Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Ιστορία, Γλώσσα και Παράδοση του Ελληνισμού της Μακεδονίας / Ιωάννης Παπαλαζάρου, Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας*

Ιστορία, Γλώσσα και Παράδοση του Ελληνισμού της Μακεδονίας / Ιωάννης Παπαλαζάρου, Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας*

Ιδιαίτερη χαρά και τιμή μου η παρουσία μου σήμερα στον Άγιο Γεώργιο, σ’ ένα από τα πιο αξιόλογα κεφαλοχώρια της Ημαθίας, στην έδρα του πρώην Δήμου Δοβρά, την παλιά Γιάντσιστα, για όσους ερευνούν το παρελθόν.

Διαβάζοντας τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, συνάντησα τη Γιάντσιστα σε πάνω από 10 αναφορές. Συχνά η συγγραφέας τη χαρακτηρίζει ως βουλγαροχώρι. Όμως η Π.Δέλτα δεν είναι ιστορικός και το βιβλίο της είναι ένα μυθιστόρημα, όπου χρησιμοποιεί ως βάση μερικά ιστορικά πρόσωπα (Άγρας, Νικηφόρος, Ακρίτας, Γκόνος Γιώτας κ.ά.) και στη συνέχεια, προσθέτει κι άλλα πρόσωπα φανταστικά δικά της, γεγονότα δικά της φανταστικά, εκτιμήσεις δικές της φανταστικές. Η συγγραφέας «συγγραφική αδεία» χαρακτηρίζει και χωριά της περιοχής, κατά περίσταση, ως ελληνοχώρια ή βουλγαροχώρια.

Εύλογα προκαλείται η απορία στον αναγνώστη πώς σ’ένα βουλγαροχώρι σαν τη Γιάντσιστα λειτουργούσε ελληνικό σχολείο, στα πιο δύσκολα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, με Έλληνες δασκάλους και Μακεδονομάχους, που τους έστελνε το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, όπως ήταν ο Χρήστος Στογιαννίδης, που δίδαξε στα χρόνια 1902-1904, από το Όστροβο (Άρνισσα) και ο Χρήστος Σταυρίδης (1904-1906) από το Γκόλο Σέλο (Ακρολίμνη) Γιαννιτσών.

Τη Γιάντσιστα τη συνάντησα για πρώτη φορά, πριν λίγα χρόνια, αναζητώντας βιογραφικά στοιχεία για τον δάσκαλο-Μακεδονομάχο Χρήστο Στογιαννίδη, κατά παράκληση του Γυμνασίου Πετριάς Σκύδρας, όπου ο Στογιαννίδης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και το Γυμνάσιο αυτό σήμερα φέρει το όνομά του.

Η δεύτερη απορία είναι πώς ένα βουλγαροχώρι σαν τη Γιάντσιστα ανέδειξε πέντε Μακεδονομάχους, δύο από τους οποίους είναι επίσημα καταγεγραμμένοι στη σχετική Επετηρίδα, ο Νικόλαος Γερμένης Γερμανής) κι ο Τρύψης Μπουζίνος.

Την κατάληξη –στα, (Γιάντσιστα) που δηλώνει τόπο που ανήκει σε κάποιον ή που παράγει κάτι, τη συναντούμε συχνά σε τοπωνύμια στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία.

Έτσι πολύ κοντά μας έχουμε τη Νιάουστα (Νάουσα), τη Βέτσιστα, (Αγγελοχώρι) και τη Λυκόβιστα, (Λυκόγιαννη). Στο Ν.Πέλλας έχουμε τη Βούδριστα (Μυλότοπο), την Πρεμπόδιστα (Σωσάνδρα),τη Βόλτσιστα. Στη Δυτ. Μακεδονία τη Σιάτιστα, τη Χρούπιστα, (Άργος Ορεστικό), τη Μπόμπιστα, τη Τιχόλιστα κ.ά.

Η Γιάντσιστα, που κατά τους γλωσσολόγους ερμηνεύεται ως τόπος που ανήκε σε κάποιον Γιάνκο ή Γιάντσο, γαιοκτήμονα της περιοχής κατά τους υστεροβυζαντικούς χρόνους, μετονομάσθηκε αρχικά (1926) σε Γιάννισσα και μετά το 1940 σε Άγιο Γεώργιο από φερώνυμο ναό που υπήρχε στην περιοχή.

Σήμερα 24 Μαρτίου, 2η Κυριακή των Νηστειών είναι η παραμονή της επετείου της σημαντικότερης ιστορικής ημέρας του νεώτερου Ελληνισμού. Αύριο θα τιμήσουμε τη συγκλονιστική απόφαση και τον ξεσηκωμό του υπόδουλου Ελληνισμού, το 1821, για να αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό δουλείας 4 αιώνων.

Τη φωτιά πρωτάναψε τον Φεβρουάριο του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις Παραδουνάβιες χώρες και ένα μήνα αργότερα, στην Πελοπόννησο, εξερράγη ως πανελλήνια επανάσταση, σ’ έναν αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδος, για ελευθερία ή για θάνατο.

Στο σημείο αυτό επισημαίνω μια ιστορική αδικία, γιατί στις καταγραφές της εθνικής μας ιστορίας ίσχυσαν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ενώ για την επανάσταση στη Νότια Ελλάδα γράφτηκαν τα πάντα και γνωρίζουμε τα πάντα γι’αυτή, για τα ταυτόχρονα επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία, της Χαλκιδικής, του Ολύμπου, της Νάουσας, ελάχιστα γράφτηκαν και ακόμα ελαχιστότερα γνωρίζουμε.

Μακεδόνες ήταν οι τρεις από τους συνοδούς του Ρήγα Φεραίου που βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στις φυλακές της Νεμπόιτσα του Βελιγραδίου.

Μακεδόνες ήταν οι αρχηγοί του επαναστατικού κινήματος του Υψηλάντη, Γιωργάκης Ολύμπιος και Γιάννης Φαρμάκης.

Μακεδόνες ήταν αρκετοί από τα πρώτα και τα πλέον εξέχοντα μέλη της Φιλικής Εταιρείας.

Στη Μακεδονία εξερράγη η πρώτη μετά το Μοριά επανάσταση, στη Χαλκιδική, τον Απρίλιο του 1821, υπό την ηγεσία του ηρωικού Εμμανουήλ Παπά, με τα δραματικά της αποτελέσματα, τις άγριες σφαγές στη Θεσσαλονίκη και την καταστροφή της Κασσάνδρας.

Ακολούθησε, τέτοιες ημέρες, Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1822, η επανάσταση της Νάουσας, με πρωταγωνιστές τον Καρατάσο, τον Αγγελή Γάτσο, τον Ζαφειράκη κ.ά. που κατέληξε, ως γνωστόν, στο ολοκαύτωμα της μαρτυρικής πόλης, με τους ομαδικούς απαγχονισμούς 2.500 Ναουσαίων, με τον εξανδραποδισμό άλλων τόσων, με τις ηρωικές γυναίκες της Αράπιτσας.

Τα όσα ακολούθησαν το μαρτυρικό τέλος της Νάουσας, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, που δεν είναι όμως του παρόντος να αναλυθούν.

Οι πρωταγωνιστές της επανάστασης, Καρατάσος και Α.Γάτσος, με 450 άνδρες, κατέφυγαν στη Ν.Ελλάδα, όπου έλαβαν μέρος σε όλα τα πολεμικά γεγονότα, στο Μεσολόγγι, στο Σούλι, στην καταστροφή του Δράμαλη, στην απόκρουση του Ιμπραήμ και παντού διακρίθηκαν για τον πατριωτισμό και την αντρειοσύνη τους.

Οι Μακεδόνες αυτοί κατάγονταν από τις περιοχές του Βερμίου και των Βοδενών. Οι περισσότεροι δε γνώριζαν ούτε λέξη από ελληνικά, παρ’ όλα αυτά ένιωσαν την ανάγκη και την υποχρέωση να συντρέξουν τους αδελφούς Έλληνες της Ν. Ελλάδος στον υπέρ της ελευθερίας αγώνα, γιατί στο νου και στην ψυχή τους ταύτιζαν την Ορθοδοξία με την Ελλάδα, την Ελλάδα με τη Μακεδονία.

Ως απαρχή και αφετηρία της ιστορίας της Μακεδονίας θεωρείται ο 6ος π.Χ, αιώνας και ως χρυσός αιώνας της τα χρόνια των Μεγάλων Βασιλέων, του μεγάλου οργανωτή Αρχελάου, του οραματιστή Φιλίππου, που συνέλαβε την πανελλήνια ιδέα και του Μ. Αλεξάνδρου, που μεταλαμπάδευσε τον ελληνικό πολιτισμό στα πέρατα της Ασίας.

Αυτό που χρήζει ιδιαίτερης μελέτης, προσοχής και ενδιαφέροντος είναι η γλώσσα των Αρχαίων Μακεδόνων. Γιατί οι παραχαράκτες και οι πλαστογράφοι της ιστορίας, από το γειτονικό κράτος των Σκοπίων, στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν και  να στηρίξουν την ανύπαρκτη εθνότητά τους, ισχυρίζονται:

-Ότι οι Αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες, αλλά φύλλα συγγενικά με τους Θράκες και τους Ιλλυριούς.

-Ότι οι Σλάβοι που κατέβηκαν στην περιοχή τον 6ο και 7ο μ.Χ. αιώνα, ενώθηκαν με τα φύλα των Μακεδόνων Θρακών και Ιλλυριών και από την πρόσμιξη προήλθαν οι Σλάβοι Μακεδόνες που αποτελούν την «μακεδονική εθνότητα».

-Ότι η γλώσσα που ομιλείτο στην περιοχή δεν ήταν ελληνική. Από τον επηρεασμό της με τη σλαβική προέκυψε το ομιλούμενο ιδίωμα των Σκοπίων, η «μακεδονική γλώσσα».

-Ό,τι η ιστορία, ο πολιτισμός και τα μνημεία της Μακεδονίας, δεν έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα, γιατί είναι δημιούργημα της «μακεδονικής εθνότητας».

Η ιστορική έρευνα δεν έχει αποκαλύψει  την ανάπτυξη εγχώριας μορφής γραπτής λογοτεχνίας  στην Μακεδονία, λόγω της προφορικής κυρίως χρήσεώς της τοπικής διαλέκτου και της επικράτησης της αττικής, ως επίσημης γλώσσας του μακεδονικού κράτους. Όμως οι 6.000 τουλάχιστον επιγραφές που βρέθηκαν στη Βεργίνα, στην Πέλλα, στο Δίον, στην Αιανή, στους Φιλίππους, αλλά και μέσα στο σκοπιανό έδαφος, όπως στους Στόβους και στην Ηράκλεια, είναι αψευδείς μάρτυρες και αδιαφιλονίκητα γραπτά μνημεία ελληνικότητας, με ονόματα όπως: Αλέξανδρος, Αμύντας, Αντίοχος, Αρχέλαος, Κάσσανδρος, Παρμενίων, Πτολεμαίος, Σέλευκος, Φίλιππος, Αρσινόη, Θεσσαλονίκη, Κλεοπάτρα, Ολυμπιάδα, ή τοπωνύμια, όπως: Αιγαί, Αλιάκμων, Βέροια, Πέλλα, Αμφίπολις, Ηράκλεια.

Η ελληνική παιδεία του Μεγαλέξανδρου κοντά στον Αριστοτέλη, μαθητή του Πλάτωνα, ο θρησκευτικός βίος των Μακεδόνων, με τις τελετές και τις λατρείες του Δωδεκάθεου, η συμμετοχή τους στις Αμφικτυονίες, στα Ιερά των Δελφών, της Επιδαύρου και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η φιλοξενία επιφανών ποιητών, φιλοσόφων και καλλιτεχνών από τη Νότια Ελλάδα, είναι αποδεικτικά στοιχεία ακράδαντα για την ελληνική γλώσσα και την ελληνική σκέψη που επικρατούσε στη Μακεδονία.

Τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ακολούθησαν η εποχή των Επιγόνων, με τη διάλυση του μεγάλου κράτους, οι ελληνιστικοί χρόνοι, όπου η ελληνική γλώσσα επικράτησε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο, και η υποταγή της Μακεδονίας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το 168 π.Χ. που δεν άφησε τίποτα όρθιο στο διάβα της. Πάνω από 15.000 καλλιτεχνικά έργα αρπάξανε οι Ρωμαίοι από τη Βεργίνα, την Πέλλα, το Δίο, τους Φιλίππους και τα παρελαύναμε επί μέρες στη Ρώμη. Το όνομα Μακεδονία επί αιώνες δεν ξανακούστηκε.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η διάδοση του Χριστιανισμού, της διδασκαλίας της Αγάπης, οφείλεται κατά μέγα μέρος στη γραπτή του απόδοση και αποτύπωση στην ελληνική γλώσσα.

Ο Απόστολος Παύλος άρχισε το αποστολικό του έργο στην Ευρώπη από την Μακεδονία, από τους Φιλίππους, τη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, που επισκέφθηκε δυο φορές, διότι στο όνειρό του: «ανήρ τις Μακεδών, αστώς παρακαλών αυτόν, είπεν: Διαβάς εις Μακεδονίαν, βοήθησον ημίν».

Απηύθυνε μάλιστα και δύο επιστολές προς τους «Θεσσαλονικείς» και προς τους «Φιλιππησίους» γραμμένες στα ελληνικά. Οι επιστολές αυτές γράφτηκαν 600 χρόνια πριν οι Σλάβοι εμφανιστούν στις περιοχές της Ελληνικής Μακεδονίας.

Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μέσα 4ου μ.Χ. αι.) η Μακεδονία αποτελεί μεγάλη περιφέρεια (θέμα) της. Δέχεται διαδοχικές επιδρομές από Αβάρους, Σλάβους, Βουλγάρους, Φράγκους και Σέρβους και ανάλογες επιρροές κοινωνικές, διοικητικές, πολιτισμικές. Οι Σλάβοι εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Κεντρική Μακεδονία περί το 572 μ.Χ.

Οι εμφύλιες συρράξεις μέσα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τους έδωσε την ευκαιρία να εγκατασταθούν σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας, τις λεγόμενες Σλαβηνίες ή Σκλαβηνίες. Αργότερα οι σλαβικές αυτές νησίδες διαλύθηκαν και οι Σλάβοι, όσοι απόμειναν, εκχριστιανίσθηκαν και αφομοιώθηκαν με τον καιρό με τους ντόπιους Έλληνες, ενώ στοιχεία της γλώσσας τους συγχωνεύθηκαν στα τοπ. ιδιώματα.

Στις αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα εμφανίστηκαν στις κοιλάδες του Αίμου οι Βούλγαροι. Από την πολύχρονη ανάμειξή τους με τους Σλάβους, οι Βούλγαροι εκσλαβίστηκαν ως προς τη γλώσσα, κατά τα άλλα όμως παρέμειναν μια σκληροτράχηλη συμπαγής εθνική ενότητα. Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα, με κέντρο των επιχειρήσεών τους την Αχρίδα, επεξέτειναν τις επιδρομές και τις κατακτήσεις τους μέχρι τη Νότια Ελλάδα και τις ακτές της Αλβανίας. Την περίοδο αυτή εκσλαβίσθηκαν και πολλά τοπωνύμια της Μακεδονίας. Η Θεσσαλονίκη έγινε Σόλουν, η Έδεσσα Βόντεν ή Βοδενά, η Φλώρινα Λέριν, η Βέροια Μπέρ, η Νάουσα Νέγκους κ.λ.π.

Αργότερα, στις αρχές του 14ου αιώνα, με την βραχύβια, αλλά εκτεταμένη αυτοκρατορία του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Ντουσάν, απωθήθηκαν ελληνοβυζαντινοί πληθυσμοί από τις βόρειες περιοχές της Βαλκανικής προς το Κέντρο. Αυτή την περίοδο, στις ορεινές και ημιορεινές αγροτικές κυρίως περιοχές της Μακεδονίας, εξαιτίας κατακτήσεων ή ειρηνικών σλαβικών διεισδύσεων, έχουμε την διαμόρφωση και σταδιακή επικράτηση ιδιώματος με βάση τη σλαβική γλώσσα. Ήταν ένα ανάμεικτο γλωσσικό μόρφωμα, με σλαβικά και ελληνικά χαρακτηριστικά, χωρίς γραμματικούς κανόνες και συντακτικούς μηχανισμούς, ευκολομάθητο, που επικράτησε ως όργανο συνεννόησης των αμφίμεικτων αγροτικών πληθυσμών.

Από τα μέσα του 14ου αιώνα αρχίζουν οι κατακτητικές επιδρομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι περιοχές της Μακεδονίας, με τελευταία τη Θεσσαλονίκη, υποτάχτηκαν σε χρονικό διάστημα 60 ετών περίπου, από το 1370 έως το 1430.

Η τουρκική σκλαβιά ήταν αφόρητα πιεστική και δυσβάστακτη για τους υποτελείς Μακεδόνες. Εξευτελισμοί και ταπεινώσεις, αρπαγές περιουσιών και παιδομάζωμα.  Παράλληλα ληστρικές συμμορίες ατάκτων τουρκαλβανών και εγχώριων ληστών, ξεχύνονταν κάθε τόσο, λεηλατούσαν πόλεις και χωριά της Μακεδονίας και είχαν καταντήσει η μάστιγα, ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής.

Από τα Ιστορικά Αρχεία Βεροίας-Ναούσης (1598-1886) βρήκα αναφορά ληστρικής επίθεσης κατά των χωριών Λυκόβιστας και Γιάντσιστας, τον Απρίλιο του 1671, από έναν ληστή της περιοχής, τον Γιοβάν Στογιάνη, ο οποίος ελήστευσε και εφόνευσε στη Γιάντσιστα τον τοπικό μπέη Οσμάν Καρα-Ζαδέ Αχμέτ και τον γιο του Μαχμούτ Τσελεμπή.

Στα χρόνια της οθωμανικής υποταγής, στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα άρχισαν να προστίθενται σωρηδόν και τουρκικά εκφραστικά χαρακτηριστικά κι έγινε έτσι όργανο συνεννόησης και των κατακτητών Τούρκων εποίκων με τους κατοίκους της περιοχής.

Βουλγαρικές βλέψεις για τη Μακεδονία υπήρχαν σ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Άρχισαν όμως να γίνονται πράξη στα 1870, όταν ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να υπογράψει διάταγμα, με το οποίο παραχωρούσε στους Βουλγάρους το δικαίωμα να αποσχισθούν από το Οικουμ. Πατριαρχείο και να αποκτήσουν ανεξάρτητη εκκλησία (Εξαρχία). Τους έδωσε όμως και το δικαίωμα να θεωρήσουν ως δικές τους περιοχές τις πόλεις και τα χωριά όπου οι κάτοικοι, κατά τα 2/3, θα αναγνώριζαν τη Βουλγαρική Εκκλησία και όχι το Πατριαρχείο.

Έτσι οι Βούλγαροι ξεκίνησαν μια λυσσώδη προσπάθεια να εκβουλγαρίσουν τον πληθυσμό της Μακεδονία, με υποσχέσεις και απειλές, με εκβιασμούς και χρηματισμούς, αλλά και με πρωτοφανείς βιαιότητες, εκμεταλλευόμενοι το γλωσσικό ιδίωμα και την ελληνική αδράνεια. Πρώτοι τους στόχοι οι εκκλησίες και τα σχολεία, οι δάσκαλοι και οι ιερείς. Πέτυχαν να διασπάσουν τους γηγενείς Μακεδόνες σε βουλγαρίζοντες (Εξαρχικούς) και σε Γρεκομάνους (Πατριαρχικούς) και να ενσπείρουν βαθύ μίσος και διχασμό μεταξύ τους. Είναι η αρχή του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Αγώνας έλαβε μορφή ενόπλων συγκρούσεων από το 1903, αρχικά από τη Δυτική Μακεδονία, μετά το αποτυχημένο κίνημα του Ίλιντεν και από το επόμενο έτος επεκτάθηκε στις περιοχές των Βοδενών, της Νάουσας και του Βάλτου των Γιαννιτσών. Μετά τον θάνατο του πρωτομάρτυρα του Αγώνα Π. Μελά (13-10-1904) υπήρξε έντονη κινητοποίηση και της Ν. Ελλάδας, που ως τότε παρακολουθούσε  τα γεγονότα στη Μακεδονία με απάθεια και εγκληματική αδιαφορία. Προσέτρεξαν εθελοντές από την Κρήτη, τη Μάνη, την Αρκαδία, τη Μεσσηνία κ.α. συγκρότησαν σώματα ανταρτικά, σε συνεργασία με τους γηγενείς Μακεδόνες και απέκρουσαν αποτελεσματικά τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας.

Ο Μακεδονικός Αγώνας διεκόπη τον Ιούλιο του 1908 με την υποχρεωτική αμνηστία που επέβαλε το Κίνημα των Νεότουρκων. Η ελευθερία της Μακεδονίας εξασφαλίσθηκε 4 χρόνια αργότερα με τη νικηφόρα προέλαση του Ελληνικού Στρατού, κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).

Τριάντα χρόνια αργότερα, μετά τη λήξη του Β΄Παγκ. Πολέμου (1944), ο Πρόεδρος της Νοτιοσλαβίας (Γιουγκοσλαβίας) Τίτο, με μια ευφυέστατη κίνηση και με τη σύμφωνη γνώμη του Στάλιν, μετονόμασε τη νοτιότερη επαρχία της Γιουγκοσλαβίας, τη Βαρντάρσκα Μπανοβίνα, σε Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ταυτόχρονα ανέθεσε σε ομάδα φιλολόγων και γλωσσολόγων την επεξεργασία και διαμόρφωση της «μακεδονικής γλώσσας», αφαιρώντας βουλγαρικές λέξεις και προσθέτοντας σερβοκροατικές και την επέβαλε με νόμο από τις 3 Μαΐου 1945.

Από το 1944 έως σήμερα, επί 75 χρόνια, το κράτος αυτό, είτε ως τμήμα της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας, είτε ως ανεξάρτητο τα τελευταία 27 χρόνια, μεθοδικά και με πρωτοφανή θρασύτητα και προκλητικότητα, οικειοποιείται ιστορικά στοιχεία και σύμβολα που δεν του ανήκουν, εκμεταλλευόμενο τη δική μας εγκληματική αμέλεια και εθνική ολιγωρία, με αποκορύφωμα την πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών όπου και το όνομα της Μακεδονίας τους προσφέραμε και τη γλώσσα και την εθνικότητα ως μακεδονική τους χαρίσαμε, με αστερίσκους και υποσημειώσεις, αλλά το πόσο λαμβάνονται υπ’όψιν οι διευκρινιστικές υποσημειώσεις, το διαπιστώνουμε καθημερινά από τη συμπεριφορά τους, όπου δε χάνουν ευκαιρία να κάνουν χρήση όσων με τόση γενναιοδωρία τους προσφέραμε, σε διεθνείς εκθέσεις, σε προϊόντα κ.α.

Την ευκαιρία δεν έχασε και η «Αόρατη Μειονότητα των Σλαβομακεδόνων», σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση φερεφώνου τους από το ΒΒC, που δήλωσε πόσο καταπιεσμένη ένιωθε μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών. Είναι οι δήθεν καταπιεσμένοι, που εδώ και τρεις 10ετίες τουλάχιστον, υπονομεύουν μεθοδικά και διαβρώνουν τη μακεδονίτικη κουλτούρα και παράδοση στα τραγούδια, στους χορούς και στα έθιμα, εμπλουτίζοντάς τα με ξενόφερτα στοιχεία, με ακραία ανθελληνικά συνθήματα και αλυτρωτικές κορώνες, αλλοιώνοντας συστηματικά και το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα

Πρόκειται για το γνωστό σλαβοφανές γλωσσικό ιδίωμα, που αποτέλεσε, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, την αιτία πολλών δεινών τόσο για τη Μακεδονία όσο και για τους ίδιους τους γηγενείς Μακεδόνες, τους γνωστούς ως «εντόπιους», και το οποίο σήμερα ομιλείται μόνο από ηλικιωμένους πλέον και ελάχιστα από νεότερους σε ορισμένα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Κατά καιρούς εμφανίστηκε με ποικιλώνυμους επιθετικούς προσδιορισμούς, που του αποδόθηκαν κάτω από διάφορα προσχήματα, σκοπιμότητες και σημαίες ευκαιρίας.

Το χαρακτήρισαν ως ιδίωμα βουλγαρομακεδονικό, σλαβομακεδονικό, σλαβόφωνο, σλαβοφανές, σλαβογενές, σλαβόηχο, σλαβωνικό, και άλλα τέτοια περισπούδαστα περιτυλίγματα, όπου περιτύλιγαν κι αυτούς που το ομιλούσαν και τους χαρακτήριζαν, κατά περίσταση ως Σλαβομακεδόνες, ως Σλαβόφωνους, ως Βουλγαρόφωνους.

Οι Βούλγαροι και το Πανσλαβιστικό κίνημα προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το ιδίωμα  αυτό στη διάρκεια του Μακ. Αγώνα (1870-1908), προβάλλοντάς το ως κύριο επιχείρημά τους στην προπαγάνδα  και στην προσπάθειά τους για την αλλοίωση της  εθνικής συνείδησης και  τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας.

Βίαια προσπάθησαν να το εκριζώσουν κάποιοι ανεγκέφαλοι παράγοντες του Κράτους των Αθηνών, όταν το αναθεμάτισαν ως προπατορικό αμάρτημα, και το έθεσαν υπό απηνή διωγμόν με γνωστές άκομψες μεθόδους.

Για τους γηγενείς Μακεδόνες, το ιδίωμα αυτό ήταν τα «εντόπια» τους  ή τα «εντόπικα», η γλώσσα η «δικιά τους», με εκείνη τη μοναδική απλοϊκότητα και μουσικότητα που είχε στην προφορά της. Είχε  ελάχιστα κοινά στοιχεία η ντοπιολαλιά τους με τις αντίστοιχες γλώσσες των γειτονικών βαλκανικών χωρών.

Χαρακτηριστική είναι η διαφορά καθημερινών λέξεων του ιδιώματος από τη βουλγαρο-σκοπιανή γλώσσα:

ελληνικά         εντόπιο ιδίωμα                      βουλγαρο-σκοπιανή γλώσσα

δάσκαλος        ντάσκαλ                                ουτσίτελ

δασκάλα          ντασκαλίτσα                         ουτσίτελκα

σχολείο           σκόλε                                    ουτσιλίστε

αυτοκίνητο     αφτοκίνα                               κόλα  ή  αφτομόμπιλ

αεροπλάνο      αεροπλάν                              αβιόν ή  σάμολετ

πρόεδρος        προτούγερ (πρωτόγερος)      πρετσελντάτελ

ευχαριστώ       σπολάιτι    (εις πολλά έτη)    μπλαγκοντάραμ

 

Προσωπικά θεωρώ το ιδίωμα ως ένα πολιτιστικό στοιχείο της περιοχής και δε θά’θελα να χαθεί ή να παραμορφωθεί και να καταντήσει όργανο και σημαία των φιλοσκοπιανών. Δυστυχώς, από την στιγμή που αυτό ξεπεράστηκε ιστορικά και έχασε την χρησιμότητά του, το μέλλον του είναι δυσοίωνο  και θα ακολουθήσει την τύχη όλων των αντίστοιχων τοπικών ιδιωμάτων (βλάχικα, αρβανίτικα, τσακώνικα).

Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μια ή και δυο γενιές ακόμα, αλλά η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη.

Για την επικράτηση και διάδοση του ιδιώματος, ο Ν.Ανδριώτης, καθηγητής γλωσσολογίας, ισχυρίζεται αυτό άρχισε να διαδίδεται στη Μακεδονία:

1) Από Σλάβους δούλους και αγρότες, που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν για να καλλιεργούν τα κτήματά τους.

2) Από Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων, που ύστερα από πολύχρονη αιχμαλωσία εξαγοράζονταν και γύριζαν στην πατρίδα τους,  αφού είχαν πια μάθει στον τόπο  αιχμαλωσίας  τα  σλαβικά.

3) Από το γεγονός ότι οι Έλληνες της Μακεδονίας που συναλλάσσονταν με σλαβόφωνους μάθαιναν σλαβικά, που ήταν ευκολομάθητα, ενώ οι Σλάβοι δεν μάθαιναν ελληνικά, γιατί είναι γλώσσα δύσκολη.

Ο Κων/νος Τσιούλκας, Γυμνασιάρχης στο Μοναστήρι (Bitola), στις αρχές του 1900, πιστεύει ακράδαντα και γράφει ότι: «Η σλαβοφανής μακεδονική είναι η παλαιά μακεδονική γλώσσα και δεν είναι ούτε σλαβωνική ούτε βουλγαρική. Στη γλώσσα αυτή υπάρχουν 1.260 λέξεις ομηρικές, ενώ στην ελληνική γλώσσα μόλις 650 διασώζονται».

Ο Γ.Μπαμπινιώτης, ο γνωστός γλωσσολόγος, Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεωρεί το ιδίωμα ως: «παλιά και γνήσια διάλεκτο της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονικής γλώσσας, που εξελίχθηκε με τα χρόνια και μιλιέται από ένα γνήσιο και εκλεκτό κομμάτι του Ελληνισμού, τους Έλληνες της Μακεδονίας».

Η Μακεδονία από τα μέσα του 14ου αι. είχε μετατραπεί σ’ ένα σταυροδρόμι λαών, θρησκειών, πολιτισμών και γλωσσών, σ’ ένα φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό: Τούρκοι καταχτητές, Έλληνες, Βλάχοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, που μιλούσαν αντίστοιχα τούρκικα, ελληνικά, βλάχικα, βουλγάρικα, σέρβικα, αρβανίτικα, αρμένικα, εβραϊκά, ενώ κατά το θρήσκευμα ήσαν μουσουλμάνοι, χρι­στιανοί και ιουδαίοι.

Έπρεπε επομένως να υπάρξει ένας τρό­πος συνεννόησης μεταξύ τους για τις ανάγκες της καθημερινής συμβίωσης. Διαμορφώθηκε έτσι το γνωστό ιδίωμα, ένα μιξόγλωσσο μόρφωμα, που φαίνεται ότι εξυ­πηρετούσε άριστα τον σκοπό του. Ήταν αποκλειστικά ένα όργανο συνεννόησης και σε καμιά περίπτωση δηλωτικό αντίστοιχης εθνικότητας. Κάτι ανάλογο εξάλλου συμβαίνει και σε σύγχρονα κράτη της Ευρώπης (το Βέλγιο με τους γαλλόφωνους Βαλόνους και τους ολλανδόφωνους Φλαμανδούς, και η Ελβετία με τις τρεις γλωσσικές ενότητες, γαλλική, γερμανική και ιταλική).

Στο σημείο αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, ότι σήμερα στη Μακεδονία δεν υπάρχουν αμιγείς σλαβόφωνοι, αλλά δίγλωσσοι Μακεδόνες, μεγάλης ηλικίας μόνο, γιατί ελάχιστοι από τους νεώτερους μπορούν να μιλήσουν με ευ­χέρεια αυτό το ιδίωμα, η εξέλιξη του οποίου σταμάτησε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Δυστυ­χώς οι βόρει­οι γείτονές μας, με τις αλυτρωτικές τους επιδιώξεις, αλλά και εγχώριοι επιτήδειοι καλοθελητές, με επιδρομές και επεμβάσεις τους τόσο στο ιδίωμα όσο και στην τοπική μουσική παράδοση, για να ικανοποιήσουν πο­λιτικές τους σκοπιμότητες, αποπροσανατολίζουν και παραπλανούν τους εντό­πιους Μακεδόνες.

Προωθούν τα δημιουργήματά τους σε πολιτιστικούς συλ­λόγους, σε ορχήστρες και στα πανηγύρια, ως «μακεδονικά», λέγοντας: Ε­λάτε να τραγουδή­σουμε στη γλώσσα μας, και μέσα από τα μουσικοχορευτικά τους προϊόντα περνάνε συνθήματα  με προπαγανδιστικό περιεχόμενο.

Σκοπός τους είναι, μέσα από την εύλογη σύγχυση, να προλειάνουν το έδαφος για έναν νέο διχασμό του γηγενούς πληθυσμού, με ό,τι αυτό σημαίνει για το μέλλον της ειρήνης και της ηρεμίας του τόπου. Πρόκειται για τραγούδια που αποπνέουν εμπάθεια και ανθελληνισμό, διχασμό και άθλια προπαγάνδα, που μας φέρνουν έναν αιώνα πίσω και δηλητηριάζουν την ψυχή, το νου και τα συναισθήματα των παιδιών μας. Παραθέτω ενδεικτικά αποσπάσματα από ορισμένα τραγούδια της σχετικής καταγραφής τους που έχει κάνει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Μακεδόνων:

 

Τσίστο Μακεντόντσε (Καθαρό Μακεδονόπουλο)

Άφησα αδελφούς μου στην περιοχή Πιρίν

Άφησα αδελφές μου στης Φλώρινας τα μέρη

Πατέρα και μητέρα στην περιοχή της Οχρίδας

Ο θεός να τιμωρήσει τους τυράννους

Που σε τρεις μεριές μας χώρισαν!

 

Γκ’ρτσι Κατίλι (Ελληνες δολοφόνοι)

Έλληνες δολοφόνοι

Αρκετά τα ψέματά σας στον κόσμο

Πώς δεν ντρέπεστε, που τ’ όνομα της Μακεδονίας αλλάζατε

Για όποιο κακό κάνατε, θα μας το πληρώσετε!

 

Μπεγκάιτε Γκ’ρτσι (Φύγετε Έλληνες)

Σηκωθείτε όλοι, αδέλφια Μακεδόνες

Απ ’ όλες τις πόλεις τις μακεδονικές

Και να φωνάζουμε όλοι με φωνή δυνατή

Φύγετε Έλληνες, δεν σας θέλουμε!

 

Αλεξάνταρ Τσαρ Μακεντόνσκι (Αλέξανδρος Βασιλιάς των Μακεδόνων)

Οι Έλληνες κάνουν λάθος

Σε ζένο τάφο κλαίνε, με ζένο βασιλιά γιορτάζουν

Το Αιγαίο της Μακεδονίας μας πρέπει να μας επιστρέφουν

Για ό,τι κακό μας κάνανε, θα μας το πληρώσουν!

 

Η σημερινή γενιά των 20χρονων νέων μας, που μεγαλώνει ακούγοντας τέτοια τραγούδια στα τοπικά πανηγύρια, βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση κι ασάφεια, καθώς πιστεύει ότι το σλαβοφανές ιδίωμα την περιοχής και η σκοπιανή γλώσσα είναι το ίδιο.

Και μη μου πείτε ότι όλα αυτά μπορεί να συμβαίνουν ερήμην ή εν αγνοία της Ελληνικής Κυβέρνησης και του Ζόραν Ζάεφ, που ορκίζονται κατά τ’άλλα στην εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά τα άθλια μουσικά και γλωσσικά πυροτεχνήματα, που από σκοπιανές πηγές διοχετεύονται σε πρόθυμους εγχώριους αποδέκτες, που διαστρεβλώνουν και δηλητηριάζουν επικίνδυνα την ιστορία, την παράδοση και την ειρηνική συμβίωση στη Μακεδονία ούτε τα βλέπουν ούτε τα ακούν.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι εκδηλώσεις με ανθελληνικά συνθήματα και αλυτρωτισμό εκφράζονται από μικρή μερίδα εθνικιστών των Σκοπίων, κάτι αντίστοιχο με τους ακραίους συνθηματολόγους του τόπου μας και τις κραυγές τους: «Στα όπλα, στα όπλα, να πάρουμε τα Σκόπια», τους οποίους πρέπει να αγνοήσουμε και αμοιβαία να εμπιστευόμαστε και να αλληλοστηριζόμαστε τα δύο γειτονικά κράτη.

Συμφωνώ  απολύτως την τελευταία προτροπή, μπορούμε  όμως να εμπιστευθούμε μια χώρα που παραπαίει μεταξύ πολιτικής διαφθοράς, αστάθειας και επιλογών;

-Όπου την επομένη της Συμφωνίας των Πρεσπών έσπευσαν κορυφαίοι παράγοντές της στην Άγκυρα, στον Σουλτάνο Ερντογάν, για να εισπράξουν τη διαβεβαίωσή του ότι «Είμαι μαζί σας, προχωράτε…».

-Όπου οι Αλβανοί, με τις γνωστές μεγαλοϊδεατικές τους επιδιώξεις, αποτελούν το 25% του πληθυσμού της;

-Όπου ο προηγούμενος πρωθυπουργός της,  Νικόλα Γκρούεφσκι, αφού γέμισε τις πλατείες της χώρας με φαραωνικά αγάλματα που διαστρεβλώνουν και προσβάλλουν βάναυσα την ιστορία, βουτηγμένος πατόκορφα στη διαφθορά, ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ουγγαρία, αφήνοντας όμως πίσω του ένα κόμμα γαλουχημένο και διαποτισμένο με τον φανατισμό της εποχής των κομιτατζήδων;

-Όπου ο προηγούμενος κι από αυτόν πρωθυπουργός, Λιούμπκο Γκιοργκίεφσκι, νιώθοντας τη βουλγαρική καταγωγή του, έβγαλε βουλγαρικό διαβατήριο και τον μιμήθηκαν πάνω από 100.000 συμπατριώτες του;

-Όπου ο σημερινός πρωθυπουργός της, ο ευειδής και μειλίχιος Ζόραν, που του ανοίξαμε διάπλατα την πόρτα του ΝΑΤΟ και οσονούπω και την πόρτα της Ε.Ε., δε χάνει ευκαιρία να μας πετάει κατάμουτρα ότι τη χώρα του μπορεί να τη λένε Βόρεια Μακεδονία, αλλά την κατοικούν Μακεδόνες που μιλούν τη «μακεδονική γλώσσα»;

Η στάση και η αντίδρασή μας απέναντι στους ποικιλώνυμους και προκλητικούς κήρυκες του αλυτρωτισμού και στους αυτόκλητους προστάτες ανύπαρκτων μειονοτήτων πρέπει να είναι ενιαία, άμεση και ανυποχώρητη. Είναι πολύ σοβαρό το θέμα για να το αντιμετωπίζουμε με τη συνήθη ελληνική αναβλητικότητα ή με υποκριτική αδιαφορία. Έχουν μεγάλο μέρος ευθύνης χοροδιδάσκαλοι και ορχή­στρες, σχολεία και γονείς, ερευνητές και πολιτιστικοί σύλλο­γοι. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και η Ακαδημία Αθηνών οφείλουν να επιληφθούν του θέματος και να συνδράμουν άμεσα, επιστημονικά και συμβουλευτικά, στην όλη προσπάθεια.

Σε ό,τι αφορά τα κατά τόπους γλωσσικά ιδιώματα (εντόπια, βλάχικα, αρβανίτικα, τσακώνικα) οφείλουμε να σεβαστούμε τις ιδιαιτερότη­τές τους και τα ιστορικά-λαογραφικά στοιχεία που οδήγησαν στη διαμόρφω­ση του παραδοσιακού προφορικού τους λόγου. Χαίρομαι τους γηγενείς Μακεδόνες που επιμένουν να χρησιμοποιούν ταυτόχρονα με την ελληνική γλώσσα και το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, ας βεβαιωθούν όμως πρώτα ότι δεν παίζουν το παιχνίδι αυτών που υποστηρίζουν την ύπαρξη «μακεδονι­κής» μειονότητας στη χώρα μας. Όπως και οι πολιτιστικοί σύλλογοι οφείλουν να είναι μονίμως επιφυλακτικοί και επίμονα ερευνητικοί για ποια γλώσσα τους μιλούν κάποιοι και ποια τραγούδια τους  προτείνουν και τους καλούν να τραγουδήσουν στους χορούς τους και στα τοπικά πανηγύρια.

Οι γηγενείς Μακεδόνες, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ένιωθαν πάντα ότι είναι ομοεθνείς και ομότροποι των Ελλήνων. Ούτε η διγλωσσία ούτε η παντελής άγνοια της ελληνικής γλώσσας τους εμπόδισαν να αγωνιστούν και να θυσιαστούν για την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Και οι σημερινοί γηγενείς, οι Εντόπιοι Μακεδόνες Έλληνες, έχουμε χρέος και καθήκον και την ιστορία μας να θυμόμαστε και να τιμούμε και την εθνική μας ενότητα και αξιοπρέπεια να διαφυλάσσουμε και να αναδεικνύουμε.

 

*Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Ημαθίας στις 24-3-2019

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος