
Ας δούμε μερικές από τις κακοδοξίες τους.
Κατ’ αρχήν, ως προς τα Μυστήρια, άλλοι δεν έχουν κανένα Μυστήριο, πιστεύοντας ότι η Θεία Χάρη μεταδίδεται μόνο με τον λόγο του Θεού. Θεωρούν ότι ο λόγος του Θεού έχει τη δύναμη να σώζει αυτούς που τον πιστεύουν και επομένως τα Μυστήρια είναι περιττά. Άλλοι, όπως οι Αγγλικανοί και πολλές Ευαγγελικές «εκκλησίες» των Λουθηρανών, δέχονται μόνο το Βάπτισμα και τη Θεία Ευχαριστία, θεωρώντας τα υπόλοιπα απλώς σαν χρήσιμες τελετές.
α) Ως προς το Βάπτισμα, αρνούνται ότι μ’ αυτό απαλλάσσεται ο άνθρωπος από κάθε αμάρτημα, αναγεννάται, ενώνεται με τον Χριστό και γίνεται μέλος της Εκκλησίας (βλ. Ιω. 3, 5. Ρωμ. 6, 3-4. Γαλ. 3, 27). Δέχονται ότι είναι μια τελετή που απλώς συμβολίζει την αναγέννηση του ανθρώπου. Γίνεται, όπως και στους Παπικούς, με ραντισμό και σε μεγάλη ηλικία, παρ’ όλο που ο νηπιοβαπτισμός αποτελεί αρχαία παράδοση της Εκκλησίας και υπονοείται στην Κ. Διαθήκη (βλ. Πράξ. 16, 33. Α’ Κορ. 1, 16).
β) Απορρίπτουν την Εξομολόγηση διδάσκοντας ότι αρκεί απλώς να ομολογούμε τις αμαρτίες μας στην προσευχή μας και τότε αυτές συγχωρούνται. Ο ίδιος ο Κύριος, όμως, όρισε αρμοδίους να συγχωρούν αμαρτίες τους Αποστόλους λέγοντάς τους: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ιωάν. 20, 22-23). Και οι Απόστολοι μετέδωσαν το χάρισμα αυτό στους διαδόχους τους, επισκόπους και ιερείς.
γ) Όσον αφορά στο ύψιστο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, κατά το οποίο οι πιστοί κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Χριστού για την άφεση των αμαρτιών μας, σύμφωνα με τη σαφή εντολή του Κυρίου «Λάβετε, φάγετε τοῦτό ἐστι τό σῶμά μου… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τό αἷμά μου… εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Ματθ. 26, 26-28), οι Προτεστάντες θεωρούν ότι η Θεία Ευχαριστία είναι μια απλή τελετή κατά την οποία θυμόμαστε τη θυσία του Χριστού, και ότι η Θεία Κοινωνία δεν είναι Σώμα και Αίμα Χριστού αλλά είναι ψωμί και κρασί που απλώς συμβολίζει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
δ) Η διαφθορά του κλήρου των Παπικών έκανε τους Προτεστάντες να καταργήσουν εντελώς την Ιερωσύνη. Ο ίδιος ο Λούθηρος, που ήταν ιερομόναχος, πέταξε τα ράσα και παντρεύτηκε. Κατ’ αυτούς, όλοι οι Χριστιανοί με το βάπτισμα γίνονται ιερείς. Δεν έχουν λοιπόν ειδική τάξη κληρικών. Αντί για ιερείς έχουν τους πάστορες, που είναι μάλλον κήρυκες του θείου λόγου. Ωστόσο, μερικές προτεσταντικές παραφυάδες έχουν «ιερωσύνη». Οι Αγγλικανοί, οι Λουθηρανοί κ.ά., έχουν και τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης (διακόνους, πρεσβυτέρους, επισκόπους). Άλλοι έχουν μόνο πρεσβυτέρους, γι’ αυτό και η «εκκλησία» τους λέγεται «Πρεσβυτεριανή» (Σκωτία).
Γνωρίζουμε όμως ότι ο ίδιος ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη όρισε να υπάρχουν ιερείς και αρχιερείς, για να προσφέρουν δώρα και θυσίες εκ μέρους του λαού (βλ. Εξόδ. 29, 4-10. Λευϊτ. 8, 1-36). Στην Καινή Διαθήκη πρώτοι αρχιερείς υπήρξαν οι Απόστολοι, που βάπτιζαν, τελούσαν τα μυστήρια και μετέδιδαν τη Χάρη στους πιστούς. Αργότερα οι Απόστολοι μετέδωσαν και σε άλλους το χάρισμα της ιερωσύνης. Στην αποστολική Εκκλησία συναντούμε και τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης (βλ. Φιλιπ. 1, 1. Πράξ. 20, 17-28. Τίτ. 1, 5. Αποκ. κεφ. 2, 3 κ.α.).
ε) Από αντίδραση και πάλι προς τους Παπικούς, που υπερτόνιζαν τα καλά έργα, οι Προτεστάντες υποστηρίζουν ότι δεν χρειάζονται τα έργα για τη σωτηρία μας. Ο άνθρωπος σώζεται μόνο με τη Χάρη του Θεού. Φτάνει μόνο η πίστη στη λυτρωτική θυσία του Χριστού. «Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16, 16), λένε.
Βεβαίως κανείς δεν αμφιβάλλει ότι και η πίστη είναι απαραίτητη για τη σωτηρία μας. Αλλά δεν φτάνει μόνο η πίστη, αφού «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσσουσι» (Ιακ. 2, 19). Χρειάζονται και τα καλά έργα, η τήρηση των εντολών του Θεού, «πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη» (Γαλ. 5, 6). Διότι «πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» (Ιακ. 2, 26). Επομένως για να σωθεί ο άνθρωπος χρειάζονται απαραίτητα και τα δύο, και η Θεία Χάρη και τα καλά έργα. Τη σημασία των έργων για τη σωτηρία μας τονίζουν τόσο ο Χριστός όσο και οι Απόστολοι (βλ. Ματθ. 7, 21· 16, 27· 18, 17. Ρωμ. 2, 6. Α’ Κορ. 13, 2. Ιακ.2, 14-26. Αποκ. 22, 12).
ς) Σε αντίθεση προς τους Παπικούς, που έχουν υπερτιμήσει την Παναγία, οι Προτεστάντες την υποτιμούν. Δεν την αποκαλούν Θεοτόκο αλλά απλώς Μαρία. Κάποιοι αρνούνται την αειπαρθενία της και ισχυρίζονται ότι απέκτησε και άλλα παιδιά εκτός από τον Χριστό.
Δεν είναι όμως έτσι. Στην Αγ. Γραφή η Παναγία χαρακτηρίζεται «κεχαριτωμένη» και «εὐλογημένη ἐν γυναιξί» (Λουκ. 1, 28), γεμάτη δηλαδή από χάρη και ευλογημένη περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες της γης, αφού κρίθηκε άξια να γεννήσει τον Θεάνθρωπο Κύριο. Γι’ αυτό και θα τη μακαρίζουν όλες οι γενιές των ανθρώπων (βλ. Λουκ. 1, 48). Η συγγενής της Ελισάβετ, φωτισμένη από το Άγιο Πνεύμα, την αποκαλεί «μητέρα τοῦ Κυρίου μου» (Λουκ. 1, 43), δηλαδή μητέρα του αληθινού Θεού, Θεοτόκο.
Η Παναγία γέννησε χωρίς να γνωρίσει άνδρα, όπως η ίδια διαβεβαιώνει (βλ. Λουκ. 1, 34). Συνέλαβε τον Χριστό «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου», όπως απεκάλυψε και ο άγγελος στον Ιωσήφ (Ματθ. 1, 20). Ήταν λοιπόν παρθένος.
Ο Χριστός λίγο πριν τον θάνατό του ανέθεσε την προστασία της μητέρας του στον μαθητή του Ιωάννη (βλ. Ιωάν. 19, 26-27). Αυτό φανερώνει ότι η Παναγία δεν είχε άλλα παιδιά. Αν είχε, θα την αναλάμβαναν αυτοί υπό την προστασία τους. Οι λεγόμενοι «ἀδελφοί τοῦ Ἰησοῦ» (Ματθ. 13, 55-56) ήταν παιδιά του Ιωσήφ από άλλη γυναίκα.
ζ) Οι Προτεστάντες δεν τιμούν τους αγίους ούτε έχουν γιορτές γι’ αυτούς. Αρνούνται τη μεσιτεία τους και δεν προσεύχονται σ’ αυτούς. Προσεύχονται μόνο στον Χριστό. Η Αγ. Γραφή, όμως, αναφέρει πάμπολλες περιπτώσεις όπου άγιοι άνθρωποι, όπως ο Αβραάμ, ο Μωυσής, οι προφήτες, οι Απόστολοι κ.ά., προσευχήθηκαν για άλλους και εισακούστηκαν (βλ. Γεν. 20, 7. Αριθμ. 11, 1-3. Πράξ. 9, 36-42. Ιακ. 5, 16. Αποκ. 5, 8 κ.ά.). Συνεπώς, μπορούμε να ζητούμε τις πρεσβείες των αγίων.
Δεν τιμούν ούτε τα λείψανα των αγίων και δεν πιστεύουν ότι έχουν τη χάρη να κάνουν θαύματα. Όμως τα λείψανα των αγίων, όπως και όλο το σώμα τους, είναι αγιασμένα, εφ’ όσον υπήρξαν ναός του Αγίου Πνεύματος (βλ. Α’ Κορ. 6, 19). Αναφέρεται ότι και τα ρούχα ακόμα των Αποστόλων έκαναν θαύματα (βλ. Πράξ. 19, 11-13). Αλλά και τα οστά του προφήτου Ελισσαίου ανέστησαν ένα νεκρό που τον ακούμπησαν σ’ αυτά (βλ. Δ’ Βασ. 13, 21).
η) Εκτός από τις πλάνες αυτές, οι Προτεστάντες απορρίπτουν τη χρήση ιερών εικόνων, όπως οι εικονομάχοι, δεν πιστεύουν στη χάρη που περιέχει και μεταδίδει το νερό του Αγιασμού, αρνούνται την ωφέλεια που προσφέρουν στις ψυχές τα ιερά Μνημόσυνα, και πολλά άλλα.
Τέλος, έχουν μια πολύ περίεργη θεωρία περί «Αοράτου Εκκλησίας» η οποία, όπως λένε, αποτελείται από άγια μέλη που ανήκουν σε όλες τις ορατές «εκκλησίες».
Αρχιμ. Επιφανίου Χατζηγιάγκου
