Ἡ Κριμαία καί ἡ θάλασσα τοῦ Ἀζόφ / Φώτης Κόντογλου

Όλος ὁ κόσμος τή λέγει Μαύρη Θάλασσα, τούρκικα Καρά ντενίζ, ρούσσικα Τσόρνογε μόρε. Ὅσο γιά τούς ἀνέμους πού φυσᾶνε στή Μαύρη Θάλασσα, ἐννιά μῆνες τό χρόνο φυσᾶνε ὄστριες καί γαρμπῆδες, δηλαδή καιροί τῆς νοτιᾶς, καί μονάχα τούς τρεῖς μῆνες τοῦ καλοκαιριοῦ, Ἰούνιο, Ἰούλιο καί Αὔγουστο φυσᾶνε βοριάδες. Τό χειμῶνα τήν πλακώνουνε πούσια δηλ. ἀντάρες, καί πνίγουνται πολλά καράβια. Ἀπό τό μέρος τῆς Εὐρώπης οἱ πειό μεγάλες πολιτεῖες τῆς Ρουσσίας εἶναι ἡ Ὀντέσσα, ἡ Χερσῶνα, τό Νοβοροσίσκι, τʹ Ὀτσακώφ, ἡ Σεβαστούπουλη, ὁ Μπαλουκλάβας, ἡ Θεοδοσία. Ἀπάνου στήν Ἀσία εἶναι τό Σουχούμ Κολέ, τό Μαμάϊ, τό Πότι κι ἄλλα.

Τό χερσόνησο τῆς Κριμαίας βρίσκεται ἀντίκρυα ἀπό τό Καραμπέχ μπουρνοῦ τῆς Τουρκίας καί χωρίζει τή Μαύρη Θάλασσα ἀπό τή θάλασσα τʹ Ἀζόφ.

Στʹ ἀρχαῖα χρόνια τήν Κριμαία τή λέγανε Ταυρική χερσόνησο καί τή θάλασσα τʹ Ἀζόφ τή λέγανε Μαιῶτις λίμνη.

Στά ρούσσικα τό χερσόνησο τῆς Κριμαίας τό λένε Κρίμσκογε Πλουόστροβ, καί τήν Ἀζόφικη θάλασσα τή λένε Ἀζόβσκογε μόρε. Τό μπουγάζι πού μπαίνει κανένας μέσα στή θάλασσα τʹ Ἀζόφ εἶναι πολύ στενό καί τό λένε σήμερα μπουγάζι τοῦ Κέρτς, ρούσσικα ζαλίβ Κέρτς στʹ ἀρχαῖα λεγότανε Κιμμερικός Βόσπορος.

Οἱ ἀκρογιαλιές τῆς μέσα θάλασσας εἶναι χαμηλές κι ἀμμουδερές γιομάτες βάλτα, πού τά λένε στά ρούσσικα γίρλα, καί τραβᾶνε μέσα στό νερό κάτι γλῶσσες παράξενες καί πολύ μακρυές πού τίς λένε ὄκ. Τό μπουγάζι τοῦ Κέρτς ἔχει βάθος μονάχα 3 ὥς 4 ὀργιές κʹ ἡ Ἀζόφικη θάλασσα δέ φτάνει παραπάνου ἀπό 8 ὀργιές.

Μά καί μέσα στή Μαύρη Θάλασσα τά νερά εἶναι ρηχά στά μέρη τῆς Ρουσσίας, τό σκαντάλι δέ δείχνει παραπάνου ἀπό 10 ὥς 15 ὀργιές, ἑξῆντα κʹ ἑβδομῆντα μίλια ἀνοιχτά ἀπό τή στεριά.

Κατά τό βασίλεμα ἡ Κριμαία σκεδιάζει ἕναν μεγάλον κόρφο μέσα στή Μαύρη Θάλασσα ἡ θάλασσα εἶναι γιομάτη βάλτα καί μπαντάκια, γιά τοῦτο ὁ Στράβωνας τή λέγει Σαπρά λίμνη δηλαδή Σαπιόβαλτο κεῖ μέσα ψαρεύουνε μέ καΐκια κανωμένα ἀπό τομάρια ραμμένα.

Ἀνάμεσά σέ τοῦτον τόν κόρφο καί στό Ντνίπερ βγαίνει μιά γλῶσσα ἄμμος πολύ στενή καί τραβᾶ μίλια πολλά μέσα στή θάλασσα. Αὐτά τα ἰδιότροπα πράματα εἶναι τά μεγάλα ποτάμια πού τά φτιάνουνε. Ἀπάνου στήν Κριμαία κατά τοῦτο τό μέρος βρισκόντανε χτισμένες πολλές πολιτεῖες τοῦ παλιοῦ καιροῦ ἡ πειό μεγάλη εἴτανε ἡ Χερσῶνα καί κεῖ εἴτανε ὁ ναός τῆς θεᾶς Ἄρτεμης καί τό ξόγανό της, δηλαδή τἄγαλμά της κανωμένο ἀπό ξύλο καί θυσιάζανε ἀνθρώπους γιά κουρμπάνια. Τό χερσόνησο τῆς Κριμαίας εἶναι ἴσαμε τό Μοριᾶ καί τελειώνει στόν κάβο Κριοῦ Μέτωπον πού σήμερα τόν λένε κάβο τʹ Ἅγιου Θόδωρου, ρούσσικα Ἅη Φιόντωρ. Ἡ μεριά πού βλέπει στή Μαύρη Θάλασσα εἶναι ἀπόγκρεμνη καί κατεβάζει ἀπʹ τά φαράγγια ἀγέρα δαιμονισμένον.

Ὁ Στράβωνας γράφει «ἡ Ταυρική παραλία τραχεῖα καί ὀρεινή καί καταιγίζουσα τοῖς βορέαις». Μπαίνοντας στό μπουγάζι τοῦ Κέρτς, ἀπό τό ζερβί χέρι βρισκότανε τό χωριό Μυρμήκιον κι ἀπό τό δεξί ἕνα ἄλλο Ἀχίλλειον. Τό μπουγάζι χωρίζει τήν Εὐρώπη ἀπό τήν Ἀσία. Ἡ ἀκρογιαλιά μέσα στή θάλασσα τʹ Ἀζόφ εἶναι ἔρημη ἀπό τό μέρος τῆς Εὐρώπης. Τό χερσόνησο τῆς Κριμαίας εἶναι ἕνας κάμπος ἀτελείωτος καί κάνει πολύ σιτάρι. Βράχια ἔχει μονάχα κατά τή Μαύρη Θάλασσα, ὅπως εἴπαμε παραπάνου.

Μέσα στήν Ἀζοφική θάλασσα εἴτανε πολλές πολιτεῖες, τό Παντικάπαιον, τό Φαναγόρειον, οἱ Κῆποι, κι ἄλλες. Παραμέσα, στό μέρος πού ξεμπουκάρει τό μπουγάζι στήν Ἀζόφικη θάλασσα εἴτανε χτισμένη μιά πολιτεία λεγόμενη Κοροκονδάμη.

Κοντά σʹ αὐτό τό μέρος βρίσκεται μιά λίμνη πὤχει μέσα ἕνα νησί. Ἐκεῖ πού χύνεται ὁ Ντόν ποταμός ψαρεύουνε πολλά ψάρια πού τά λένε ρούσσικα μπαλίκ ἤ στέρλιαντ, ἀρχαῖα ὀξύρρυγχος, καί βγάζουνε χαβιάρια καί παστά, κι αὐτό γίνεται ἀπό τά πολύ παλιά χρόνια. Μάλιστα λένε πώς τά πρῶτα καΐκια ἐδῶ τά σκαρώσανε, λεγόμενα σούντνο στά ρούσσικα. Τό χαβιάρι ρούσσικα τό λένε ἰκρά. Τά ἔθνη πού καθόντανε κοντά στό ποτάμι εἴτανε πολύ ἄγρια τἄλλα πού βαστούσανε τό μπουγάζι εἴτανε πειό ἥμερα, κι ἀπό τούς ἀνθρώπους ἄλλοι εἴτανε ψαράδες, ἄλλοι ξοχάρηδες, ἄλλοι τσομπαναραῖοι τριγυρνῶντας ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ ἀπάνου σέ κάτι ἀραμπάδες πού λέγουνται σήμερα στά ρούσσικα Τσιαραμπάν.

Τό μπουγάζι τό βαστούσανε οἱ Κιμμέριοι γιά τοῦτο λεγότανε Κιμμερικός Βόσπορος. Γύρω στήν Ἀζόφικη λίμνη καθόντανε οἱ Μαιῶτες, κι ἀπʹ αὐτό ὀνομάστηκε Μαιῶτις λίμνη. Παραμέσα τριγυρίζανε ἀπάνου στούς κάμπους οἱ Σκύθοι μέ τʹ ἁμαξόσπιτα. Ἀνατολικά ἀπό τό μπουγάζι ἀπάνου στήν Ἀσία καθόντανε ἔθνη παράξενα κι ἄγρια, κι ἄλλοι λεγόντανε Ζυγοί, ἄλλοι Μακρογένηδες, ἄλλοι Ψειροφάγοι καί τέτοια. Οἱ περισσότεροι εἴτανε σκληροί κι ἀνθρωποφάγοι, κάμποσοι εἴτανε καλόγνωμοι καί δίκιοι, ζῶντας ἀδερφικά συναμεταξύ τους, δίχως νόμους καί δίχως παρανομίες.

Τό χειμῶνα κάνει κρύο καυτερό τότες πήζει ἡ Ἀζόφικη θάλασσα κι οἱ ἀνθρῶποι περπατᾶνε ἀπάνου σά νἆναι κάμπος. Ὁ Στράβωνας γράφει πώς σκάβουνε καί βγάζουνε ψάρια μεγάλα μέσʹ ἀπό τόν πάγο.

Πολλοί Σκῦθες βάζανε στά ποδάρια τους κάτι τσαρούχια μέ ρόδες καί πηλαλούσανε γλήγορα. Ἄλλοι ξαπλώνανε ἀπάνου σʹ ἕνα τομάρι, πέρνανε κι ὅ,τι πράματα θέλανε νά κουβαλήσουν καί κατεβαίνανε σέρνοντας τά βουνά. Τό καλοκαῖρι πάλε τοῦτα τά μέρη ψήνουνται ἀπό τή ζέστη.

Μιά φορά πολεμοῦσε ὁ Μιθριδάτης ὁ βασιλιᾶς τοῦ Πόντου μέ τούς Σκύθες, καί τό χειμῶνα γινότανε ὁ πόλεμος μέ τἄλογα μέσα στό μπουγάζι τοῦ Κέρτς, καί τό καλοκαῖρι μέ τά καράβια πάλε στό ἴδιο μέρος. Αὐτά τά λέγανε ὁ Στράβωνας.

Σήμερα εἶναι χτισμένες ἀπάνου στήν Κριμαία πολλές πολιτεῖες, ἡ Εὐπατόρια, ἡ Σεβαστούπολη, ἡ Μπαλακλάβα κοντά στόν κάβο, ἡ Κάφφα, τό Κέρτς ἀπάνου στό μπουγάζι, στό μέρος πού εἴτανε ἄλλη φορά τό Παντικάπαιον κι ἄλλες. Μέσα στήν Ἀζόφικη θάλασσα εἶναι τό Ἀζόφ στό στόμα τοῦ Ντόν ποταμοῦ, τό Ταϊγάνι ρούσσικα Ταγανρόγ, κι ἄλλες. Στή χώρα πού κατεβαίνει ὁ τρομερός Καύκασος ἴσαμε τή θάλασσα, ἡ ἀκρογιαλιά ἔχει γκρέμνα πού τά δέρνουνε ὁλοένα τά κύματα.

Οἱ ἀνθρῶποι πού κάθουνται κεῖ πέρα, ζούσανε τόν παλιό καιρό ἀπʹ τό κοῦρσος, κʹ εἴχανε κάτι καΐκια στενά καί πολύ ἀλαφριά, πού τά λέγανε καμάρες. Τέτοια καΐκια σμίγανε πολλά μαζί καί ξεγυμνώνανε τά καράβια ἤ μπλοκάρανε κανένα χωριό, κλέβανε ὅ,τι βρίσκανε, σκλαβώνανε καί τούς ἀνθρώπους. Σά γυρίζανε πίσω στόν τόπο τους, σηκώνανε αὐτές τίς καμάρες στόν ὦμο καί τίς ἀνεβάζανε στά βουνά μέσα στά δάσα ποὔχανε τίς φωλιές τους. Πολλές φορές παγαίνανε σέ ξένη χώρα κι ἀφοῦ κρύβανε τά καΐκια τους μέσα στό ρουμάνι, τριγυρνούσανε νύχτα μέρα καί σκλαβώνανε ὅποιον βρίσκανε. Αὐτά εἶναι μέ συντομία τά παλιά καί τά καινούρια της Μαύρης Θάλασσας, ὅσα μπόρεσα νά μαζέψω ἀπό στόμα κι ἀπό γραψίματα.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος