Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ / Μανώλης Καλομοίρης*

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ / Μανώλης Καλομοίρης*

(…) Δὲν πρέ­πει νὰ συν­ταυ­τί­ζου­με τὸ Δη­μο­τι­κὸ τρα­γού­δι μὲ τὸ Λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι.

Μὲ τὸ πρῶ­το ἐν­νο­οῦ­με μί­α με­λω­δί­α, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ ποί­η­ση, βγαλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα τοῦ ἴ­διου τοῦ λα­οῦ. Ἡ με­λω­δί­α αὐ­τὴ φυ­σι­κά, πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ ἢ λί­γα χρό­νια, θὰ τρα­γου­δί­στη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο λα­ϊ­κὸ μου­σι­κὸ ποὺ θὰ τὴν πρω­το­εμ­πνεύ­στη­κε. Ἀ­πὸ στό­μα ὅ­μως σὲ στό­μα, κι ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριό, κι ἀ­πὸ στε­ρι­ὲς καὶ πέ­λα­γα καὶ μυ­ρω­μέ­να νη­σά­κια, ποὺ οἱ φτε­ρω­τοί της ἦ­χοι πέ­ρα­σαν, ὁ λα­ὸς τὴν ἔ­πλα­σε, τὴν ἀ­φο­μοί­ω­σε, τὴν με­τα­σχη­μά­τι­σε καὶ τὴν ἔ­κα­νε ἔ­τσι ὁ­λό­τε­λα δι­κή του. Δί­και­α λοι­πὸν θε­ω­ρεῖ­ται χτῆ­μα τοῦ λα­οῦ καὶ ὁ ἄ­γνω­στος πρῶ­τος λα­ϊ­κὸς συν­θέ­της χά­νε­ται μέ­σα στὴ σει­ρὰ τὴ με­γά­λη τῶν ἐ­πί­σης ἀ­νώ­νυ­μων συ­νερ­γα­τῶν του.

Γιὰ νὰ γί­νη ὅ­μως αὐ­τό, φυ­σι­κά, ἡ πρω­ταρ­χι­κὴ με­λω­δί­α θὰ ἤ­τα­νε βα­σι­σμέ­νη στὰ ἁ­πλὰ κι ἀ­σά­λευ­τα το­νι­κὰ καὶ ρυθ­μι­κὰ θε­μέ­λια ποὺ ἐ­πά­νω τους εἶ­ναι χτι­σμέ­νες κ᾿ ἄλ­λες ἀ­νά­λο­γες λα­ϊ­κὲς μου­σι­κὲς ἐμ­πνεύ­σεις.

Δι­α­φο­ρε­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ ξε­κί­νη­μα τῆς Λα­ϊ­κῆς μου­σι­κῆς. Τὴ Λα­ϊ­κὴ μου­σι­κὴ τὴ γρά­φει κά­ποι­ος γνω­στὸς μου­σι­κὸς συν­θέ­της μὲ σκο­πὸ νὰ γί­νη γνω­στὴ καὶ ν᾿ ἀ­γα­πη­θῆ ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ λα­ό, νὰ τὸν τέρ­ψη, νὰ τὸν συγ­κι­νή­ση ἢ νὰ τὸν ἐν­θου­σιά­ση.

Φυ­σι­κὰ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἡ μου­σι­κὴ αὐ­τὴ θὰ εἶ­ναι ἁ­πλή, εὔ­λη­πτη καὶ ἀν­τι­λη­πτὴ στὰ λα­ϊ­κὰ αὐ­τιὰ καὶ στὴ λα­ϊ­κὴ ψυ­χή. Δὲν εἶ­ναι πάν­τα ἀ­νάγ­κη ἡ λα­ϊ­κὴ μου­σι­κὴ νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι γραμ­μέ­νη ὥ­στε νὰ μπο­ρῆ νὰ τὴν τρα­γου­δή­ση ὁ κά­θε ἕ­νας ἁ­πλὸς λα­ϊ­κὸς τρα­γου­δι­στής, ἢ νὰ τὴν παί­ξη κά­θε λα­ϊ­κὸς ὀρ­γα­νο­παί­χτης. Πρέ­πει ὅ­μως νὰ μπο­ρῆ νὰ τὴ νοι­ώ­ση σὰ μί­α δι­κή του μου­σι­κὴ γλώσ­σα καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­πή­ση.

Ἔ­τσι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ κα­θο­ρί­σου­με πὼς Δη­μο­τι­κὸ τρα­γού­δι εἶ­ναι μί­α μου­σι­κὴ ποὺ ὁ λα­ὸς μᾶς προ­σφέ­ρει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος, κά­τι ὅ­που ἔ­χει κλεί­σει μέ­σα του τὴν ψυ­χή του, τοὺς κα­ϋμούς του, τὰ ὄ­νει­ρά του, καὶ ποὺ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­ει μὲ τὰ ἁ­πλού­στα­τα, ἀλ­λὰ πει­στι­κό­τα­τα τε­χνι­κὰ μέ­σα ποὺ ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του.

Ἀν­τί­θε­τα, Λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι εἶ­ναι κά­τι ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς προ­σφέ­ρου­με ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς χώ­ρας, οἱ πιὸ –ἂς αὐ­το­τι­τλο­φο­ρη­θοῦ­με– μορ­φω­μέ­νοι, στὶς λα­ϊ­κὲς μά­ζες, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς θὰ τὸ νοι­ώ­σου­με, θὰ τὸ κά­νου­με δι­κό τους.

Ἀ­πὸ τὰ λί­γα αὐ­τὰ λό­για βλέ­που­με πό­σο με­γά­λη καὶ ἱ­ε­ρὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­στο­λὴ ἑ­νὸς συν­θέ­τη λα­ϊ­κῶν τρα­γου­δι­ῶν, ἀλ­λὰ καὶ πό­σο με­γά­λη εἶ­ναι ἡ εὐ­θύ­νη του.

Ὁ συν­θέ­της αὐ­τὸς πρέ­πει νὰ ἐμ­πνευ­σθῆ μί­α μου­σι­κή, ποὺ ἡ ἀ­πο­στο­λή της δὲν εἶ­ναι νὰ ἐκ­φρά­ση μό­νο τὰ δι­κά του συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­δεί­ξη τὶς τε­χνι­κές του ἱ­κα­νό­τη­τες ἢ προ­τι­μή­σεις, ἀλ­λὰ πρὶν ἀ­π᾿ ὅ­λα νὰ μι­λή­ση στὴν καρ­διὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τή του ἁ­πλὰ καὶ μὲ σα­φή­νεια, ἔ­τσι ποὺ νὰ γί­νη ἀν­τι­λη­πτὸς ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να.

Τό­τε μό­νο ὁ ἁ­πλο­ϊ­κὸς ἀ­κρο­α­τής του θὰ νοι­ώ­ση τὴν με­λω­δί­α ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρουν σὰν κά­τι δι­κό του, σὰν κά­τι ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε καὶ ὁ ἴ­διος νὰ ἔ­χει πρω­το­τρα­γου­δή­σει.

Ὅ­ταν ἡ μου­σι­κὴ ποὺ προ­σφέ­ρε­ται στὸ λα­ὸ εἶ­ναι ἁ­γνή, εἰ­λι­κρι­νής, βγαλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή του, αὐ­τὸς θὰ τὴν κά­νη χτῆ­μα του, θὰ ἀ­νυ­ψω­θῆ ψυ­χι­κὰ καὶ θὰ τὴν ἀ­νυ­ψώ­ση. Ὅ­ταν πά­λι ἡ μου­σι­κὴ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­να­φο­μοί­ω­τη, ξέ­νη καὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο τῶν λα­ϊ­κῶν συ­ναι­σθη­μά­των, ὁ λα­ὸς θὰ τὴν ἀ­πορ­ρί­ψη, θὰ τὴν ἀ­γνο­ή­ση ἢ θὰ τὴν πε­ρι­φρο­νή­ση.

Ὅ­μως ὁ κίν­δυ­νος δὲ βρί­σκε­ται τό­σο στὸ εἶ­δος τῆς μου­σι­κῆς ποὺ μπο­ρεῖ μὲ κα­λὴ πρό­θε­ση ἴ­σως νὰ μὴν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λη γιὰ τὴ λα­ϊ­κὴ ἀν­τί­λη­ψη. Ὁ κίν­δυ­νος, καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὸν τό­πο μας, βρί­σκε­ται ἀλ­λοῦ: Στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α τῶν λα­ϊ­κῶν τρα­γου­δι­ῶν. (…)

Μᾶς χρει­ά­ζονται τρα­γού­δια λα­ϊ­κά, τρα­γού­δια γραμ­μέ­να πρὶν ἀ­π᾿ ὅ­λα μὲ πραγ­μα­τι­κὴ συγ­κί­νη­ση, μὲ ἀ­λη­θι­νὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ πνο­ή, ἀλ­λὰ καὶ συγ­χρό­νως ἁ­πλά, εὔ­λη­πτα, βα­σι­σμέ­να ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ το­νι­κὸ αἴ­σθη­μα, στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ ρυθ­μό, στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη τῆς ὀ­μορ­φιᾶς, τῆς χά­ρης. Τρα­γού­δια ποὺ νὰ εἶ­ναι ἁ­πλὰ σὰν τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ ἥ­λιο, μυ­ρω­μέ­να κι ὁ­λό­δρο­σα. (…)

Για­τί ἑλ­λη­νι­κὴ μου­σι­κὴ δὲν εἶ­ναι μό­νο ζή­τη­μα τρό­πων, ἤ­χων καὶ ρυθ­μῶν, εἶ­ναι καὶ κά­τι τὸ πο­λὺ πιὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό, τὸ πο­λὺ πιὸ ἀ­σύλ­λη­πτο. Εἶ­ναι ζή­τη­μα κα­θα­ρὰ ψυ­χι­κό. Νοι­ῶ­σε πρώ­τ᾿ ἀ­π᾿ ὅ­λα μέ­σα στὴν ψυ­χή σου τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ φύ­ση, τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ θρύ­λο, τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ καὶ ἡ ἔμ­πνευ­σή σου αὐ­τό­μα­τα θὰ εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κή. Ἡ με­λέ­τη τῆς ἁρ­μο­νι­κῆς ἀν­τι­στι­κτι­κῆς καὶ ἐ­νορ­χη­στρω­τι­κῆς τέ­χνης εἶ­ναι βέ­βαι­α ἀ­πα­ραί­τη­τες προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ τὴν αἰ­σθη­τι­κὴ λύ­ση τοῦ ζη­τή­μα­τος ἑλ­λη­νι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­ϊ­κοῦ τρα­γου­διοῦ.

Μό­νο σὰν ἀ­πο­κτή­σου­με ἀ­λη­θι­νὸ λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι καὶ βροῦ­με τὰ μέ­σα νὰ τὸ δι­α­δώ­σου­με κα­τάλ­λη­λα –πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι καὶ τό­σο εὔ­κο­λο– θὰ στα­μα­τή­σου­με τὸ θλι­βε­ρὸ μου­σι­κὸ κα­τή­φο­ρο ποὺ παίρ­νει ὁ λα­ός μας.

Μό­νο τό­τε θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὸ το­νι­κό του αἴ­σθη­μα, νὰ βελ­τι­ώ­σου­με τὴ μου­σι­κὴ καὶ ποι­η­τι­κή του κα­λαι­σθη­σί­α, καὶ νὰ ξυ­πνή­σου­με ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ τὸ δη­μι­ουρ­γι­κό του ἔν­στι­χτο. (…)

Ὅ­μως ὑ­πάρ­χει καὶ κά­τι ἄλ­λο, κά­τι ποὺ ἀν­τί­στρο­φα θὰ βο­η­θή­ση καὶ θὰ συν­τε­λέ­ση στὸν ἴ­διο σκο­πὸ ἀ­πὸ ἄλ­λη με­ριά.

Τὸ Δη­μο­τι­κὸ τρα­γού­δι: Τὸ τρα­γού­δι ποὺ ὁ λα­ὸς ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε, ὑ­φί­στα­ται, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας μου­σι­κὴ πα­ρά­δο­ση, μί­αν ἀ­πί­στευ­τη κα­κο­με­τα­χεί­ρι­ση στὸν τό­πο μας ἀ­πὸ μου­σι­κούς, μου­σι­κο­λό­γους καὶ μου­σι­κοὺς ἐ­ρευ­νη­τές. (…)

Ἡ ἐ­θνι­κὴ μου­σι­κὴ εἶ­ναι (πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο) ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ζή­τη­μα τῆς ψυ­χο­σύν­θε­σης τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ της, καὶ δὲ βρί­σκε­ται μό­νο στὸ χρῶ­μα ἢ στὸ χα­ρα­κτή­ρα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προσ­δώ­ση ὁ μου­σι­κὸς στὴν ἔμ­πνευ­σή του, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἢ ἀ­πο­μι­μού­με­νος μί­α δη­μο­τι­κὴ με­λω­δί­α τοῦ τό­που του.

Ἀ­κό­μα λι­γώ­τε­ρο δὲν λύ­νε­ται τὸ ζή­τη­μα τῆς Ἐ­θνι­κῆς μου­σι­κῆς δη­μι­ουρ­γί­ας μὲ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας τοῦ δη­μο­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ.

Ἔ­ξω ὅ­μως ἀ­πὸ τὸ ζή­τη­μα τῆς ἄ­με­σης ἐ­πί­δρα­σης τοῦ δη­μο­τι­κοῦ τρα­γου­διοῦ στὴ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση, τὸ Δη­μο­τι­κὸ τρα­γού­δι εἶ­ναι μί­α πο­λύ­τι­μη καὶ ἀ­νε­χτί­μη­της ὀ­μορ­φιᾶς πα­ρα­κα­τα­θή­κη, ποὺ μᾶς χα­ρί­ζει ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς λα­ός, καὶ ποὺ μὲ κά­θε τρό­πο ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοὶ ἐκ­πρό­σω­ποί του ἔ­χου­με χρέ­ος, ὄ­χι μό­νο νὰ δι­α­φυ­λά­ξου­με, νὰ με­λε­τή­σου­με, ἀλ­λὰ καὶ νὰ τὴν με­τα­δώ­σου­με στὸ μου­σι­κὸ πιὸ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο κοι­νό, γιὰ νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­ση μὲ τὶς θαυ­μα­στὲς με­λω­δί­ες τά ­ξε­νι­κὰ μου­σι­κὰ προ­ϊ­όν­τα «δείγ­μα­τα ἄ­νευ ἀ­ξί­ας», ποὺ μᾶς κα­τα­κλύ­ζου­νε… (…)

Ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε ἕ­να σού­ρου­πο στὴν βου­νο­πλα­γιὰ ἑ­νὸς πα­νώ­ριου Ἑλ­λη­νι­κοῦ βου­νοῦ, κι ἀ­κοῦ­με ἀ­πὸ μα­κρυ­ὰ τὴ φλο­γέ­ρα ἑ­νὸς βο­σκοῦ νὰ σι­γο­λα­λά­η μὲ κα­ϋ­μό, καὶ τὰ τρο­κά­νια τῶν ἀρ­νι­ῶν νὰ ἀ­χο­λο­γᾶ­νε ἁρ­μο­νι­κά, ἐ­νῶ τὸ ἀ­ε­ρά­κι μυ­ρω­μέ­νο μᾶς ψι­θυ­ρί­ζει τὰ αἰ­θέ­ρια του μυ­στι­κά, κι ὁ κάμ­πος φαν­τά­ζει ὁ­λο­πρά­σι­νος ἀ­πὸ κά­τω, φυ­σι­κὰ θὰ νοι­ώ­σου­με μί­α τέ­τοι­α ἀ­σύγ­κρι­τη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔ­ξαρ­ση μί­α τέ­τοι­α ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­νά­τα­ση, ποὺ δὲν θὰ τὴ βροῦ­με οὔ­τε στὴν πιὸ ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὴ ποι­με­νι­κὴ συμ­φω­νί­α.

Δὲν εἶ­ναι ὅ­μως μό­νο ἡ μου­σι­κὴ τοῦ τσο­πά­νου, δὲν εἶ­ναι μό­νο τὰ τρο­κά­νια τοῦ κο­πα­διοῦ, εἶ­ναι ὅ­λη ἡ φύ­ση ποὺ μᾶς στέλ­νει τὸ προ­αι­ώ­νιο ἀ­θά­να­το τρα­γού­δι των, καὶ ποὺ μι­λά­ει μέ­σα στὴν ψυ­χὴ καὶ στὴν καρ­διά μας!

Τὸν ἴ­διο τσο­πά­νο, μὲ τὴν ἴ­δια φλο­γέ­ρα καὶ τὰ ἴ­δια τρο­κά­νια, ἂν τὸν ἀ­κού­σω­με μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα μί­ας συ­ναυ­λί­ας ἢ ἀ­κό­μη κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἑ­νὸς ρα­δι­ο­φώ­νου, θὰ μᾶς ἀ­πο­γο­η­τεύ­ση ἀρ­κε­τά, ἴ­σως μά­λι­στα καὶ μᾶς κά­νει νὰ πλή­ξω­με, ἔ­τσι ξε­ρὴ καὶ γυ­μνὴ ποὺ θ᾿ ἀ­κού­σω­με τὴ με­λω­δί­α του χω­ρὶς τὴν ὑ­πέ­ρο­χη, τὴ θε­ϊ­κὴ συ­νο­δεί­α ποὺ μᾶς χα­ρί­ζει ἡ ἴ­δια ἡ Φύ­ση, ἡ ἴ­δια ἡ γῆ τῆς Ἑλ­λά­δος μας…

Τὸ ἴ­διο σὰν κά­τω ἀ­πὸ τὰ δα­σιὰ πλα­τά­νια, στὴν ἀ­κρο­πο­τα­μιά, βερ­γο­λυ­γε­ρὲς σέρ­νουν τὸ χο­ρό, καὶ τὶς συ­νο­δεύ­ου­νε τὰ λα­ϊ­κὰ ὄρ­γα­να ἢ ἕ­νας λε­βέν­της τρα­γου­δά­ει τὴν ὀ­μορ­φιὰ ἢ τὸν κα­ϋ­μὸ τῆς ἀ­γά­πης, τὸν Λύγ­κο τὸν λε­βέν­τη τὸν ἀρ­χι­λη­στή, ἂν αὐ­τὰ τὰ με­τα­φέ­ρου­με στὴν αἴ­θου­σα μί­ας συ­ναυ­λί­ας ἢ στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ξε­ρὰ ὅ­πως λέ­γον­ται, χω­ρὶς τὰ πλα­τά­νια, χω­ρὶς τὶς λυγε­ρὲς ποὺ χο­ρεύ­ου­νε, καὶ ἀν­τὶς τὸ λε­βέν­τη τρα­γου­δι­στὴ ἀ­κοῦ­με ἕ­να φρα­κο­φο­ρε­μέ­νο κύ­ριο, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα θὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ μέ­τριο.

Ὅ­μως ἀρ­κε­τὰ εἶ­ναι τὰ λό­για: Τὰ λό­για στὴν τέ­χνη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴ μου­σι­κὴ δὲν ἔ­χου­νε με­γά­λη ἀ­ξί­α, ὅ­ταν δὲν συ­νο­δεύ­ον­ται κι ἀ­πὸ ἔρ­γα… Ἰ­δοὺ ἡ Ρό­δος, ἰ­δοὺ καὶ τὸ πή­δη­μα! Ἀρ­κε­τὰ μί­λη­σα γιὰ τὴ Ρό­δο, και­ρὸς εἶ­ναι νὰ ᾿ρθου­με καὶ στὸ πή­δη­μα. Καὶ τὸ πή­δη­μα εἶ­ναι ἕ­νας κύ­κλος ἀ­πὸ ἔρ­γα μου, ποὺ πε­ρι­στρέ­φον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο αὐ­τοὺς σκο­πούς, τὴ δη­μι­ουρ­γί­α Λα­ϊ­κοῦ τρα­γου­διοῦ κα­τάλ­λη­λου νὰ τρα­γου­δι­στῆ ἀ­πὸ τὸ λα­ό, ἢ νὰ ἀ­κου­στῆ μό­νο καὶ νὰ γί­νη ἀν­τι­λη­πτὸ ἀ­πὸ τὸ λα­ό, πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι πάν­τα τὸ ἴ­διο.

Κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­α γνω­στῶν δη­μο­τι­κῶν με­λω­δι­ῶν. Μὲ τὴ τε­χνι­κή τους συ­νο­δεί­α, προ­σπα­θῶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω κά­ποι­αν ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ νὰ με­τα­δώ­σω κά­ποι­α συγ­κί­νη­ση, κά­ποι­ον παλ­μὸ ποὺ ἔνοι­ω­σα στὸ πρω­το­γνώ­ρι­σμά τους.

Δὲν ξε­χνά­ω πὼς ἡ κυ­ρί­α δη­μι­ουρ­γι­κὴ μου­σι­κὴ ἐρ­γα­σί­α μου δὲν ἔ­χει ἀ­φι­ε­ρω­θῆ στὴ λα­ϊ­κὴ μου­σι­κή. Σ᾿ ἄλ­λον κύ­κλο τῆς συν­θε­τι­κῆς μου­σι­κῆς ἀ­φι­έ­ρω­σα τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς μου­σι­κῆς μου προ­σπά­θειας, τῶν μου­σι­κῶν μου ὀ­νεί­ρων.

Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ νο­μι­σθῆ πὼς θε­ω­ρῶ ἀ­με­λη­τέ­α τὴ λα­ϊ­κὴ ἔμ­πνευ­ση ἢ τὴ μου­σι­κὴ γιὰ τὸ λα­ό.  Κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου δὲν ὑ­πάρ­χει δι­ά­κρι­ση, δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ­ρό­ση­μο με­τα­ξὺ σο­βα­ρῆς καὶ ἐ­λα­φριᾶς μου­σι­κῆς.  Κά­θε μου­σι­κὴ πρέ­πει νὰ τὴν παίρ­νου­με σο­βα­ρὰ ἂν θέ­με νὰ ἐ­κτε­λῆ τὸν προ­ο­ρι­σμό της, κι ὅ­πως δὲν ὑ­πάρ­χου­νε κα­λὲς καὶ κα­κὲς τε­χνο­τρο­πί­ες, ἀλ­λὰ κα­λοὶ καὶ κα­κοὶ μου­σι­κοί, ἔ­τσι δὲν ὑ­πάρ­χει σο­βα­ρὴ καὶ ἐ­λα­φριὰ μου­σι­κή. Ὑ­πάρ­χει κα­λὴ καὶ κα­κὴ μου­σι­κή, καὶ ἡ μου­σι­κὴ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­λή, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νής, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι πη­γαί­α, ὅ­ταν θέ­με νὰ ἐκ­πλη­ρώ­νη τὸ σκο­πό της, τὸν ὅποι­ο σκο­πό της. Δὲν ξέ­ρω ἂν ἡ μου­σι­κὴ ποὺ ἔ­χω γρά­ψει τὸν ἐκ­πλη­ρώ­νει ἕ­να μό­νο τολ­μῶ νὰ βε­βαι­ώ­σω, πὼς ὅ­λη ἔ­χει γρα­φεῖ μὲ πί­στη καὶ μὲ εἰ­λι­κρί­νεια, μὲ πί­στη στὰ ἰ­δα­νι­κὰ τῆς ἀ­λη­θι­νῆς μου­σι­κῆς, μὲ εἰ­λι­κρί­νεια στὴν κά­ποι­α συγ­κί­νη­ση, στὴν κά­ποι­α ψυ­χι­κὴ συγ­κί­νη­ση ποὺ ἔ­νοιω­σα γρά­φον­τας καὶ τὴν ἁ­πλού­στε­ρη μου­σι­κὴ σύν­θε­ση, καὶ ποὺ προ­σπά­θη­σα νὰ τὴ με­τα­δώ­σω μὲ τὴν τέ­χνη τῶν ἤ­χων ὅ­σο κα­λύ­τε­ρα μοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ μι­κρὲς καλ­λι­τε­χνι­κές μου δυ­να­τό­τη­τες.

Ἂν ἐ­πέ­τυ­χα ἢ ὄ­χι δὲν τὸ ξέ­ρω. Ὁ χρό­νος τῶν πάν­των κρι­τὴς θὰ τὸ δεί­ξη. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ἕ­νας κά­ποι­ος τε­χνί­της ποὺ προ­σπά­θη­σε κά­τι νὰ συλ­λά­βη, κά­τι νὰ τρα­γου­δή­ση ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή του, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἴ­δια μὲ τὴν ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ, τῆς φυ­λῆς του.

Δὲν ξέρω νὰ μὲ νοι­ώ­θουν ἢ ἂν θὰ μὲ νοι­ώσουν. Τὸ πα­λιὸ βι­ο­λὶ ποὺ ἤ­τα­νε θαμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ Γέ­ρο Προ­φή­τη δὲν ξέ­ρω ἂν κα­τώρ­θω­σα νὰ τὸ βα­ρέ­σω ὅ­πως τοῦ ται­ριά­ζει, καὶ νὰ βά­λω τοὺς ἤ­χους τοὺς πα­λιοὺς ξα­να­φτε­ρου­γη­μέ­νους ν᾿ ἀ­νέ­βουν στὰ αἰ­θέ­ρια.

Ὅ­μως, κι ὅ­πως λέ­ει ὁ ποι­η­τής:

 

Ἦρ­θαν οἱ γύ­φτοι μου­σι­κοί,

φώ­λια­σαν ὅ­λοι στὴν ψυ­χή μου,

καὶ κα­θὼς κό­βεις ἀ­πὸ δῶ

καὶ κα­θὼς κό­βεις ἀ­πὸ κεῖ

τὴ χλό­η, τὸ φύλ­λο, τὸν ἀν­θό,

καὶ ται­ρια­στὰ κι ἀ­π᾿ ὅ­λα πλέ­κεις

μέ­γα σφι­χτό­δε­το στε­φά­νι,

δό­ξα τῆς τέ­χνης τοῦ ἀν­θο­πλέ­χτη,

ἔ­τσι ἀ­π᾿  τοὺς γύ­ρω μου τοὺς ἤ­χους

κι ἀ­π᾿ τὰ τρα­γού­δια τῆς φυ­λῆς,

ἒ­πλε­ξ᾿ ἀ­πά­νου τὸ βι­ο­λί μου

τὴ μου­σι­κή μου….».

 

*Μουσικός-Συνθέτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος