Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΤΗΣ / Διονυσίου Α. Κόκκινου

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΧΑΡΑ ΤΗΣ / Διονυσίου Α. Κόκκινου

Ἄν μοῦ ἀ­νέ­θε­ταν στὴ σύν­τα­ξη ἑ­νὸς λε­ξι­κοῦ τὴ λέ­ξη θά­λασ­σα, θὰ ἐ­ση­μεί­ω­να ἀν­τί­στοι­χα: Ἡ ὀμορ­φιὰ καὶ ἡ ἀ­νε­ξάν­τλη­τη πη­γὴ δυ­νά­με­ως τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς χώ­ρας.

Στὸ φυ­σι­κὸ αἴ­σθη­μα τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον, στὸ αἴ­σθη­μα ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ ὅ­ρα­μα καὶ ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ βροῦ­με τὸν τρό­πο νὰ ὑ­πάρ­ξου­με, τὸ ἐν­το­νώ­τε­ρο εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο ποὺ μᾶς ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Ὅ­σο γρά­φω Ἱ­στο­ρί­α καὶ φθά­νω στὰ «κα­τὰ θά­λασ­σαν γε­γο­νό­τα», αἰ­σθά­νο­μαι μί­α ἄ­νε­ση, σὰν νὰ γί­νε­ται λι­γώ­τε­ρος ὁ κό­πος. Εἶ­ναι ἡ μὲ τὸ πιὸ οἰ­κεῖ­ο ἀ­σχο­λί­α. Τὶς με­γά­λες κι­νή­σεις μας ὡς λα­οῦ, τὶς ὡδή­γη­σε ἡ θά­λασ­σα. Καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι σὰν νὰ μᾶς κά­νη μυ­στι­κὰ τὴν ἄ­σκη­ση στὴ ζω­ὴ καὶ τὸν ἀ­γώ­να της. Ὁ χα­ρα­κτή­ρας τῶν Ἑλ­λή­νων ἔ­χει πά­ρει ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα τὸ ἐκ­δη­λώ­τε­ρο στοι­χεῖ­ο του. Τὴ με­τα­κί­νη­ση. Ἡ γραμ­μὴ τῶν πε­ρισ­σο­τέ­ρων ἑλ­λη­νι­κῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀρ­γή δι­α­δρο­μὴ στοὺς αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ δι­α­φό­ρους ἑλ­λη­νι­κοὺς τό­πους. Ἔ­τσι οἱ πιὸ πολ­λοὶ γί­νον­ται ἐ­ναλ­λὰξ βου­νί­σιοι καὶ θα­λασ­σι­νοί. Οἱ πρῶ­τοι καὶ πρὶν φτά­σουν στὰ ἀ­κρο­γιά­λια εἶ­χαν ἰ­δῆ τὴ θά­λασ­σα. Ἀ­πὸ πολ­λὲς κο­ρυ­φὲς τῶν πιὸ ψη­λῶν βου­νῶν φαί­νον­ται στὸν ὁ­ρί­ζον­τα γλαυ­κὰ πε­λά­γη. Ὑ­πάρ­χουν στὴν ἱ­στο­ρί­α χτυ­πη­τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ αὐ­τῆς τῆς ἐ­ναλ­λα­γῆς. Ὁ στε­ρια­νὸς ἀ­πὸ τὴ Λει­βα­διὰ Λάμ­προς Κα­τσώ­νης ἔ­γι­νεν ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, ποὺ γεν­νή­θη­κε σ᾿ ἕ­να βου­νό, ἔ­γι­νε, κα­τὰ τὴν ἀ­γω­νι­στι­κή του πε­ρι­πέ­τεια, καὶ κα­πε­τά­νιος κα­τα­δρο­μι­κοῦ σκά­φους. Οἱ πρῶ­τοι ποὺ μπῆ­καν στὴν πο­λι­ορ­κού­με­νη Τρι­πο­λι­τσὰ κα­τὰ τὸ 1821 καὶ ἄ­νοι­ξαν τὶς πύ­λες καὶ στοὺς ἄλ­λους ἦ­σαν ναυ­τι­κοὶ τῶν ἀ­κτῶν τῆς Κυ­νου­ρί­ας. Για­τί μπό­ρε­σαν ν᾿ ἀ­ναρ­ρι­χη­θοῦν στὰ τεί­χη μὲ σχοι­νιὰ χά­ρις στὴν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή τους ἄ­σκη­ση.

Ἡ θά­λασ­σα ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σε πάν­το­τε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ζω­ή. Σ᾿ αὐ­τὴν ὀ­φεί­λε­ται ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς πο­λι­τι­σμός, ὁ ἐ­ξελ­λη­νι­στι­κὸς σύν­δε­σμός μας μὲ ἄλ­λες χῶ­ρες τῆς Με­σο­γεί­ου καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς λε­κά­νης της, ἡ ἀ­να­ζή­τη­σις ζω­τι­κῶν χώ­ρων ὡς τὸν ἀ­πώ­τα­το, τὸν ἄ­ξε­νο Πόν­το καὶ ὡς αὐ­τὴν τὴν μα­κρυ­νό­τα­τη τό­τε Μασ­σα­λί­α. Ἡ θά­λασ­σα μᾶς ἔ­δω­σε τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἡ­γε­σί­α, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπό­ρε­σε ν᾿ ἀ­παλ­λα­γῆ ἡ Ρώ­μη σ᾿ ὅ­λους της τοὺς αἰ­ῶ­νες καὶ στὸ Δυ­τι­κὸ καὶ στὸ Ἀ­να­το­λι­κό της κρά­τος, καὶ μᾶς ἐ­χα­λύ­βδω­νε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἄ­μυ­να, ποὺ ἔ­παιρ­νε τὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς αὐ­το­θυ­σί­ας, χά­ρις στὴ δρα­μα­τι­κὴ γυ­μνα­στι­κὴ ψυ­χῶν καὶ σω­μά­των στοὺς θα­λασ­σί­ους ἀ­γῶ­νες. Καὶ μα­ζὶ μ᾿ αὐ­τὰ τό­σες αἰ­σθη­τι­κὲς χά­ρες.

Καὶ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοὺς προ­ϊ­στο­ρι­κοὺς αἰ­ῶ­νες ἕ­ως τώ­ρα. Ἀ­πὸ τοὺς πα­ναρ­χαί­ους και­ροὺς οἱ Ἕλ­λη­νες, χά­ρις στὴ θά­λασ­σα, ἐ­γνώ­ρι­σαν τοὺς πο­λι­τι­σμοὺς ἀρ­χαι­ο­τέ­ρων λα­ῶν, τοὺς πα­ρέ­λα­βαν καὶ τοὺς ἐ­πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὸ πνευ­μα­τι­κὸ καὶ τὸ αἰ­σθη­τι­κὸ κα­μί­νι τους καὶ ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ «ἑλ­λη­νι­κὸ θαῦ­μα». Αὐ­τὰ τὰ ἔ­κα­μαν μὲ ὑ­περ­πόν­τι­ες ἐ­πι­χει­ρή­σεις.  Ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις ποὺ δι­α­φαί­νον­ται στὴ μυ­θο­λο­γί­α, ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται ὁ Ὅ­μη­ρος καὶ στὰ δύ­ο του ἔ­πη, εἶ­ναι οἱ πιὸ νέ­ες. Εἶ­ναι ἱ­στο­ρί­ες τῶν Ὀ­δυσ­σέ­ων.

Ἔ­τσι τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ πε­λά­γη τὸ Ἰ­ό­νιο, τὸ Αἰ­γαῖ­ο τὸ Κρη­τι­κὸ ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν ἀ­πὸ τὰ μορ­φο­ποι­η­μέ­να ἐ­ξαί­σια σύμ­βο­λα ποὺ ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ ποι­η­τι­κὴ φαν­τα­σί­α, ὁ χα­ρα­κτή­ρας καὶ ἡ συγ­κί­νη­σις τῶν Ἑλ­λή­νων. Ἀ­φρο­δί­τη, Εὐ­ρώ­πη, Ἰ­φι­γέ­νεια, Κα­λυ­ψώ, Κίρ­κη, Ναυ­σι­κά, Ἠ­ρώ, Ἀν­δρο­μέ­δα, Θε­ές, νε­ρά­ϊ­δες, σει­ρῆ­νες, γορ­γό­νες. Ἔ­πει­τα τὸ Ἑλ­λη­νο­χρι­στι­α­νι­κὸ θρη­σκευ­τι­κὸ πνεῦ­μα ἔ­δω­σε στοὺς πον­το­πο­ροῦν­τας προ­στά­τες ἁ­γί­ους.

Στὸ πλῆ­θος τῶν προ­σω­νυ­μι­ῶν τῆς Πα­να­γί­ας, ὑ­πάρ­χουν καὶ θα­λασ­σι­νές: Λι­με­νι­ώ­τισ­σα, Θα­λασ­σι­νή, Με­σο­πον­τί­τισ­σα, Νε­ρο­φο­ροῦ­σα, Τα­ξι­διά­ρα, Θα­λασ­σι­ώ­τισα, Θα­λασ­σο­μά­χισ­σα, Χι­λι­αρ­με­νί­τισ­σα. Στὴ Λα­ο­γρα­φί­α τὰ ὁ­ρά­μα­τα τῶν ναυ­τι­κῶν μὲ ἁ­γί­ους ἀ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα εἶ­ναι πλῆ­θος.

Στὰ νε­ώ­τε­ρα χρό­νια ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς λα­ός, μο­να­δι­κὸ φαι­νό­με­νο ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­λους τούς ἄλ­λους, καὶ ὅ­ταν ἀ­κό­μη δὲν ἦ­ταν κύ­ριος τοῦ οἴ­κου του κα­τὰ τὴν Τουρ­κο­κρα­τί­α, ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ἐμ­πο­ρι­κὴ ναυ­τι­λί­α δι­κή του τό­σης ὁλ­κῆς καὶ μὲ τέ­τοι­ο ἔμ­ψυ­χο ὑ­λι­κό, ὥ­στε νὰ τὴν με­τα­τρέ­ψη, μὲ τὴν ἔ­κρη­ξη τοῦ ἀ­γῶ­νος τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας, σὲ πο­λε­μι­κὸ ναυ­τι­κό, ποὺ ἐ­γέ­μι­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ σε­λί­δες χα­ραγ­μέ­νες μὲ τὸ κον­τύ­λι τῆς δό­ξας.

Εἴ­μα­στε θα­λασ­σι­νοὶ καὶ θα­λασ­σο­χα­ρεῖς. Στὰ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὰ γράμ­μα­τα καὶ ὁ λυ­ρι­κὸς καὶ ὁ πε­ζὸς λό­γος ἀ­πὸ τὸ Σο­λω­μὸ καὶ τὸν Κάλ­βο καὶ ἀ­πὸ τὸν Πα­πα­δι­α­μάν­τη καὶ τὸν Καρ­κα­βί­τσα ὡς τοὺς ση­με­ρι­νοὺς ραν­τί­ζον­ται μὲ τὴ θά­λασ­σα. Στὴ ζω­γρα­φι­κή, ὅ­που ἡ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ τὸ φυ­σι­κὸ φαι­νό­με­νον εἶ­ναι ἀ­με­σώ­τε­ρη καὶ ἁ­πλού­στε­ρη, ἔ­χει ἀ­να­πτυ­χθῆ σὲ με­γά­λη κλί­μα­κα ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­πί­δο­ση: Ἡ θα­λασ­σο­γρα­φί­α. Καὶ μά­λι­στα ὡς ἀ­πο­κλει­στι­κὸ ἔρ­γο φη­μι­σμέ­νων Ἑλ­λή­νων ζω­γρά­φων, καὶ ἀ­γα­πη­τὸ θέ­μα τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ ἐκ­δη­λώ­νε­ται Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ζω­γρα­φι­κή, πα­ρου­σιά­σθη Ἕλ­λην θα­λασ­σο­γρά­φος, τοῦ ὁ­ποί­ου ὡρι­σμέ­να ἔρ­γα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρά­σουν σὲ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ μου­σεῖ­α συγ­χρό­νων. (…)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος