Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Εκκλησία και Κράτος / Ποιμαντικός λόγος και κοινωνικά δρώμενα* / Του Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού((†)

Εκκλησία και Κράτος / Ποιμαντικός λόγος και κοινωνικά δρώμενα* / Του Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού((†)

(Απόσπασμα)

Παρουσία (και λόγος) απολιτικός δεν υπάρχει, ούτε καν στάση απολιτική. Η κοινωνική παρουσία του ανθρώπου είναι αναπόδραστα πολιτική. Ο άγιος Ι. Δαμασκηνός (†προ του 754), επαναλαμβάνοντας τον Αριστοτέλη, κάνει λόγο για την πολιτική (τέχνη και επιστήμη), που αναφέρεται στην «πολιτεία» του ανθρώπου («πώς δει πολιτεύεσθαι») για την οργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας και την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της («ίνα μη ο κόσμος εις ακοσμίαν εκπέση», κατά τον Άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη, 5ος αιώνας, ΡG. 78, 657).

Αυτό, που δεν πρέπει στον εκκλησιαστικό χώρο να υπάρχει είναι ο «κομματισμός», η παραταξιακή στάση, που (πρέπει να) διαφοροποιείται ριζικά από την πολιτική παρουσία και στάση. Ο κομματικός λόγος είναι παραταξιακός. Ο πολιτικός λόγος είναι κοινωνικός και καθολικός. Ο κομματισμός απολυτοποιεί ένα τμήμα της κοινωνίας και καταντά αιρετικός.

Η πολιτική συνείδηση αναφέρεται σε όλο το φάσμα της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια είναι ο εκκλησιαστικός λόγος πολιτικός. Αυτό επιβάλλεται και απορρέει από το γεγονός ότι και τα μέλη του εκκλησιαστικού σώματος (στην ελληνική πραγματικότητα, κατά τεκμήριον ορθόδοξη, είναι η πλειονοψηφία του λαού μας) είναι πολίτες μιας κοινωνίας, στην οποία όχι μόνο αναπτύσσεται σύνολη η ζωή τους, αλλά και διακυβεύεται η σωτηρία τους. Η πνευματική ζωή δεν εξαϋλώνει τον άνθρωπο. Τον αγιάζει, ώστε κάθε πράξη του να είναι συντελεστική στη σωτηρία του (πρβλ. Α’ Κορ. 10, 31: «είτε ουν εσθίετε, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, εις δόξαν Θεού ποιείτε»). Η πορεία προς την «αιώνια» πατρίδα, τη μόνη αληθινή, κατά τον Πατροκοσμά, συντελεί μεν στο να αισθάνεται ο χριστιανός «ξένος» και «πάροικος» (προσωρινός) στην επίγεια πατρίδα του, δεν μειώνει, όμως, στο ελάχιστο την αγάπη γι᾽ αυτήν (πατριωτισμός, εθνισμός), αφού είναι ο χώρος της πραγμάτωσής του ως «τέκνου του Θεού» και της σωτηρίας του (πρβλ. Πράξ. 17, 26) και αποκτά, γι᾽ αυτό, σωτηριολογική σημασία. Η πατρίδα είναι η κοινή μας μητέρα (Γρηγόριος ο Θεολόγος, επιστ. 37: «Μητέρα τιμάν των οσίων» (είναι ιερό να τιμά κανείς την μητέρα του). «Μήτηρ δε, άλλη μεν άλλου, κοινή δε πάντων Μήτηρ Πατρίς». Έτσι εκφράζεται ο διαιώνιος ελληνορθόδοξος πατριωτισμός, συνεχίζοντας τη συνείδηση του Σωκράτους στον Κρίτωνα: «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστιν η πατρίς, και σεμνότερον και αγιώτερον παρά θεοίς και ανθρώποις, τοις νουν έχουσι»).

Πρέπει δε να τονισθεί εδώ ότι ο εκκλησιαστικός χώρος (κλήρος και λαός) σώζει τον αγνότερο και ρεαλιστικότερο πατριωτισμό. Αυτό, όμως, ενοχλεί κατάφωρα όσους απέρριψαν τις έννοιες «πατρίδα» και «έθνος», στο όνομα μιας ισοπεδωτικής και απειλητικής για όλη την ανθρωπότητα ιδεολογικής παγκοσμιοποίησης.

Ο λόγος, λοιπόν, των Ποιμένων -και όχι μόνον των επισκόπων- για να είναι εκκλησιαστικός, οφείλει να είναι πολιτικός, (με την παραπάνω έννοια), δηλαδή κοινωνικός, εκτεινόμενος σε όλο το φάσμα της κοινωνίας και των προβλημάτων της. Ο εκκλησιαστικός, με αυτή την έννοια, λόγος (αν είναι, δηλαδή, όντως εκκλησιαστικός), δεν πρέπει να δημιουργεί προβλήματα, εκτός και αν παρερμηνεύεται.

Θα πρόσθετα δε ότι είναι προς όφελος μιας εθνικά και πατριωτικά ευαισθητοποιημένης πολιτείας, πράγματα που αυτή δεν μπορεί να διατυπώσει (διότι τότε θα εδημιουργείτο διπλωματικό πρόβλημα), να τα εκφράζει, ευχετικά και ποιμαντικά, ο εκκλησιαστικός χώρος, που και να θέλει δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική και διπλωματία, αλλά και δεν μπορεί να παύσει να σκέπτεται εθνικά και ιστορικά. Γι᾽ αυτό ο εκκλησιαστικὸς χώρος ΔΕΝ μιλά ποτέ για ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, αλλά για ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ! Ο εκκλησιαστικός χώρος πιστεύει και διακηρύττει ότι τα σύνορά μας δεν είναι κυρίως γεωγραφικά, αλλά κλείνονται στην καρδιά και στον νου μας. Εκεί ζει ακέραιη η Ελλάδα, ως αυτοκρατορία και Ρωμηοσύνη. Στο κάτω-κάτω κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας επιβάλει μια γλώσσα, που θα εγκρίνεται από απάτριδες, όπως οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» και άλλες συναφείς ξενοκίνητες οργανώσεις.

Όταν, μάλιστα, ο λόγος μας είναι καθαρά εκκλησιαστικός (δηλαδή προφητικός, αποστολικός και πατερικός), και ως εθνικοκοινωνικός αφορά σε όλους, διότι δεν θα είναι φατριαστικός, αλλά φιλάνθρωπος.

Η δυναμική του είναι τότε ευρύτερη και αγγίζει και τους αδιάφορους θρησκευτικά ή και αντιεκκλησιαστικούς, ως λόγος αγωνιστικός κατά των αυθαιρεσιών της εξουσίας, της κοινωνικής αδικίας και εξαθλίωσης.

Ό Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το 4ο κεφάλαιο των Πράξεων, προτείνει το κοινωνικό μοντέλο της ισότητας, δικαιοσύνης και αδελφοσύνης, όπως εκφράστηκε ιστορικά με την «κοινοκτημοσύνη» (και ακτημοσύνη) της πρώτης Εκκλησίας. Και συμπληρώνει: «Τις αν Έλλην (=εθνικός, αντιεκκλησιαστικός) έμενε λοιπόν;».Ίσως γι᾽ αυτό, σε κάποιες περιπτώσεις, θέλουν να περιορίσουν τον εκκλησιαστικό λόγο εντός των ναών. Και ως ένα βαθμό αυτό ήδη έγινε…

*Το κείμενο αυτό εγράφη το 1998

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος