
Διήγηση Γεωργίου Βερνέζου, Εὔβοια: «Σέ ἡλικία 13 ἐτῶν, ἦρθα μέ τόν πατέρα μου π. Ἰωάννη γιά νά ἐγγραφῶ στήν Ἀθωνιάδα Ἐκκλησιαστική Σχολή καί νά ὁλοκληρώσω τίς σπουδές μου σ᾿ αὐτήν. Ἤδη ἀπό τήν ἀρχή συναντήσαμε ἕνα ἀρνητικό κλίμα. Μᾶς ἔλεγαν διάφοροι: “Τί φέρατε τό παιδί σας ἐδῶ; οἱ δυνατότητες τῆς Σχολῆς εἶναι περιορισμένες. Περισσότερα θά μάθη στά ἔξω σχολεῖα”. Καί στήν συνέχεια καί ἄλλοι γνωστοί πατέρες πού συναντήσαμε, τά ἴδια περίπου μᾶς εἶπαν, σέ σημεῖο νά ἐπηρεάσουν ἀρνητικά τόν πατέρα μου πού σκεφτόταν νά ἀκυρώση τήν ἐγγραφή μου στήν Ἀθωνιάδα. Κατηφορήσαμε πρός τό Κελλάκι τοῦ ὁσίου Παϊσίου καί ὅταν φθάσαμε, πρίν προλάβωμε νά χτυπήσωμε τό καμπανάκι, ἀκούστηκε ἡ φωνή του νά μᾶς καλῆ νά πᾶμε ἀπό τήν πίσω πόρτα. Τά πρόσωπά μας γέμισαν χαρά. Ἀσφαλῶς, οἱ πνευματικές κεραῖες τοῦ Γέροντα εἶχαν συλλάβει τήν ἀγωνία, τήν ἀπογοήτευση τοῦ πατέρα μου.
»Μπήκαμε μέσα καί ἀντάλλαξαν τόν χαιρετισμό. Προσκυνήσαμε στό Ἐκκλησάκι καί ἔγινε στήν συνέχεια ὁ ἑξῆς διάλογος:
― Γέροντα, ἤρθαμε ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος μέ σκοπό νά γράψω τόν Γιῶργο στήν Ἀθωνιάδα Σχολή, ὅπως καί ὁ ἴδιος ἐπιθυμεῖ. Ἀλλά τά πρόσωπα πού συνάντησα, μᾶλλον μέ ἀποτρέπουν νά γίνη ἡ ἐγγραφή. Ἔτσι, νοιώθω μέσα μου βάρος ὡς πρός τήν ἐπιλογή.
― Εὐλογημένε, κοίταξε… ἔξω στόν κόσμο τά σχολεῖα, οἱ γνώσεις εἶναι, ἄς ὑποθέσωμε ᾿κεῖ πέρα, ἕνας μεγάλος ἀχυρώνας πού προσπαθοῦν τά καϋμένα τά παιδιά νά βροῦν κάνα σπυρί γνώση ἀνάμεσα σέ τόσα ἄχυρα. Ἡ κασσέτα τοῦ Γιώργου εἶναι ἄγραφη. Ἄφησέ τον ἐδῶ στήν Σχολή νά γεμίση μέ πνευματικά πράγματα. Ἐδῶ, λοιπόν, γράψτον στήν Σχολή.
― Γέροντα, μέ τήν εὐχή σας, μέ ξεκουράσατε, ἔφυγε τό βάρος.
― Τήν εὐχή σου. Ἔσκυψε μέ πολύ σεβασμό καί φίλησε τό χέρι τοῦ ἱερέως, λέγοντας καί πάλι. “Νά τόν γράψης ἐδῶ στήν Σχολή. Ἄντε στό καλό. Εὐλογεῖτε”.
»Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή, ἄλλαξαν ὅλα στήν ζωή μου. Αὐτοί οἱ λόγοι τοῦ Γέροντα ἦταν καθοριστικοί, ὄχι μόνο γιά τό διάστημα τῆς παραμονῆς μου στό Ὄρος, ἀλλά γιά ὅλη τήν μετέπειτα πορεία μου.
»Στό πρόγραμμα τῆς Ἀθωνιάδος κατά τά ἔτη 1983–1984, εἶχε εὐλογία τό τριήμερο Παρασκευή–Σάββατο–Κυριακή οἱ μαθητές νά ἐπισκέπτωνται τίς Ἱερές Μονές καί τούς Πνευματικούς τους. Ὁ δικός μου τόπος ἀναφορᾶς, διαμονῆς, φιλόξενης ἀγάπης καί στήριξής μου, ἦταν τό Κελλί τοῦ Πνευματικοῦ μου π. Γρηγορίου, ὁ “Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος” πού ἦταν πλησίον τῆς “Παναγούδας”. Σέ ἕνα ἀπό τά πρῶτα αὐτά τριήμερα πού διέμεινα στό Κελλί, προγραμματίσαμε νά πᾶμε σέ ἱεροραφεῖο γιά νά παραγγείλωμε τά ράσα πού θά φοροῦσα ὡς μαθητής τῆς Ἀθωνιάδος.
»Ἐκεῖνο τό βράδυ, γέμισε ἡ καρδιά μου θλίψη καί ἀγωνία καί αἰσθανόμουν μοναξιά καί διερωτόμουν ἄν θά ἀντέξω. Προσευχήθηκα στήν Παναγία καί σκέφθηκα, ὅτι ἄν εἶχα μιά εὐλογία ἀπό τόν γέροντα Παΐσιο, ἕνα σκουφάκι, μιά ζώνη, ἕνα ράσο, θά μέ βοηθοῦσε. Ἡ ἐπιθυμία μου αὐτή ἔγινε ἔντονη μέσα στήν καρδιά μου καί ἕνα μέ τήν προσευχή μου.
»Τό πρωΐ, ἀφοῦ διαβάσαμε τόν Ὄρθρο, πήγαμε νά λειτουργήση ὁ γέροντας Γρηγόριος στό Κελλί τοῦ γέροντος Παϊσίου. Βρήκαμε τήν ἐξώπορτα ἀνοιχτή καί ὁ π. Παΐσιος ξεπρόβαλλε μέσα ἀπό τό κελλί του. Μετά τόν λιτό χαιρετισμό, “Εὐλογεῖτε, Γέροντα” – “ὁ Κύριος”, περάσαμε στό ἐκκλησάκι καί ὅλα ἦταν ἕτοιμα γιά τήν θεία Λειτουργία.
»Κατά τήν θεία Λειτουργία, ὁ γέροντας Παΐσιος μέ κάλεσε δίπλα του καί ψάλλαμε μαζί τά Τυπικά, “Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον…”. Ἡ φωνή τοῦ Γέροντα ἀντηχεῖ ἀκόμη μέσα μου καί τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ, ἀκούστηκε ἐλαφρά ἀπό τόν Γέροντα τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Προσκυνήσαμε τίς εἰκόνες καί κοινωνήσαμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
»Μετά τήν θεία Εὐχαριστία, καθήσαμε στό Ἀρχονταρίκι καί μᾶς πρόσφερε τσάϊ. Ὕστερα, ὁ Γέροντας ἔφερε ἕνα ρασάκι, μοῦ τό ἔδωσε λέγοντας χαμογελαστός: “Μοῦ ἔδωσαν ἕνα καινούργιο ράσο, τό δοκίμασα καί μοῦ εἶναι μακρύ. Μᾶλλον δέν μοῦ πῆραν καλά τά μέτρα. Πάρτο ἐσύ, Γιῶργο”. Τό φόρεσα μπροστά του καί μοῦ εἶπε: “Καλό σοῦ εἶναι”. Ἔλαβα ἔκπληκτος ἀπό τόν Γέροντα αὐτήν τήν εὐλογία. Τόν εὐχαρίστησα καί κρατοῦσα στήν ἀγκαλιά μου αὐτόν τόν θησαυρό.
»Κάποια ἄλλη φορά, κάναμε ἕνα παράπτωμα σ᾿ ἕναν καθηγητή μας καί ἐκεῖνος μᾶς εἶπε, “νά πᾶτε στόν γέροντα Παΐσιο, διαφορετικά θά σᾶς παραπέμψω στόν Σχολάρχη”. Τότε καί οἱ πέντε–ἕξι μαθητές βρεθήκαμε στήν “Παναγούδα”. Ὁ Γέροντας μᾶς συμβούλευσε πατρικά γιά τό σφάλμα μας καί πήραμε τήν εὐχή του νά φύγωμε. Ἤμουν τελευταῖος. Πῆρα τήν εὐχή του καί μοῦ εἶπε, “ἐσύ, ἔλα μαζί μου”, λέγοντας στούς ἄλλους νά πᾶνε στή Σχολή.
»Καθήσαμε στό Ἀρχονταρίκι, ἄναψε ὁ Γέροντας ἕνα κερί μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ἡ Ἄκρα Ταπείνωσις, ἔκανε ὀλιγόλεπτη προσευχή καί κάθησε δίπλα μου πλέκοντας κομποσχοίνι καί ταυτόχρονα ἄρχισε νά μέ συμβουλεύη. Ὁ κάθε λόγος του ἦταν συνοπτικός, ἀποκαλυπτικός, βαθύς, εἰρηνικός καί περνοῦσε στήν καρδιά μου. Ἀποτυπώνονταν ὡς θεοχάρακτα γράμματα καί ἀναφέρονταν στό μέλλον τῆς ζωῆς μου. Μεταξύ ἄλλων, μοῦ εἶπε: “Ἐσεῖς πρέπει νά βοηθήσετε τήν μητέρα Ἐκκλησία…”».
Περιοδικό Ἐρῶ
