Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Ἡ λεηλασία τῆς Γραμματικῆς καὶ ἡ συντακτικὴ μοιχεία της

Ἡ λεηλασία τῆς Γραμματικῆς καὶ ἡ συντακτικὴ μοιχεία της

ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΣ ΛΙΜΩΤΤΟΥΣΑ

Ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὄργανο ἐπικοινωνίας. Εἶναι ἡ ἔνσαρκη προβολὴ τῆς ὕπαρξης καὶ δράσης τοῦ πνεύματος. Οἱ τεράστιες δυνατότητες πλαστικῶν μεταμορφώσεων τοῦ προφορικοῦ καὶ γραπτοῦ ἑλληνικοῦ Λόγου μὲ τὶς ἀπειρικὲς προοπτικὲς τῶν ἐκφραστικῶν του σχημάτων συνιστοῦν τὴν ἱερὴ ἐθνική μας παρακαταθήκη σὲ ὁλόκληρη τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τοῦ λαοῦ μας.

Ἰδιαίτερα γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες κάθε λέξη, πέρα ἀπὸ τὴ νοηματική της αὐτοτέλεια καὶ πληρότητα, σημαίνει κι ἕνα ἱστορικὸ στίγμα. Γιατί οἱ λέξεις, μέσα στὸν ἄπειρο γλωσσικὸ πλοῦτο τῆς παράδοσής μας, ποὺ εἶναι τὸ προϊὸν ἑνὸς ἀσίγαστου πνευματικοῦ μόχθου καὶ μίας ἐντελοῦς φιλοσοφικῆς θεώρησης τοῦ σύμπαντος, ἔχουν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λογικὴ καὶ τὴν ἱστορικὴ σημασία τους. Οἱ μορφοπλαστικὲς ἱκανότητες καὶ ἡ δυναμική της ἑλληνικῆς λαλιᾶς βασίζονται στὴν ἐκλεπτυσμένη περίσσεια μίας ἀνυπέρβλητης σκέψης καὶ σ’ ἐκείνη τὴν ἄτρωτη συνέχεια τοῦ δημιουργικοῦ λόγου καὶ τῆς φιλοσοφικῆς ἔκφρασης ἑνὸς ἔνδοξου πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς βασίστηκε στὸ ἦθος, ποὺ εἶναι ἡ ὑπέρτατη  ἄποψη τοῦ μέτρου, τῆς ἁρμονίας, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης.

Διότι ἡ Ἑλληνικὴ Ἰδέα ἀνέκαθεν ὑπῆρξε σύμφυτη μὲ τὶς ἔννοιες αὐτές, ποὺ στάθηκαν τὸ ἀντίπαλο δέος σὲ κάθε ξενικὴ ἀπόπειρα πνευματικοῦ ἐξανδραποδισμοῦ τοῦ Ἔθνους μας. Γι’ αὐτὸ ἡ γλῶσσα μᾶς ἀντέχει ἀκόμη γιὰ χιλιάδες χρόνια στὴ βίαιη εἰσβολὴ ἄλλων βαρβαρικῶν γλωσσῶν.

Στὴ μακρὰ ἱστορική του διαδρομὴ ὁ ἑλληνικὸς Λόγος πῆρε κι ἔδωσε δάνεια στοὺς γείτονές μας.  Φοίνικες, Λατῖνοι, Ἄραβες, Σλαύοι καὶ Τοῦρκοι ἄφησαν ἔντονα κάποτε τὰ ἴχνη τοὺς ἐδῶ. Βέβαια, ὅλοι τους πῆραν πολὺ περισσότερα ἀπ’ ὅσα ἔδωσαν. Ἀλλὰ ἡ γλῶσσα δὲν ἔχασε οὔτε τὴ δύναμη οὔτε τὸ κάλλος οὔτε τὴ γοητεία τῆς ἔκφρασής της. Ἡ ἀφομοιωτική της ἱκανότητα ἰσοπέδωσε τὶς ἀλλότριες γλωσσικὲς ἐπιρροές, χάρη στὶς ἔμφυτες ἱκανότητες ἄντλησης μέσα ἀπὸ τὶς ἀκένωτες πηγὲς τοῦ γλωσσικοῦ μας πλούτου.

Ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι κάποιο φαινόμενο τυχαῖο ἢ αὐθύπαρκτο. Εἶναι τὸ ἐθνικό μας θησαυροφυλάκιο, δεμένο ἄρρηκτα μὲ τὴν φυλετική, ἱστορικὴ καὶ κοινωνική μας πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ κάθε ἰδίωμά της ἡ διάλεκτος, ἀκόμη, προβάλλει ἕναν ἰδιότυπο κόσμο ἀξιῶν μὲ τὶς δικές του ἰδιορρυθμίες, τὶς δικές του αἰσθηματικὲς παραμέτρους, τὴν δική του ἱστορικὴ θέαση γιὰ ὅσα συμβαίνουν στὸ σύμπαν. Μιλώντας λ.χ. γιὰ «δημοτικὴ» καὶ «καθαρεύουσα», εἶναι πλάνη, θαρρῶ, νὰ ἀναφερόμαστε σὲ διγλωσσία. Στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ δύο μορφὲς τῆς ἴδιας γλώσσας. Ἄλλωστε, ἡ αἰσθητικὴ ἁρμονία, ἡ σύνταξη καὶ ἡ προσῳδία τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς δὲν ἀπειλήθηκαν στὰ σοβαρὰ ποτὲ οὔτε ἀπὸ τὶς ἀκρότητες τῆς δημοτικῆς οὔτε ἀπὸ τὶς δύσκαμπτες ὑπερβολὲς τῆς καθαρεύουσας. Ἡ πρώτη μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ λαϊκὴ ὁμιλία γρήγορα ἀπέβαλε τοὺς ἄκομψους καὶ ἀνώφελους πειραματισμούς της. Ἡ δεύτερη ἔδωσε τὴν κεκτημένη πεῖρα τῆς μέσα ἀπὸ τὴν ὀρθὴ χρήση τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ συντακτικοῦ της.

Πολὺ λόγος γίνεται στὶς μέρες μας γιὰ τοὺς κινδύνους, ποὺ διατρέχει ἡ γλῶσσα μας. Στὴν πραγματικότητα ἡ γλῶσσα δὲν κινδυνεύει σήμερα τόσο ἀπὸ τὴν κατακλυσμιαία ἐπέλαση τῆς ἀγγλικῆς, ὅσο ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ ἀρχοντοχωριατισμό, ποὺ ἐκφράζει μία νοοτροπία ξενοδουλείας καὶ ἐξάρτησης καὶ ποὺ δίνει στὴν Ἑλλάδα ὄψη ἀποικιακῆς χώρας. Ἡ κυκλοφορία ἑκατοντάδων ἐντύπων ἑλληνικῶν μὲ ἀγγλόφωνους τίτλους, ἡ σχεδὸν πλήρης ἀνυπαρξία πινακίδων γραμμένων στὰ ἑλληνικὰ σὲ καταστήματα ὄχι μόνο τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ τῶν χωριῶν (!), ἡ διαρκῶς καὶ συχνότερη προβολὴ διαφημίσεων ἀπὸ τὴν τηλοψία  στὰ ἀγγλικά, ἡ πλημμυρίδα συσκευασμένων προϊόντων – ἑλληνικῶν καὶ ξένων – μὲ λέξεις, τίτλους, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρα κείμενα γραμμένα στὴν ἀγγλικὴ εἶναι μία – ἀμυδρὴ μόνο – εἰκόνα τῆς σημερινῆς γλωσσικῆς εἰκόνας στὴ χώρα μας. Βεβαίως, ἡ λεηλασία τῶν πηγῶν τῆς γλώσσας μᾶς μέσα ἀπὸ μίαν ἄκριτη, ἀνεμπόδιστη καὶ ἀδόκιμη εἰσβολὴ ξένων ὅρων, προτάσεων, ἐπιφωνημάτων ἀκόμη, ἀλλὰ κυρίως ἡ οἰκειοποίηση κανόνων σύνταξης καὶ γενικότερης ἐκφορᾶς τοῦ λόγου ἔχει προσλάβει χαρακτῆρα ἐπιδημικῆς μάστιγας. Σ’ αὐτὴ τὴ μάστιγα ἀνέτως διακρίνονται τὰ ἐπιμέρους παθολογικὰ στοιχεῖα, ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἀνατριχιαστικὴ εἰκόνα τῆς γλωσσικῆς ἀποστέωσης, καθὼς ἀναπτύσσεται χρονίως καὶ ἀκωλύτως, χωρὶς καμμιὰ ὀργανωμένη συλλογικὴ ἀντίδραση. Ἀπεναντίας, μάλιστα. Ἐνισχύεται μὲ τὴν ἀνοχὴ ἢ καὶ τὴ διευκόλυνση, ποὺ τῆς παρέχουν οἱ ἀπὸ 150ετίας ἐμφύλιες διαμάχες γύρω ἀπὸ τὶς μορφὲς καὶ τὴ χρήση τῆς γλώσσας. Ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἀττικισμοῦ ἀκόμη κατὰ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς χρόνους (Διονύσιος ὁ Ἁλικαρνασσεύς, Φρύνιχος ὁ σοφιστὴς) ὡς τὸν Ρήγα Φερραῖο καὶ τὸν Κοραή, ἀπὸ τὰ Ὀρεστειακὰ ὡς τὸν Ψυχάρη, ἀπὸ τὴν πρώτη ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση (1917) ὡς τὴ νέα Ἀθηναϊκὴ σχολή, ἀπὸ τὸν Γληνὸ ὡς τὸν Γ. Ράλλη καὶ ὡς τὸ μονοτονικὸ οὔτε ὁ τόπος μας οὔτε ἡ γλῶσσα μᾶς ἡσύχασαν ποτέ. Καὶ σὰν νὰ μὴ ἔφταναν αὐτά, εἶχε νὰ ἀντιπαλαίψει μὲ τὸν συνεχῆ, σχεδόν, κίνδυνο τῆς εἰσροῆς βαρβαρικῶν στοιχείων, σχεδόν, κίνδυνο τῆς εἰσροῆς βαρβαρικῶν στοιχείων, ποὺ ἀσκοῦσαν ἀλλόφυλοι καὶ ἀλλόγλωσσοι δυνάστες κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κατοχικῆς ἐξουσίας τους. Σήμερα, βέβαια, ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκην στρατιωτική. Εἶναι πρωτίστως οἰκονομικὴ καὶ κατ’ ἐπέκτασιν πολιτιστική. Ἄρα καὶ πιὸ ἀποτελεσματική.

Συχνὰ γίνεται λόγος γιὰ μία μυστηριώδη καὶ ἀνεξήγητη δύναμη, ποὺ διαπνέει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα μὲ τὶς ἐγγενεῖς ἀντιστάσεις καὶ τὴν ἀκατάβλητη δύναμή της, νὰ ὑπερακοντίζει πάντα τὸν ὁποιοδήποτε ἀλλότριο κίνδυνο. Προσωπικὰ δὲν θεωρῶ, πὼς ὑπάρχει κανένα μυστήριο. Αὐτὸς ὁ μικρὸς κι εὐλογημένος τόπος εὐτύχησε νὰ γαλουχήσει τὸ πνεῦμα μᾶς μ’ ἕναν Ἠράκλειτο, μ’ ἕναν Πλάτωνα, μ’ ἕναν Ἀριστοτέλη. Εὐτύχησε νὰ καθαρθεῖ αἰσθητικὰ ἀπὸ τὸν γιγάντιο λόγο τοῦ Ὁμήρου, νὰ ἀνδρώσει τὴ λαϊκὴ ψυχὴ μὲ τὰ ἔπη τοῦ Διγενῆ καὶ τοῦ Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ θούρια του Ρήγα καὶ τὸν θησαυρὸ τῆς δημοτικῆς μας ποίησης, νὰ ψάλει μὲ τὸν χορὸ τῶν νηπτικῶν Πατέρων τῆς Ὀρθοδοξίας, νὰ ἀντλήσει τὸ θεῖο νέκταρ ἀπὸ τὸν Ρωμανὸ τὸν Μελῳδὸ καὶ τὸν Γεώργιο Πισίδη. Γι’ αὐτὸ ἡ γλῶσσα προϋπάρχει ἀπ’ ὅλους μας ὡς «κεκτημένος θησαυρὸς» νόησης, κριτικῆς δημιουργίας καὶ λογικῆς διατύπωσης, ὡς ὁριοθέτης τοῦ κάλλους, τῆς ἠθικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς φαντασίας. Ἡ γλῶσσα καθορίζει τὶς συντεταγμένες τῶν αἰσθημάτων, τοῦ εἱρμοῦ ἀκόμη καὶ τῆς δράσης μας. Εἶναι ἡ ἀείζωη μήτρα ἑνὸς τρόπου νοητικῆς ἄσκησης καὶ λογικῆς βίωσης τῆς πραγματικότητας. Ἡ δύναμη τῆς λαλιᾶς μᾶς ἀντλεῖται ἀενάως ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ σκέψη, ὅπου ὁ Λόγος καὶ Λογικὴ ἔχουν κοινὴ ρίζα. Σὲ ὅλους τους λαοὺς τῆς γῆς ὁ Λόγος οἰκοδόμησε πολιτισμούς. Στοὺς Ἕλληνες ὁ Λόγος ἔφτασε στὴν ὑπέρτατη κατάκτησή του, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ἀνέπτυξε μίαν ἄρτια φιλοσοφία, ἀλλά, κυρίως, διότι ἔθεσε τὰ ὅριά της, ποὺ μέχρι σήμερα οὐδεὶς ὑπερέβαλε.

Λέγεται, πὼς πέρα ἀπὸ τὸν ἦχο τοῦ Λόγου ὑπάρχουν οἱ ἄφθαρτοι ἦχοι μίας γλώσσας οἰκουμενικῆς, ποὺ δὲν ἀκούγεται στὸν ὑλικὸ κόσμο καὶ ὅμως ζεῖ στὴν αἰωνιότητα. Αὐτοὶ οἱ ἦχοι εἶναι οἱ δυνατότητες  ἀλλὰ καὶ τὰ ὅρια, ποὺ βάζουν στὴν μορφοπλαστικὴ ἐξέλιξη τῶν ἤχων. Πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις ὑπάρχει αὐτὸ τὸ θεῖο, ἀφανέρωτο στοιχεῖο, ποὺ εἶναι τὸ ἀληθινὸ ὄχημα τῆς ἔννοιας, ἡ πρωτογενὴς οὐσία μίας ἰδέας, ἡ βασικὴ μονάδα κάθε γλώσσας, ποὺ φέρει τὴ δύναμη τῆς Θείας Βούλησης. Κάθε λέξη στὸν φανερωμένο κόσμο εἶναι συμπυκνωμένη Θεία Δύναμη μὲ μορφὴ συγκεκριμένη. Ἡ πρώτη ἀνατολὴ τοῦ ἤχου της στὸν κόσμο εἶναι ἡ ρίζα της.  Ἀπὸ τὶς ρίζες αὐτὲς μεγαλώνει καὶ καρποφορεῖ τὸ δέντρο τοῦ Λόγου. Στὴ γραφὴ καὶ τὴν προφορικὴ διατύπωση αὐτοῦ του Λόγου πανίσχυρα ὄπλα τοῦ εἶναι οἱ Ἀρχὲς τῆς Γραμματικῆς καὶ τοῦ Συντακτικοῦ, ποὺ κωδικοποιοῦν τὶς Λογικὲς συντεταγμένες του. Ποὺ χαράσσουν τὸ περίγραμμα τῆς δυναμικῆς λειτουργίας του καὶ τῆς ἐξέλιξής του. Οἱ Ἀρχὲς προϋπάρχουν τῶν νόμων, ποὺ προστατεύουν τὴ χρήση του καὶ ποὺ ποικίλλουν συχνά, ἀνάλογα μὲ τὶς κοινωνικές, οἰκονομικές, γεωπολιτικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνθῆκες τοῦ τόπου.  Οἱ νόμοι κάποτε μεταβάλλονται. Οἱ Ἀρχὲς ποτέ.

Ἡ γραμματικὴ μελετᾶ τὰ μέρη τοῦ Λόγου ὡς πρὸς τὴ μορφὴ καὶ τὴ σημασία τους. Εἶναι  ἀνατομία τοῦ Λόγου. Τὸ Συντακτικὸ δίνει τὶς μυστικὲς λειτουργίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ νόηση γίνεται λέξεις. Εἶναι ἡ φυσιολογία τοῦ Λόγου. Ἡ Γραμματικὴ εἶναι ἡ στατική του θεώρηση. Τὸ Συντακτικὸ ἡ δυναμική του. Οἱ λέξεις λειτουργοῦν μέσα στὸν Λόγο μὲ ὠρισμένο τρόπο, σημαίνοντας διανοήματα, ἰδέες, περιγραφές. Γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἔκφραση μίας ἔννοιας, συντάσσονται. Δηλαδὴ τοποθετοῦνται ἡ μία δίπλα στὴν ἄλλη μὲ συγκεκριμένους κανόνες καὶ τὸ σύνολο αὐτῶν τῶν κανόνων εἶναι τὸ Συντακτικὸ μίας γλώσσας. Μαζὶ μὲ τὴ Γραμματικὴ ἀποτελοῦν τοὺς ἀκρογωνιαίους λίθους λειτουργίας, ὄχι μόνο τῆς γλώσσας, ἀλλὰ καὶ τοῦ τρόπου ποὺ διανοεῖται καὶ  – ἄρα – ἐκφράζεται ἕνας λαός. Στὸν ὀρθὸ Ἑλληνικὸ Λόγο, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε γλῶσσα, ἡ ὀργανωμένη ἔκφραση τῶν Ἰδεῶν βρίσκει τὴν τέλεια ἀντιστοιχία της στὴν ὀργανωμένη δομὴ καὶ χρήση του.

Στὴ μακραίωνη ἱστορία της ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἄντεξε στὶς ἐπιθέσεις ποὺ δέχτηκε, ὄχι μόνο ἐξαιτίας τῆς συντριπτικῆς λεκτικῆς ὑπεροπλίας, ποὺ διαθέτει καὶ τῆς μοναδικῆς συντακτικῆς της ἐντέλειας, ὄχι μόνο λόγω τῆς πλαστικῆς ἱκανότητας ποὺ τὴν χαρακτηρίζει, ἀλλά, κυρίως, λόγω τῆς ἀδιάκοπης ἄντλησης ἀπὸ τὶς αἰώνιες πηγὲς τοῦ γλωσσικοῦ καὶ ἰδεολογικοῦ της πλούτου, ποὺ γεννήθηκε κι ἔφτασε ὡς τὶς μέρες μᾶς μέσα ἀπὸ τὸ ἀκένωτο θησαυροφυλάκιο τῶν γραπτῶν μας κειμένων καὶ τῆς ζώσας προφορικῆς παράδοσης τοῦ λαοῦ μας. Ἐπὶ αἰῶνες πολλοὺς στὸ Βυζάντιο τὰ παιδιὰ εἶχαν ἀλφαβητάρι τοὺς τὰ ἔπη τοῦ Ὁμήρου. Ἐπὶ αἰῶνες στὴν Τουρκοκρατία μάθαιναν γράμματα, ἐδῶ καὶ στὴ Μ. Ἀσία, μέσα ἀπὸ τὴν Ὀκτάηχο καὶ τὸ Ψαλτῆρι. Κι, ἐν τούτοις, σὲ τίποτα δὲν ἐμποδίστηκε ἡ ἀκώλυτη ἀνάπτυξη τῆς δημοτικῆς γλώσσας, τῆς γλώσσας τοῦ λαοῦ, πού, ἤδη, ἀπὸ τὸν 15ο αἰῶνα εἶχε σχεδὸν τὴ σημερινὴ μορφή της. Ὁ σεβασμὸς στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ Λόγο ζωοδοτοῦσε διαρκῶς τὴν καθημερινὴ λαλιά του σὰν φυσικὸ φαινόμενο.

Σήμερα ὑπάρχει ὕβρις τοῦ Λόγου αὐτοῦ, ποὺ ἐκφράζεται μὲ μία πλήρη συντακτικὴ ἀγκύλωση καὶ μὲ φραστικὴ ἀκαμψία. Ὑπάρχει μία χυδαία κατάλυση τῶν κανόνων δομῆς, χάριν τῆς εὐκολίας καὶ τῆς ταχύτητας. Ὑπάρχει μία ὁλοένα ἐπιδεινούμενη φτώχεια στὴ χρήση τῶν λέξεων, ποὺ κατοπτρίζει τὴ φτώχεια τῶν ἰδεῶν μας. Ἡ λεξιπενία μᾶς εἶναι οὐσιαστικὰ ἰδεοπενία.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα πληρώνει ἀκόμη τὶς συνέπειες ἑνὸς ἀμείλικτου ἐμφυλίου πολέμου ἀνάμεσα στὸν ἀρχαῖο καὶ τὸν νέο ἑλληνικὸ Λόγο, ἀνάμεσα στὴν καθαρεύουσα καὶ τὴ δημοτική. Ἡ διαμάχη αὐτή, ποὺ τεχνητὰ συντηρήθηκε γιὰ δεκάδες χρόνια, ὑποβίβασε τὴ γλῶσσα σὲ ὄργανο πολιτικῆς ἤ, ἀκόμα χειρότερα, κομματικῆς διαμάχης. Ἡ ἀναξιοπιστία ποὺ τὴ συνόδεψε ἔκτοτε ἄφησε – ὡς μὴ ὤφειλεν- τὴ ρύθμιση σπουδαίων ζητημάτων ποὺ τὴν ἀφοροῦσαν στὰ χέρια τῶν πολιτικῶν, ἐνῷ ἡ φυσική της θέση θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν λογικὰ στὰ χέρια τῶν διανοούμενων. Ἡ ἀδυναμία αὐτὴ ἄνοιξε τὶς πύλες τόσο στὴ συντακτικὴ καταστρατήγηση, ὅσο καὶ στὴν ἄνετη νοθεία της μὲ λέξεις ξενόφερτες. Ἔτσι, βαθμιαία, εἰσάγουν τώρα καὶ συντακτικὲς ἰδιορρυθμίες, μεταφράζοντας, βασικά, τύπους καὶ προτάσεις τῆς καθημερινῆς ἀγγλικῆς πραγματικότητας. Ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες ἡ γλῶσσα μᾶς ἀπέδειξε τὴν ἱκανότητά της, νὰ οἰκειοποιεῖται ξένους ὅρους καὶ νὰ τοὺς ἐντάσσει στὸ ἑλληνικὸ κλιτικὸ σύστημα, χρησιμοποιώντας κάθε φορᾶ τὶς ἀνάλογες καταλήξεις. Ἡ χρήση αὐτὴ ἔγινε τόσο κοινότυπη, ὥστε νὰ μὴν ἐνοχλεῖ πλέον οὔτε τὴν ἀκοὴ οὔτε τὴν ἴδια τὴ ροὴ τῆς γλώσσας. Ἔτσι λ.χ. ἡ ὑποκοριστικὴ κατάληξη «-ἄκι» μπορεῖ νὰ ἐξελληνίσει ἑκατοντάδες ἀγγλικὲς λέξεις μὲ τὴν ἴδια ἄνεση ποὺ θὰ τὸ ἔκανε γιὰ ἀνάλογες ἑλληνικὲς (μπανάκι, ζελεδάκι, μεζεδάκι κλπ. κλπ.).

Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλες καταλήξεις, ποὺ μποροῦν νὰ δώσουν ἀπίθανα ἀποτελέσματα (λ.χ. φαστφουντάδικο, μεζεδοπωλεῖο κλπ.) στὰ οὐσιαστικά. Ἰδιαίτερα σημαντική, ὅμως, εἶναι ἡ χρήση ρηματικῶν καταλήξεων, ποὺ μὲ ἀπίστευτη εὐκολία «ἐμπλουτίζει» καθημερινὰ τὸν πίνακα τῶν «ἑλληνικῶν» ρημάτων μὲ τέτοια πυκνότητα καὶ ταχύτητα, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ὑποκαθιστᾶ καὶ νὰ παραμερίζει ἀπὸ τὴ γλῶσσα μᾶς σημαντικὸ ἀριθμὸ τῆς ( πρβλ: ρισκάρω, κοντρολάρω, νετάρω, φερμάρω, γουστάρω ἢ παζαρεύω, χουζουρεύω, καυγαδίζω, τσαντίζομαι, χαλαλίζω, χαραμίζω κ.λ.π. κ.λ.π.). Εἶναι δὲ τόσο τὸ πλῆθος τῶν τουρκικῶν αὐτῶν, ἰταλικῶν, γαλλικῶν καί, βέβαια, ἀγγλικῶν ρημάτων, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο γιὰ μία λεπτομερῆ καὶ σοβαρὴ καταλογογράφηση.

Ἄν, ὅμως, ἡ Γραμματική μας μπορεῖ ἀκόμη νὰ λειτουργεῖ «ἑλληνοπρεπῶς», στενάζοντας, ἔστω, κάτω ἀπὸ τὸ δυσβάστακτο ἄχθος τῆς ξενόφερτης πλημμυρίδας χιλιάδων λέξεων, φοβᾶμαι, ὅτι γιὰ τὴ μοιχεία τοῦ Συντακτικοῦ δὲν θὰ συμβεῖ τὸ ἴδιο. Γιατί τὸ Συντακτικὸ δίνει τὶς μυστικὲς ἐκεῖνες λειτουργίες στὴ γλῶσσα, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ νόηση διατυπώνεται μὲ λέξεις. Εἶναι ὁ προβολέας, τὸ μέτρο καὶ ὁ κώδικάς της. Κάθε ἀλλοίωσή του, ὑπονομεύει ὄχι μόνο τὸ ρυθμὸ καὶ τὴν ἄνεση τῆς ροῆς της, ἀλλὰ ναρκοθετεῖ ἐπιπλέον τὰ θεμέλια της συγκρότησης τῶν ἰδεῶν. Αὐτὴ ἡ βαθειὰ ἀλλοίωση ἔχει ἀφετηρία της, βέβαια, τὴν παραγωγὴ νεοπαγῶν ρηματικῶν σχηματισμῶν, ὅπως εἴδαμε παραπάνω, ἀλλά, τὸ τραγικότερο, ἀναφέρεται στὴ συντακτική τους χρήση. Ἕνα ρῆμα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν οὐσία του ὡς μέρος τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ ἕναν μικρόκοσμο δράσης μέσα στὴν ἀπέραντη οἰκουμενικὴ δραστηριότητα. Ὑπονοεῖ ἕξι σημεῖα στὴ χρήση τοῦ (δράστης, παραλήπτης τῆς δράσης, ἐκδήλωση τῆς δράσης, σημεῖο ἐκκίνησης τῆς δράσης, χῶρος ποὺ συντελεῖται καὶ σκοπός). Ἡ Λογική της χρήσης τοῦ εἶναι συνώνυμη μὲ τὸν ὀρθὸ ἑλληνικὸ Λόγο. Γιὰ ποιὰν αἰτία, λοιπόν, μπορεῖ νὰ εἰσβάλει ὁ συντακτικός, λ.χ. τύπος : «εἶσαι λάθος» (ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ἡ μετάφραση τοῦ ἀγγλικοῦ “you are wrong”,  ὅταν ἡ ἑλληνικὴ συντακτικὴ χρήση μᾶς κληροδότησε τοὺς τύπους: «κάνεις λάθος» ἢ «ἔχεις λάθος»; Ἢ γιατί θὰ ἀναρωτιόμαστε: «εἶσαι σοβαρός» (;) ὅταν ἐμεῖς θὰ λέγαμε ἑλληνικά: «μιλᾶς σοβαρὰ» ἢ «εἶναι σοβαρὰ αὐτὰ ποὺ λὲς» καὶ δὲν θὰ μεταφράζουμε τὸ ἀγγλικὸ “are you sure”;).

Δέστε ἀκόμη τὴν χρήση τῶν παραθετικῶν στὰ ἐπίθετα, ποὺ ἔχει εἰσαγάγει ἡ διαρκῶς «ἀνακαινιζόμενη» διαφημιστικὴ παραφιλολογία. Ποὺ ἀκούστηκε παραθετικὸ οὐσιαστικοῦ, τοῦ τύπου: «πολὺ αὐτοκίνητο» ἢ «πιὸ πέντε ἀπὸ τὸ πέντε» γνωστῶν ἑταιρειῶν αὐτοκινήτων, ποὺ ταλαιπώρησαν γιὰ πολὺ καιρὸ τὴν ἀκοή μας! ποιὸς ἀντιδρᾶ στὴν ὁλοένα ὀγκούμενη χρήση τῶν ἀρκτικόληκτων  (ΚΥΣΕΑ, ΠΕΧΩΔΕ, ΕΥΔΑΠ, ΥΠΕΞ, ΤΕΙ κλπ. κλπ) ποὺ – λόγω… συντομίας – εἰσάγουν ἀλλόκοτες λέξεις καὶ νοθεύουν τὴ σύνταξη, ἀφοῦ συχνά, οἱ ὁμιλοῦντες ἀγνοοῦν τὸ ἄρθρο, ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν γι’ αὐτὰ τὰ λεκτικὰ τερατουργήματα;

Θὰ μπορούσαμε νὰ παραθέσουμε δεκάδες, δυστυχῶς, παρόμοια παραδείγματα καταστρατήγησης, ἄγνοιας καὶ ὠμῆς νοθείας τῆς γλώσσας, ποὺ καθημερινὰ ἐκτοπίζουν τὸν ἑλληνικὸ τρόπο σκέψης καὶ διατύπωσής της, ποὺ διαρκῶς λιγοστεύει. Γιατί ὁ ὀρθὸς τρόπος σύνταξης δὲν μᾶς εἰσάγει ἁπλῶς σ’ ἕναν στατικὸ κωδικὸ ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ μᾶς κατευθύνει σ’ ἕναν δυναμικὸ τρόπο διανόησης. Ἡ χυδαία ἀλλοτρίωση τῆς σύνταξης, ποὺ καθημερινὰ μεθοδεύεται ἀπὸ ὀλιγογράμματους καὶ ἀνεύθυνους κήνσορες τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας, ἀπειλεῖ σὲ βάθος τὸν τρόπο ποὺ σκεφτόμαστε, ἀποδεικνύοντας περίτρανα, πὼς οἱ χειρότεροι ἐχθροί της ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι, τελικά, οἱ Ἕλληνες.

Ἔτσι φτάσαμε στὴ σημερινὴ γλωσσική μας ἔρημο, βλέποντας μὲ ὑπερβάλλουσα καχυποψία ὁτιδήποτε μοιάζει μὲ λόγιο καὶ τελικὰ μὲ ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Σὲ ποιὰ χώρα τοῦ κόσμου τὰ ΜΜΕ προβάλλουν διαφημίσεις μὲ τὴ χρήση μόνο ἀγγλικῶν ἢ γαλλικῶν σχολίων; Ποιὰ γλῶσσα θὰ ἀνεχόταν συσκευασία προϊόντων μὲ τὸ 99% τῶν λέξεων, χαρακτηριστικῶν καὶ προσδιορισμῶν σὲ ξένη γλῶσσα; Καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μίαν ἐποχὴ ἰδεολογικῆς στειρότητας, ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἀναδίφηση καὶ ἀνακύκλωση τοῦ γλωσσικοῦ μας θησαυροῦ, ἀφοῦ ἡ ἐκλέπτυνση τῶν ἰδεῶν ἀπαιτεῖ ἀνάλογη καὶ συνεχῆ ἐκλέπτυνση τῆς γλώσσας.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει τὸ σπάνιο καὶ μοναδικό,  ἴσως, προνόμιο στὸν κόσμο μίας ἀδιάκοπης γραφῆς καὶ ὁμιλίας ἐπὶ χιλιάδες χρόνια. Τὰ νέα γλωσσικὰ ἤθη εἰσάγουν ἕναν ἄλλο ἐθισμὸ ὀπτικὸ καὶ ἀκουστικό. Σήμερα οἱ νέοι μας ἐθίζονται ἐπικίνδυνα στὶς ξενόγλωσσες ἐπιγραφές, σὲ λέξεις καὶ φράσεις ποὺ κατοπτρίζουν ξένα ἤθη καὶ ἀλλότριες συμπεριφορές, πράγματα, δηλαδή, πού, μέρα μὲ τὴ μέρα, ὁδηγοῦν σὲ μία ἀξιολογικὴ ὑποβάθμιση τῆς μητρικῆς μας γλώσσας μέσα στὴ συνείδησή τους. Καί, τελικά, σὲ μία συρρίκνωση τῆς ἐθνικῆς μας παράδοσης.

Ἡ γλῶσσα μᾶς ἀφελληνίζεται ἀκωλύτως. Ὁ «πολιτιστικὸς ἰμπεριαλισμὸς» τῆς Δύσης ξηλώνει μεθοδικὰ τὸ ὑφάδι τῆς γλωσσικῆς μας εὐπρέπειας ἀπὸ τὸ στημόνι τῆς λαμπρῆς παράδοσης καὶ καλλιέπειας τῆς ἑλληνικῆς λαλιᾶς, δίνοντας στὸ Ἔθνος μᾶς ὄψη ἀποικιακῆς χώρας. Ἡ ξενοδουλεία καὶ ἡ ἐξάρτησή μας ἀπὸ ἀλλότρια πρότυπα ζωῆς δὲν εἶναι ὑλικὴ ἀλλὰ ἠθικὴ πνευματική. Τὰ νέα ἤθη ἀφυδατώνουν τὴ σκέψη, συρρικνώνουν τὸ λεξιλόγιο καὶ στεροῦν τὴν ἀναγκαιότητα διαλόγου, εἰσάγοντας μίαν ἐπικοινωνία μέσῳ σημάτων καὶ καθιερώνοντας ἕνα γλωσσικὸ ναϊβισμό, ποὺ σὲ λίγα χρόνια, φοβοῦμαι, πὼς θὰ ἀδυνατεῖ πλέον νὰ ἀποτελεῖ τὸν συνεκτικὸ ἱστὸ τοῦ λαοῦ μας, ποὺ ἐφησυχάζει ἀνύποπτος καὶ χαμένος στὴν ἐθνική του νωχέλεια.

Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπῆρξε ἡ ἀείζωη πηγή, ποὺ πότισε ὁλόκληρη τὴ δυτικὴ διανόηση μὲ τὴν Τέχνη τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἀνυπέρβλητη φιλοσοφία της. Ἡ πρώτη συμπυκνώνει τὴν ἀπεραντωσύνη  τοῦ κάλλους, ἡ δεύτερη ἐμβαθύνει στὸν ὠκεανὸ τῆς γνώσης. Καὶ οἱ δύο συναιροῦνται στὴν ὑπηρεσία τῆς ὑπέρτατης Ἀλήθειας, ποὺ εἶναι τὸ σημαῖνον στὴν ἑλληνικὴ σκέψη. Γι’ αὐτὸ ἡ γλῶσσα μᾶς ὑπῆρξε ἀνέκαθεν πρότυπο ἀναφορᾶς τοῦ μέτρου, τῆς ἁρμονίας καὶ τῆς ἀκρίβειας. Ἂν οἱ Νεοέλληνες δὲν ἐντρυφήσουν στὶς ἀξεπέραστες πηγὲς αὐτῆς τῆς παράδοσης, ὅσο εἶναι ἀκόμη καιρός, δὲν θὰ νομιμοποιοῦνται νὰ προσδοκοῦν τὴ συνέχεια αὐτοῦ του Ἔθνους. Ἡ περιφροσύνη τῆς ἱερῆς αὐτῆς κληρονομιᾶς εἶναι καθῆκον ὑπέρτατο καὶ εὐθύνη ὅλων μας.

 

Βάσος Η. Βογιατζόγλου, Ποιητής – Συγγραφέας

«Αἳ γλώσσαι εἰς σημεῖον εἰσὶν», Κορινθ. Α΄ , ΙΔ § 22

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος