Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Ηγέτες/Ο Ἅγιος Βασιλέας Ἰωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης / Ἰωάννη Σαρσάκη, Στρατιωτικοῦ

Ηγέτες/Ο Ἅγιος Βασιλέας Ἰωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης / Ἰωάννη Σαρσάκη, Στρατιωτικοῦ

Ἡ ἅ­λω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης ἀ­πό τούς Φράγ­κους τῆς Δ΄ σταυ­ρο­φο­ρί­ας τόν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1204, ὑ­πῆρ­ξε ἡ συν­τα­ρα­κτι­κό­τε­ρη στιγ­μή στήν ἕ­ως τό­τε ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας – Ρω­μα­νί­ας (δη­λα­δή τῆς με­τέ­πει­τα κα­κῶς καί ἐκ τοῦ πο­νη­ροῦ ὀ­νο­μα­σθεί­σας ἀ­πό τούς δυ­τι­κούς ἱ­στο­ρι­κούς ¨Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας¨). Ὡς ἄ­με­ση συ­νέ­πεια τῆς ἁ­λώ­σε­ως ἔ­χου­με, πρῶ­τον: τή δη­μι­ουρ­γί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­των ἑλ­λη­νι­κῶν κρα­τι­δί­ων μέ σκο­πό τήν δι­α­φύ­λα­ξη τῶν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξων πλη­θυ­σμῶν καί τήν ἀν­τί­στα­ση κα­τά τῶν κα­τα­κτη­τῶν, καί δεύ­τε­ρον τή ρα­γδαί­α ἀ­φύ­πνι­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς συ­νεί­δη­σης, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά συν­τε­λεῖ­τε ἤ­δη ἀ­πό τόν 6ο αἰ­ώ­να. Τά κρά­τη πού δη­μι­ουρ­γή­θη­καν ἦ­ταν: τό βα­σί­λει­ο τῆς Νί­και­ας μέ τόν Θε­ό­δω­ρο Λά­σκα­ρη, τό Δε­σπο­τάτο τῆς Ἠ­πεί­ρου μέ τόν Μι­χα­ήλ Ἄγ­γε­λο καί τῆς Τρα­πε­ζούν­τας μέ τόν Ἀ­λέ­ξιο Κο­μνη­νό. Ἀ­πό τά τρί­α ἑλ­λη­νι­κά κρά­τη ἡ Νί­και­α ἦ­ταν αὐ­τή πού κα­τά­φε­ρε νά λά­βει τό χρί­σμα τοῦ συ­νε­χι­στοῦ τῆς Ρω­μα­νί­ας καί με­τά τήν πα­ρέ­λευ­ση 57 ἐ­τῶν νά ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τήν βα­σι­λεύ­ου­σα. Οἱ αὐ­το­κρά­το­ρες πού κα­τεῖ­χαν τόν ἐ­ξό­ρι­στο θρό­νο τῆς Ρω­μα­νί­ας μέ ἕ­δρα τή Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας ἦ­ταν: ὁ Θε­ό­δω­ρος Α΄ Λά­σκα­ρης (1204-1222), ὁ Ἰ­ω­άν­νης Γ΄ Δού­κας Βα­τά­τζης (1222-1254), ὁ Θε­ό­δω­ρος Β΄ Λά­σκα­ρης (1254-1258), ὁ Ἰ­ω­άν­νης Δ΄ Λά­σκα­ρης (1258-1259) καί ὁ Μι­χα­ήλ Η΄ Πα­λαι­ο­λό­γος (1259-1282). Οἱ τέσ­σε­ρεις πρῶ­τοι αὐ­το­κρά­το­ρες ἀ­νή­κουν στή δυ­να­στεί­α τῶν Λα­σκα­ρι­δῶν, ἡ ὁ­ποί­α ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της εἶ­χε: τήν ἔν­το­νη ἑλ­λη­νο­λα­τρεί­α, τήν ὑ­πέρ­με­τρη φι­λο­λα­ϊ­κό­τη­τα, καί τήν ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἱ­κα­νή δι­πλω­μα­τι­κή & στρα­τι­ω­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Γιά νά κα­τορ­θώ­σουν νά συ­στή­σουν τήν αὐ­το­κρα­το­ρί­α, οἱ βα­σι­λεῖς τῆς Νί­και­ας πο­λέ­μη­σαν μέ τούς Φράγ­κους τούς Τούρ­κους, τούς Βουλ­γά­ρους ἀλ­λά καί μέ τό Δε­σπο­τά­το τῆς Ἠ­πεί­ρου, πε­τυ­χαί­νον­τας με­γά­λες νί­κες. Ὁ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρος αὐ­το­κρά­το­ρας τῆς Νί­και­ας καί ἕ­νας ἀ­πό τούς με­γα­λύ­τε­ρους τῆς Ρω­μα­νί­ας, εἶ­ναι ὁ ἐκ Δι­δυ­μο­τεί­χου κα­τα­γό­με­νος, Ἰ­ω­άν­νης Γ΄ Δού­κας Βα­τά­τζης, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι καί Ἅ­γιος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας μας, (ἡ μνή­μη του τι­μᾶ­ται κά­θε χρό­νο στίς 4 Νο­εμ­βρί­ου ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Δι­δυ­μο­τεί­χου).

Ἐ­ρευ­νών­τας τό βί­ο καί τά κα­τορ­θώ­μα­τά του, βρί­σκου­με πολ­λές ἐ­νέρ­γει­ές του, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἄ­ξι­ες ἀ­να­φο­ρᾶς καί ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τες ἱ­στο­ρι­κές πα­ρα­κα­τα­θῆ­κες. Ἡ ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἐ­πί τῆς βα­σι­λεί­ας του (στρα­τι­ω­τι­κή, οἰ­κο­νο­μι­κή καί πνευ­μα­τι­κή), εἶ­χε ὡς ἐ­πι­στέ­γα­σμα τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης ἑ­πτά χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­σή του. Ἐ­πί­σης ὁ Ἰ­ω­άν­νης Βα­τά­τζης θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πό τούς ἱ­στο­ρι­κούς πού ἀ­σχο­λή­θη­καν μέ τή συ­νέ­χεια τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ (ἀρ­χαῖ­οι χρό­νοι, ἑλ­λη­νι­στι­κή ἐ­πο­χή, ρω­μαι­ο­κρα­τί­α, χρι­στι­α­νι­κός ἑλ­λη­νι­σμός «Ρω­μα­νί­α», Τουρ­κο­κρα­τί­α καί νέ­ος ἑλ­λη­νι­σμός) ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς κύ­ριους ἐκ­φρα­στές τῆς ἐ­ξε­λι­κτι­κῆς πο­ρεί­ας τοῦ γέ­νους τῶν Ἑλ­λή­νων.

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τα­τη ἱ­στο­ρι­κή πη­γή βά­σει τῆς ὁ­ποί­ας κα­τα­δει­κνύ­ε­τε ἡ ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα τῆς Ρω­μα­νί­ας, ἡ ἱ­στο­ρι­κή συ­νέ­χεια τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ κα­θώς καί ἡ ἐ­θνι­κή ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τοῦ Δι­δυ­μο­τει­χί­τη βα­σι­λιᾶ, ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἐ­πι­στο­λή ἀ­πάν­τη­ση πού ἀ­πέ­στει­λε πρός τόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄[1] στά μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1230. Τό ἱ­στο­ρι­κό πλαί­σιο, βά­σει τοῦ ὁ­ποί­ου ἔ­γι­νε ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀν­ταλ­λα­γῆς τῶν ἐ­πι­στο­λῶν, με­τα­ξύ πά­πα καί Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη μᾶς τό πε­ρι­γρά­φει ὁ νο­μι­κός καί φι­λό­λο­γος, ὁ­μό­τι­μος κα­θη­γη­τής τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν Μι­χα­ήλ Α. Δέν­διας (1899-1977) ἀ­να­φέ­ρον­τας τά πα­ρα­κά­τω: ¨Πρό­κει­ται πε­ρί τῆς ἐ­πο­χῆς, καθ᾿ ἥν, κα­τά τό 1236, ὁ Βαλ­δουΐνος Β΄ ἦλ­θεν εἰς Ρώ­μην διά νά πα­ρα­κα­λέ­σει τόν πά­παν νά ἐ­πεμ­βεῖ πρός δι­ε­νέρ­γειαν νέ­ας σταυ­ρο­φο­ρί­ας στρε­φο­μέ­νης αὐ­τήν τήν φο­ράν εἰ­δι­κῶς κα­τά τοῦ Βα­τά­τζη, ἀ­πει­λοῦν­τος με­τά τῶν Βουλ­γά­ρων τήν κα­τά­λυ­σιν τῆς φα­σμα­τώ­δους Λα­τι­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Πα­ρά τάς προ­σπα­θεί­ας του, ὁ Γρη­γό­ριος Θ΄, πά­πας Ρώ­μης, ἐ­λά­χι­στα ἠ­δυ­νή­θη, δι­ό­τι ὁ Φρει­δε­ρί­κος Β΄ (αὐ­το­κρά­το­ρας τῶν Γερ­μα­νῶν καί με­τέ­πει­τα πε­θε­ρός τοῦ Βα­τά­τζη) ἀν­τε­τά­χθη ρη­τῶς εἰς τήν δι᾿ Ἰ­τα­λί­ας δι­ά­βα­σιν τῶν σταυ­ρο­φό­ρων, προ­τι­μῶν τοῦ πά­πα καί τῶν Λα­τί­νων τούς Ἕλ­λη­νας καί τόν Βα­τά­τζην. Πρό τῶν πα­ρα­κλή­σε­ων τοῦ Βαλ­δου­ΐνου ὁ Γρη­γό­ριος Θ΄ ἀ­πηύ­θυ­νεν ἐ­πι­στο­λήν πρός τόν Ἰ­ω­άν­νην Δού­καν Βα­τά­τζην. Τό κεί­με­νον αὐ­τῆς ἀ­πω­λέ­σθη (ὅ­πως θά δοῦ­με πα­ρα­κά­τω τό κεί­με­νο δι­α­σώ­θη­κε), γι­νώ­σκο­μεν ὅ­μως τό πε­ρι­ε­χό­με­νον αὐ­τῆς καί εἰ­κά­ζο­μεν τόν τό­νον εἰς τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­γρά­φη, ἐκ τῆς δο­θεί­σης εἰς αὐ­τήν πα­ρά τοῦ Ἕλ­λη­νος αὐ­το­κρά­το­ρος ἀ­παν­τή­σε­ως¨[2].  Προ­τοῦ πα­ρα­θέ­σου­με τήν ἐ­πι­στο­λή κα­θώς καί τόν σχο­λια­σμό ἔγ­κρι­των ἱ­στο­ρι­κῶν, εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νά πι­στο­ποι­ή­σου­με γιά τοῦ λό­γου τό ἀ­λη­θές, τό γε­γο­νός τῆς συγ­γρα­φῆς καί τῆς δι­ά­σω­σης τῶν δύ­ο ἐ­πι­στο­λῶν κα­θώς καί τήν ἐγ­κυ­ρό­τη­τα τῶν δι­α­λαμ­βα­νο­μέ­νων σέ αὐ­τές. Ἡ ἐ­πι­στο­λή τοῦ πά­πα βρέ­θη­κε ἀ­πό τόν ἀβ­βᾶ Γκρι­ου­μέλ (Venance Grummel) τό 1930, στά ἀρ­χεῖ­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Βα­τι­κα­νοῦ, καί τήν δη­μο­σί­ευ­σε στό Γαλ­λι­κό πε­ρι­ο­δι­κό ¨Ἠ­χώ τῆς Ἀ­να­το­λῆς¨ τεῦ­χος 29 (σελ. 450-58) μέ τί­τλο «Ἡ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Νί­και­ας πρός τόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄»[3]. Ἡ ἐ­πι­στο­λή ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Θρα­κι­ώ­τη Βα­σι­λιᾶ, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε με­τά τήν ἵ­δρυ­ση τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, στό πε­ρι­ο­δι­κό «Ἀ­θή­ναι­ον» τεῦ­χος 1 τοῦ 1872 (σελ. 369-378) ἀ­πό τόν με­γά­λο με­λε­τη­τῆ καί ἐκ­δό­τη πολ­λῶν κει­μέ­νων τῆς Ρω­μα­νί­ας, Ἰ­ω­άν­νη Σα­κελ­λί­ων[4] (1815-1891), ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν ἀ­να­κά­λυ­ψε στήν Πα­τμια­κή Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Πά­τμου[5]. Τό θέ­μα τῆς ἐγ­κυ­ρό­τη­τας τῆς ἐ­πι­στο­λῆς θε­ω­ρεῖ­ται δε­δο­μέ­νο καί γιά τούς Εὐ­ρω­παί­ους ἐ­πι­στή­μο­νες, ὁ Franz Dolger μέ­λος τῆς Βαυ­α­ρι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας τῶν Ἐ­πι­στη­μῶν καί τῶν Ἀν­θρω­πο­τή­των,  κα­τα­τάσ­σει τήν ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη, με­τα­ξύ τῶν γνη­σί­ων κει­μέ­νων στούς κα­τα­λό­γους τῶν ¨Αὐ­το­κρα­το­ρι­κῶν Ἐγ­γρά­φων τῆς Ρω­μα­νί­ας¨. Ἀλ­λά καί τό 2006 ὁ Luca Pieralli λέ­κτο­ρας τῆς Σχο­λῆς Πα­λαι­ο­γρα­φί­ας, δι­πλω­μα­τι­κῆς καί Δι­οί­κη­σης Ἀρ­χεί­ων τοῦ Βα­τι­κα­νοῦ, μέ κύ­ριους το­μεῖς ἔ­ρευ­νας τά αὐ­το­κρα­το­ρι­κά καί πα­τρι­αρ­χι­κά κεί­με­να δι­πλω­μα­τί­ας τῆς Ρω­μα­νί­ας, πι­στο­ποι­εῖ τή γνη­σι­ό­τη­τα τῆς ἐ­πι­στο­λῆς[6].

Δέν θά πρέ­πει νά ἀ­γνο­ή­σου­με ὅ­τι, τήν ἐ­πο­χή ἐ­κεί­νη ὁ πά­πας ἦ­ταν παν­το­δύ­να­μος, καί μέ μί­α ση­με­ρι­νή ὁ­ρο­λο­γί­α θε­ω­ροῦν­ταν ὁ πλα­νη­τάρ­χης τῆς ἐ­πο­χῆς, ὁ δέ Ἰ­ω­άν­νης Βα­τά­τζης ἦ­ταν βα­σι­λιάς σέ ἕ­να κρά­τος πού προ­έ­κυ­ψε με­τά τόν κα­τα­κερ­μα­τι­σμό τῆς Ρω­μα­νί­ας ἀ­πό τούς Φράγ­κους τό 1204. Θά πε­ρί­με­νε κα­νείς ὅ­τι ὁ Ἕλ­λη­νας βα­σι­λιάς ὡς ὁ πιό ἀ­δύ­να­μος με­τα­ξύ τῶν δύ­ο, θά ἀ­πευ­θυ­νό­ταν στόν πά­πα μέ μί­α ὑ­πο­το­νι­κό­τη­τα καί δου­λο­πρέ­πεια ἔ­τσι ὥ­στε νά ἐ­ξα­σφα­λί­σει τήν συμ­πά­θειά του καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δι­πλω­μα­τι­κή ὠ­φέ­λεια. Ἄς δι­α­βά­σου­με λοι­πόν τήν ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ἁ­γί­ου Αὐ­το­κρά­το­ρα Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη σέ ἐ­κτε­νῆ πε­ρί­λη­ψη τοῦ πρω­το­τύ­που[7] κα­θώς καί σέ νε­ο­ελ­λη­νι­κή ἀ­πό­δο­ση[8] γιά νά δοῦ­με μέ πιό τρό­πο ἀ­πευ­θύν­θη­κε πρός τόν πα­νί­σχυ­ρο πα­πι­κό θρό­νο.

Ἡ ἐ­πι­στο­λή ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Γ΄ Δού­κα Βα­τά­τζη πρός τόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄

¨Ἰ­ω­άν­νης ἐν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πι­στός βα­σι­λεύς καί αὐ­το­κρά­τωρ Ρω­μαί­ων ὁ Δού­κας, τῷ ἁ­γι­ω­τά­τῳ πά­πα τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας Ρώ­μης Γρη­γό­ρι­ῳ σω­τη­ρί­ας καί εὐ­χῶν αἴ­τη­σιν.

¨Οἱ ἀ­πο­στα­λέν­τες πα­ρά τῆς σῆς ἁ­γι­ό­τη­τος κο­μι­σταί τοῦ γράμ­μα­τος τού­του δι­ε­τεί­νον­το ὅ­τι εἶ­ναι τῆς σῆς ἁ­γι­ό­τη­τος, ἀλ­λά ἡ βα­σι­λεί­α μου, ἀ­να­γνοῦ­σα τά γε­γραμ­μέ­να, δέν ἠ­θέ­λη­σε νά πι­στεύ­ση ὅ­τι εἶ­ναι σόν, ἀλ­λ᾿ ἀν­θρώ­που ζῶν­τος ἐν ἐ­σχά­τῃ ἀ­πο­νοί­ᾳ, ἔ­χον­τος δέ τήν ψυ­χήν πλή­ρη τύ­φου καί αὐ­θα­δεί­ας, δι­ό­τι πῶς νά μή ὑ­πο­λά­βω­μεν τοι­οῦ­τον τόν γρά­ψαν­τα ἀ­πευ­θυ­νό­με­νον εἰς τήν βα­σι­λεί­α μου, ὡς εἰς ἕ­να τῶν ἀ­νω­νύ­μων καί ἀ­δό­ξων καί ἀ­φα­νῶν, μή δι­δα­χθέν­τα πε­ρί τοῦ με­γέ­θους τους ἀρ­χῆς ἠ­μῶν καί τῆς δυ­νά­με­ως;

¨Δέν εἴ­χο­μεν χρεί­αν σο­φί­ας ἵνα δι­α­γνώ­σω­μεν τίς καί ποῖ­ος εἶ­ναι ὁ σός θρό­νος. Ἐ­άν ἔ­κει­το ἐ­πί τῶν νε­φε­λῶν ἤ με­τέ­ω­ρος πού, ἴ­σως ὑ­πῆρ­χεν ἀ­νάγ­κη σο­φί­ας με­τε­ω­ρο­λο­γι­κῆς τους ἀ­νευ­ρε­σίν του, ἀλλ᾿ ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἐ­στη­ριγ­μέ­νος ἐ­πί τῆς γῆς, καί οὐ­δό­λος δι­α­φέ­ρει τῶν λοι­πῶν θρό­νων, ἡ τού­του γνώ­σης πρό­χει­ρος εἶ­ναι τοῖς πᾶσιν.

Καί ὅ­τι μέν ἀ­πό τοῦ ἡ­με­τέ­ρου γέ­νους ἡ σο­φί­α καί τό ἐκ ταύ­της ἀ­γα­θόν ἤν­θη­σεν καί εἰς ἄλ­λους δι­ε­δό­θη, κα­λῶς εἴ­ρη­ται. Πῶς ὅ­μως ἠ­γνο­ή­θη ἤ καί μή ἀ­γνο­η­θέν, πώς ἐ­σι­γή­θη, ὅ­τι με­τά τῆς σο­φί­ας εἶ­ναι προ­σκε­κλη­ρω­μέ­νη εἰς τό γέ­νος ἡμῶν πα­ρά τοῦ με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου καί ἡ βα­σι­λεί­α; Τίς ἀ­γνο­εῖ ὅ­τι ὁ κλῆ­ρος τῆς δι­α­δο­χῆς ἐ­κεί­νου εἰς τό ἡ­μέ­τε­ρον δι­έ­βη γέ­νος, καί ὅ­τι ἡμεῖς εἴ­με­θα οἱ τού­του κλη­ρο­νό­μοι καί δι­ά­δο­χοι;

Ἔ­πει­τα σύ ἀ­παι­τεῖς νά μήν ἁ­γνο­ή­σω­μεν τόν σόν θρό­νον καί τά τού­του προ­νό­μια, ἀλ­λά καί ἡ­μεῖς ἔ­χο­μεν νά ἀν­τα­παι­τή­σω­μεν ὅ­πως δι­α­βλέ­ψης καί γνω­ρί­σης τά δι­και­ώ­μα­τα ἡ­μῶν ἐ­πί τῆς ἀρ­χῆς καί τοῦ κρά­τους τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ὅ­περ, ἀ­πό τοῦ με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου ἐ­πί χι­λι­ε­τη­ρί­δα πα­ρα­τα­θέν, ἔ­φθα­σεν ἄ­χρις ἡ­μῶν. Οἱ γε­νάρ­χαι τῆς βα­σι­λεί­ας μου, οἱ ἀ­πό τοῦ γέ­νους τῶν Δου­κῶν καί Κο­μνη­νῶν, ἵνα μή τούς λέ­γω, τούς ἀ­πό γε­νῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν ἄρ­ξαν­τας ἐ­πί πολ­λάς ἑ­κα­το­στύ­ας ἐ­τῶν τήν ἀρ­χήν κα­τέ­σχον τῆς κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, οὗς καί ἡ τῆς Ρώ­μης ἐκ­κλη­σί­α καί οἱ ἱ­ε­ράρ­χαι προ­ση­γό­ρευ­ον Ρω­μαί­ων αὐ­το­κρά­το­ρας. Πῶς λοι­πόν ἡ­μεῖς φαι­νό­με­θα σοί ὅ­τι οὐ­δα­μοῦ ἄρ­χο­μεν καί βα­σι­λεύ­ο­μεν, ἐ­χει­ρο­το­νή­θη δέ πα­ρά σοῦ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἐκ Βρυ­έν­νης (Πρε­τού­ρας); Τί­νος δί­και­ον ἐ­πρυ­τά­νευ­σεν ἐν τῇ πε­ρι­στά­σει ταύ­τη; Πῶς ἡ σή τι­μί­α κε­φα­λή ἐ­παι­νεῖ τήν ἄ­δι­κον καί πλε­ο­νε­κτι­κήν γνώ­μην, καί τήν λη­στρι­κήν καί μι­αι­φό­νον κα­τά­σχε­σην ὑ­πό τῶν Λα­τί­νων τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἐν μοί­ρα τί­θε­ται δι­καί­ου;

¨Ἡ­μεῖς βι­α­σθέν­τες με­τε­κι­νή­θη­μεν τοῦ τό­που, ἀλ­λά δέν πα­ραι­τού­με­θα τῶν δι­και­ώ­μα­τα ἡ­μῶν ἐ­πί τῆς ἀρ­χῆς καί τοῦ κρά­τους τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Ὁ βα­σι­λεύ­ων ἄρ­χει καί κρα­τεῖ ἔ­θνους καί λα­οῦ καί πλή­θους, οὐ­χί λί­θων τε καί ξύ­λων, ἅ­τι­να ἀ­πο­τε­λοῦ­σι τά τεί­χη καί τά πυρ­γώ­μα­τα.

¨Τό γράμ­μα σου πε­ρι­εῖ­χε καί τοῦ­το, ὅ­τι κή­ρυ­κες τῆς σῆς τι­μι­ό­τη­τος τό τοῦ σταυ­ροῦ δι­ήγ­γει­λαν κή­ρυγ­μα εἰς ὅ­λον τόν κό­σμον, καί ὅ­τι πλῆ­θος ἀν­δρῶν πο­λε­μι­στῶν ἔ­σπευ­σαν εἰς ἐκ­δί­κη­σιν τῆς Ἁ­γί­ας Γῆς. Τοῦ­το μα­θόν­τες ἐ­χά­ρη­μεν καί ἐλ­πί­δων με­στοί γε­γό­να­μεν ὅ­τι οὗ­τοι οἱ ἐκ­δι­κη­ταί τῶν ἁ­γί­ων τό­πων ἤ­θε­λον ἀρ­χί­σει τήν ἐκ­δι­κί­αν ἀ­πό τῆς ἡ­με­τέ­ρας πα­τρί­δος, καί ὅ­τι ἤ­θε­λον τι­μω­ρή­σει τούς αἰχ­μα­λω­τί­στας αὐ­τῆς, ὡς βε­βη­λώ­σαν­τας ἁ­γί­ους οἴ­κους, ὡς ἐ­νυ­βρί­σαν­τας θεί­α σκεύ­η, καί πᾶσαν ἀ­νο­σι­ουρ­γί­αν δι­α­πρά­ξαν­τας κα­τά χρι­στια­νῶν. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τό γράμ­μα ὠ­νό­μα­ζε βα­σι­λέ­α τόν Ἰ­ω­άν­νη Βρυ­έν­νιον τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως καί φί­λον υἱ­όν τῆς σῆς τι­μι­ό­τη­τος, ἀλλ᾿ ὅ­στις πρό πολ­λοῦ ἀ­πε­βί­ω­σε, καί πρός βο­ή­θειαν τού­του ἐ­στέ­λον­το οἱ νέ­οι σταυ­ρο­φό­ροι, ἐ­γε­λῶ­μεν ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι τήν τῶν ἁ­γί­ων τό­πων εἰ­ρω­νί­αν καί κα­τά τοῦ σταυ­ροῦ παί­γνια.

¨Ἐ­πει­δή δέ ἡ σή τι­μι­ό­της διά τοῦ γράμ­μα­τος πα­ρα­κι­νεῖ νά μήν πα­ρε­νο­χλῶ­μεν τόν σόν φί­λον καί υἱ­όν Ἰ­ω­άν­νην Βρυ­έν­νιον, κα­θι­στῶ­μεν γνω­στόν εἰς τήν σήν τι­μι­ό­τη­τα ὅ­τι δέν γνω­ρί­ζου­μεν ποῦ γῆς ἤ θα­λάσ­σης εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρά­τεια αὐ­τοῦ τοῦ Ἰ­ω­άν­νου. Ἐ­άν δέ πε­ρί Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως εἶ­ναι ὁ λό­γος, δῆ­λον κα­θι­στῶ­μεν καί τῇ σῇ ἁ­γι­ό­τη­τι καί πᾶ­σι τοῖς χρι­στια­νοῖς ¨ὡς οὐ­δέ­πο­τε παυ­σό­με­θα μα­χό­με­νοι καί πο­λε­μοῦν­τες τοῖς κα­τέ­χου­σι τήν κων­σταν­τι­νού­πο­λιν. Ἡ γάρ ἄν ἀ­δι­κοί­η­μεν καί φύ­σε­ως νό­μους καί πα­τρί­δος θε­σμούς καί πα­τέ­ρων τά­φους καί τε­μέ­νη θεί­α καί ἱ­ε­ρά, εἰ μή ἐκ πά­σης τούς ἰ­σχύ­ος, τού­των ἕ­νε­κα, δι­α­γω­νι­σό­με­θα¨.

Ἐ­άν δέ τίς διά τοῦ­το ἀ­γα­να­κτῆ δυ­σχε­ραί­νη καί ὁ­πλί­ζε­ται καθ᾿ ἡ­μῶν, ἔ­χο­μεν πώς κα­τά τού­του νά ἀ­μυν­θῶ­μεν, πρῶ­τον μέν διά τῆς βο­η­θεί­ας τοῦ θε­οῦ, ἔ­πει­τα δέ διά τῶν ὑ­παρ­χόν­των καί παρ᾿ ἡ­μῖν ἁρ­μά­των καί ἵπ­πων καί πλή­θους ἀν­δρῶν μα­χί­μων καί πο­λε­μι­στῶν, οἵ­τι­νες πολ­λά­κις ἐ­πο­λέ­μη­σαν τούς σταυ­ρο­φό­ρους. Σύ δέ, ὡς Χρι­στοῦ μι­μη­τής, καί τοῦ τῶν Ἀ­πο­στό­λων κο­ρυ­φαί­ου δι­ά­δο­χος, καί γνῶ­σιν ἔ­χων θεί­ων τε νο­μί­μων, καί τῶν κατ᾿ ἀν­θρώ­πους θε­σμῶν, θά ἐ­παι­νέ­σης ἡ­μᾶς ὑ­περ­μα­χοῦν­τας τῆς πα­τρί­δος καί τῆς ἐγ­γέ­νους αὐ­τή ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

Καί ταῦ­τα μέν θά συμ­βῶ­σι κα­τά τό δο­κοῦν τῷ θε­ῷ. Ἡ βα­σι­λεί­α μου πά­νυ ὀ­ρέ­γε­ται καί πο­θεῖ νά δι­α­σώ­ση τό πρός τήν ἁ­γί­αν τῆς Ρώ­μης Ἐκ­κλη­σί­αν προ­σῆ­κον σέ­βας, καί νά τι­μᾶ τόν θρό­νον τοῦ κο­ρυ­φαί­ου τῶν ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου, καί εἰς τήν σήν ἁ­γι­ό­τη­τα νά ἔ­χη σχέ­σιν καί τά­ξιν υἱ­οῦ, καί κά­μνη ὅ­σα εἰς τι­μήν καί θε­ρα­πεί­αν ἀ­φο­ρῶ­σιν αὐ­τῆς, μό­νον ἐ­άν καί ἡ σή ἁ­γι­ό­της μή πα­ρί­δῃ τά δι­και­ώ­μα­τα τῆς ἡ­με­τέ­ρας βα­σι­λεί­ας, καί μή γρά­φῃ πρός ἡ­μᾶς οὕ­τως ἀ­φε­ρε­πό­νως καί ἰ­δι­ω­τι­κῶς. Ὅ­πως δέ δι­α­κεί­με­θα ἐν εἰ­ρή­νῃ τήν πρός τήν σήν ἁ­γι­ό­τη­τα, τήν τοῦ γράμ­μα­τος ἀ­παι­δευ­σί­αν ἀ­λύ­πως ὑ­πε­δέ­χθη­μεν καί πρός τούς κο­μι­στάς αὐ­τοῦ ἠπί­ως προ­ση­νέ­χθη­μεν.

 

Ἡ ἐ­πι­στο­λή σέ νε­ο­ελ­λη­νι­κή ἀ­πό­δο­ση

Ἰ­ω­άν­νης ἐν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ βα­σι­λεύς καί αὐ­το­κρά­τωρ Ρω­μαί­ων ὁ Δού­κας, τῷ ἁ­γι­ω­τά­τῳ πά­πα τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας Ρώ­μης Γρη­γο­ρί­ῳ. Ἄς ἔ­χω τάς σω­τη­ρί­ους εὐ­χάς σου.

Αὐ­τοί, πού ἐ­στά­λη­σαν ἀ­πό τήν ἁ­γι­ό­τη­τά σου καί μοῦ ἔ­φε­ραν αὐ­τή τήν ἐ­πι­στο­λή σου, ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι εἶ­ναι γράμ­μα τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς σου. Ὅ­μως ἐ­γώ, ὁ βα­σι­λιάς, ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σα ὅ­σα εἶ­ναι γραμ­μέ­να, ἀρ­νή­θη­κα νά πι­στέ­ψω ὅ­τι εἶ­ναι δι­κό σου γράμ­μα, ἀλ­λά θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι τό ᾿γρά­ψε ἕ­νας ἄν­θρω­πος μέ χα­μέ­να πέ­ρα γιά πέ­ρα τά μυα­λά του, πού ὅ­μως ὁ ψυ­χι­κός του κό­σμος εἶ­ναι φου­σκω­μέ­νος ἀ­πό ἀ­λα­ζο­νεί­α καί αὐ­θά­δεια, δι­ό­τι πώς θά μπο­ρού­σα­με νά σχη­μα­τί­σου­με δι­α­φο­ρε­τι­κή γνώ­μη γιά τόν γρά­ψαν­τα, τή στιγ­μή πού ἀ­πευ­θύ­νε­ται στή βα­σι­λι­κή μου δύ­να­μη θε­ω­ρών­τας με σάν ἕ­να ἀ­νώ­νυ­μο καί ἄ­δο­ξο καί ἀ­σή­μαν­το ἀν­θρω­πά­κι; Δέν σοῦ μί­λη­σε κα­νείς γιά τό μέ­γε­θος τῆς ἐ­ξου­σί­ας καί τῆς δυ­νά­με­ώς μας;

Δέ χρει­α­ζό­μα­σταν ἰ­δι­αί­τε­ρη σο­φί­α γιά νά γνω­ρί­σου­με κα­λά ποι­ός εἶ­ναι ὁ δι­κός σου θρό­νος. Ἄν βρι­σκό­ταν πά­νω στά σύν­νε­φα ἤ ἦ­ταν κά­που ¨με­τέ­ω­ρος¨, ἴ­σως ἔ­πρε­πε νά ἔ­χου­με με­τε­ω­ρο­λο­γι­κές γνώ­σεις γιά νά τόν βροῦ­με, ἀλλ᾿ ἐ­πει­δή στη­ρί­ζε­ται στή γῆ καί δέ δι­α­φέ­ρει κα­θό­λου ἀ­πό τούς ὑ­πο­λοί­πους θρό­νους, ὅ­λος ὁ κό­σμος τόν ξέ­ρει.

Μᾶς γρά­φεις ὅ­τι ἀ­πό τό δι­κό μας, τό Ἑλ­λη­νι­κό γέ­νος, ἄν­θη­σε ἡ σο­φί­α καί τά ἀ­γα­θά της καί δι­α­δό­θη­κε στούς ἄλ­λους λα­ούς. Αὐ­τό σω­στά τό γρά­φεις. Πῶς ὅ­μως ἀ­γνό­η­σες ἤ καί ἄν ὑ­πο­τε­θεῖ ὅ­τι δέν τό ἀ­γνό­η­σες, πώς ξέ­χα­σες νά γρά­ψεις ὅ­τι, μα­ζί μέ τή σο­φί­α, τό Γέ­νος μας κλη­ρο­νό­μη­σε ἀ­πό τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο καί τή βα­σι­λεί­α; Ποι­ός ἀ­γνο­εῖ ὅ­τι τά κλη­ρο­νο­μι­κά δι­και­ώ­μα­τα τῆς δι­α­δο­χῆς πέ­ρα­σαν ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον στό δι­κό μας Γέ­νος καί ὅ­τι ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε οἱ νό­μι­μοι κλη­ρο­νό­μοι καί δι­ά­δο­χοι;

Ἔ­πει­τα, σύ ἀ­παι­τεῖς νά μήν ἀ­γνο­ή­σου­με τό θρό­νο σου καί τά προ­νό­μιά του. Ἀλ­λά καί ἐ­μεῖς ἔ­χου­με νά ἀν­τα­παι­τή­σου­με νά δεῖς κα­θα­ρά καί νά ἀ­να­γνω­ρί­σεις τά δι­και­ώ­μα­τά μας ἐ­πί τῆς ἐ­ξου­σί­ας καί τοῦ κρά­τους τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, τό ὁ­ποῖ­ο, ἀ­πό τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, δι­α­τη­ρή­θη­κε γιά μί­α χι­λι­ε­τί­α καί ἔ­φτα­σε σέ μᾶς. Οἱ γε­νάρ­χες τῆς βα­σι­λεί­ας μου, εἶ­ναι ἀ­πό τό γέ­νος τῶν Δου­κῶν καί τῶν Κο­μνη­νῶν, γιά νά μήν ἀ­να­φέ­ρω ἐ­δῶ καί ὅ­λους τούς ἄλ­λους βα­σι­λεῖς πού εἶ­χαν ἑλ­λη­νι­κή κα­τα­γω­γή καί γιά πολ­λές ἑ­κα­τον­τά­δες χρό­νια κα­τεῖ­χαν τήν βα­σι­λι­κή ἐ­ξου­σί­α τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης. Αὐ­τούς ὅ­λους, καί ἡ ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρώ­μης καί οἱ ἱ­ε­ράρ­χες της, τούς προ­σκυ­νοῦ­σαν ὡς αὐ­το­κρά­το­ρες τῶν Ρω­μαί­ων. Πῶς λοι­πόν ἐ­μεῖς φαι­νό­μα­στε στά μά­τια σου ὅ­τι δέν ἐ­ξου­σι­ά­ζου­με καί δέ βα­σι­λεύ­ου­με σέ κα­νέ­να τό­πο, πα­ρά χει­ρο­τό­νη­σες λές κι εἶ­ναι ἐ­πί­σκο­πός σου τόν ἐκ Βρυ­έν­νης Ἰ­ω­άν­νη βα­σι­λιά στήν Πό­λη; Ποι­ό δί­και­ο ἐ­πρυ­τά­νευ­σε στή συγ­κε­κρι­μέ­νη αὐ­τή πε­ρί­στα­ση; Πῶς κα­τά­φε­ρε ἡ τι­μί­α σου κε­φα­λή καί ἐ­παι­νεῖ τό ἄ­δι­κο τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας καί βά­ζει στή μοί­ρα τοῦ δι­καί­ου τή λη­στρι­κή καί αἱ­μο­χα­ρῆ κα­τά­κτη­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης ἀ­πό τούς Λα­τί­νους;

Ἐ­μεῖς ἐ­ξα­ναγ­κα­στή­κα­με ἀ­πό τήν πο­λε­μι­κή βί­α καί φύ­γα­με ἀ­πό τόν τό­πο μας, ὅ­μως δέν πα­ραι­τού­μα­στε ἀ­πό τά δι­και­ώ­μα­τά μας τῆς ἐ­ξου­σί­ας καί τοῦ κρά­τους τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης. Καί νά ξέ­ρεις ὅ­τι αὐ­τός πού βα­σι­λεύ­ει εἶ­ναι ἄρ­χον­τας καί κύ­ριος ἔ­θνους καί λα­οῦ καί πλή­θους, δέν εἶ­ναι ἄρ­χον­τας καί ἀ­φεν­τι­κό σέ πέ­τρες καί ξύ­λα, μέ τά ὁ­ποῖ­α χτί­στη­καν τά τεί­χη καί οἱ πύρ­γοι.

Τό γράμ­μα σου πε­ρι­εῖ­χε καί τοῦ­το τό πα­ρά­ξε­νο, ὅ­τι ἡ τι­μι­ό­τη­τά σου ἔ­στει­λε κή­ρυ­κες πού δι­ήγ­γει­λαν τό κή­ρυγ­μα τοῦ Σταυ­ροῦ σέ ὅ­λο τόν κό­σμο, καί ὅ­τι πλή­θη πο­λε­μι­στῶν ἔ­σπευ­σαν γιά νά δι­εκ­δι­κή­σουν τήν Ἁ­γί­α Γῆ. Σάν μά­θα­με αὐ­τή τήν εἴ­δη­ση, χα­ρή­κα­με καί γε­μί­σα­με μέ ἐλ­πί­δες. Ἐλ­πί­ζα­με δη­λα­δή ὅ­τι αὐ­τοί οἱ δι­εκ­δι­κη­ταί τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων θά ἄρ­χι­ζαν τή δί­και­η δου­λειά τους ἀ­πό τή δι­κή μας πα­τρί­δα καί ὅ­τι θά τι­μω­ροῦ­σαν αὐ­τούς πού τήν αἰχ­μα­λώ­τι­σαν, για­τί βε­βή­λω­σαν τίς Ἁ­γί­ες ἐκ­κλη­σί­ες, τά ἱ­ε­ρά σκεύ­η καί δι­έ­πρα­ξαν κά­θε εἶ­δος ἀ­νο­σι­ουρ­γί­ες κα­τά τῶν Χρι­στια­νῶν. Ἐ­πει­δή ὅ­μως τό γράμ­μα σου ὀ­νό­μα­ζε τόν Ἰ­ω­άν­νη Βρυ­έν­νιο πού ἀ­πε­βί­ω­σε ἐ­δῶ καί πο­λύν και­ρό βα­σι­λιά τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, καί φί­λο καί τέ­κνο τῆς τι­μι­ό­τη­τάς σου, καί ἐ­πει­δή οἱ νέ­οι σταυ­ρο­φό­ροι σου στέλ­νον­ται γιά νά τόν βο­η­θή­σουν, γε­λού­σα­με ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι τήν εἰ­ρω­νεί­α καί τά παι­χνί­δια πού παί­ζον­ται κα­τά τῶν Ἁ­γί­ων Τό­πων καί τοῦ Σταυ­ροῦ.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως ἡ τι­μι­ό­τη­τά σου, μέ τό γράμ­μα πού ἔ­στει­λες, μᾶς πα­ρα­κι­νεῖ νά μήν πα­ρε­νο­χλοῦ­με τόν φί­λο σου καί υἱ­όν Ἰ­ω­άν­νη Βρυ­έν­νιο, γνω­ρί­ζου­με καί ἐ­μεῖς στήν τι­μι­ό­τη­τά σου, ὅ­τι δέν ξέ­ρου­με σέ ποι­ό μέ­ρος τῆς γῆς ἤ τῆς θά­λασ­σας βρί­σκε­ται ἡ ἐ­πι­κρά­τεια αὐ­τοῦ τοῦ Ἰ­ω­άν­νη. Ἐ­άν ὅ­μως ἐν­νο­εῖς τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, κα­θι­στοῦ­με γνω­στό καί στήν ἁ­γι­ό­τη­τά σου καί σέ ὅ­λους τούς Χρι­στια­νούς ὅ­τι πο­τέ δέ θά πά­ψου­με νά δί­νου­με μά­χες καί νά πο­λε­μοῦ­με αὐ­τούς πού τήν κα­τέ­κτη­σαν καί τήν κα­τέ­χουν, για­τί ἀ­λή­θεια, πώς δέ θά δι­α­πράτ­τα­με ἀ­δι­κί­α ἀ­πέ­ναν­τι στούς νό­μους τῆς φύ­σης, καί στούς θε­σμούς τῆς πα­τρί­δας μας, καί στούς τά­φους τῶν προ­γό­νων μας, καί στά θεί­α καί ἱ­ε­ρά τε­μέ­νη, ἄν δέν πο­λε­μή­σου­με γι᾿ αὐ­τά μέ ὅ­λη τή δύ­να­μή μας;

Ὡ­στό­σο, ἄν εἶ­ναι κα­νείς πού ἀ­γα­να­κτεῖ γιά τού­τη τή θέ­ση μας, καί μᾶς δυ­σκο­λεύ­ει, καί ἐ­ξο­πλί­ζε­ται ἐ­ναν­τί­ον μας, ἔ­χου­με τόν τρό­πο νά ἀ­μυν­θοῦ­με ἐ­ναν­τί­ον του: πρῶ­τα πρῶ­τα μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, καί με­τά, μέ τά ἅρ­μα­τα καί τό ἱπ­πι­κό πού ἔ­χου­με, καί μέ πλῆ­θος ἀ­ξι­ό­μα­χων πο­λε­μι­στῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι πολ­λές φο­ρές πο­λέ­μη­σαν τούς σταυ­ρο­φό­ρους. Τό­τε καί σύ, ἀ­πό τή με­ριά σου, σάν μι­μη­τής, πού εἶ­σαι, τοῦ Χρι­στοῦ, καί σάν δι­ά­δο­χός τοῦ κο­ρυ­φαί­ου τῶν Ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου, ἔ­χον­τας μά­λι­στα τή γνώ­ση γιά τό τί εἶ­ναι θεῖ­ο καί νό­μι­μο καί γιά τό τί ἐ­πι­βάλ­λε­ται ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πι­νους θε­σμούς, τό­τε λέ­ω, θά μᾶς ἐ­παι­νέ­σεις, ἀ­φοῦ δί­νου­με τή μά­χη γιά τήν Πα­τρί­δα καί γιά τή σύμ­φυ­τη μέ αὐ­τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α.

Καί αὐ­τά βέ­βαι­α θά συμ­βοῦν κα­τά τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ἡ βα­σι­λεί­α μου θέ­λει πο­λύ καί πο­θεῖ νά δι­α­σώ­σει τόν σε­βα­σμό πού ἁρ­μό­ζει πρός τήν ἁ­γί­α Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρώ­μης, καί νά τι­μᾶ τό θρό­νο τοῦ κο­ρυ­φαί­ου Ἀ­πο­στό­λου Πέ­τρου καί, ἀ­πέ­ναν­τι τῆς ἁ­γι­ό­τη­τάς σου, νά ἔ­χει τή σχέ­ση καί τήν τά­ξη τοῦ υἱ­οῦ, καί νά ἀ­πο­δί­δει σ᾿ αὐ­τή τήν ἁρ­μό­ζου­σα τι­μή καί ἀ­φο­σί­ω­ση. Αὐ­τό θά γί­νει ὅ­μως, μό­νο ἐ­άν καί ἡ δι­κή σου ἁ­γι­ό­τη­τα δέν πα­ρα­βλέ­ψει τά δι­και­ώ­μα­τα τῆς δι­κῆς μας βα­σι­λεί­ας, καί ἄν δέν γρά­φει σέ μᾶς γράμ­μα­τα μέ τέ­τοι­α ἐ­πι­πο­λαι­ό­τη­τα καί ἀ­πα­ξί­ω­ση.

Ὡ­στό­σο νά ξέ­ρει ἡ ἁ­γι­ό­τη­τά σου, ὅ­τι ὑ­πο­δε­χτή­κα­με χω­ρίς λύ­πη τό ἀ­γροῖ­κο ὕ­φος τοῦ γράμ­μα­τός σου, καί φερ­θή­κα­με μέ ἠ­πι­ό­τη­τα στούς κο­μι­στές του, μό­νο καί μό­νο γιά νά δι­α­τη­ρή­σου­με τήν εἰ­ρή­νη μα­ζί σου.

Αὐ­τή λοι­πόν εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­στο­λή τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη, μέ­σα ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀ­ξί­ζει νά προ­σέ­ξου­με τά πα­ρα­κά­τω:

α.       Τήν εἰ­ρω­νι­κή δι­ά­θε­ση τοῦ Ἕλ­λη­να βα­σι­λιᾶ, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πευ­θύ­νε­τε σέ πολ­λά ση­μεῖ­α τῆς ἐ­πι­στο­λῆς πρός τόν πα­νί­σχυ­ρο πά­πα, γε­γο­νός τό ὁ­ποῖ­ο κα­τα­δει­κνύ­ει τήν ἔλ­λει­ψη κά­θε εἴ­δους ὑ­πο­τέ­λειας πρός τόν πον­τίφι­κα καί βε­βαί­ως τό σθέ­νος καί τήν λε­βεν­τιά του.

β.       Τό γε­γο­νός ὅ­τι ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἑλ­λη­νι­κή του κα­τα­γω­γή καί τήν δι­α­τρα­νώ­νει μέ ὑ­πε­ρη­φά­νεια, καί ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λά μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι Ἕλ­λη­νες ἦ­σαν καί οἱ γε­νάρ­χες τῆς βα­σι­λεί­ας του.

γ.       Τήν ἐ­πε­ξή­γη­ση πού δί­νει πρός τόν πά­πα, γιά τό ὅ­τι ἀ­πο­κα­λεῖ τόν ἑ­αυ­τό του ¨Αὐ­το­κρά­τωρ Ρω­μαί­ων¨ (ὅ­πως βε­βαί­ως ὀρ­θῶς ἀ­πο­κα­λοῦν­ταν ὅ­λοι οἱ αὐ­το­κρά­το­ρες τῆς Ρω­μα­νί­ας) πα­ρό­λο πού εἶ­ναι Ἕλ­λη­νας, ἀ­να­φέ­ρον­τας ὅ­τι ὁ Ἅ­γιος καί Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος με­τα­φέ­ρον­τας τήν πρω­τεύ­ου­σα τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἀ­πό τήν Λα­τι­νι­κή δύ­ση στήν Ἑλ­λη­νι­κή ἀ­να­το­λή τήν κλη­ρο­δό­τη­σε στό γέ­νος τῶν Ἑλ­λή­νων.

δ. Καί τέ­λος ἄ­ξια ἀ­να­φο­ρᾶς, εἶ­ναι ἡ ἀ­πα­ρέγ­κλι­τη ἀ­πό­φα­σή του, νά πο­λε­μή­σει

μέ­χρις ἐ­σχά­των γιά τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης ἀ­πό τούς Φράγ­κους.

Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον, γιά τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἀ­ξί­ας τῆς ἐ­πι­στο­λῆς, πα­ρου­σιά­ζουν οἱ ἀ­πό­ψεις τῶν ἐ­ρευ­νη­τῶν – ἱ­στο­ρι­κῶν πού ἀ­σχο­λή­θη­καν μέ τήν αὐ­το­κρα­το­ρί­α τῆς Νί­και­ας κα­θώς καί μέ τήν συ­νέ­χεια τοῦ ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Πα­ρα­κά­τω, πα­ρα­θέ­του­με ἐ­πι­λεγ­μέ­να χω­ρί­α ἱ­στο­ρι­κῶν πού ἀ­να­φέρ­θη­καν καί σχο­λί­α­σαν τήν ἐν λό­γῳ ἐ­πι­στο­λή κα­θώς καί τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύν­θη­κε ὁ ἐ­λε­ή­μων βα­σι­λιά πρός τόν πά­πα.

Ὁ ἱ­στο­ρι­ο­δί­φης Ἰ­ω­άν­νης Σα­κελ­λί­ων, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­με ἀ­να­κά­λυ­ψε καί ἐ­ξέ­δω­σε τήν ἐ­πι­στο­λή στό πε­ρι­ο­δι­κό «Ἀ­θή­ναι­ον», σχο­λιά­ζει τά ἑ­ξῆς: ¨ὁ Αὐ­το­κρά­το­ρας Ἰ­ω­άν­νης ὁ­μι­λεῖ ὡς ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας μέ πε­ρη­φά­νεια καί δρι­μύ­τη­τα κα­τά τῶν κα­τα­λα­βόν­των τήν βα­σι­λεύ­ου­σα Φράγ­κων¨[9].

Ὁ Ἀν­τώ­νιος Μη­λι­α­ρά­κης (1841-1905) ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν ἐ­πι­στο­λή, καί συγ­κε­κρι­μέ­να στόν τρό­πο πού ἀ­πάν­τη­σε ὁ βα­σι­λιάς Ἰ­ω­άν­νης πρός τόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄, σχο­λιά­ζει τά πα­ρα­κά­τω: ¨Εἰς ταῦ­τα ὁ Βα­τά­τζης ἀ­πήν­τη­σε δι᾿ ὕ­φους ὑ­πε­ρο­πτι­κοῦ καί δι᾿ εἰ­ρω­νεί­ας κα­τα­πλη­κτι­κῆς, εἰς οὐ­δέν λο­γι­ζό­με­νος τό ἀ­ξί­ω­μα τοῦ πά­πα, καί ὁ­μι­λῶν πε­ρί ἑ­αυ­τοῦ ὡς μο­νάρ­χου κρα­ται­οῦ, κε­κλη­μέ­νου εἰς τήν βα­σι­λεί­αν ἐκ Θε­οῦ καί ἐκ βα­σι­λι­κοῦ γέ­νους πα­λαι­οῦ¨[10]. Ἐ­πί­σης, ὁ Μι­χα­ήλ Α. Δέν­διας ἐ­ξαί­ρει τό ὕ­φος τοῦ Δι­δυ­μο­τει­χί­τη βα­σι­λιᾶ ση­μει­ώ­νον­τας τά ἑ­ξῆς: ¨Πα­ρά τοῦ τε­λευ­ταί­ου τού­του (δηλ. τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη) εἶ­χεν, ὡς φαί­νε­ται, ζη­τη­θῆ ὅ­πως παύ­σῃ ἀ­πει­λῶν τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, δι­ό­τι δῆ­θεν οὐ­δέν δι­καί­ω­μα ἐ­κέ­κτη­το ἐ­πί τοῦ θρό­νου αὐ­τῆς. Εἰς τοῦ­το ἀ­νέ­τει­νεν ὁ Βα­τά­τζης ἀ­παν­τή­σας εἰς ὕ­φος βα­ρύ καί ὑ­πε­ρο­πτι­κόν, μέ κα­τα­πλήσ­σου­σαν ἀ­λα­ζο­νεί­αν, ἀλ­λά καί μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πραγ­μα­τι­κῶς ἀ­κα­τα­γώ­νι­στα, κα­τα­δει­κνύ­ων ὅ­τι καί ὁ ἴ­διος ἦ­το βα­σι­λεύς καί ὁ θρό­νος τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως εἰς τούς Ἕλ­λη­νας ἀ­νῆ­κε καί ὅ­τι, κα­τά συ­νέ­πειαν, ὁ πά­πας δι­έ­στρε­φε τά πράγ­μα­τα καί ἀ­νε­μει­γνύ­ε­το ὅ­που οὐ­δε­μί­αν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τα ἐ­κέ­κτη­το¨[11].

Ἀ­ξί­ζει βε­βαί­ως, νά πα­ρα­θέ­σου­με καί τόν σχο­λια­σμό τοῦ με­γά­λου πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ καί ἱ­στο­ρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α Ἀ­πό­στο­λου Βα­κα­λό­που­λου (1909-2000), ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ τά ὑ­πέ­ρο­χα κεί­με­νά του, προ­σέ­φε­ρε τά μέ­γι­στα στήν ἀ­νά­δει­ξη τῆς συ­νέ­χειας τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ σέ ὅ­λες τίς ἱ­στο­ρι­κές του δι­α­δρο­μές. Πα­ρα­κά­τω πα­ρα­θέ­του­με ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πό τρί­α ἔρ­γα του: ¨Ὡς πρός τήν σχε­τι­κή κί­νη­ση τῶν ἰ­δε­ῶν καί τίς πο­λι­τι­κές ἐ­πι­δι­ώ­ξεις τῶν βα­σι­λέ­ων τῆς Νί­και­ας πο­λύ δι­α­φω­τι­στι­κή εἶ­ναι ἡ ἀ­παν­τη­τι­κή ἐ­πι­στο­λή, τήν ὁ­ποί­α ἔ­στει­λε ὁ Ἰ­ω­άν­νης Γ΄ Δού­κας Βα­τά­τζης με­τα­ξύ 1237 πρός τόν Πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄. Ὁ βα­σι­λιάς μο­λο­νό­τι φέ­ρει τόν ἐ­πί­ση­μο τί­τλο «Ἰ­ω­άν­νης ἐν Χριστῷ τῷ Θε­ῷ πι­στός βα­σι­λεύς καί αὐ­το­κρά­τωρ Ρω­μαί­ων ὁ Δού­κας…», γνω­ρί­ζει πο­λύ κα­λά ὅ­τι εἶ­ναι Ἕλ­λη­νας καί δέ­χε­ται μέ ὑ­πε­ρη­φά­νεια ἐ­κεῖ­νο, πού τοῦ εἶ­χε γρά­ψει ὁ πά­πας «.. ὅ­τι ἐν τῷ γέ­νει τῶν Ἑλ­λή­νων ἡ σο­φί­α βα­σι­λεύ­ει …. Καί ὅ­τι τοῦ γέ­νους (αὐ­τῶν) ἡ σο­φί­α καί τό ταύ­της ἤν­θη­σεν ἀ­γα­θόν, καί εἰς τούς ἄλ­λους δι­ε­δό­θη, ὁπό­σοι τήν ἄ­σκη­σιν αὐ­τῆς καί κτῆ­σιν διά πολ­λῆς τί­θεν­ται φρον­τί­δος … ». Ἀ­πο­ρεῖ ὅ­μως λέ­γει, πώς ὁ πά­πας ἀ­γνο­εῖ ἤ ἄν δέν ἀ­γνο­εῖ, πώς πα­ρα­σι­ω­πᾶ τό ὅ­τι μα­ζί μέ τή σο­φί­α ἔ­χει «προ­σκλη­ρω­θεῖ» ἀ­πό τό Μ. Κων­σταν­τῖ­νο στό γέ­νος τῶν Ἑλ­λή­νων «καί ἡ κα­τά κό­σμον αὐ­τή βα­σι­λεί­α». Καί ἀ­μέ­σως πα­ρα­κά­τω ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τά ἴ­δια πο­λύ πιό κα­θα­ρά. «Τί­νι καί γάρ ἠ­γνό­η­ται τῶν πάν­των, ὡς ὁ κλῆ­ρος τῆς ἐ­κεί­νου δι­α­δο­χῆς ἐς τό ἡ­μέ­τε­ρον δι­έ­βη γέ­νος, καί ἡμεῖς ἔ­σμεν οἱ τού­του κλη­ρο­νό­μοι τε καί δι­ά­δο­χοι;». Δη­λα­δή λέ­γει ὅ­τι μέ τούς δι­α­δό­χους τοῦ Μ. Κων­σταν­τί­νου τό ρω­μα­ϊ­κό κρά­τος πέ­ρα­σε στό γέ­νος τῶν Ἑλ­λή­νων. Καί γιά νά ἀ­πο­δεί­ξει τήν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα τοῦ κρά­τους τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης προ­σθέ­τει ὅ­τι «οἱ τῆς βα­σι­λεί­ας μου γε­νάρ­χαι, οἱ ἀ­πό τοῦ γέ­νους Δου­κῶν τε καί Κο­μνη­νῶν, ἵνα μή τούς ἑ­τέ­ρους λέ­γω, τούς ἀ­πό γε­νῶν ἑλ­λη­νι­κῶν ἄρ­ξαν­τας, … εἰς πολ­λάς ἐ­τῶν ἑ­κα­το­στ[υ­ας] τήν ἀρ­χήν κα­τέ­σχον τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως». Ἑ­πο­μέ­νως γιά λό­γους σε­βα­σμοῦ πρός τήν πα­ρά­δο­ση καί γιά λό­γους οὐ­σι­α­στι­κούς, δη­λα­δή ἐμ­μο­νῆς στή δι­α­φύ­λα­ξη τῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς τοῦ Μ. Κων­σταν­τί­νου, φέ­ρουν οἱ βα­σι­λεῖς τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου τόν ἐ­πί­ση­μο τί­τλο «βα­σι­λεύς καί αὐ­το­κρά­τωρ Ρω­μαί­ων». Ἐ­πά­νω στίς κα­θα­ρές αὐ­τές ἱ­στο­ρι­κές γνώ­σεις θε­με­λι­ώ­νει τό δί­και­ο τῶν δι­εκ­δι­κή­σε­ων τῶν ἐ­δα­φῶν, τά ὁ­ποῖ­α κα­τέ­χουν οἱ Φράγ­κοι : «Ἡ­μεῖς δέ, εἰ καί τοῦ τό­που βι­α­σθέν­τες με­τε­κι­νή­θη­μεν, ἀλ­λά τοῦ δι­καί­ου, τοῦ ἐς τήν ἀρ­χήν τε καί τό κρά­τος, ἀ­με­τα­κι­νή­τως καί ἀ­με­τα­πτώ­τως ἔ­χο­μεν, Θε­οῦ χά­ρι­τι». Συγ­κε­κρι­μέ­να δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τά κυ­ρι­αρ­χι­κά δι­και­ώ­μα­τα τοῦ Φράγ­κου βα­σι­λιᾶ τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης («οὔ­τε εἶ­δεν ἡ βα­σι­λεί­α μου, πα­ρα­τη­ρεῖ εἰ­ρω­νι­κά, τήν τοῦ τοι­ού­του Ἰ­ω­άν­νου ἐ­πι­κρά­τειαν καί ἐ­ξου­σί­αν ποῦ γῆς ἤ θα­λάτ­της ἐ­στίν») καί χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά τήν ἀ­κα­τά­παυ­στη ἀν­τί­στα­σή του ἐ­ναν­τί­ον τῶν κα­τα­κτη­τῶν «… οὐ­δέ­πο­τε παυ­σό­με­θα μα­χό­με­νοι καί πο­λε­μοῦν­τες τοῖς κα­τάγου­σι τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν. Ἡ γάρ ἄν ἀ­δι­κοί­η­μεν καί φύ­σε­ως νό­μους, καί πα­τρί­δος θε­σμούς, καί πα­τέ­ρων τά­φους, καί τε­μέ­νη θεί­α καί ἱ­ε­ρά, εἰ μή ἐκ πά­σης τῆς ἰ­σχύ­ος τού­των ἕ­νε­κα δι­α­γω­νι­σό­με­θα¨[12].

¨Κι᾿ ἄν οἱ βα­σι­λεῖς τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου ἔ­χουν τόν ἐ­πί­ση­μο τί­τλο ¨βα­σι­λεῖς καί αὐ­το­κρά­το­ρες Ρω­μαί­ων¨, καί τόν τί­τλον αὐ­τόν τόν κρα­τοῦν, εἶ­ναι για­τί θέ­λουν νά σε­βα­στοῦν τήν πα­ρά­δο­ση καί νά δι­α­φυ­λά­ξουν τήν κλη­ρο­νο­μιά τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου. Αὐ­τή ἡ κλη­ρο­νο­μιά, γρά­φει ὁ βα­σι­λιάς Ἰ­ω­άν­νης Γ΄ Δού­κας Βα­τά­τζης στά 1237 στόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄, δέν πρό­κει­ται νά τήν ἀ­παρ­νη­θοῦν οἱ Ἕλ­λη­νες καί δέν θά πά­ψουν πο­τέ νά πο­λε­μοῦν ἐ­ναν­τί­ον τῶν κα­τα­κτη­τῶν, ὡ­σό­του ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σουν τά ἐ­δά­φη τους. Οἱ αὐ­το­κρά­το­ρες δη­λα­δή τῆς Νί­και­ας ἐμ­πνέ­ον­ται ἀ­πό τήν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἰ­δέ­α, πού θέρ­μαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­πί τουρ­κο­κρα­τί­ας, τούς ρα­γιά­δες Ἕλ­λη­νες, ἀ­πό τήν ἰ­δέ­α ἀ­κρι­βῶς πού στούς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους ὀ­νο­μά­στη­κε Με­γά­λη Ἰ­δέ­α. Ἐ­κεῖ λοι­πόν, στή Νί­και­α, με­τά τό 1204, πρέ­πει ν᾿ ἀ­να­ζη­τή­σου­με τίς πρῶ­τες ἀρ­χές της¨[13].

¨Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στήν ἐ­πι­στο­λή ἐ­κεί­νη τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Γ΄ Δού­κα Βα­τά­τζη πρός τόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄ ἀ­να­φέ­ρε­ται καί ἡ ἔκ­φρα­ση «ἡ­μέ­τε­ρον Γέ­νος», ὅ­που ἡ λέ­ξη «ἡ­μέ­τε­ρον» ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό ἐ­πί­θε­το «ἑλ­λη­νι­κόν». Ἡ λέ­ξη «Γέ­νος», μα­ζί μέ τίς λέ­ξεις «Ἕλ­λην», «Ἑλ­λη­νι­κός» κ.λ.π. ἀρ­χί­ζουν νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ὁ­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τά τόν 13ο καί 14ο αἰ­ώ­να καί τεί­νουν νά ὑ­πο­κα­τα­στή­σουν τό ἐ­θνι­κό «Ρω­μαῖ­ος», μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν γνω­στοί οἱ ὑ­πή­κο­οι τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Ἡ λέ­ξη «Γέ­νος», ἑ­νω­μέ­νη τώ­ρα μέ τή γε­νι­κή «Ἑλ­λή­νων» δη­λώ­νει τήν κοι­νό­τη­τα τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ πα­ρελ­θόν­τος τῶν κα­τοί­κων καί τίς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις πού προ­βάλ­λουν γι᾿ αὐ­τούς ἐμ­πρός στό πα­ρόν καί τό μέλ­λον. Στήν ἐ­πο­χή αὐ­τή τῶν Λα­σκα­ρι­δῶν πρέ­πει ν᾿ ἀ­να­χθῆ ἡ γέ­νε­ση σκο­τει­νῶν (κρυ­φῶν) χρη­σμῶν καί προ­φη­τει­ῶν, δι­αν­θι­σμέ­νων μέ ὑ­παι­νιγ­μούς γιά τούς Λα­σκα­ρί­δες καί τόν Ἰ­ω­άν­νη Γ΄ Δού­κα Βα­τά­τζη. Πολ­λές ἀ­πό τίς προ­φη­τεῖ­ες αὐ­τές, ἄν καί στόν πυ­ρή­να τους πα­λαι­ό­τε­ρες καί γνω­στές στίς λα­ϊ­κές μά­ζες στά 1200, ἀ­να­φέ­ρον­ται στά κα­τορ­θώ­μα­τα καί στήν λαμ­πρή ἐ­πο­χή τῶν Λα­σκα­ρι­δῶν. Πρός αὐ­τούς ἀ­πο­βλέ­πουν οἱ ὑ­πό­δου­λοι Ἕλ­λη­νες, γιά ν᾿ ἀν­τλή­σουν θάρ­ρος, καί ἔ­τσι ἀρ­χί­ζει νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἕ­να εἶ­δος ἡ­ρω­ο­λα­τρεί­ας. Ὁ Ἰ­ω­άν­νης Γ΄ μά­λι­στα με­τά τό θά­να­τό του ὑ­ψώ­νε­ται στήν φαν­τα­σί­α τοῦ λα­οῦ σάν ἕ­να ἱ­ε­ρό πρό­σω­πο, ἐ­ξα­γι­ά­ζε­ται. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, πού ἔ­χει εὐ­ερ­γε­τη­θῆ ἀπ᾿ αὐ­τόν μέ πολ­λές δω­ρε­ές κτη­μά­των καί εἶ­χε κά­θε λό­γο νά εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων, τόν ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἐ­πί­ση­μα ὡς Ἅγιο¨[14].

Ὁ Πα­να­γι­ώ­της Χρή­στου (1917-1996) θε­ο­λό­γος καί κα­θη­γη­τής Πα­τρο­λο­γί­ας τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης καί τέ­ως Ὑ­πουρ­γός παι­δεί­ας, στό ἔρ­γο του «Οἱ πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν ἐ­θνι­κῶν ὀ­νο­μά­των τῶν Ἑλ­λή­νων», σχο­λιά­ζει τό γε­γο­νός τῆς κλη­ρο­δό­τη­σης τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας ἀ­πό τόν Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο στό γέ­νος τῶν Ἑλ­λή­νων, ὅ­πως αὐ­τό ἀ­να­φέρ­θη­κε ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη στήν ἐ­πι­στο­λή, ἀ­να­φέ­ρον­τας τά πα­ρα­κά­τω: ¨Δέν ἀ­πορ­ρί­πτει ὁ Βα­τά­τζης τήν ρω­μα­ϊ­κή κλη­ρο­νο­μιά, ἀλ­λά φρο­νεῖ ὅ­τι ἡ με­τα­φο­ρά τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας εἶ­ναι ἐ­θνι­κή καί ὄ­χι γε­ω­γρα­φι­κή, ὅ­τι ἔ­γι­νε στό ἔ­θνος τῶν Ἑλ­λή­νων καί ὄ­χι στήν πό­λη τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Ἡ κλη­ρο­νο­μιά τοῦ Με­γά­λου Κων­σταν­τί­νου ἔ­χει δια­βεῖ «εἰς τό ἡ­μέ­τε­ρον γέ­νος» κι᾿ ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε οἱ κλη­ρο­νό­μοι καί δι­ά­δο­χοί του. Δέν ἦ­ταν ὁ τό­πος κλη­ρο­νό­μος, ἀ­φοῦ τόν τό­πο, τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, εἶ­χαν ἁρ­πά­ξει τώ­ρα οἱ Δυ­τι­κοί, ἀλ­λά οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που. Τώ­ρα ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ἴ­δια λο­γι­κή πού εἶ­χαν ἀ­κο­λου­θή­σει πα­λαι­ό­τε­ρα οἱ Γερ­μα­νοί, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἐ­πει­δή εἶ­χαν τήν αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἀλ­λά δέν κα­τεῖ­χαν τή Ρώ­μη, τήν ὀ­νό­μα­σαν «Ἁ­γί­α Ρω­μα­ϊ­κή αὐ­το­κρα­το­ρί­α τῆς Γερ­μα­νι­κῆς ἐ­θνό­τη­τος». Ἐ­δῶ ἡ σκέ­ψις εἶ­ναι ὅ­τι οἱ Λα­σκα­ρί­δες τῆς Νί­και­ας, πού δέν κα­τεῖ­χαν τή Νέ­α Ρώ­μη, εἶ­χαν τήν Ρω­μα­ϊ­κή αὐ­το­κρα­το­ρί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνό­τη­τος¨[15].

Ὁ Δρ Πί­τερ Λόκ (1949 -) μέ­λος τῆς Βα­σι­λι­κῆς Ἱ­στο­ρι­κῆς «Ἑ­ται­ρεί­ας τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου, με­τα­ξύ ἄλ­λων πη­γῶν, χρη­σι­μο­ποι­εῖ καί τήν ἐ­πι­στο­λή τοῦ ἁ­γί­ου βα­σι­λιᾶ, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στήν ση­μα­σί­α καί τήν βα­ρύ­τη­τα πού εἶ­χε γιά τούς Ἕλ­λη­νες ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λη κα­τά τήν ἐ­πο­χή τῆς φραγ­κο­κρα­τί­ας, ἐ­πι­ση­μαί­νον­τας τά ἑ­ξῆς: ¨Γιά τούς Ἕλ­λη­νες, οἱ με­τα­φο­ρι­κές πε­ρι­γρα­φές καί ἡ ση­μα­σί­α τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης ἐ­ξε­λί­χθη­καν καί ἀ­πέ­κτη­σαν νέ­α δύ­να­μη στά χρό­νια τῆς λα­τι­νι­κῆς κα­το­χῆς. Αὐ­τό εἶ­ναι ἐμ­φα­νές στίς συ­ζη­τή­σεις τῆς αὐ­λῆς καί στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τῶν «ἐ­λευ­θέ­ρων πε­ρι­ο­χῶν» (κυ­ρί­ως στό Σι­λέν­τιον τοῦ Θε­ο­δώ­ρου Α΄ Λά­σκα­ρη στή Νί­και­α με­τα­ξύ 1205-1222), στίς ἐ­πι­στο­λές τοῦ μη­τρο­πο­λί­τη Ναυ­πά­κτου Ἰ­ω­άν­νη Ἀ­ποκαυ­κου (1223) καί στήν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Βα­τά­τζη μέ τόν πά­πα Γρη­γό­ριο Θ΄ τόν Μά­ϊο τοῦ 1237. Ἡ Θε­ο­φύ­λα­κτη Πό­λη ἀ­νῆ­κε δι­και­ω­μα­τι­κά στόν κυ­βερ­νή­τη τῆς Βυ­ζαν­τι­νῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι Ἕλ­λη­νας¨[16].

Δέν θε­ω­ρῶ ἀ­πα­ραί­τη­το νά κλεί­σω τήν πα­ροῦ­σα με­λέ­τη, ἀ­να­πτύσ­σον­τας τά δι­κά μου συμ­πε­ρά­σμα­τα γιά τήν ἱ­στο­ρι­κή ἀ­ξί­α τῆς ἐ­πι­στο­λῆς κα­θώς καί τοῦ συν­τά­κτη της. Θά ἀ­να­φέ­ρω μό­νο ὅ­τι, με­λε­τών­τας τά κεί­με­να τῶν ση­μαν­τι­κῶν αὐ­τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν, πού ἐ­πι­λέ­χθη­καν ὡς βι­βλι­ο­γρα­φί­α γιά τό συγ­κε­κρι­μέ­νο πό­νη­μα, γί­νε­ται εὐ­κό­λως κα­τα­νο­η­τή ἡ ση­μαν­τι­κό­τα­τη συ­νει­σφο­ρά τοῦ Δι­δυ­μο­τει­χί­τη Ἁ­γί­ου Αὐ­το­κρά­το­ρα στό νά ἀ­να­δει­χθεῖ ἡ ἱ­στο­ρι­κή συ­νέ­χεια τοῦ Γέ­νους τῶν Ἑλ­λή­νων. Συμ­φω­νῶ ἀ­πό­λυ­τα μέ τόν με­γά­λο ἱ­στο­ρι­κό Ἀ­πό­στο­λο Βα­κα­λό­που­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος σέ ἀ­πάν­τη­ση πού ἔ­δω­σε σέ ἐ­πι­κρι­τές του, γιά τό ὅ­τι ¨δέν στο­χά­ζε­ται ἐ­πί τῶν πη­γῶν¨ πού πα­ρα­θέ­τει στά κεί­με­νά του, ἀ­πάν­τη­σε γρά­φον­τας τά πα­ρα­κά­τω: ¨μέ κα­τη­γο­ρεῖ­τε δι­ό­τι δέν στο­χά­ζο­μαι ἐ­πί τῶν γε­γο­νό­των, ἀλ­λά νο­μί­ζω ὅ­τι ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι πρῶ­τον ἡ ἔ­ρευ­να καί ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῶν πη­γῶν ἀ­να­λυ­τι­κά, κρι­τι­κά, καί ἐν συ­νεχείᾳ ὁ στο­χα­σμός. Ἀ­φῆ­στε με λοι­πόν ἐ­γώ νά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τίς πη­γές καί ἐν συ­νε­χείᾳ σεῖς κά­μνε­τε τούς στο­χα­σμούς σας¨. Ἡ δι­κή μας γε­νιά, ἔ­χει τό προ­νό­μιο τῆς εὔ­κο­λης πρό­σβα­σης καί τῆς με­λέ­της τῶν πη­γῶν, πού μᾶς κλη­ρο­δό­τη­σαν οἱ ὑ­πέ­ρο­χοι αὐ­τοί ¨σκα­πα­νεῖς¨ τῶν πε­ρα­σμέ­νων ἐ­τῶν. Καί ἐ­νῶ θά πε­ρί­με­νε κά­ποι­ος ὅ­τι ἱ­στο­ρι­κά ζη­τή­μα­τα ὅ­πως ἡ συ­νέ­χεια τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ θά θε­ω­ροῦν­ταν δε­δο­μέ­να καί αὐ­το­νό­η­τα, τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια στήν πα­τρί­δα μας ἐ­πι­κρα­τοῦν οἱ ἀν­θελ­λη­νι­κές ἀ­πό­ψεις τύ­που Φλα­με­ρά­ϊερ κα­θώς καί ἄλ­λων ἀλ­λο­δα­πῶν μά καί ἐ­πι­χω­ρί­ων ἱ­στο­ρι­κῶν. Ὑ­πο­χρέ­ω­ση καί κα­θῆ­κον ὅ­λων ἡμῶν τῶν ἁ­γνῶν πα­τρι­ω­τῶν καί ἐ­ρα­στῶν τῆς πλού­σιας ἱ­στο­ρί­ας μας, εἶ­ναι νά με­λε­τή­σου­με τίς πη­γές καί νά βά­λου­με τό λι­θα­ρά­κι μας ἔ­τσι ὥ­στε νά ἀν­τι­κρού­σου­με ὅ­λες αὐ­τές τίς ἀ­νι­στό­ρη­τες ἀ­πό­ψεις.

 

[1]. Ὁ Γρη­γό­ριος Θ’ δι­α­τέ­λε­σε πά­πας τῆς Ρώ­μης ἀ­πό τό 1227 ἕ­ως τό 1241.

[2]. Μι­χα­ήλ Α. Δέν­δια «Ἐ­πί μί­ας ἐ­πι­στο­λῆς τοῦ Φρει­δε­ρί­κου Β΄ πρός Ἰ­ω­άν­νην Δού­καν Βα­τά­τζην»        Ἐπε­τη­ρίς Ἑται­ρεί­ας Βυ­ζαν­τι­νῶν Σπου­δῶν ἔ­τος ιγ΄ Ἀ­θῆ­ναι 1937 σελ. 409-410.

[3]. V. Grumel, L’authenticite de la letter de jean Vatatzes, empereur de Nicee, au pape Grecoire IX, EO 29

(1930) 450-458. Ἀπό­στο­λος Βα­κα­λό­που­λος «Ἱστο­ρί­α τοῦ Νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ» σελ. 77 Θεσ­σα­λο­νί­κη 1974.

[4]. Ἰ­ω­άν­νης Σακ­κε­λί­ων, φι­λό­λο­γος καί ἀρ­χει­ο­δί­φης ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος με­λε­τη­τής καί ἐκ­δό­της πολ­λῶν κει­μέ­νων τῆς Ρω­μα­νί­ας.

[5]. Ἰ­ω­άν­νου Σα­κε­λλίωνος: Ἀ­νέκ­δο­τος ἐ­πι­στο­λή τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρος Ἰ­ω­άν­νου Δού­κα Βα­τά­τζη πρός τόν πά­παν Γρη­γό­ριον, ἀ­νευ­ρε­θεῖ­σα ἐν Πά­τμῳ, «Ἀ­θή­ναι­ον» 1 (1872) 369-378 (μέ λαν­θα­σμέ­νη ἀ­ρίθ­μη­ση)  Ἀ­πό­στο­λος Βα­κα­λό­που­λος «Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ» σελ. 77 Θεσ­σα­λο­νί­κη 1974.

[6]. Κωνσταντῖνος Χολέβας Πολιτικός Ἐπιστήμων, ὁμιλία στήν ἐκδήλωση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου «Βατάτζεια 2011» στίς 30 Ὀκτ. 2011 μέ θέμα ¨Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Βατάτζης καί ἡ συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ¨.

[7]. Τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς πού παραθέτουμε τό ἀντλοῦμε ἀπό τό περισπούδαστο ἔργο τοῦ  Ἀντωνίου Μηλιαράκη «Ἱστορία τοῦ βασιλείου τῆς Νικαίας καί τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου», τό  ὁποῖο παρέθεσε σέ ἐκτενῆ περίληψη  σελ. 276-279.

[8]. Ἡ ἀπόδοση στά νέα ἑλληνικά πού ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ ἔργο τῶν φιλολόγων τοῦ ἐκδοτικοῦ οἴκου  ¨’Ὀρθόδοξος Κυψέλη¨ καί ἐμπεριέχεται στό βιβλίο «Ἰωάννης Γ΄ Βατάτζης ὁ Ἅγιος Αὐτοκράτορας τοῦ  Βυζαντίου» σελ. 85-88.

[9]. Βλ. παραπάνω, ὑποσημ. 9.

[10]. Ἀντώνιος Μηλιαράκης «Ἱστορία τοῦ βασιλείου τῆς Νικαίας καί τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου»  Ἔκδοση Ἰονικῆς Τράπεζας σελ.  275.

[11]. Βλ. παραπάνω, ὑποσημ. 6.

[12]. Ἀπόστολος Βακαλόπουλος «Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ» Θεσσαλονίκη 1974 σελ. 76-77.

[13]. Ἀπόστολος Βακαλόπουλος «Νέα Ἑλληνική Ἱστορία» Ἐκδόσεις Βάνιας σελ. 13-14.

[14]. «Ἡ πορεία τοῦ Γένους Ἀπόστολος Βακαλόπουλος» Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων  σελ. 25-26.

[15]. Κωνσταντῖνος Χολέβας ¨Ρωμηοσύνη καί ἡ Ἑλληνικότητα τοῦ Βυζαντίου¨ Ἀθήνα 2008 Ἀνάτυπο  σελ. 584.

[16]. Πίτερ Λόκ «Οἱ Φράγκοι στό Αἰγαῖο» Ἐκδόσεις Ἐνάλιος  σελ, 78-79.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος