Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Επιστροφή στην Παράδοση, στις Αξίες και στον φυσικό τρόπο ζωής

Επιστροφή στην Παράδοση, στις Αξίες και στον φυσικό τρόπο ζωής

Γι­ὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους ἡ λέ­ξη Πα­ρά­δο­ση συν­δέ­ε­ται στὸ μυα­­λό τους μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς προ­σέγ­γι­σης ἑ­νὸς τρό­που ζω­ῆς ποὺ εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νος μὲ τὸ πα­ρελ­θόν. Ἀ­κο­λου­θών­τας μί­α ἡ­λι­κι­α­κὴ κλι­μά­κω­ση ἀ­πὸ τοὺς πρε­σβύ­τε­ρους πρὸς τοὺς νε­ώ­τε­ρους, ἡ Πα­ρά­δο­ση μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων κά­ποι­ες μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ γεν­νή­θη­καν, τὴν παι­δι­κή τους ἡ­λι­κί­α, δι­η­γή­σεις γο­νι­ῶν ἢ παπ­πού­δων, συμ­με­το­χὴ σὲ ἐκ­δη­λώ­σεις πα­ρα­δο­σι­α­κῆς μου­σι­κῆς καὶ χο­ρῶν.

Ὅ­λα αὐ­τὰ μοι­ά­ζουν μὲ μί­α λε­πτὴ κλω­στὴ ποὺ μὲ δυ­σκο­λί­α μπο­ρεῖ νὰ συν­δέ­σει τὸ βί­αι­α ἀ­στι­κο­ποι­η­μέ­νο πα­ρὸν μὲ μί­α κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα λη­σμο­νη­μέ­νη. Γι­ὰ τοὺς πα­λαι­ό­τε­ρους, ἡ λή­θη ἔ­χει ἤ­δη φιλ­τρά­ρει με­γά­λο κομ­μά­τι τῆς ἐ­πί­πο­νης πλευ­ρᾶς τῆς ζω­ῆς. Γι­ὰ τοὺς δὲ νε­ώ­τε­ρους, ἀ­κό­μα καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τους, στρι­μωγ­μέ­νη σὲ μί­ζε­ρα παγ­κό­σμι­α πρό­τυ­πα γι­ὰ τὸ πῶς πρέ­πει νὰ ζοῦ­νε, δὲν ἐ­παρ­κεῖ γι­ὰ νὰ τοὺς ἀ­φή­σει νὰ γευ­τοῦν ἀ­ξί­ες καὶ τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ζυ­μώ­θη­καν μὲ αὐ­τὸ τὸν τό­πο στὸ πέ­ρα­σμα τῶν αἰ­ώ­νων. Ἴ­σως τὸ κομ­μά­τι τὸ πι­ὸ λη­σμο­νη­μέ­νο τῆς Πα­ρά­δο­σης, εἶ­ναι ὁ κό­πος. Κά­τι τέ­τοι­ο φαν­τά­ζει λο­γι­κὸ ἂν σκεφ­τεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ὅ­λος ὁ σύγ­χρο­νος πο­λι­τι­σμὸς μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ ὁ­ποί­ου γα­λου­χη­θή­κα­με εἶ­ναι στραμ­μέ­νος πρὸς τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἀ­πο­φυ­γῆς τοῦ κό­που.

Ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πὸ τὴ γῆ ἀ­πὸ τὴ μί­α πλευ­ρὰ καὶ ἡ μὲ κά­θε τρό­πο ἐ­πι­δί­ω­ξη ἀ­νέ­σε­ων ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ὁ­δή­γη­σαν σὲ μί­α ψευ­δαί­σθη­ση τρυ­φῆς καὶ ἐ­ξα­φά­νι­σαν τὴ χα­ρὰ καὶ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἄ­με­ση σύν­δε­ση τοῦ κό­που, μὲ «τὸν ἄρ­τον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σι­ον». Ἡ λέ­ξη «ἄ­με­ση» εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν πα­ρα­πά­νω φρά­ση. Δυ­στυ­χῶς, ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὶ ποὺ μο­χθοῦν σή­με­ρα (καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γοι), δὲν μπο­ροῦν νὰ αἰ­σθαν­θοῦν τὴ χα­ρὰ τοῦ μό­χθου τους, κα­θὼς ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ ρεῦ­μα τοῦ και­ροῦ, ἀ­να­λώ­νουν τὴν πε­νι­χρὴ ἀν­τι­μι­σθί­α τους στὴν ἀ­τέρ­μο­νη πα­γί­δα τῆς ἱ­κα­νο­ποί­η­σης ἐ­πί­πλα­στων ἀ­ναγ­κῶν.

Ἡ δι­α­βί­ω­ση στοὺς πυ­κνο­δο­μη­μέ­νους ἀ­στι­κοὺς ἱ­στοὺς τῆς Ἑλ­λά­δας δὲν ἀ­φή­νει πολ­λὰ πε­ρι­θώ­ρι­α ἐ­πι­λο­γῆς γι­ὰ κά­ποι­ον ποὺ θὰ θε­λή­σει νὰ μπο­λι­ά­σει τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του μὲ ἔ­στω λί­γα ψήγ­μα­τα ζω­ῆς πι­ὸ κον­τὰ στὴ φύ­ση. Ἀ­παι­τοῦν­ται ἀ­πο­φά­σεις καὶ κι­νή­σεις ποὺ ἀ­να­τρέ­πουν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴ μέ­χρι τώ­ρα οἰ­κεί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὡς ἐκ τού­του σπά­νι­α φτά­νει κά­ποι­ος στὴν ὑ­λο­ποί­η­σή τους. Αὐ­τὸ ὅ­μως δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν θὰ πρέ­πει νὰ γί­νον­ται οἱ ἀν­τί­στοι­χες προ­σπά­θει­ες κα­θὼς ἡ ζω­ὴ χω­ρὶς τὸ βί­ω­μα καὶ τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς γεν­ναι­ο­δω­ρί­ας τῆς φύ­σης θὰ πα­ρα­μέ­νει λει­ψή.

Ὁ σύγ­χρο­νος τρό­πος ζω­ῆς εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α τῆς φύ­σης. Γι­ὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ση­μαν­τι­κὸ κομ­μά­τι τῆς δι­α­τρο­φῆς μας, τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κά, εἶ­ναι κά­τι ποὺ τὸ βρί­σκου­με σὲ κά­ποι­ο κα­τά­στη­μα καὶ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἀ­πο­κτή­σου­με ἔ­ναν­τι κά­ποι­ου χρη­μα­τι­κοῦ ἀν­τι­τί­μου. Ἀ­γνο­οῦ­με, ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων ξε­χνᾶ­με τὴ δι­α­δι­κα­σί­α πα­ρα­γω­γῆς τους, μὲ ποι­ὸ τρό­πο δη­λα­δὴ δη­μι­ουρ­γοῦν­ται τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ θε­ω­ροῦ­με τὴν ὕ­παρ­ξή τους δε­δο­μέ­νη, σὰν νὰ ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι στοὺς πάγ­κους τῶν μα­νά­βι­κων ἢ τῆς λα­ϊ­κῆς ἀ­γο­ρᾶς, σὰν κά­ποι­ος νὰ μᾶς τὰ χρω­στά­ει. Ἂς σκεφ­τοῦ­με ὅ­μως πό­σο γεν­ναι­ό­δω­ρο πρᾶγ­μα εἶ­ναι γι­ὰ πα­ρά­δειγ­μα ἕ­να καρ­πού­ζι.

Ὅ­λα ξε­κι­νᾶ­νε ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ σπο­ρά­κι ποὺ θὰ βρε­θεῖ στὸ χῶ­μα, κά­τω ἀ­πὸ τὶς κα­τάλ­λη­λες συν­θῆ­κες θὰ βλα­στή­σει, θὰ δώ­σει ὅ­πως εἶ­ναι «προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο» ἕ­να φυ­τό, καὶ τὸ φυ­τὸ μὲ τὴ σει­ρά του, χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, θρε­πτι­κὰ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, καὶ ἐ­νέρ­γει­α ἀ­πὸ τὸν ἥ­λι­ο, θὰ δη­μι­ουρ­γή­σει ἕ­να εὐ­με­γέ­θες, γλυ­κὸ καὶ δρο­σε­ρὸ φροῦ­το, ποὺ ὄ­χι μό­νο εἶ­ναι ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ γι­ὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ πε­ρι­έ­χον­τας καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα σπο­ρά­κι­α, δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­να­πα­ρά­γε­ται καὶ νὰ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζε­ται ἀ­ε­νά­ως.

Ἡ πα­ρα­πά­νω ὑ­πε­ρα­πλου­στευ­μέ­νη πε­ρι­γρα­φὴ κρύ­βει μί­α ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­πλο­κη δι­α­δι­κα­σί­α, ποὺ με­λε­τών­τας την δὲν μπο­ρεῖς πα­ρὰ νὰ θαυ­μά­σεις τὴ σο­φί­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ Θε­ὸς ἔ­χει βά­λει σὲ τά­ξη τὴ φύ­ση, πρὸς ὄ­φε­λός μας.

Ὅ­μως ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν ἐμ­βα­θύ­νου­με στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν κυτ­τά­ρων, καὶ μό­νο μὲ τὴν ἐ­πι­φα­νει­α­κὴ ἐμ­πλο­κή μας στὴ φρον­τί­δα καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῶν φυ­τῶν, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νου καὶ τοῦ κό­που ποὺ κα­τα­βά­λου­με, πλη­σι­ά­ζου­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἴ­σως στὴν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἄ­νω­θεν μέ­ρι­μνας γι­ὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­σή μας.

Πλη­σι­ά­ζου­με στὸν Θε­ό.

Μπού­ρα Δη­μη­τρί­ου, Γεωπόνου-᾿Εντομολόγου

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος