Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Διάγνωση ἀποθεραπείας / Γιά τόν γέροντα Παΐσιο

Διάγνωση ἀποθεραπείας / Γιά τόν γέροντα Παΐσιο

Διήγηση Ἰ­ω­άν­νου Δι­α­κο­γε­ωρ­γί­ου, Ρό­δος: «Τόν Μάρ­τιο τοῦ 1993, δι­α­πι­στώ­θηκε ὅ­τι εἶ­χα καρ­κί­νω­μα τοῦ ρι­νο­φά­ρυγ­γα καί οἱ για­τροί μοῦ συ­νέ­στη­σαν νά κά­νω ἀ­μέ­σως θε­ρα­πεί­α γιά νά μήν προ­χω­ρή­ση ἡ ἀ­σθέ­νεια.

»Γιά τόν λό­γο αὐ­τό, με­τέ­βη­κα ἐ­πει­γόν­τως σέ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νο κέν­τρο θε­ρα­πεί­ας γιά κε­φά­λι καί λαι­μό στό Λον­δί­νο καί συγ­κε­κρι­μέ­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο “Royal Mavsden Hospital”, ὅ­που ἐ­κεῖ οἱ για­τροί ἀ­πο­φά­σι­σαν νά μοῦ κά­νουν 30 ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες γιά νά κά­ψουν τόν ὄγ­κο, δι­ό­τι στό ση­μεῖ­ο πού βρι­κό­ταν δέν μπο­ροῦ­σε νά χει­ρουρ­γη­θῆ.

»Ὁ φό­βος τῆς ἀ­σθέ­νειάς μου ἐ­μέ­να καί τήν σύ­ζυ­γό μου μᾶς εἶ­χε κα­τα­κυ­ρι­εύ­σει καί ἡ μό­νη μας πα­ρη­γο­ριά ἦ­ταν ἡ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Καί πράγ­μα­τι, ὁ Θε­ός μᾶς ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους ἐ­κεῖ στό ξέ­νο μέ­ρος νά μᾶς βο­η­θή­σουν καί νά μᾶς δί­νουν κου­ρά­γιο. Αὐ­τοί ἦ­ταν μιά οἰ­κο­γέ­νεια Κυ­πρί­ων, πού ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι εὐ­σε­βεῖς καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ πε­θε­ρά τοῦ φί­λου μας ἡ κυ­ρί­α Λού­λα Σο­φο­κλέ­ους, ἡ ὁ­ποί­α εὐ­λα­βεῖ­το πο­λύ τήν ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα δι­ό­τι ὅ­πο­τε ἡ ἴ­δια εἶ­χε πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας, ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα τήν ἔ­κα­νε κα­λά. Ἔ­τσι τήν πα­ρα­κά­λε­σε καί γιά μέ­να νά μέ κά­νη κα­λά, γιά νά ἐ­πι­στρέ­ψω ὑ­γι­ής στά δύ­ο ἀ­νή­λι­κα τό­τε κο­ρι­τσά­κια μου.

»Ἕ­να βρά­δυ, χτύ­πη­σε τό τη­λέ­φω­νο ἐ­νῶ βρι­σκό­μουν στήν δέ­κα­τη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α. Ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς εἶ­πε ὅ­τι τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί τῆς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­χα τό καρ­κί­νω­μα στόν ρι­νο­φά­ρυγ­γα, δι­ό­τι τόν εἶ­χε ἀ­φαι­ρέ­σει καί μά­λι­στα, τῆς ἔ­δει­ξε τήν πα­λά­μη της καί τῆς εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βα­λε σέ γύ­ψο γιά νά μήν ξα­να­βγῆ.

»Ὅ­ταν τό ἀ­κού­σα­με αὐ­τό, κλαί­γα­με ἀ­πό χα­ρά ἐ­γώ καί ἡ σύ­ζυ­γός μου καί ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή μέ­χρι τό τέ­λος τῆς θε­ρα­πεί­ας, ἤ­μουν βέ­βαι­ος ὅ­τι ὅ­λα θά πή­γαι­ναν κα­λά. Καί πράγ­μα­τι, οἱ για­τροί μοῦ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σαν ὅ­τι ὁ ὄγ­κος εἶ­χε κα­εῖ καί μέ τίς ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καί μέ­χρι τήν τρι­α­κο­στή δέν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τί­πο­τε στόν ρι­νο­φά­ρυγ­γά μου.

»Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στήν Ρό­δο με­τά ἀ­πό δύ­ο μῆ­νες, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου ἦ­ταν νά ἐ­πι­σκε­φθῶ τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τούς Ἁ­γί­ους Τό­πους, νά εὐ­χα­ρι­στή­σω τήν Πα­να­γί­α, τόν Χρι­στό καί τούς Ἁ­γί­ους μας πού μέ ἔ­κα­ναν κα­λά.

Ξε­κί­νη­σα μό­νος ἀ­πό τήν Ρό­δο, τόν Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1993, γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἐ­κεῖ σέ μιά Μο­νή γνώ­ρι­σα δύ­ο παι­διά, τά ὁ­ποῖ­α μοῦ μί­λη­σαν γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο ὅ­τι ἔ­κα­νε θαύ­μα­τα, ὅ­τι ἦ­ταν δι­ο­ρα­τι­κός καί μοῦ εἶ­παν ἄν ἤ­θε­λα νά πή­γαι­να μα­ζί τους νά τόν ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με στό Κελ­λί του, στήν “Πα­να­γού­δα”. Ἐ­γώ, φυ­σι­κά μέ χα­ρά τό δέ­χθη­κα αὐ­τό.

»Ὅ­ταν φθά­σα­με ἦ­ταν ἐ­ρη­μιά. Κα­θή­σα­με ἔ­ξω ἀ­πό τήν συρ­μά­τι­νη πόρ­τα καί βλέ­πα­με μή­πως φα­νῆ ὁ Γέ­ρον­τας, για­τί στό δρό­μο ἀ­κού­σα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Τά λε­πτά περ­νοῦ­σαν, ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας δέν φαι­νό­ταν. Ἐ­πει­δή ἦ­ταν καί ἀ­πό­γευ­μα, τά παι­διά φο­βή­θη­καν ὅ­τι θά σκο­τεί­νια­ζε καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι ἄ­δι­κα πε­ρι­μέ­νου­με καί ὅ­τι πρέ­πει νά φύ­γου­με. Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά φύ­γω, ἤ­θε­λα νά τόν δῶ. Ἤ­θε­λα μιά ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση ὅ­τι θε­ρα­πεύ­τη­κα ἐν­τε­λῶς. Ἄρ­χι­σα νά κά­νω κομ­πο­σχοί­νι καί πα­ρα­κα­λοῦ­σα τήν Πα­να­γί­α νά τόν βγά­λη ἔ­ξω ἀ­πό τό σπι­τά­κι. Με­τά ἀ­πό λί­γο, ἀ­κού­στη­κε ἡ πόρ­τα τοῦ Κελ­λιοῦ νά ἀ­νοί­γη καί φά­νη­κε ὁ Γέ­ρον­τας! Ἦλ­θε, ἄ­νοι­ξε τήν αὐ­λό­πορ­τα, μᾶς κέ­ρα­σε λου­κού­μι καί μᾶς εἶ­πε νά πι­οῦ­με δρο­σε­ρό νε­ρό πού εἶ­χε ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Με­τά μπή­κα­με στόν πε­ρί­βο­λο. Μέ­σα σ᾿ ἕ­να–δύ­ο λε­πτά, γέ­μι­σε ἀ­πό κό­σμο ἡ αὐ­λή του.

»Μᾶς εἶ­πε, νά χω­ρι­στοῦ­με σέ δύ­ο ὁ­μά­δες, σέ αὐ­τούς πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καί στούς ὑ­πό­λοι­πους. Ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ σει­ρά μου, μέ ρώ­τη­σε:

― Ἀ­πό ποῦ εἶ­σαι; καί τοῦ λέ­ω:

― Ἀ­πό τήν Ρό­δο.

― Καί ἦλ­θες ἀ­πό τό­σο μα­κρυ­ά; Τοῦ εἶ­πα:

― Ἀρ­ρώ­στη­σα μέ καρ­κί­νο στό φά­ρυγ­γα. Μοῦ λέ­ει:

― Τί θέ­λεις ἀ­πό μέ­να; Καί ἀ­πάν­τη­σα:

― Μιά προ­σευ­χή, Γέ­ρον­τα. Τό­τε μέ ἔ­βα­λε μέ­σα στό σπι­τά­κι του καί ἐ­κεῖ­νος μπῆ­κε στό Ἱ­ε­ρό καί ὅ­ταν βγῆ­κε μοῦ εἶ­πε νά σκύ­ψω, προ­σευ­χή­θη­κε, μέ σταύ­ρω­σε καί μοῦ εἶ­πε:

― Ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί χω­ρίς νά τοῦ μι­λή­σω ἐ­γώ γιά τήν ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί ὁ ἅ­γιος Παν­τε­λε­ή­μο­νας σέ ἔ­χουν κά­νει κα­λά. Νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι καί νά κοι­νω­νᾶς τα­κτι­κά.

»Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σα καί ὅ­πως ἤ­μουν χα­ρού­με­νος πῆ­γα νά φύ­γω, ἀλ­λά στα­μά­τη­σα για­τί ἤ­θε­λα νά τόν ρω­τή­σω καί γιά τήν μι­κρή μου κό­ρη πού εἶ­χε πε­ρά­σει καί ἐ­κεί­νη σο­βα­ρό πρό­βλη­μα μέ τό αἷ­μα της, ὅ­μως ντρε­πό­μουν νά τόν ἀ­πα­σχο­λή­σω κι ἄλ­λο. Τό­τε αὐ­τός στα­μά­τη­σε καί πε­ρί­με­νε νά τοῦ κά­νω τήν ἐ­ρώ­τη­ση. Καί μοῦ ἀ­πάν­τη­σε: “Οὔ­τε καί ἡ κό­ρη σου ἔ­χει τί­πο­τε”. Ἡ χα­ρά μου δέν πε­ρι­γρα­φό­ταν. Ἀ­πό τό­τε καί μέ­χρι σή­με­ρα, ἡ κό­ρη μου καί ἐ­γώ εἴ­μα­στε κα­λά.

»Τόν εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ καί εὔ­χο­μαι ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό πού βρί­σκε­ται νά προ­σεύ­χε­ται γιά ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη».

 

Ἀπό περιοδικό «Ἐρῶ»

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος