Το Ρωμαίικο > Παρατηρητήριο > Η επώαση / Παπαδόπουλος Θεόφιλος, Δάσκαλος

Η επώαση / Παπαδόπουλος Θεόφιλος, Δάσκαλος

Για εμάς τους Έλληνες, πριν, κατά και μετά την Ελλάδα υπάρχει ο Ελληνισμός. Δε συμβαίνει όμως κάτι αντίστοιχο και στα άλλα κράτη. Σ’ αυτά δεν υπάρχει ούτε ως λέξη ούτε ως έννοια, φερ’ ειπείν, ο Ολλανδισμός, ο Βελγισμός, ο Ισπανισμός κλπ. (με όλο τον σεβασμό που έχουμε για τις μεγάλες μορφές αυτών των εθνών που συνεισφέρανε στον πνευματικό πολιτισμό της Ευρώπης, κυρίως στη ζωγραφική και τη λογοτεχνία), δεν υπάρχει Γαλλισμός και Αγγλισμός (εδώ υφίστανται οι όροι αλλά σημαίνουν άλλο πράγμα).

Ενώ ο Ελληνισμός είναι το αρχικό φωτόνιο που σαν την πρώτη αχτίδα της αυγής φώτισε και ξύπνησε τον Νου του ανθρώπου με τον Ηράκλειτο, τον Θαλή και τους άλλους μεγαλοφυείς φιλοσόφους τους αναφερόμενους συνοπτικώς ως «Προσωκρατικούς», διέτρεξε λαμπαδηδρομώντας τον αχανή χώρο από την Άγνοια προς τη Γνώση και διερεύνησε τη Φύση και τη σύσταση του Σύμπαντος. Με τους τραγικούς καθόρισε τα όρια της αυτεξουσιότητας του ανθρώπου εν σχέσει με τους θεούς και τη Μοίρα. Με τον Πλάτωνα θεσμοθέτησε τους Νόμους που διέπουν την κοινωνία και την πολιτεία, αλλά πρόβαλε ταυτόχρονα τον υλικό κόσμο και τη σκέψη των ανθρώπων στην υπέχρονη οθόνη των Ιδεών (έστω απλά και μόνο υπό την έννοια μιας πνευματικής κορύφωσης του προχριστιανικού κόσμου). Με τον Αριστοτέλη ταξινόμησε τις διάσπαρτες εντυπώσεις του περιβάλλοντος κόσμου και της ψυχής. Με τους Στωικούς θέσπισε τη δεοντολογία της συμπεριφοράς και την ενάσκηση της αρετής ως τρόπο εξαγνισμού του ανθρώπου (προστάδιο της χριστιανικής ηθικής). Με την ελληνική γλώσσα η οποία κατά την ελληνιστική εποχή πήρε την πιο εντελή, προσιτή και καθολική μορφή, ως να είχε παραχωρήσει τον αρχαίο Πήγασο για να ξαναπετάξει, μετά τον Πίνδαρο, στα ουράνια ύψη της Υμνωδίας. Τέλος, με αυτή τη μοναδική γλώσσα και την εργώδη και λεπτεπίλεπτη επεξεργασία των θεολογικών εννοιών από τους Πατέρες τελειώθηκε η Ορθοδοξία, ως η πλέον πειστική ανά τους αιώνες και λυτρωτική απάντηση στο μέγα Μυστήριο και Θαύμα της Ύπαρξης.

Έτσι λοιπόν ο Ελληνισμός είναι κάτι διαφορετικό από την ιστορικότητα, τον ψυχισμό και την «κουλτούρα» των άλλων λαών: είναι η πλήρης διαδρομή. Δεν είναι ούτε μίμηση άλλων προτύπων, ούτε «Ημιτελής Συμφωνία». Οι ξένοι πήραν πολλά απ’ τον Ελληνισμό, μελέτησαν πολλές από τις ιστορικές φάσεις αλλά και τις εκφράσεις του, έγραψαν σπουδαία έργα ερμηνευτικά, λεξικογραφικά, αποταμίευσαν τον πλούτο της γλώσσας μας (μεγάλη τιμή και οφειλή προς αυτούς που το έκαναν όταν εμείς δεν μπορούσαμε να το κάνουμε), αλλά τον Ελληνισμό τον προσέγγισαν πάντα ως αντικείμενο Επιστήμης. Δεν μπορούσαν και δεν τους ήταν δυνατόν να τον νιώσουν ως βίωμα. Αυτό μόνον στον Έλληνα συντελείται, έστω «δυνάμει» (δηλ. ως δυνατότητα), έστω «εν υπνώσει». Αυτό το προνόμιο το έχουμε μόνον οι Έλληνες. Και είναι φυσιολογικό. Κάθε λαός έχει τις ρίζες του οι οποίες εκφράζονται με τελετουργίες, με θυσίες, με μυστήρια, με μαγείες. Και ο Ελληνισμός είναι κάτι σαν «μαγεία», σε συνεπαίρνει. Αλλά εδώ υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο που κάνει τον Ελληνισμό μοναδικό: ενώ στους άλλους λαούς η επικοινωνία του ανθρώπου και η μέθεξη με το Ανεξερεύνητο γίνεται μόνο με το συναίσθημα, στον Ελληνισμό αυτό γίνεται με το συναίσθημα και με τη νόηση μαζί σε θαυμαστή σύζευξη και συζυγία. Στη φιλοσοφία του Ελληνισμού ο Νους ποτέ δε θεωρήθηκε ως το Κακόν (εξαρτάται πώς θα τον χρησιμοποιήσουμε). Εξάλλου και το συναίσθημα μόνο του τον ίδιο κίνδυνο διατρέχει: αντί για επι-κοινωνία με το θείον, μπορεί να μας οδηγήσει στη δαιμονολογία και τον σατανισμό.

Έχουμε λοιπόν την αρτιότερη Φιλοσοφία, την πληρέστερη Θρησκεία, την εντελέστερη Γλώσσα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε τίποτα. Αυτά τα στοιχεία είναι οι ορατές, οι απτές, οι διά της αντιλήψεως βεβαιούμενες εκφάνσεις του Ελληνισμού. Συν το πάθος για την ελευθερία, δηλαδή την μη υποταγή μας σε κανέναν ξένο. Κάποτε και για πολύ χρόνο υποκύπτουμε, ναι. Αλλά πάντα επαναστατούμε. Αυτές λοιπόν οι «αρετές», ή όπως αλλιώς τις πούμε, εμφανίστηκαν, επισημάνθηκαν και ολοκληρώθηκαν σ’ ένα γεωγραφικό χώρο που παλιότερα οι δικοί μας ιστορικοί, εθνολόγοι, εκκλησιαστικοί τον προσδιόρισαν ως την «καθ’ ημάς Ανατολή». Η περιοχή αυτή που εκτείνεται απ’ την Καππαδοκία μέχρι το Ιόνιο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του ‘Ελληνος Ανθρώπου» ο οποίος είναι σύνθεση και φορέας Πνεύματος. Την Ανατολική πτέρυγα αυτού του χώρου την έχουμε χάσει. Αυτοί που την κατείχαν manu military νομίζουν πως κάτι απέκτησαν. Απατώνται. Απλώς απέκοψαν ρίζες Πολιτισμού και συνέθλιψαν τους σπόρους. Οι μέλλοντες καιροί θα επαληθεύσουν αυτό που λέμε: τίποτα δεν θα προκύψει από εδώ και πέρα στ’ ανεμοδαρμένα υψίπεδα και τις αλμυρές ερήμους της Μικρασίας. Και αν στο παρελθόν για τη φυλή τους (κυρίως στην ύστερη περίοδο των Σελτζούκων) κάτι συνέβη, αυτό εκπήγασε από τη συνύπαρξη και τη συνάφεια με τον Ελληνισμό. Κατόπιν μεσολάβησε ο φανατισμός και το αίμα και η σύμμειξη (το συμπεθεριό) χάλασε. Δεν υπάρχει πια το ζευγάρι. Η Φύση βιάσθηκε και το να επιδιώκεται πολιτισμός των ημιόνων είναι ματαιοπονία…

Στη Δυτική πτέρυγα όπου, ύστερα από αλυσίδα σκευωριών και συνωμοσιών αλλά και αγριοτήτων, οι Έλληνες έχουμε περιοριστεί ή μάλλον στριμωχτεί, διαφαίνεται ότι κάτι κυοφορείται: το τι, το πώς και το πότε άγνωστο ακόμα. Αλλά κάτι κυοφορείται. Για μια φωλιά δε χρειάζεται έκταση ηπείρων και θαλασσών. Φτάνει μια χούφτα από κλαράκια, από πευκοβέλονα και λίγη θαλπωρή, και τότε αρχίζει η επώαση. Εκτός και αν έχουν πλήρως ανατραπεί και οι φυσικοί και οι πνευματικοί νόμοι, οπότε έχει ήδη σημάνει η αρχή του τέλους…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος