Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Ιχνηλατώντας την εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια / Δημητρίου Μεταλληνού*

Ιχνηλατώντας την εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια / Δημητρίου Μεταλληνού*

Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831) λίγους μήνες μετά την ανάληψη του τελευταίου δημοσίου αξιώματός του (1828), ως Κυβερνήτης δηλαδή της Ελλάδος, ίδρυσε τη Γραμματεία (Υπουργείο) «επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως», συνενώνοντας τους δύο θεσμούς την Εκκλησία και την Εκπαίδευση, επειδή τους θεωρούσε «αχωρίστους, ως μίαν εχούσας αρχήν, τον Πατέρα των φώτων και προς ένα συντρεχούσας σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν, ήτις είναι η βάσις της κοινωνικής και πολιτικής του έθνους επανορθώσεως», με πρώτο Γραμματέα (Υπουργό) τον λόγιο εκπαιδευτικό και πολιτικό από τη Σίφνο Νικόλαο Χρυσόγελο.

Με γνώμονα την επιχειρούμενη από τον Καποδίστρια σύνδεση Εκκλησίας και παιδείας, μπορούμε να χαρτογραφήσουμε επιγραμματικά την εκκλησιαστική του πολιτική, να εντοπίσουμε τις καινοτόμες, για την εποχή, πολιτικές δράσεις του και να αναγνωρίσουμε την πολιτική του μεγαλοσύνη.

  1. Πλήρωση θέσεων επισκόπων.

Πρώτο μέλημα του Κυβερνήτη η εκλογή και τοποθέτηση νέων επισκόπων, προκειμένου να πληρώσει τις κενές, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, επισκοπικές έδρες, με πρόσωπα που ήσαν άριστοι και για το λόγο αυτό αρεστοί στον Κυβερνήτη.

  1. Μόρφωση κλήρου.

Για την επίτευξη του σκοπού αυτού ίδρυσε «Εκκλησιαστική Σχολή» στην ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο. Το διδακτικό πρόγραμμα προέβλεπε τα εξής μαθήματα: ελληνική γλώσσα, ιερά κατήχηση, ιστορία και ξυλουργική (πρωτοποριακή η επιλογή του μαθήματος αυτού ακόμη και για την εποχή μας).

Η εκκλησιαστική Σχολή του Πόρου, υπήρξε ένας σημαντικός σταθμός στην παιδεία του νεοελληνικού κράτους. Αποφοίτησαν δεκάδες νέοι, οι οποίοι χειροτονήθηκαν κληρικοί και προσέφεραν πολλά στον έθνος. Βαθύτερη επιδίωξη του Κυβερνήτη ήταν να συστήσει Ανωτέρα Θεολογική Ακαδημία, σύμφωνα με τα πρότυπα των ρωσικών θεολογικών ακαδημιών. Για το λόγο αυτό αμέσως μετά την εκλογή του και πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ως Κυβερνήτης, ζητά από τον λόγιο κληρικό και διδάσκαλο του γένους Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων, ο οποίος βρισκόταν στην Αγία Πετρούπολη κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, να συντάξει «Σχέδιο Εκκλησιαστικής Ακαδημίας», σύμφωνα με την ακαδημαϊκή πραγματικότητα που ο τελευταίος βίωνε στη Ρωσία. Ο σοφός κληρικός πράγματι συνέταξε το εν λόγω «Σχέδιο», το οποίο παρέδωσε στον Κυβερνήτη την 1η Ιουλίου 1828. Εξαιτίας των αντικειμενικών δυσκολιών και της έλλειψης χρημάτων, δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει άμεσα το μεγαλεπήβολο σχέδιό του. Αντ’ αυτού περιορίσθηκε στην ίδρυση της «Εκκλησιαστικής Σχολής» στον Πόρο, της οποίας ο βίος καθώς και ο σχεδιασμός ιδρύσεως της θεολογικής Ακαδημίας τερματίσθηκαν με τον πρόωρο θάνατο του Κυβερνήτη (27-9-1831).

  1. Η πολιτική του Κυβερνήτη έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι εκκλησιαστικές επαρχίες του ελλαδικού χώρου εξαρτιόνταν πνευματικά, άρα και διοικητικά (από το 731 μ.Χ,) από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι μακροχρόνιες, όμως, επαναστατικές επιχειρήσεις των Ελλήνων και η δημιουργία ελεύθερου κράτους, επέφεραν τρομερές δυσκολίες επικοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη. Έτσι από το 1821 παρατηρείται στον ελλαδικό χώρο μια εκκλησιαστική διοικητική αναρχία, η οποία δημιούργησε πολλά και σοβαρά νομοκανονικά προβλήματα. Ο ευσεβής Κυβερνήτης έθεσε σε άμεση προτεραιότητα τη λύση των εκκλησιαστικών ζητημάτων και τη μόνιμη τακτοποίηση της διοικητικής οργάνωσης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ως διορατικός πολιτικός πίστευε πως οι εκκλησιαστικές επαρχίες της Ελλάδος όφειλαν να παραμείνουν ενωμένες με τη Μεγάλη Εκκλησία για δύο κυρίως λόγους:

α) επειδή «εφοβείτο μη διαλυομένου τούτου του δεσμού, παρεισφρύση η διατάραξις του δογματικού δεσμού, ένεκα των περί την πίστιν νεωτεριζόντων, κινδυνεύσει δε και να διαμελισθεί ο εν τη πίστει ενσεσαρκωμένος και απ’ αυτής αχώριστος Ελληνισμός»[1] και

β) επειδή (ανα)γνώριζε τον εθναρχικό-θεσμικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις υπόδουλες ελληνικές επαρχίες. Αν επέρχονταν ρήξη του δεσμού του ελεύθερου κράτους με το Φανάρι, θα δυσχεραίνονταν σοβαρά το σχέδιο του Κυβερνήτη για την ολοκλήρωση της εθνικής αποκατάστασης, την οποία είχε κατά νου. Πέρα, όμως, από τις πρακτικές ωφέλειες που θα είχε η διατήρηση αυτού του δεσμού, η εμμονή του οφειλόταν στη βαθιά προσήλωσή του, στην Εκκλησία και τις παραδόσεις της. Ήθελε την Εκκλησία ελεύθερη, να λαμβάνει η ίδια τις αποφάσεις που την αφορούν, μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και επιρροές. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παρέμβει στα εκκλησιαστικά πράγματα. Ο Κυβερνήτης γνώριζε άριστα τα θεσμικά όρια της Πολιτείας και της Εκκλησίας.

  1. Εκκλησιαστική Επιτροπή.

Πριν προβεί ο Κυβερνήτης στη λήψη των απαραίτητων μέτρων προς επίλυση των εκκλησιαστικών προβλημάτων, διόρισε μια πενταμελή Εκκλησιαστική Επιτροπή, που μέλη της ήταν πέντε από τους σημαντικότερους ιεράρχες της συγκεκριμένης περιόδου. Και μόνο η επιλογή των προσώπων αυτών ως εκκλησιαστικών συμβούλων του, φανερώνει τη μοναδικότητά του ως πολιτικού.

  1. Δίωξη του Τεκτονισμού από τον δημόσιο βίο.

Ο εθνομάρτυρας Κυβερνήτης αποδεικνύει το μεγαλείο του στην εκκλησιαστική πολιτική του και από ένα άλλο στοιχείο, που δυστυχώς περνά απαρατήρητο από τους περισσότερους ερευνητές του βίου και του έργου του. Και το στοιχείο αυτό είναι ο εξοβελισμός του τεκτονισμού από τον δημόσιο (άρα και τον εκκλησιαστικό) βίο.

Η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι ο Τεκτονισμός, με οποιαδήποτε μορφή ή έκφρασή του, έχει οικειοποιηθεί και έχει παρουσιάσει ως μέλη του αρκετές σημαίνουσες προσωπικότητες της νεότερης ιστορίας μας, πάντοτε μετά τον θάνατο των εν λόγω μορφών, οι οποίες όμως ουδέποτε επέδειξαν καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου τους κάποια σχέση με αυτόν.

Υπάρχει, όμως, μία μεθοδολογική αρχή, σύμφωνα με την οποία το κάθε μέλος μίας οργάνωσης, θρησκείας ή κοινότητας δεν πρέπει απλώς να ισχυρίζεται ότι ανήκει σ’ αυτήν, αλλά πρωτίστως και να το αποδεικνύει εμπράκτως στον καθημερινό του βίο. Αυτή την αρχή την αποδέχονται απόλυτα οι τέκτονες, προτρέποντας μάλιστα τα μέλη τους να μην είναι «εν υπνώσει», αλλά αντίθετα να είναι ενεργοί τέκτονες, που να διακρίνονται στην (τοπική τους) κοινωνία ως φωτεινοί οδοδείκτες. Η ίδια αρχή ισχύει απόλυτα και για όσους δηλώνουν ότι είναι πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αφού σκοπός της ζωής τους είναι να καταστούν κι αυτοί «Φώτα Ολόφωτα», μέτοχοι της «Ακτίστου Θείας Χάριτος» με τη συνεχή πνευματική άσκηση και τα πνευματικά έργα που απορρέουν απ’ αυτήν. Μπορεί αρκετοί να δηλώνουν πως είναι Χριστιανοί ή/και τέκτονες, αλλά ο τρόπος ζωής τους είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας, που αποδεικνύει την εγκυρότητα των δηλώσεών τους.

Αποδεχόμενοι και οι δύο πλευρές (Ορθόδοξη Εκκλησία και Τεκτονισμός) την μεθοδολογική αρχή της συνέπειας λόγων και πράξεων είναι πολύ εύκολο να απορριφθεί ο αυθαίρετος ισχυρισμός της «Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος», σύμφωνα με τον οποίο συμπεριλαμβάνεται[2] ο ορθοδοξότατος από την παιδική του ηλικία Καποδίστριας ανάμεσα στα εκλεκτά και δραστήρια μέλη της, ισχυριζόμενη, μάλιστα, ότι ο μεγάλος Κερκυραίος Πολιτικός  συνέβαλλε στην ίδρυση τεκτονικών στοών στην Ευρώπη. Για όσους έχουν μελετήσει σε βάθος (δηλαδή ολόκληρο) τον Βίο και την Πολιτεία του μεγάλου αυτού Έλληνα πολιτικού, γνωρίζουν ότι δεν υπήρξε κρίσιμη στιγμή της ζωής του που να μην λειτούργησε ως γνήσιος Ορθόδοξος Χριστιανός. Όχι μόνο δεν υπήρξε τέκτονας ο Καποδίστριας[3], αλλά, κατά τη σύντομη περίοδο της θητείας του ως Κυβερνήτης της Ελλάδος (1828-1831), διακήρυξε με την υπ’ αριθμ. 2953 εγκύκλιό του, ότι είναι ασυμβίβαστο να είναι κανείς ταυτόχρονα μέλος μυστικής οργάνωσης και υπάλληλος του Κράτους. Έτσι στις 22 Αυγούστου 1831 θα εκδώσει και δεύτερη εγκύκλιο (την υπ’ αριθμ. 4286) προς όλους τους Προϊσταμένους των Δημοσίων Υπηρεσιών του Κράτους, μαζί με τύπο όρκου, τον οποίο θα υπέγραφαν όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι δεν ανήκουν σε καμία μυστική Εταιρεία. Αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την εγκύκλιό του αυτή, διότι αποτελεί και ένα από τα τελευταία του κείμενα, αφού λίγες εβδομάδες αργότερα θα δολοφονηθεί:

«….Γνωρίζει η Κυβέρνησις ότι, Πολίται τινές επιμένουν πιστεύοντες …ότι αι μυστικαί Εταιρείαι χορηγούσι μέσα σωτήρια εις την Πατρίδα, ή τουλάχιστον Αιγίδα υπό την οποία συνδεόμενοι μεταξύ των άνθρωποι δια μυστικών δεσμών δύνανται να απολαύσωσιν εντός της Πατρίδος των και δια της ξένης επιρροής αξιώματα, τιμάς, και το πλέον τύχην, ό εστί χρήματα. Όσον και αν ελεεινολογή η Κυβέρνησις την απειρίαν των Ελλήνων των από τοιαύτας εισηγήσεις παρασυρομένων δεν ήθελε δώσει την προσοχήν της, αν δεν ήτο καταπεπεισμένη πόσον ολέθρια αποτελέσματα δύναται να φέρη…..η περί τούτων γνώμη, την οποίαν οι εχθροί της Ελλάδος ήθελον συστήσει και εις τον Κόσμον και εις τας Ευρωπαϊκάς Κυβερνήσεις….».

Στη συνέχεια της μακροσκελούς εγκυκλίου του ο Καποδίστριας απαιτεί από τους Προϊσταμένους των Δημοσίων Υπηρεσιών (μεταξύ αυτών και της Γραμματείας των Εκκλησιαστικών) να ξεκαθαρίσουν στους υφισταμένους τους υπαλλήλους, ότι δεν συμβιβάζονται οι δύο ιδιότητες, δηλαδή του δημοσίου υπαλλήλου και του τέκτονα.

Η αντιδεοντολογική και αντιεπιστημονική πρακτική του χαρακτηρισμού μη τεκτόνων ως τεκτόνων, εφαρμόζεται τεχνηέντως από τεκτονικούς κύκλους, όταν η εν λόγω προσωπικότητα δεν έχει άμεσους απογόνους, όπως ο άγαμος κλήρος (Ιεράρχες, Ηγούμενοι, Μοναχοί) ή ο άγαμος Καποδίστριας, ούτως ώστε να μην υπάρχει κανένας φόβος άμεσης αντίκρουσης του ισχυρισμού τους αυτού. Δεν πρέπει, όμως, σε καμία περίπτωση να λησμονείται, ότι οι εθνικές μορφές ανήκουν πρωτίστως στο έθνος τους και για το λόγο αυτό η ιστορική έρευνα εξαντλείται σε βάθος φωτίζοντας όλες τις πτυχές του δημόσιου και ιδιωτικού βίου τους.

«Το πρόσωπο και η πολιτική πράξη του Ιωάννη Καποδίστρια έχουν δεχθεί πολλές ερμηνείες. Κάθε ιδεολογικός χώρος επιχειρεί να τον ταυτίσει μαζί του. Αυτό, άλλωστε, επιβεβαιώνει και τη μεγαλοσύνη του. Έτσι, μπορεί μεν να ονομαστεί «ευρωπαϊστής», διότι ευεργέτησε την Ευρώπη ποικιλοτρόπως, η ευρωπαϊκή όμως πολιτική του και οι συναφείς μ’ αυτή στόχοι του αποδεικνύουν ότι εκείνος δεν απέβλεπε στην Ευρώπη του Ναπολέοντος ή του Metternich. Η ευρωπαϊκή του δράση αναπτύσσονταν παράλληλα με την ελληνική του πολιτική. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι ήταν ενιαία και αδιάτμητη προσωπικότητα, μια δε απλή σύγκριση με τη συνέχεια του πολιτικού μας βίου πείθει, ότι ο Καποδίστριας υπήρξε ο ΜΟΝΟΣ Έλληνας πολιτικός ηγέτης, που ήταν μυημένος ολόκληρος στον αγιοπατερικό ελληνισμό, ο οποίος υπήρξε άλλωστε και ο κοινός πολιτισμικός τόπος της αρχαίας και της μεσαιωνικής, ως επί το πλείστον, ενωμένης Ευρώπης».[4]

*Θεολόγου-Ιστορικού

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1920, σ. 36.

[2] Βλ. Μεγάλη Στοά της Ελλάδος, επίσημη ιστοσελίδα της www.grandlodge.gr. Ακόμη και ο Γιάνης Κορδάτος, γνωστός αντικαποδιστριακός τον κατηγορεί ότι δίωξε τον

[3] Βλ. περισσότερα π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ορθοδοξία και Ελληνικότητα, Μήνυμα, Αθήνα 1992, σ. 250. Ακόμη και ο Γιάνης Κορδάτος, γνωστός αντικαποδιστριακός τον κατηγορεί ότι «πιο πολύ όμως μισούσε (σημ. ο Καποδίστριας) τους τέκτονες-καρμπονάρους, καθώς και όσους ήταν οργανωμένοι σε μυστικές εταιρείες…» (βλ. Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. Χ (1821-1832), εκδ. 20ος ΑΙΩΝΑΣ, Αθήνα 1957, σ. 612.

[4] Βλ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ελληνισμός Μαχόμενος, Αθήνα 1995, σ. 84.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος