Μαρτυρίες και ενδείξεις της Ελληνοχριστιανικής Ταυτότητας Δημήτριος Ιω. Κωνσταντέλος / ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Στο επικό σύνθετο «Φλογέρα του Βασιλιά» ο Κωστής Παλαμάς γράφει ότι, οι αποδιωγμένοι, αρχαίοι θεοί των Ελλήνων νυχτοπαραδέρνουν ζητώντας από τους Νεοέλληνες λατρεία, που νάχει μονάχα αλλοιώτικο όνομα. Και oι αποδιωγμένοι θεοί αποφαίνονται με κάποια πίκρα: όσο κι αν είστε χρισπανοί, πάντα είστε ειδωλολάτρες»(5). Στην ποίησί του ο εθνικός μας ποιητής υπαινίσσεται ότι εμείς οι Νεοέλληνες δεν είμαστε ούτε Χριστιανοί μήτε ειδωλολάτρες και ότι από σταυρούς και από είδωλα ζητάμε να πλάσουμε την ζωή μας.

Εάν δεν είμαστε Χριστιανοί και ειδωλολάτρες ούτε, τότε τι είμεθα; Είμεθα η συνισταμένη και των δύο, ένα σύνθετο, αφού πλάθουμε την ζωή μας με αρχαιοελληνικά και χριστιανικά είδωλα και μακροχρόνιες παραδόσεις. Το είδωλο είναι εικόνα, ομοίωμα, απεικόνησις και έκφρασις του πρωτοτύπου. «Ο λόγος είναι είδωλο της ψυχής», γράφει ο Ισοκράτης(6). Οι εικόνες «είδωλα εισί των αρχετύπων» και είδωλον ειδώλου τον άνθρωπον» θα γράψουν αργότερα Χριστιανοί Έλληνες πατέρες(7). Διά την αρχαία ελληνική θρησκευτική σκέψη και το φιλοσοφικό στοχασμό, ο άνθρωπος είναι « μοίρα» Θεού, ενώ για την Χριστιανική θεολογία «εικόνα» Θεού(8). Και δια τις δύο απόψεις ο άνθρωπος οντολογικώς είναι περισσότερο από βιολογία.

Ως πνευματικό είδωλο του πρωτοτύπου και ως λόγος, ο Έλληνας της αρχαιότητας έγραψε τα ομηρικά έπη, και πολλά άλλα αριστουργήματα στην ποίησι, την ιστορία, την φιλοσοφία, ύψωσε παρθενώνες και πλείστα όσα αρχιτεκτονικά και καλλιτεχνικά κλασικής αξίας έργα και μας παρέδωκε ό,τι καλλίτερο έχουμε κληρονομήσει από τα είδωλά τους. Οι Πλατωνικοί διάλογοι έχουν ισχύ μέχρι σήμερα και ομιλούν σε κάθε εποχή και για κάθε λαό, αλλά και τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη μας διδάσκουν ακόμη τι θα πει «καλός καγαθός» άνθρωπος και γιατί χρειαζόμαστε την ηθική και τον νόμο. Ο αρχαιοελληνικός λόγος δεν εξεχάστηκε από τον Ελληνισμό; τουναντίον εμελετήθηκε σε κάθε περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, συμπεριλαμβανομένης και της βυζαντινής, κατά την οποίαν δεν ήτο ασύνηθες να απαιτείται η απόκτησις θύραθεν παιδείας από υποψηφίους δια την αρχιερωσύνη, όπως συνέβει με την εκλογή του Πατριάρχη Θεοδώρου Αντιοχείας (970-976)(9). Με τον διάλογο, τις θέσεις και αντιθέσεις μεταξύ του αρχαίου Ελληνικού λόγου και της Χριστιανικής αποκάλυψης επλάσθη το σύνθετο, το οποίο, κατά κανόνα, παραμένει θεμέλιο του νέου Ελληνισμού.

Τα πρωτότυπα που έγιναν πιστευτά ως υπαρκτά και γήϊνα «είδωλα» του Ελληνισμού της ιστορίας ευρίσκονται στα Ομηρικά Έπη, και το πρώτο εξ αυτών είναι το πρωτότυπο του θεού. Το είδωλο Ζευς, εκ του ζην, επιστεύετο ως δημιουργός της ζωής, εξωκόσμιος δημιουργός και ενδοκόσμιος προνοητής. Ο Ζευς είναι παντεπόπτης θεός και ταξιθέτης του σύμπαντος, άβατος και βατός, «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Ως «πατήρ ανδρών τε θεών τε» και ως ο Ύψιστος θεός των Ελλήνων είναι τιμωρός του φόνου, της ασέβειας, όλων των παραβάσεων που κλονίζουν την τάξι και αρμονία της κοινωνίας, ο προστάτης των ξένων και υπερασπιστής της φιλίας μεταξύ των ανθρώπων («φίλιος δε και Εταιρείας Ζευς επονομάζεται, ότι πάντας ανθρώπους συνάγει και βούλεται φίλους είναι αλλήλοις»).

Σε ειδική πραγματεία «Περί Κόσμου», ανώνυμου συγγραφέα του πρώτου προ Χριστού αιώνα, που φέρει όμως το όνομα του Αριστοτέλη, επαναλαμβάνονται ωραιότατες αντιλήψεις περί μονοθεϊσμού, οι οποίες ανάγονται στην προ-Ομηρική εποχή, και οι οποίες συνέβαλλον στην προετοιμασία δια την διατύπωσι περί μονοθεϊσμού στην Χριστιανική ερμηνεία του δόγματος. Γράφει λοιπόν ο ανώνυμος:

«Καθάπερ δε εν χορώ κορυφαίου κατάρξαντος συνεπηγεί πας ο χορός ανδρών, έσθ’ ότε και γυναικών, εν διαφόροις φωναίς οξυτέραις και βαρυτέραις μίαν αρμονίαν εμμελή κεραννύντων, ούτως έχει και επί το σύμπαν διέποντος θεού….Καλούμεν γαρ αυτόν και Ζήνα και Δία, παραλλήλως χρώμενοι τοις ονόμασιν, ως καν ει λέγοιμεν δι’ ον ζώμεν’. Κρόνου δε παις και χρόνου λέγεται, διήκων εξ αιώνος ατέρμονος εις έτερον αιώνα…εταιρείος τε και φίλιος και ξένιος και στράτιος και τροπαιούχος καθάρσιος τε και παλαμναίος και ικέσιος και μειλίχιος…σωτήρ τε και ελευθέριος ετύμως, ως δε το παν ειπείν, ουράνιος τε και χρόνιος, πάσης επωνύμου φύσεως ων και τύχης, άτε πάντων αυτός αίτιος ων». Τέτοιες διδασκαλίες περί μονοθεϊσμού ήσαν διαδεδομένες
κατά την ύστερη αρχαιότητα όχι μόνον μεταξύ των διανουμένων αλλά και απλών ανθρώπων, όπως παρατηρεί ο ειδικός Martin P.Nilsson(10). Εβραϊκός και Ελληνικός μονοθεϊσμός συνέπραξαν στην διάδοση και επικράτηση του Χριστιανικού μονοθεϊσμού. Εδώ δεν μας ενδιαφέρει τι προσέθεσε η μυθολογία, που με τον ανθρωπομορφισμό της απέδωκε στον Δία κάθε παράβασι της ηθικής τάξεως. Ως πρωταρχικόν είδωλο της αοράτου θεότητας, όπως ελέχθη, ο Ζευς ήτο καλός λίαν.

Από το είδωλο της Ήρας, της ποτνίας Δέσποινας, οι Έλληνες εδιδάχθησαν το είδωλο της φιλόστοργης μητέρας, την συνήγορο μάνα του καλού και ευτυχισμένου γάμου. Από τον Απόλλωνα το είδωλο της αγνότητος, της μέριμνας για τα νειάτα των ονείρων και οραματισμών. Από την πολιούχο Αθηνά το είδωλο των καλών τεχνών, το δίκηο του αμυντικού πολέμου, της μαχητικότητος υπέρ του καλού και του δικαίου. Από τον Ήφαιστο, το είδωλο της σκληρής εργασίας, της σφύρας και του άκμονος, την αρχή ότι, « τ’αγαθά κόποις κτώνται.» Από την ψωμοδότρια Δήμητρα, το είδωλο της φυσικής ανανέωσης, το κίνητρο για την τίμια και αποδοτική αγροτιά, την μέριμνα για την πρασινάδα, το περιβάλλον θα λέγαμε σήμερα, και την πλούσια βλάστηση. Α, ναί, έχουμε και τον Διόνυσο, τον ανδροπρεπή με τα γυναικο-φερσίματά του; το είδωλο του ποτηριού αλλά και της μεθυστικής έκστασης και μανίας. Σιμά πηγαίνει και η ωραία Αφροδίτη, το είδωλο του έρωτα και της γεννητικότητος, αλλά και η αναιδής Αφροδίτη, της απάτης και απιστίας! (11)

Διά πολλούς Έλληνες, ιδιαίτερα ύστερα από τον έκτον αιώνα, τα ονόματα των Ολυμπίων δεν εννοούσαν πλέον την ύπαρξι διαφόρων θεοτήτων, αλλά ιδιοτήτων της ιδίας θεότητος, «του της φύσεως αρχηγού», «του υπάτου βασιλέως», εκ του οποίου «γενόμεθα, Θεού μίμημα». Επειδή έχει τέτοια καταγωγή, χωρίς πίστι και χρήσι του λόγου, με τον οποίον τον επροίκισε ο Λόγος Θεός, ο άνθρωπος είναι δυνατόν να γίνει το ελεεινότερο ζώον απ’ όλους τους ζώντας οργανισμούς («πάντων όσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει» γράφει ο Στωϊκός φιλόσοφος Κλεάνθης (331-232 π.Χ.) (12).

Αυτά και άλλα είδωλα του λόγου ευρήκαν την έκφρασί των στην φιλοσοφία, την τέχνη και αρχιτεκτονική, την ιατρική και την θρησκευτική λατρεία του προχριστιανικού Ελληνισμού διά να επιζήσουν διά μέσου των αιώνων της βυζαντινής εποχής και να παραμένουν κληρονομιά του σημερινού Έλληνα, μερικές φορές για το καλό του κι’άλλες για το κακό του. Για τα καλά, των προπατόρων μας ωμίλησαν και χριστιανοί απολογητές, εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ορθόδοξοι και μη, και μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας. Δεν μας παραξενεύει λοιπόν το γεγονός, ότι ο Μέγας
Βασίλειος συνιστά στους Χριστιανούς νέους να μελετούν τον Όμηρο, την πηγή όλων των ειδώλων που περιγράψαμε, διότι «πάσα η ποίησις τω Ομήρω αρετής εστίν έπαινος και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει» (13) Την συμβουλή του Μεγάλου Βασιλείου θα ακολουθήσει η Ελληνοχριστιανική παιδεία καθ’όλην την βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Αρχαία ελληνική και χριστιανική παιδεία θα γίνουν θεμέλια για τον νέον Ελληνισμό (14).

Αλλά για ποιους σταυρούς ομιλεί ο Παλαμάς και με τι είδους σταυρούς ζητάμε να πλάσουμε την ζωή μας; Ο σταυρός, το μέσον της θυσίας του ένσαρκου Λόγου, του Χριστού, έγινε σύμβολο μιάς μεγαλειώδους και βιωματικής τριλογίας του Χριστιανικού φαινομένου: της πίστεως, που είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ.11.1), της ελπίδας, η οποία «ου καταισχύνει»(Ρωμ.5.6) και της αγάπης, που πάντα «οικοδομεί» και «ουδέποτε εκπίπτει»(1 Κορ.13.8), του λυτρωμού και της αιώνιας ζωής.

Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε στα σπλάχνα του εξελληνισμένου Ιουδαϊσμού, αλλά διαδόθηκε από ελληνόφωνους ευαγγελιστές και αποστόλους διά της ελληνικής γλώσσας και ελληνικής φιλοσοφικής ορολογίας, με αφετηρία ελληνικές πόλεις, (Αντιόχεια, Έφεσο, Φιλίππους, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο), και οριοθετήθηκε δια τοπικών και οικουμενικών συνόδων. Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει ότι, για τους πρώτους τέσσερους αιώνες, ο Χριστιανισμός ήτο μία καθαρώς ελληνική υπόθεσις, τόσο στην Ελληνόφωνη Ανατολή όσο και στην Λατινική Δύση; «Οι Εκκλησίες σε πόλεις της Λατινικής Δύσεως, συμπεριλαμβανομένης και της Ρώμης, ήσαν σαν τις Ελληνικές πόλεις κρατίδια, τις Ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδος,» γράφει ο Henry Hart Milman, Αγγλικανός ιστορικός και θεολόγος και δια πολλά χρόνια καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης(15). Δεν είναι δυνατόν να αρνηθούμε την ελληνικότητα του Χριστιανισμού χωρίς να έχουμε τύψεις συνειδήσεως. Ως Χριστιανοί δεν είναι ανάγκη να απολογούμεθα δια το πώς εξελίχθηκε ο Χριστιανισμός στα χέρια ωρισμένων Χριστιανών αυτοκρατόρων και εκκλησιαστικών παραγόντων, κληρικών και μοναχών, τόσον εις την Ελληνικήν Ανατολήν όσον και εις την Λατινικήν Δύσιν.

Πλην όμως , ο σταυρός δεν είναι μόνο εικόνα της πρωτοτύπου Ιδέας εις τα σχέδια του Θεού, που δια της θυσίας του Χριστού έγινε τώρα ορατή. Ο σταυρός είναι και σύμβολο των σταυρικών παθημάτων του Ελληνισμού. Εσταυρώθηκε ο Χριστός αλλά « ει Χριστός ουκ εγήγερται κενόν…το κήρυγμα ημών, κενή και η πίστις υμών» (Κορ.15.14). Εσταυρώθηκε και ο Ελληνισμός από ξένους και βαρβάρους, πολιτισμένους και απολιτίστους, πολλές φορές όμως και από τούς δικούς μας, τους εφιάλτες και τους μηδίζοντες, παλαιούς και νέους, αλλά, «ιδού ζώμεν!»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

5. – Κωστή Παλαμά, Άπαντα. Η Φλογέρα του Βασιλιά, λόγος έβδομος. Έκδοση Αξιός, Αθήνα 1909. σσ 86-87.

  1. – Ισοκράτης, Προς Νικοκλέα, Λόγος 3.7
  2. – Αλέξανδρος Λυκοπόλεως, Contra Manichaei opiniones disputatio, Ελληνική Πατρολογία, εκδ. J.P.Migne, τομ. 18, 412
  3. – Βλέπε την μελέτη μου «Η Έννοια του Προσώπου στην Αρχαία Ελληνική και Ελληνοχριστιανική Παράδοση», Ακτίνες, έτος 54, Ιούνιος 1991, σσ. 208-223, όπου και η σχετική βιβλιογραφία
  4. – Λέων Διάκονος, Ιστορία,, έργ. μνημ.
  5. – Η βιβλιογραφία δια την αρχαία ελληνική θρησκεία είναι μεγάλη. Εδώ παραπέμπω σε ολίγα βιβλία, παλαιότερα και νεώτερα, που απηχούν τις απόψεις μoυ. L.R. Farnel, The Higher Aspects of Greek Religion, Ares Publishers, Chicago 1957, ιδιαιτ.σσ 92-124. Thaddeus Zielinski, The Religion of Ancient Greece, μετάφρασις από τα Πολωνικά υπό του George Rapall Noyes, εκδοσ. Oxford University Press, London 1926. Το βιβλίο αυτό είναι ένα διαμαντάκι, ιδιαιτέρως από σ. 62-156. Walter F. Otto, The Homeric Gods: The spiritual significance of Greek Religion, μετάφρασις εκ του γερμανικού πρωτοτύπου Die Gotter Griechenland. W.K.C. Guthrie, The Greeks and their Gods, Beacon Press, Boston 1956. Walter Burkert, Greek Religion, transl. by John Raffan, Harvard University Press, Cambridge 1985, ιδιαιτ. σσ 119-189. Martin Ρ.Nilsson, Greek Piety, transl. From the Swedish by Herbert Jennings Rose. The Norton Library, New York 1969, σσ 118-124′
  6. – Ένθ. Ανωτ.
  7. – Κλεάνθης, Αποσπάσματα, 1.2
  8. – Βασιλείου Καισαρείας, Προς τους Νέους, 4. Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1973. σ. 328
  9. – Γεωργίου Ξ. Τσαμπή, Η Παιδεία εις το Βυζάντιον, Μυτιλήνη 1963. Ν. Γρ. Ζαχαροπούλου, Η Παιδεία στην Τουρκοκρατία, Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1983. N.G. Wilson, Scholars of Byzantium, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 1983, σσ. 1-60
  10. – Henry Hart Milman, History of Latin Christianity.τoμ.l. London 1855. σσ.28-29

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος