιον Ὅρος καί τά Μετέωρα, τά μοναστήρια τῆς Πελοποννήσου, τῆς Ἀττικῆς, τῆς Βοιωτίας, τῶν Νησιῶν τοῦ Αἰγαίου καί τοῦ Ἰονίου. Στό δικαστήριο ἄν ποτέ γινόταν αὐτή ἡ δίκη τά πράγματα θά πολώνονταν ἄσχημα ἀνάμεσα στά ἀνάκτορα καί τήν κεντρική ἐξουσία ἀπό τή μία καί τόν ἁπλό λαό πού περίμενε μία σπίθα γιά νά ξεσπάσει τή συσσωρευμένη δυσαρέσκειά του. Γι’ αὐτό τό λόγο, παραμονές μάλιστα τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἡ δίκη τοῦ Παπουλάκου κυριολεκτικά ἀποσοβήθηκε γιά ἐκείνους πού εἶχαν λόγους νά τή φοβοῦνται. Ἔτσι λοιπόν ὁ γέροντας Παπουλᾶκος, ὁ μοναχός, ὁ ἱεροκήρυκας, στεκόμενος ἀπέναντι σέ ἔμπειρους νομομαθεῖς χωρίς νά χρησιμοποιήσει δικανικό λόγο καί τεχνικές πειθοῦς μόνο μέ τήν ἀλήθεια καί τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί χωρίς νά τόν ἐνδιαφέρει ἡ προσωπική του τύχη θά ἦταν «φωτιά καί τσεκούρι» γιά ὅσους πίστευαν ὅτι τό ἀληθινό φῶς μποροῦσε νά προέλθει ἀπό τή Δύση[30]. Κάτω ἀπό αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά ἑρμηνευτεῖ τό Βασιλικό Διάταγμα τοῦ Ὄθωνα τήν 1η Ἰανουαρίου 1854 πού τοῦ χορηγοῦσε χάρη ὡς πολίτη καί ἐξουσιοδοτοῦσε τήν Ἱερά Σύνοδο νά τοῦ ἐπιβάλλει κυρώσεις ὡς μοναχό[31].

Διότι πράγματι ὑπάρχει χάσμα τεράστιο ἀνάμεσα στήν ὀπτική καί τή νοοτροπία τῶν ἐξευρωπαϊστῶν Διαφωτιστῶν καί τῶν δυνάμεων τῆς παράδοσης τῆς καθ’ ἠμᾶς Ἀνατολῆς. Γράφει ὁ πρωτοπρεσβύτερος πατέρας Γεώργιος Μεταλληνός στό ἄρθρο του «Ἡ πρόκληση τοῦ Διαφωτισμοῦ καί οἱ «Κολλυβάδες» πατέρες» τόν Ἰούνιο τοῦ 2009, «οἱ Ἕλληνες φορεῖς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Διαφωτισμοῦ ἐξέφραζαν κατά κανόνα μία στάση ζωῆς, πού συνιστοῦσε ριζοσπαστική ἀνανοηματοδότηση σύνολης τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας, στά ὅρια μίας νέας κοσμοθεωρίας μέ τήν αὐτούσια μεταφύτευση («μετά-κένωση») ἰδεῶν, ἀρχῶν καί πρακτικῶν, πού παρήγαγε σέ μία μακρά διαλεκτική διαδικασία – ἄγνωστη στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή – ὁ εὐρωπαϊκός χῶρος. Στούς Ἕλληνες Διαφωτιστές δέν ἔλειπαν ἀθεϊστικές, ἀντιχριστιανικές καί πρό πάντων ἀντικληρικαλιστικές τάσεις. Οἱ ἰδέες τους, μάλιστα, προωθοῦσαν κάτι φοβερότερο γιά τήν ὀρθόδοξη συνείδηση καί ἀπό τήν ἀληθινή ἤ φαινομενική τους «ἀθεΐα», τόν ἀδιαφορισμό. Ἐξ ἄλλου, στά ἔργα τούς λανθάνουν θέσεις ἀντιτριαδικές, πανθεϊστικές, ἀλλά καί εὐσεβιστικές (Κοραής), πού ἦταν ἀδύνατο νά μήν προκαλέσουν τίς παραδοσιακές συνειδήσεις, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ὅλα αὐτά ἐντάσσονταν σέ μία σαφῶς ἐκδηλούμενη πρόθεση γιά ἀποδυνάμωση τῆς Ρωμαίικης Ἐθναρχίας, μέ ἀπώτερο στόχο τή διάλυσή της (πρβλ. Ἑλλαδικό Αὐτοκέφαλο). Ἕνας νέος, λοιπόν, κόσμος εἰσέβαλλε στή Ρωμαίικη (Ἑλληνορθόδοξη) Ἀνατολή, πού δέν ἦταν δυνατόν νά ἐπικρατήσει χωρίς ἀνατροπή τοῦ κόσμου τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως»[32]. Τό ζήτημα δέν θά μποροῦσε νά ἔχει περιγραφεῖ καλύτερα, πιστεύω.

Τά Χριστοφορικά ἔγιναν πράγματι στόχος ἐκμετάλλευσης ἀπό διάφορες ὁμάδες συμφερόντων. Ἡ σύλληψη τοῦ Παπουλάκου μπορεῖ νά ἔδωσε ἕνα τέλος στίς πολιτικές ἀναταραχές, ἄφησε ὅμως ἀνοιχτό τό θέμα τῆς κοινωνικῆς του ἀποδοχῆς, ἡ ὁποία παρέμεινε ἰσχυρή καί μετά τόν θάνατό του. Σήμερα ὁ ὅσιος Παπουλάκος ἐξακολουθεῖ νά μνημονεύεται καί νά τιμᾶται ἀπό μορφωμένους ἀνθρώπους ἀλλά καί τόν ἁπλό λαό, ἀπό κληρικούς ἀλλά καί λαϊκούς. Ἐπιστημονικές ἡμερίδες καί συνέδρια διοργανώνονται στό ὄνομά του, ἐνῶ πολιτιστικοί σύλλογοι καί σωματεῖα ὅπως ὁ «ἀρχαῖος Κλείτωρ» καί ἡ «Ἕνωση Ἀρμπουναίων» ἀλλά καί τό μή κερδοσκοπικοῦ χαρακτήρα: Ἰνστιτοῦτο «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος», μέ ἐπικεφαλῆς τόν πανοσιολογιώτατο ἀρχιμανδρίτη πατέρα Νεκτάριο π’’Ν. Πέττα, μέ τήν ἔρευνα, συγκέντρωση καί ἀξιοποίηση μέ ὅλα τά μέσα τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ πού ἀφορᾶ στή ζωή καί τή δράση τοῦ μοναχοῦ Παπουλάκου συμβάλλουν στό νά κρατηθεῖ ζωντανός ὁ δρόμος πού χάραξε καί τό ὅραμά του. Καί πιστεύω πώς πολλοί ἀπό τούς ἀξιότιμους κυρίους ὁμιλητές σήμερα ἐδῶ καί ἀπό τό σεβαστό ἀκροατήριο θά συμφωνοῦσαν πώς μέ χαρά ἀναμένεται κάποια στιγμή καί ἡ ἁγιοκατάταξή του[33], σύμφωνα καί μέ τά δέοντα κριτήρια τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας[34], ὅπως συνέβη καί μέ τόν Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό καί πολλούς πατέρες τῆς κολλυβαδικῆς παράδοσης, ἐπειδή τό κήρυγμά του καί τό παράδειγμα τῆς ζωῆς τοῦ ἦταν πάντοτε στά πλαίσια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἡ δέ σύγκρουσή του μέ τήν ἐξουσία τῶν ἡμερῶν του, ἐνῶ εὑρισκόταν ὁ ἴδιος  «ἐν διωγμώ», ἔγινε εἰς τό ὄνομα τῆς ἀγάπης γιά τήν πατρίδα του καί τῆς ἀγάπης τοῦ ἑνός, φιλεύσπλαχνου καί πάνσοφου Θεοῦ.

Σᾶς εὐχαριστῶ.

 

 

 

 

Ἐνδεικτική Βιβλιογραφία:

 

Ἄννινου Μπάμπη, Ἱστορικά Σημειώματα – Ὁ Παπουλᾶκης, ἐκδ. Γαλαξία, Ἀθήνα, 1971.

Ἀρμπουνιώτη Εὐθύμιου, Χριστοφόρος Παναγιωτόπουλος ὁ «Παπουλᾶκος» τοῦ Ἄρμπουνα καί ἡ Ὀρθόδοξη πίστη τῶν Ἑλλήνων (1830-1860), 2009.

Γιανναρά Χρήστου, Ὀρθοδοξία καί Δύση στή νεώτερη Ἑλλάδα, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα, 1992.

Δάβου Βύρωνος, Χριστοφόρος Παπουλᾶκος, ὁ καταδιωγμένος καλόγερος, Ἀθήνα, 1986.

Δημητρακόπουλου Φώτη, Βυζάντιο καί Νεοελληνική Διανόηση στά μέσα του 19ου αἰῶνος, ἔκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 1996.

Μεταλληνού Γ. Δ., Παράδοση καί Ἀλλοτρίωση, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα, 1986.

Τοῦ ἰδίου, Ἑλλαδικοῦ αὐτοκέφαλου παραλειπόμενα, Ἀθήνα, 1983.

Μουλατσιώτη Νεκταρίου, ἀρχιμανδρίτου ἐπιμέλεια, Παπουλᾶκος, ὁ Ἅγιος της Πελοποννήσου, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Αὐγουστίνου καί Σεραφείμ Σάρωφ, Τρίκορφα Φωκίδος, 2006.

Μπαστιά Κωστή, Ὁ Παπουλᾶκος, ἕκτη ἔκδοση, ἐκδ. Ἰωάννου Κ. Μπαστιά, Ἀθήνα, 1975.

Παπαδοπούλου Χρυσοστόμου, ἀρχιεπισκόπου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι, 1920.

Πέττα Νεκταρίου, ἀρχιμανδρίτου, Ὁ Ὁσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος ὁ Παπουλᾶκος στή Θήρα (1854) καί στήν Ἄνδρο (1854-1861), Ἀθήνα, 2009.

Πρακτικά τοῦ Α΄ Πανελληνίου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου ἐν Κλειτορίᾳ τή 26η καί 27η τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου 2009 μέ θέμα: «Ὁ Ὅσιος Χριστοφόρος ὁ Παπουλᾶκος» καί Πρακτικά τῆς Α΄ Ἐπιστημονικῆς ἡμερίδας ἐν Θήρᾳ τή Πέμπτη 23η τοῦ μηνός Ἰουλίου 2009 μέ θέμα: «Ὁ Ὁσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος Παπουλᾶκος στή Θήρα καί στήν Ἄνδρο», ἐπιμελεία ἀρχιμανδρίτου Νεκταρίου Ν. Πέττα δρ. Φιλοσοφίας καί Προέδρου τοῦ: Ἰνστιτούτου «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος».

Σαρδελή Κώστα, Χριστοφόρος Παπουλᾶκος καί Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ἐκδ. Σταυρός, 1988.

Σβορώνου Νίκου, Ἐπισκόπηση νεοελληνικῆς ἱστορίας, ἐκδ. Θεμέλιο, Ἀθήνα, 1984.

Σταθοπούλου Θεώνης, Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου, οἱ πολιτικές, κοινωνικές καί θρησκευτικές διαστάσεις του, διδακτορική διατριβή, Ἀθήνα, 1991.

 

*Ἀνακοίνωση τῆς κ. Ἐλένης Κουντουράκη, δρος Φιλοσοφίας, μέ θέμα: «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος: γραμμή ὑπεράσπισης σέ μιάν ἄτυπη δίκη», στή Β΄ Ἐπιστημονική Ἡμερίδα ἀφιερωμένη στόν Παπουλᾶκο, μέ τίτλο: «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος: ὁ σύγχρονος Ἀπόστολος τῆς Ρωμηοσύνης», ἡ ὁποία πραγματοποιήθηκε τό Σάββατο, 18 Μαΐου 2013 στό Μέγαρο τῆς Παλαιᾶς Βουλῆς.

 

 

[1] Χαρακτηρισμούς καί κατηγορίες ἐναντίον τοῦ Παπουλάκου καί μάλιστα δοσμένες μέ πολύ γλαφυρό τρόπο στόν λίβελλο τοῦ Δημήτρη Καμπουράκη Ἅγιος ἀγύρτης πού δημοσιεύτηκε ἀπό τίς ἐκδ. Πατάκη, Ἀθήνα, 2009. Βλ. ἐπίσης Μαίρης Παπαγιαννίδου, «Ἅγιος ἤ διάβολος» στό www.tovima.gr μέ ἡμερομηνία δημοσίευσης 20/12/2009, πού ἀποτελεῖ βιβλιοκριτική του παραπάνω βιβλίου.

[2] Εἰσαγγελέας παρ’ Ἀρείω Πάγω ὁ Ἰωάννης Σωμάκης. Βλ. Θεώνης Σταθοπούλου, Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου, οἱ πολιτικές, κοινωνικές καί θρησκευτικές διαστάσεις του, διδακτορική διατριβή, Ἀθήνα, 1991, σσ. 149-150. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀναιρεῖ αὐτές τίς κατηγορίες σέ ἀπαντητική καί εὐχαριστήρια ἐπιστολή τοῦ «τῷ Ὀσιολογιωτάτῳ Ἀρχιμανδρίτη κυρίω Νεκταρίω Ν. Πέττα» μέ ἡμερομηνία 24 Δεκεμβρίου 2009 ὡς ἑξῆς: «Ὁ Ὀσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος, ὁ ἐπικληθεῖς «Παπουλᾶκος», ἀπεστάλη ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐν ζήλῳ Ἡλιοῦ διά νά κηρύξη τά θεία δικαιώματα, νά διδάξη τήν πατρώαν πίστιν καί νά ἐλέγξη ὀθνείας ἐπιδράσεις εἰς τήν λειτουργίαν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί κοινωνικοῦ σώματος. Ἠγαπήθη μέν σφόδρα ὑπό τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀνεγνώρισεν ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τόν ἐκφραστήν τῆς γνησίας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καί εὐσεβείας, ἐδιώχθη δέ ὑπό τῶν κρατούντων, δι’ οὖς ἐγένετο κατά τό ψαλμικόν ‘βαρύς καί βλεπόμενος’ ὡς δῆθεν ὑποκινητής στάσεως κατά τοῦ πολιτεύματος».

[3] Ἐφ. Αἰών, φύλλ. τοῦ Σαββάτου 27 Ἰουνίου 1853, ἔτος ΙΕ΄, ἀριθμ. 1369.

[4] Βλ. καί Κώστα Σαρδελή, Χριστόφορος Παπουλάκος καί Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ἐκδ. Σταυρός, 1988, σσ. 23-26, καθώς καί Κατσίρα Λεωνίδα, «Οἱ παιδαγωγικές ἀντιλήψεις τοῦ μοναχοῦ Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου (1780 (1875) – 1861) «Παπουλάκου» καί ἡ δράση τοῦ κατά τόν 19ο αἰώνα», στό www.egolpio.com/PLOUTOS_ORTHOD/papoulakos.htm.

[5] Βλ. Ἀ. Γ. Πανώτη, Τό Συνοδικόν της ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας, τόμ. Α΄, Ἀθῆναι, 2008. Γιά τίς διώξεις τοῦ Παπουλάκου γιά τή θέση τοῦ ὑπέρ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου βλ. Νεκταρίου Πέττα ἀρχιμ., Ὁ Ὀσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος ὁ Παπουλάκος στή Θήρα (1854) καί στήν Ἄνδρο (1854-1861), Ἀθήνα, 2009, σσ. 37-38. Γράφει ὁ Κώστας Σαρδελής ἐν Χριστόφορος Παπουλάκος καί Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ὅ.π., σέλ. 9: «… οἱ ἴδιες ἐκεῖνες δυνάμεις τῶν ψευδωνύμων φώτων, τῶν ψευτοπροοδευτικῶν καί τῶν ψευτοδιαφωτιστῶν, πού ταλάνιζαν τό ὑπόδουλο Γένος καί κατά τούς ἀνελέητους χρόνους τῆς αἰχμαλωσίας του καί πού τώρα εἰσβάλλουν καί αὐτές στό κρατίδιο ἐκεῖνο μαζί μέ τούς ξένους καί ἀφοῦ τό ἀποκόψουν τελείως ἀπό τή θηλή τῆς μάνας του, τό ἀπογαλακτίσουν καί τό ἀποπροσανατολίσουν, τοῦ ἐπιβάλλουν συστηματική ἀγωγή ἀλλοτριώσεως τῆς ψυχῆς του, τῆς φυλετικῆς του φυσιογνωμίας. Εἶναι ἡ ἀποθηρίωση τοῦ Γραικυλισμοῦ. Εἶναι ὁ ἀπεμπολισμός τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἡ δημιουργία αὐτοκέφαλης Ἑλλαδικῆς μέ κεφαλή – ὀρθόδοξη αὐτή – καθολικό Βασιλιά καί προτεστάντισσα Βασίλισσα».

[6] Γιά τίς κατηγορίες καί κατακρίσεις ἐναντίον τοῦ Παπουλάκου βλ. καί Μπάμπη Ἄννινου, Ἱστορικά Σημειώματα – Ὁ Παπουλᾶκης, ἐκδ. Γαλαξία, Ἀθήνα 1971.

[7] Βλ. Κωστή Μπαστιά, Παπουλᾶκος, ἕκτη ἔκδοση, ἔκδ. Ἰωάννη Κ. Μπαστιά, Ἀθήνα 1975, σελ. 301.

[8] Μπάμπη Ἄννινου, Ὁ Παπουλᾶκης, ὅ.π., 156-159. Ἡ νέα δίκη ὁρίστηκε γιά τίς 16/9/1853, τελικά ὅμως δόθηκε σιωπηρά ἀναστολή τῆς κατ’ αὐτοῦ ποινικῆς διώξεως.

[9] Μπάμπη Ἄννινου,  ὅ.π., σελ. 127.

[10] ὅ.π., σελ. 130.

[11] Τό ἔγγραφο τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη πρός τόν Νομάρχη Λακωνίας Δούκα μέ ἡμερομηνία 17 Ἰουνίου 1852. Βλ. Θεώνης Σταθοπούλου, Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου, ὅ.π., σελ. 545.

[12] Μπάμπη Ἄννινου, Ὁ Παπουλάκης, ὅ.π., σσ. 148-150.

[13] Οἱ ἐγκύκλιοι αὐτές δέ ἔφεραν πάντοτε ἱκανό ἀριθμό ὑπογραφῶν καί ξεσήκωσαν θύελλα ἀντιδράσεων ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Βλ. τά ἔγγραφα μέ τά πλήρη κείμενα ἐν Θεώνης Σταθοπούλου, Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου, ὅ.π., σσ. 372, 421, 466, 521. Βλ. καί ἐκτενῆ ἀναφορά στίς ἐγκυκλίους στήν «Ἀπάντηση Μητροπολίτη Θήρας στόν Μητροπολίτη Ἠλείας γιά τόν Χριστοφόρο Παπουλάκο», Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010, ἐν www.romfea.gr. Βλ. καί τό ἄρθρο τοῦ Ἀθανασίου Νασιόπουλου γιά τόν Παπουλάκο στό Παγκαλαβρυτινό Βῆμα, τεῦχος 145, Ἰανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος 2010.

[14] Βλ. «Ἀπάντηση Μητροπολίτη Θήρας στόν Μητροπολίτη Ἠλείας», Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010, ὅ.π.

[15] Τό Δικαστήριο τῶν Ἐνόρκων (Κακουργιοδικεῖο Ἀθηνῶν) βρισκόταν στήν ὁδό Σανταρόζα, στό κέντρο τῆς Ἀθήνας, ἔχοντας μεταφερθεῖ ἀπό τήν περιοχή τοῦ Ψυρρῆ ἀπό τό 1902. Ἡ παραπομπή τοῦ Παπουλάκου στό Κακουργιοδικεῖο ἀποφασίστηκε τό Μάρτιο τοῦ 1853. Ἤδη ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1852 μέ Βασιλικό Διάταγμα εἶχε δοθεῖ στούς Λάκωνες γενική ἀμνηστεία ἐκτός ἀπό 9 ἄτομα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα καί ὁ Παπουλᾶκος, ἐνῶ τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1852 τό Δικαστικό Συμβούλιο Πατρών εἶχε ἐκδώσει βούλευμα 145 σελίδων τό ὁποῖο χαρακτήριζε τά Χριστοφορικά καί τά Φλαμιατικά πλημμέλημα. Βλ. Θεώνης Σταθοπούλου, Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου, ὅ.π., σσ.148-149. Βλ. καί Μπάμπη Ἄννινου, Ὁ Παπουλᾶκης, ὅ.π., σσ. 152-153.

[16] Γιά τήν ἵδρυση τοῦ Ἰνστιτούτου: «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος» τό 2008 καί τούς σκοπούς πού ἐξυπηρετεῖ βλ. ἀρχιμανδρίτη Νεκταρίου Πέττα, «Παπουλᾶκος ὁ Προφήτης τοῦ Μοριά», περ. Μάνη χθές, σήμερα, αὔριο, τεῦχος 38, (Ἰανουάριος – Μάρτιος 2009), σσ. 20-23.

[17] «Ὅταν λέμε Ὑπουργεῖο… πάντοτε ὑπάρχει συγκεκριμένη προσωπικότητα πού κατευθύνει τά πράγματα… ὁ Ἀνδρέας Μάμουκας, ὁ ὁποῖος διαρκῶς ὑποκινεῖ… ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι λογιώτατος ἄνθρωπος, εἶναι σπουδαῖος, σπουδαγμένος ἀπό τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία, πού μετέπειτα τήν ὑποδούλωσε στήν ἐξουσία, ἀλλά κινεῖ διαρκῶς τά νήματα. Καί ἐξαναγκάζει μέ ἀπειλές καί τρομοκρατία τούς Ἐπισκόπους νά φέρονται μέ αὐτό τόν ἄδικο τρόπο στόν Παπουλάκο», βλ. Φώτη Δημητρακόπουλου, «Ὁ Γέρων Διονύσιος Ἐπιφανιάδης ὁ Κολλυβᾶς, καί ὁ Χριστοφόρος Παπουλᾶκος», Πρακτικά τοῦ Ἅ΄ Πανελληνίου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου ἐν Κλειτορίᾳ τή 26η καί 27η τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου 2009 μέ θέμα «Ὁ Ὅσιος Χριστοφόρος Παπουλᾶκος», σελ. 73.

[18] Βλ. Νεκταρίου Ν. Πέττα ἀρχιμ., Ὁ Ὀσιώτατος μοναχός Χριστοφόρος ὁ Παπουλᾶκος στή Θήρα (1954) καί στήν Ἄνδρο (1854-1861), Ἀθήνα, 2009, καθώς καί τήν εἰσήγηση τοῦ ἰδίου, «Ὁ Χριστοφόρος Παπουλᾶκος στή Θήρα καί στήν Ἄνδρο», Πρακτικά Α΄ Ἐπιστημονικῆς ἡμερίδος ἐν Θήρᾳ τή Πέμπτη 23η τοῦ μηνός Ἰουλίου 2009 μέ θέμα «Ὁ Ὀσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος Παπουλᾶκος στή Θήρα καί στήν Ἄνδρο», σσ. 225-234.

[19] Βλ. Κωστή Μπαστιά, Παπουλᾶκος, ὅ.π., σσ. 300, 303-304.

[20] Βλ. Στεργίου Ν. Σάκκου, «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος, μάρτυρας τῆς πίστεως», Κοινωνία, Δελτίο τῆς «Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων», ἔτος ΝΕ΄, (Ἰανουάριος – Μάρτιος 2012), τεῦχος  1, σσ. 23-29.

[21] Κωστής Μπαστιάς, Παπουλᾶκος, σσ. 177-183.

[22] ό.π., σσ. 186-195.

[23] ό.π., σσ. 258-261.

[24] Κωστής Μπαστιάς, Παπουλᾶκος, σσ. 194-203, 264.

[25] Βλ. «Ἀπάντηση Μητροπολίτη Θήρας στόν Μητροπολίτη Ἠλείας γιά τόν Χριστοφόρο Παπουλάκο», Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010, εν www.papoulakos.gr.

[26] «Ὁ Χριστοφόρος ἐμφανίζεται σέ μία κρίσιμη στιγμή τῆς ἱστορίας μας. Τό ἐρώτημα, ποῦ κυριαρχεῖ τήν ἐποχή αὐτή, εἶναι: Ἡ Ἑλλάς ποῦ ἀνήκει; Στήν Ἀνατολή ἤ στήν Δύση;» βλ. εἰσήγηση ἀρχιμ. Νεκταρίου Πέττα, «Ἀπό τήν Κλειτορία Ἀχαΐας στό μετερίζι τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους», Πρακτικά τοῦ Ἅ΄ Πανελληνίου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου ἐν Κλειτορίᾳ τή 26η καί 27η τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου 2009 μέ θέμα, «Ὁ Ὅσιος Χριστοφόρος Παπουλάκος», σελ. 55.

[27] Γιά τή σύνδεση τοῦ κινήματος τοῦ Παπουλάκου μέ τήν κολλυβαδική παράδοση βλ. Χαραλάμπη Μπούσια «Κίνημα Κολλυβάδων – Κίνημα Παπουλάκου. Παράλληλα ρεύματα» στά Πρακτικά του Ἅ΄ Πανελληνίου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου, ὅ.π. σσ. 109-128. Βλ. καί Φώτιου Δημητρακόπουλου «Ὁ Γέρων Διονύσιος Ἐπιφανιάδης, ὁ κολλυβᾶς, καί ὁ Χριστοφόρος Παπουλᾶκος», ὅ.π., σσ. 71-75.

[28] «Ὁ ἀγώνας τους [μέ τόν Κοσμᾶ Φλαμιάτο] εἶναι κοινός. Ὄχι ἀντιδυναστικός. Οἱ στόχοι τούς εἶναι σαφεῖς καί ταυτίζονται ἀπολύτως μέ ἐκείνους τῆς ‘Φιλορθόδοξης Ἐταιρείας’ ἡ ὁποία … εἶναι σαφῶς ρωσόφιλη, ἀλλά δέν ἔχει πολιτικούς σκοπούς. Οἱ σκοποί τῆς εἶναι καθαρῶς πνευματικοί καί μόνο λόγω «ὁμοδοξίας» προσβλέπει πρός τήν Ρωσία, ὅπως, ἄλλωστε, συνέβαινε καί κατά τούς χρόνους τῆς δουλείας μέ τούς πατριῶτες ἀγωνιστές καί τό σύνολο τοῦ ὑπόδουλου λαοῦ. Οἱ στόχοι τῆς εἶναι: Ἡ Ἑλλαδική Ἐκκλησία νά ἐπανέλθει στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὁ Ὄθωνας νά βαπτισθεῖ ὀρθόδοξος, νά σταματήσουν οἱ προδοσίες εἰς βάρος τῆς πίστεως καί τοῦ λαοῦ καί νά ἐπαναστατήσουν τά Ἰόνια Νησιά κατά τῆς ἀγγλικῆς τυραννίας». Βλ. Κώστα Σαρδελή, Χριστοφόρος Παπουλάκος καί Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ὅ.π., σσ.20-21.

[29] Σύμφωνα μέ μαρτυρίες τοῦ μαθητῆ τοῦ Παπουλάκου ἀπό τήν Πάτρα Δημητρίου Γιαννόπουλου, ὅπως αὐτές καταγράφονται στά χειρόγραφά του, «Πρός τήν Ἀ. Θ. Π. τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο καί τήν περί Αὐτό Ἅγια καί Ἱερά Σύνοδο – Ψήφισμα τῆς Ἕνωσης τῶν Ἁπανταχοῦ Ἀρμπουναίων» βλ. στό «Ὀργή Καλαβρυτινῶν γιά τίς ὑβριστικές ἐπιστολές τοῦ Σέβ. Μητρ. Ἠλείας κ. Γερμανοῦ γιά τόν ὅσιο Χριστοφόρο Παπουλάκο», ἐν www.kalavrytanews.com, ἡμερ. δημοσίευσης Παρασκευή 12 Ἀπριλίου 2013.

[30] Σύμφωνα καί μέ ὅσα ἔλεγε ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, «Ποία δέ ταῦτα τά φῶτα; Τά τῆς καινοτόμου δηλαδή καί καινοφανοῦς διδασκαλίας! Ὅσα φέρουσιν εἰς τό τυφλόν τῶν Ἑλλήνων ἔθνος οἱ καλλιφεγγεῖς φωστῆρες, οἱ ἀπό δυσμῶν ἀνατείλαντες… μνήσθητι τό προφητικόν, ‘Οὐαί οἱ τιθέντες τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος!’… ὀνομάζων φῶς τό σκότος τῆς Ἀβύσσου, τό ὁποῖον ἄνθρωποι τωόντι φωτοσβέσται φυσώσιν… ὅπως ἐγκατασβέσωσιν εἰς τᾶς ψυχᾶς τῶν Ἑλλήνων τό φῶς τῆς πατροπαραδότου πίστεως, ἐν ἤ ὁ ἀληθής φωτισμός, καί δι’ ἤς μόνης περιγίνεται καί ἡ ἐλευθερία, καί ἡ πρός τά κρείττω πρόοδος, καί ἡ εὐδαιμονία τῆς πατρίδος», Ἐπίκρισις εἰς τήν περί Νεοελληνικῆς Ἐκκλησίας σύντομον ἀπάντησιν τοῦ σοφολογιωτάτου διδασκάλου κυρίου Νεοφύτου Βάμβα, Ἀθήνησιν, 1839, σσ. 333-334. Βλ. καί Φώτη Δημητρακόπουλου, Βυζάντιο καί Νεοελληνική Διανόηση στά μέσα του δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 1996, σέλ. 156. Βλ. ἐπίσης τό κεφ. «Τά ψευδώνυμα φῶτα» ἐν Κώστᾳ Σαρδελή, Χριστόφορος Παπουλάκος καί Κοσμᾶς Φλαμιάτος, ὅ.π., σσ 7-9.

[31] Μέ τό Βασιλικό Διάταγμα τῆς 1 Ἰανουαρίου 1854 οὐσιαστικά «ἐπεξετάθη εἰς τούς ἐν αὐτῷ ἀναφερομένους Χριστοφόρον Παναγιωτόπουλον ἤ Παπουλάκον κ.λ.[Γεώργιον Καπετανάκην καί Βασίλειον Ζερβομπεάκον]ἡ ἀπονεμηθεῖσα ἀμνηστεία διά τοῦ διατάγματος τῆς 9 Αὐγούστου 1852 ἕνεκα τῶν κατά τήν Λακωνίαν ἀνταρτικῶν κινημάτων». Βλ. Θεώνης Σταθοπούλου, Τό κίνημα τοῦ Παπουλάκου, ὅ.π., σελ. 707.

[32] Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, «Ἡ πρόκληση τοῦ Διαφωτισμοῦ καί οἱ «Κολλυβάδες» πατέρες», περ. Πειραϊκή Ἐκκλησία, ἔτος 18ο, ἀρ. φύλλ. 205, Ἰούνιος 2009. Γιά τόν Παπουλάκο καί τόν ἀγώνα τοῦ ἐνάντια στή διείσδυση τῆς δυτικῆς θεολογίας στήν Ἑλλάδα κατά τήν ἐποχή τοῦ βλ. καί Ἁγιορείτου Μοναχοῦ Μωυσέως «Μοναχός Χριστοφόρος Παπουλάκος», περ. Ὀρθόδοξος Τύπος, 15 Ἰουλίου 2011, ὅπως καί στό www.papoulakos.gr/osios-papoulakos.html (21/4/2013).

[33] Τό 2001 ἡ Ἕνωση Ἀρμπουναίων κατέθεσε στή Μητρόπολη Αἰγιαλείας καί Καλαβρύτων αἴτημα ἀναγνώρισης καί ἐνδεχόμενης ἁγιοκατάταξης τοῦ μοναχοῦ Παπουλάκου. Ἐν συνέχειᾳ ἡ Μητρόπολη Αἰγιαλείας καί Καλαβρύτων κατέθεσε τό αἴτημα στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ἀρ. πρωτ. 640/29-10-2004) τό ὁποῖο ἀπερρίφθη (ἀρ. πρωτ. 3706/24-2-2005). Ἐκτός ἀπό τήν Ἕνωση Ἁπανταχοῦ Ἀρμπουναίων, ὑπέρ τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ ἔχουν ταχθεῖ μέ ψηφίσματά τους ὁ Δῆμος Κλειτορίας, ἡ Ὁμοσπονδία ὅλων τῶν Πολιτιστικῶν Συλλόγων καί Ἑνώσεων τοῦ Δήμου Κλειτορίας («Ὁ ἀρχαῖος Κλείτωρ»), ἡ Παγκαλαβρυτινή Ἕνωση καί τό: Ἰνστιτοῦτο «Χριστοφόρος Παπουλᾶκος», φορεῖς ἀπό τή Μάνη καθώς καί φορεῖς ἀπό τή Θήρα καί τήν Ἄνδρο ἐνῶ τήν ἀντίθεση καί τίς ἀμφιβολίες τοῦ ἔχει ἐκφράσει ὁ Μητροπολίτης Ἠλείας  Γερμανός. Βλ. «Ἄρθρο Ἠλείας Γερμανοῦ γιά Παπουλάκο» (Παρασκευή 15 Ἰανουαρίου 2010) ἐν www.papoulakos.gr, βλ. καί ἄρθρο τοῦ Ἀθανασίου Νασιόπουλου, Προέδρου τῆς Ἕνωσης Ἀρμπουναίων στό Παγκαλαβρυτινό Βῆμα, τεῦχος 145, Ἰανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος 2010.

[34] Βλ. Κ. Μ. Ράλλη, «Περί τῆς τῶν Ἁγίων ἀνακηρύξεως» ἐν Ἑκατονταετηρίς Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 1837-1937. Ἐπιστημονικαί συμβολαί, Ἀθῆναι, σσ. 20-21.

Θα χαρούμε να ακούσουμε τις σκέψεις σας

Αφήστε ένα σχόλιο

Το Ρωμαίικο
Logo

Ραδιόφωνο του Ρωμαίικου