Το Ρωμαίικο > Παιδεία > «Ελευθερία ή θάνατος» ή πως δεν γιορτάζεται το ΄21 / Του Νικολάου Κατσιαβριά

«Ελευθερία ή θάνατος» ή πως δεν γιορτάζεται το ΄21 / Του Νικολάου Κατσιαβριά

Τον Αύγουστο του 1823 στο Μεσολόγγι οι επαναστατημένοι Έλληνες κηδεύουν με μεγάλο θρήνο τον Μάρκο Μπότσαρη. Ο λαϊκός ποιητής εκφράζει το κοινό αίσθημα και περιγράφει το γεγονός:

«Θρήνος μεγάλος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι

Το Μάρκο παν, ωιμέ, στην εκκλησιά, το Μάρκο παν στον τάφο

΄ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα δεσποτάδες

Και από κοντά, Μάρκο μ΄,  Σουλιώτισσες».

Πραγματικό μοιρολόι! Αλλά γιατί τόσος θρήνος για τον Μάρκο Μπότσαρη; Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Τι  έκανε στη ζωή του;

Από τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας θυμόμαστε ότι ήταν Σουλιώτης Οπλαρχηγός, από μεγάλη οικογένεια πολεμάρχων, πολέμησε κατά την επανάσταση του 1821, νίκησε πολλές φορές τους Τούρκους και σκοτώθηκε τον Αύγουστο του 1823 στη μάχη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησιού, προσπαθώντας να εμποδίσει τους Τούρκους να περάσουν στη Δυτική Στερεά. Προφανώς αυτά δεν αρκούν για να εκτιμήσουμε τον άνθρωπο και να κατανοήσουμε τον πόνο του λαού.

Θα αναφέρουμε λίγα περιστατικά από τη ζωή του. Για την πολεμική του δεινότητα δεν γίνεται λόγος. Τότε δεν έβγαινες από Σχολή, δεν προαγόσουν με μέσον.  Ή ήσουν παλικάρι στον πόλεμο και διοικητικό μυαλό ή … Ο Μάρκος τα είχε και τα δύο. Ήταν λεβέντης, ανιδιοτελής και ατρόμητος. Ο Καραϊσκάκης, που τον γνώριζε, είπε γι’ αυτόν: «Ο Μάρκος ήταν τρανός. Είχε νου που δεν είχε άλλος. Είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκαιη σαν του Χριστού. Εμείς όλοι, ούτε στο δάχτυλό του δεν φθάνουμε». Φοβερά λόγια! Λιτότατος ο λόγος του Καραϊσκάκη. Αυτοί πολεμούσαν, δεν έγραφαν όπως εμείς οι καλαμαράδες. Διάνοια, λοιπόν, και ευφυΐα ο Μάρκος, γενναιότατος αλλά και δίκαιος και ακέραιος άνθρωπος. Αυτά του τα χαρίσματα τα φανέρωνε ευκαίρως ακαίρως σε πόλεμο και σε ειρήνη.

Το 1822 ύστερα από πολλές επιτυχίες του η κυβέρνηση τον διορίζει στρατηγό της Δυτικής Ελλάδος. Αλλά το χούι της φυλής μας είναι η φιλοπρωτία. Όλοι θέλουμε να γίνουμε αρχηγοί. Όλοι να κυβερνήσουμε. Όλοι θέλουμε αξιώματα. Οι άλλοι, έως τότε συνεργάτες του, οπλαρχηγοί δυσφόρησαν. Σε σύσκεψη ενώπιων όλων έβγαλε το δίπλωμα, αφορμή της διχόνοιας, το ασπάστηκε, για να δείξει πως σέβεται (!) την κυβέρνηση – πατρίδα, που του το έστειλε, και ύστερα το έσκισε λέγοντας:  “Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα με το σπαθί του από τον πασά!”. Ο Μάρκος ήταν ακέραιος. Πάντα στην ουσία. Όχι στις μικρότητες και τα δεύτερα.

Αυτόν θρήνησε ο λαός!

Πηγαίνοντας να πολεμήσει στο Καρπενήσι πέρασε από τη Μονή του Προυσού. Προσευχήθηκε στην Παναγία και, βγαίνοντας,  έδωσε κάποια χρήματα σ΄ ένα μοναχό και είπε:   «Μοίρασέ τα για την ψυχή του Μάρκου Μπότσαρη». Ο μοναχός έκπληκτος το ερωτά: «Μα, πέθανε ο Μάκρος Μπότσαρης;» «Όχι», του απαντάει, «αλλά πάει να πεθάνει». Όταν οι Σουλιώτες επέστρεφαν στο Μεσολόγγι ξαναπέρασαν από το Μοναστήρι του Προυσού. Εκεί ήταν άρρωστος ο Καραϊσκάκης. Όταν έμαθε για το Μάρκο, σηκώθηκε, ασπάστηκε το λείψανό του και είπε: «Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω»! Στην μάχη, δηλαδή, όπως και πήγε.

Έτσι πήγαιναν για πόλεμο: αποφασισμένοι να πεθάνουν. Το ίδιο έκανε και ο Κανάρης, ο Κολοκοτρώνης, ο Ανδρούτσος, ο Διάκος … Ήταν πρώτα ως άνθρωποι ελεύθεροι και απροσκύνητοι και ήθελαν και κράτος ελεύθερο. Αυτός ήταν ο στόχος τους και ο καημός τους. Για να τον πετύχουν έκαναν ό, τι περνούσε από το χέρι τους και ύστερα προσέφευγαν στο Θεό και τους αγίους. Όταν ο Κολοκοτρώνης έφτασε μετά από πολλούς κατατρεγμούς στα Κήθυρα είδε ένα μοναστήρι της Παναγίας κατεστραμμένο.  Παρακάλεσε την Παναγία να «ελευθερωθούμε» και να το φτιάξη όπως ήταν παλιά, πράγμα που και έκανε τον δεύτερο χρόνο της επανάστασης.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν άξιοι της ελευθερίας τους και την απέκτησαν. Το σύνθημά τους «ελευθερία ή θάνατος». Γνώριζαν καλά ότι ο μη ελεύθερος άνθρωπος, ο σκλάβος, δεν είναι άνθρωπος. Αλλά πώς έγιναν άξιοι και πως πραγματοποίησαν τόσα μεγάλα κατορθώματα;

Είδαμε κάποια στοιχεία παραπάνω στο Μάρκο Μπότσαρη. Ο Κολοκοτρώνης, αφού διηγείται τους κατατρεγμούς αυτού και της οικογένειάς του από τους Τούρκους αλλά και από «εύπλαστους» συμπατριώτες, το θάνατο των δικών του και πώς τα αντιμετώπισε, λέει: «Αυτό το είδος της ζωής όπου εκάμναμε, μας βοήθησε πολύ στην επανάστασιν διότι ξεύραμεν  τα κατατόπια, τους δρόμους, τα σπίτια, τους ανθρώπους. Εσυνηθίσαμεν να καταφρονούμεν τους Τούρκους, να υποφέρωμεν την πείνα, την δίψα, την κακοπάθεια, την λέρα και καθεξής»  (Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, και ηχητική εκδοχή στο «https://www.ebooks4greeks.gr»).

Αυτή τη στάση ζωής την είχε όλος ο λαός. Αν ο λαός δεν ήταν σε θέση να στηρίξει την ηγεσία οι λίγοι δεν θα έκαναν τίποτα. Αυτός ο λαός δεν  ήταν στο Μεσολόγγι και προτίμησε να στεγνώσει από την πείνα, να φάει ποντίκια και γάτες και να μην δεχθεί να υποκύψει; Ο Κιουταχής, προσκυνημένος πρώην χριστιανός ο ίδιος, πρότεινε να υπογράψουν δήλωση ότι θέλουν να παραμείνουν ραγιάδες (!;) και να μην τους πολεμάει. Εννοείται δεν προσκύνησαν τον προσκυνημένο. Μνημειώδης ό άγριος τρόπος με τον οποίο του απάντησε ο Καραϊσκάκης.

Όλοι ήταν αποφασισμένοι να το πάνε ως το τέλος. Λέει ένα άλλο δημοτικό τραγούδι:

«Παιδιά μ΄ γιατί είστε ανάλαγα, γιατί είστε λερωμένα

Είμαστε από τον πόλεμο κι είμαστε λερωμένα, στο αίμα βουτηγμένα.

Κι άμα λευτερωθούμε, θα ασπροφορεθούμε».

Τότε είναι ελεύθερος κανείς. Όταν μπορεί να το στηρίξει! Και προπαντός είναι θέμα φρονήματος. Εντύπωση μου κάνει ότι αυτοί οι αποφασισμένοι κάθε ώρα να πεθάνουν είχαν οικογένειες, και δίδασκαν τα παιδιά τους να ζήσουν και αυτά έτσι! 120 παλικάρια από την ένδοξη Σαμαρίνα πήγαν να βοηθήσουν στην πολιορκία του Μεσολογγίου και έμειναν εκεί ως το τέλος. Κατά την έξοδο ήταν μπροστά, για να σωθούν οι άλλοι, και επέζησαν μόνο 33! Σε αυτούς του λεβέντες αναφέρεται το θαυμάσιο τραγούδι «Παιδιά της Σαμαρίνας». Είχαν και αυτοί μανάδες, συγγενείς, εργασίες. Και όμως!

Τα διαβάζω αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη, και γεμίζω υπερηφάνεια. Αλλά διαβλέπω και τον κύριο λόγο για τον οποίο είμαστε ανυπόληπτοι μεταξύ των εθνών και που Τούρκοι, Γερμανοί, ΝΑΤΟϊκοί ακόμα και οι … Σκοπιανοί «μας δουλεύουν». Έχουμε μάθει στην καλοπέραση. Φοβούμαστε μη χάσουμε τις θεσούλες μας, τα σπίτια μας, την ψευτο – ζωή μας.  Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είπε ότι «όποιος είναι διατεθειμένος να δώσει την ελευθερία του για να έχει ασφάλεια, δεν του αξίζει ούτε ελευθερία ούτε ασφάλεια». Και, εννοείται, τα χάνει και τα δύο.

Έχουμε, λοιπόν, λαθεμένη στοχοθεσία και μεθοδολογία, τόσο στη ζωή μας όσο και στο  εκπαιδευτικό μας σύστημα. Έτσι τα ωραία λόγια στο Σύνταγμα και τους νόμους μένουν απλά λόγια χωρίς αντίκρισμα στη ζωή. Προφανώς, δεν γιορτάζονται με τέτοια μυαλά τα 200 χρόνια από του ΄21. Εμείς ως γενιά είμαστε χαμένοι. Μας τρομοκρατούν από τις οθόνες και καθόμαστε σούζα, σαν εκπαιδευμένα σκυλάκια. Με αφορμή τα 200 χρόνια πρέπει  να ανασκουμπωθούμε, να τινάξουμε τη μιζέρια από πάνω μας και να κάνουμε τουλάχιστον κάτι για τα παιδιά μας. Να ζήσουν αυτά αξιοπρεπώς σε πατρίδα, την οποία θα σέβονται οι εχθροί και θα την υπολήπτονται οι φίλοι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος