Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Η Ελληνική ταυτότητα σήμερα / Θεόδωρου Ζιάκα

Η Ελληνική ταυτότητα σήμερα / Θεόδωρου Ζιάκα

Στο ατομικό επίπεδο η λέξη «ταυτότητα» έχει ευνόητο περιεχόμενο: μια φωτογραφία και κάποια «στοιχεία» (όνομα, επώνυμο κ.λπ.), τυπωμένα σε ένα «δελτίο». Το «δελτίο ταυτότητας» παραπέμπει σε ένα μοναδικό πρόσωπο.

Με την εθνική ταυτότητα τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Και γίνονται ολοένα και δυσκολότερα, καθώς αμφισβητείται από τους μεταμοντέρνους ιστορικούς μας η ίδια η ύπαρξη του έθνους, ως της συλλογικής εκείνης οντότητας στην οποία αναφέρεται η εθνική ταυτότητα. Παλαιότερα δεν ετίθετο ζήτημα ύπαρξης του έθνους. Η αντιπαράθεση των απόψεων εστιαζόταν στο ποια είναι, στην περίπτωσή μας, η «αληθινή» ταυτότητα του έθνους.

Αν παραδεχτούμε, ότι το έθνος γενικά και το ελληνικό έθνος ειδικότερα αναφέρονται σε κάτι υπαρκτό και όχι σε κάτι ανύπαρκτο, ας συμφωνήσουμε να ονομάζουμε «εθνική ταυτότητα» την αυτοκατανόηση του έθνους: την ιδέα που σχηματίζει το έθνος για τον εαυτό του. Και επειδή, προφανώς, δεν είναι μία μόνο η περί εθνικού εαυτού ιδέα ούτε στάσιμη και αναλλοίωτη, μπορούμε να δηλώσουμε, ευθύς εξαρχής και ως προφανή συνεπαγωγή, ότι η εθνική ταυτότητα συγκροτείται: α) Από διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες συλλογικές αυτο-κατανοήσεις. Και β) ότι μία απ’ αυτές είναι κάθε φορά η κυρίαρχη.

Ας συμφωνήσουμε επίσης ότι το ενδιαφέρον μας για την εθνική ταυτότητα πηγάζει από την υπόθεση ότι, παρά τον αναγκαστικά ρευστό, πολυεκδοχικό και συγκρουσιακό της χαρακτήρα, έχει άμεση και ζωτική σημασία για την αναπαραγωγή, κοινωνική συνοχή και εξέλιξη, της υποκείμενης εθνικής συλλογικής οντότητας.

Με βάση τις παραδοχές αυτές θα μιλήσουμε στη συνέχεια για τις τύχες του εθνικής ταυτότητας στο σύγχρονο κόσμο. Θα ξεκινήσουμε από το ποιος ακριβώς είναι ο σύγχρονος κόσμος.

Η νεωτερική Παράδοση εμφανίζεται στη Δυτική Ευρώπη τον 18ο αιώνα και εξελίσσεται με τη μορφή κυμάτων, τα οποία εισβάλλουν στον υπόλοιπο κόσμο, το ένα κατόπιν του άλλου, για να συμπλεχθούν εκεί με τις προϋφιστάμενες διαφορετικές Παραδόσεις.

Λέμε «νεωτερική» την εθνική ταυτότητα ενός λαού, όταν η νεωτερική Παράδοση κυριαρχεί πάνω στις προνεωτερικές Παραδόσεις του. Κυριαρχεί σημαίνει: ελέγχει όχι μόνο τη δική της αναπαραγωγή, αλλά και την αναπαραγωγή των υπ’ αυτήν διαφορετικών Παραδόσεων, δηλαδή ολόκληρη την εθνική παιδεία. Με την έννοια αυτή η εθνική ταυτότητα του νεοελλαδικού κράτους (μαζί και του κυπριακού) είναι νεωτερική.

Κάθε νέο κύμα της εισαγόμενης Νεωτερικότητας συγκρούεται με το προηγούμενο, συχνά πριν εκείνο προλάβει να σταθεροποιήσει τις συναρθρώσεις του με το τοπικό περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι: Η πολυεκδοχικότητα των νεωτερικών εννοηματώσεων της εθνικής ταυτότητας. Οι αντίστοιχες πολώσεις στο εσωτερικό της τοπικής διανόησης. Και τα συναφή: χαρακτήρας ασταθής, ασυνεχής, μεταπρατικός, δορυφορικός, με μια λέξη «περιφερειακός».

Πρώτη εκδοχή της νεωτερικής ελληνικής ταυτότητας είναι η «διαφωτιστική» (18ος-19ος αιώνας). Το συλλογικό ιδανικό εστιάζεται εδώ στη λεγόμενη «μετακένωση» των φώτων της Εσπερίας. Θεμελιώνεται: α) Στην υποτιθέμενη καταγωγή των ευρωπαϊκών Φώτων από τα αρχαιοελληνικά. Και β) στην αποπομπή του «βυζαντινού» ανθρωπολογικού προτύπου, ως ιδιαζόντως βαρβάρου, ειδεχθούς και σκοταδιστικού.

Δεύτερη είναι η «ελληνοχριστιανική» εκδοχή (μέσα 19ου – μέσα 20ου αιώνα). Αυτή αποζητά μια στοιχειώδη ισορροπία στο τρίγωνο Νεωτερικότητα-Αρχαιότητα–Βυζάντιο, παραλείποντας ή στρογγυλεύοντας τις ασύμβατες με τη Νεωτερικότητα οξείες γωνίες του βυζαντινού πόλου. Τα κενά του ελληνοχριστιανικού προτάγματος συμπληρώνονται με τον εθνοφυλετισμό. Η κατίσχυσή του, έναντι της «κλασικιστικής» εκδοχής, ευνοήθηκε από τη στροφή της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας προς τον χριστιανικό συντηρητισμό (καθολικό και προτεσταντικό), προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού την αναφανείσα (στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα) «άθεη» σοσιαλιστική και κομμουνιστική απειλή. Ευνοήθηκε επίσης από το «σύνδρομο Φαλμεράϋερ»: την αξιοποίηση του βυζαντινού «κενού», για να πληγεί η αρχαιοελληνικότητα των «νεοελλήνων» – η μόνη, ως τότε, νοητή ελληνικότητα.

Τρίτη εκδοχή είναι η κοινωνιστική-προοδευτική, η εισαγόμενη την τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα από τους κομμουνιστές. Στη δική τους εκδοχή το τρίγωνο της ελληνικής ταυτότητας αποβάλλει τόσο την βυζαντινή όσο και την αρχαιοελληνική κορυφή του, με το επιχείρημα ότι «το έθνος είναι δημιούργημα του καπιταλισμού». (Στην τροσκιστική καθαρότητα του επιχειρήματος το έθνος νοείται ως τεχνητό κατασκεύασμα του καπιταλιστικού κράτους.) Ο εναπομείνας νεωτερικός πόλος της ταυτότητας θα υποστεί, ταυτόχρονα, μια μανιχαϊστικού τύπου φαντασιακή σχάση σε «προοδευτικό» και «αντιδραστικό», «διεθνιστικό» και «εθνικιστικό», εν ονόματι πάντα της επικείμενης μετάβασης στην αταξική/αεθνική κοινωνία. Ως προς την ιδεολογική του ποιότητα το έθνος είναι, σαφώς, παθολογία της Ιστορίας, γιατί «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Εξ αιτίας όμως της ειδικής προσωρινής πραγματικότητας του Ιμπεριαλισμού, πρέπει το επαναστατικό υποκείμενο να κάνει τα στραβά μάτια στις εθνικές προκαταλήψεις των μαζών, προκειμένου να τις προσελκύσει στο ευρύτερο δυνατό «λαϊκό μέτωπο».

Μετά το 1989, που έπεσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» και θριάμβευσε η αμερικανική «παγκοσμιοποίηση», το εμφυλιοπολεμικό δίπολο Αντίδρασης-Προόδου, Εθνικισμού-Διεθνισμού, έχασε το νόημά του και κατέρρευσε άδοξα. Στη θέση του έμεινε το κενό, με τη μορφή του μηδενισμού και του γραικυλισμού, της αδιαφορίας και της νευρωτικής απέχθειας προς ό,τι θυμίζει ελληνικότητα. Η απονοημάτωση των θετικών εκδοχών της νεωτερικής μας ταυτότητας κατέστησε τον εθνομηδενισμό απόλυτο κυρίαρχο της εθνικής πίστας.

Συνοψίζοντας θα αναγνωρίζαμε, ως «DNA» της νεωτερικής μας ταυτότητας, μια ειδική θυσιαστική δομή, όπου λατρεύουμε τον νεωτερικό ιδανικό εαυτό μας, προσφέροντάς του, ως εξιλαστήριο θύμα, τον απωθημένο «βυζαντινό» εαυτό μας.

Αλλά, αν σωστά αυτοεντοπιζόμαστε στη σχιζοείδεια αυτή, τότε πρέπει κάπως να αισιοδοξήσουμε, αφού η πτώση μας στον εθνομηδενισμό αναγγέλλει το ιστορικό της τέλος.

Καθώς λύνονται τα νεωτερικά μάγια ο Έλληνας νιώθει ισχυρή την παρόρμηση να επαν-οικειοποιηθεί το «βυζαντινό» απωθημένο.

Στοιχεία της εγχώριας διανόησης αρχίζουν, τα τελευταία χρόνια, να προσεγγίζουν τη βυζαντινή ανθρωπολογία και να συλλαβίζουν τη γλώσσα της ελληνικής οικουμένης. Μια παλιότερη, εκ μέρους των Ρώσων, γόνιμη αντιβολή πατερικής θεολογίας του Προσώπου και ευρωπαϊκού υπαρξισμού, είχε παρασκευάσει το έδαφος. Παράλληλα μια δεύτερη τάση, προερχόμενη από τη μαρξιστική αριστερά, θα συνοψίσει κριτικά την εμπειρία των αριστερών επαναστάσεων και θα καταθέσει γόνιμο οντολογικό προβληματισμό πάνω στα αδιέξοδα της Νεωτερικότητας. Θα ζητήσει, μεταξύ των άλλων, να επαναπροσεγγίσουμε το υποκείμενο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, προκαλώντας σοβαρά ρήγματα στο εμπεδωμένο νεωτερικό-μεταπρατικό κέλυφος της αρχαιογνωσίας μας.

Χάρη στην εργασία των δύο αυτών γραμμών αναζήτησης δεν έμελλε να καταποντιστούμε τελείως στον επελθόντα, μετά το 1974, μεταμοντέρνο κατακλυσμό της ιδεολογίας του «τέλους των ιδεολογιών», του «αντι-ιδανικού» και της «αυτοπραγμάτωσης». Ίσως αλλιώς να αντιλαμβάνονταν τη συμβολή τους οι διανοητές του «συνόρου» μεταξύ Μοντερνισμού και Μεταμοντερνισμού, αλλά εμείς θα την εντοπίσουμε κυρίως στο γεγονός ότι μας έδωσαν τη δυνατότητα να διαβούμε σώοι (αν και όχι εντελώς αβλαβείς) το εν λόγω «σύνορο». Είμαστε, έτσι, αρκετά «μεταμοντέρνοι», ώστε να αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημά μας δεν είναι «εθνικό». Ότι είναι εθνικό μόνο στο μέτρο που είναι οικουμενικό. Και ότι δεν νοείται εθνική λύση παρά ως εθνική μετοχή στη ζητούμενη οικουμενική / μετανεωτερική λύση.

Η κατάρρευση των νεωτερικών εννοηματώσεων της εθνικής ταυτότητας και η ανάγκη αντίστασης στον μεταμοντέρνο μηδενισμό, κάνει τους Έλληνες να σκεφτούν, επιτέλους, με το δικό τους μυαλό ποιοι είναι, πού βρίσκονται και τι θέλουν. Και να συλλάβουν την νεοελληνική εθνική ταυτότητα όπως ήταν πριν οι προαναφερθέντες Προκρούστες την ξαπλώσουν στη νεωτερική τους κλίνη: Ως στροφή του Ρωμηού προς τη Δύση για να γλιτώσει από τον Τούρκο. Ως συμμαχία της ρωμέηκης Παράδοσης με τη νεωτερική, για την αποπομπή του Τουρκισμού. Αρχίζουμε ήδη να αντιλαμβανόμαστε το οδυνηρό τίμημα της συμμαχίας αυτής: την απώθηση των ουσιωδών διαφορών εξελικτικής κατεύθυνσης και επιπέδου ωριμότητας μεταξύ του ελληνικού και του δυτικού ανθρωποκεντρισμού.

Ελευθερωμένοι από τη νεωτερική συσκότιση, ίσως κατορθώσουμε τώρα οι Έλληνες να λύσουμε το αίνιγμα της νεοελληνικής ταυτότητας.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος