Μαρτυρίες και ενδείξεις της ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ / Δημήτριος Ιω. Κωνσταντέλος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το θέμα με το οποίο θα σας απασχολήσω εδώ «Μαρτυρίες καί Ενδείξεις της Ελληνοχριστιανικής Ταυτότητας» προκαλεί το ερώτημα, που είναι τόσο αρχαίο όσο και σύγχρονο: υπάρχει Ελληνοχριστιανική ταυτότητα; ταυτότητα υπό την έννοια των γνωρισμάτων που καθορίζουν τι είναι κάτι, φερ’ ειπείν ένας πολιτισμός, ένας λαός, που επιτρέπουν την αναγνώρισι και διαφοροποίησιν ενός ανθρώπου από άλλους ανθρώπους, στοιχεία που διαμορφώνουν την αυτοσυνειδησία του ατόμου; Υπάρχει Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός δια τον οποίον γίνεται τόσος λόγος και σήμερα ακόμη;

Οχι, όχι θα φωνάξουν μερικοί, όπως έγινε προ ημερών σε κάποιο άλλο συνέδριο που έγινε στην Αθήνα και στο οποίο ήμουν παρών. Ναι, βεβαιότατα, θα απαντήσουν άλλοι. Ναι και όχι, θα απαντήσουν τρίτοι. Θέμα συζητήσιμο. Έχω τη γνώμη ότι η απάντηση στο ερώτημά μας εξαρτάται από ποια οπτική γωνία βλέπει κανείς το θέμα και με ποιο πρίσμα ερμηνεύει κάποιος τις σχετικές πηγές, μαρτυρίες και ενδείξεις. Εδώ, βέβαια, καταθέτω τις προσωπικές μου αντιλήψεις και θέσεις, σωστές ή και λανθασμένες. Τις καταθέτω όμως με την πεποίθησιν ότι, εγώ προσωπικώς φέρω την σφραγίδα της Ελληνοχριστιανικής ταυτότητας.

Εάν όμως γενικώτερα η απάντησις στο ερώτημά μας είναι θετική, τότε ποιες είναι οι ενδείξεις ότι υπάρχει ελληνοχριστιανική ταυτότητα, κι ότι στην πλειονότητά του ο Ελληνισμός έχει μια τέτοια ταυτότητα; Διά να απαντήσωμε τεκμηριωμένα στο ερώτημά μας οφείλομεν να στραφώμεν στις πρώτες πηγές, ιστορικές μαρτυρίες και ενδείξεις. Σε μια τέτοια προσπάθεια υποχρεούμεθα να αποφεύγωμεν τις υπερβολές, οι
οποίες πολλές φορές διαστρέφουν την αλήθεια, προκαλούν προκαταλήψεις και διαιωνίζουν προβλήματα.

Είναι υπερβολή και επιζήμιο να ομιλούμε με βάση τη φυλετική αιματολογία για «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών», ρητορική δημοκοπία των τελευταίων χρόνων που έβλαψε την Ελλάδα και ωδήγησε σε κάτι αντίθετο, σε άλλη υπερβολή, που προκάλεσε μερικούς να αρνούνται την συνύπαρξη και αλληλοπεριχώρηση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Ακραίες θέσεις, όπως ο νεοπαγανισμός και ο άκρως
εκκλησιαστικός συντηρητισμός, δεν ωφελούν και δημιουργούν σχίσματα και προστριβές, θέσεις, βέβαια, που ποτέ δεν έλλειψαν από την ιστορία του Ελληνισμού. Εξ αρχής οφείλω να υπενθυμίσω ότι το Ελληνικό πνεύμα και η εμπειρία του Ελληνισμού ανά τους αιώνες δεν υπήρξαν ποτέ μονολιθικοί, ομοιογενείς και ενιαίοι. Εκείνο που έχει χαρακτηρίσει τον Ελληνισμό είναι το πνεύμα της ενότητας μέσα στην ποικιλομορφία, συνειδησιακή, γλωσσική, και πολιτισμική. Μοναρχία αλλά και ολιγαρχία, τυραννία αλλά και δημοκρατία, δικτατορία αλλά και οχλοκρατία, πολυθεϊσμός αλλά και μονοθεϊσμός, το λογικό και το παράλογον, απολλώνιοι οραματισμοί και διονυσιακοί αισθησιασμοί, όλα τα έχουν πειραματισθεί και όλα τα έχουν ζήσει οι Έλληνες σε κάθε ιστορική των περίοδο. Εν τούτοις, διά πολλούς αιώνες έχει γίνει μία σύνθεσις και μία αλληλοπεριχώρησις μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, που έχει σφραγίσει την ταυτότητα του σημερινού Ελληνισμού.

Ο όρος «ελληνοχριστιανικός» πρώτοχρησιμοποιήθηκε από τον ιστορικό Σπύρο Ζαμπέλιο το 1852 με σκοπό να θεμελιώσει την ενότητα του Ελληνικού έθνους(1), οι πηγές όμως που θεμελιώνουν την άποψί του, την οποία και ασπάζομαι, ανάγονται στους πρωτοχρισπανικούς αιώνες. Από τον τέταρτον ιδιαιτέρως αιώνα σφυρηλατείται η ενιαία Ελληνο-χρισπανική ψυχή και συν τω χρόνω αυξάνει η αίσθησις της πολιτισμικής ενότητος του Ελληνισμού και γίνεται πιο έντονη και επικρατέστερη μετά από τον ένατον αιώνα, αν όχι από τα τέλη του ογδόου αιώνα.

Η χρήσις του όρου «Ελληνοχριστιανισμός» ενισχύεται περισσότερο από τις πηγές, Ελληνικές και μη, παρά το «Ρωμηοσύνη», ένας νεολογισμός που αναφέρεται στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση πού εγεννήθηκε κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό και επέζησε στην ιστορία του νέου Ελληνισμού. Δεν εξαλείφθηκε ποτέ από την εθνική συνείδηση του Ελληνισμού το όνομα του Έλληνος και του Γραικού, όνομα αρχαιότερο
του Έλληνος(2), δια να αντικατασταθεί με το όνομα Ρωμιός.

Συνεχίζουν οι Έλληνες της Βυζαντινής περιόδου να θεωρούν τον εαυτό τους πολίτη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά δεν ωμίλησαν ποτέ Λατινικά, γλώσσα την οποία περιφρονούσαν ως βαρβαρική και σκυθική. Υπήκοοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ναι αλλά δεν εμελέτησαν ποτέ Βιργίλιο, Τάκιτο, Σουετόνιο ή αργότερα Αυγουστίνο ή Λατίνους πατέρες. Η γλώσσα που μιλούσαν και η παιδεία που διαμόρφωσε το ήθος των, οι δύο αυτοί μεγαλύτεροι παράγοντες στη διαμόρφωσι εθνικής συνείδησις, ήτο η Ελληνική. Το Βυζαντινό Κράτος δεν διέκοψε ποτέ τον δεσμό του με τον Ελληνιστικό και τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο. Οι ιστοριογράφοι του είδαν την ιστορίαν των ως συνέχεια της ιστορίας του Ελληνορωμαϊκού κόσμου διότι η ιστορία ειναι μια αδιάσπαστη αλυσίδα. «Λυσιτελές η ιστορία μετά των άλλων βιωφελών χρήμα τελείν ωμολόγηται», γράφει κατά τον δέκατον αιώνα Λέων ο Διάκονος(3). Έχω την αίσθηση ότι οι περισσότεροι Έλληνες σήμερα έχουν εσωτερικεύσει την πίστη ότι αυτό που μερικοί προτιμούν και ονομάζουν Ρωμηοσύνη, κατάλειπο κι αυτό από την Οθωμανική Τουρκική δουλεία, είναι συνώνυμο του Ελληνικού έθνους και όχι κάτι ξένο και απόκοσμο ή μυστηριώδες.

Οι ενδείξεις και μαρτυρίες (φιλοσοφικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές, πολιτισμικές) που επιβεβαιώνουν την αλληλοπεριχώρησι μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού είναι πολλές(4).

Διεξοδική όμως εξέτασις του θέματος μας σε περιωρισμένο χρονικό διάστημα είναι αδύνατη. Έτσι αναγκαστικά θα περιοριστούμε εδώ στην επισήμανσι και βραχεία ανάλυσι μερικών αντιπροσωπευτικών ενδείξεων από ποικίλες πηγές διαφόρων αιώνων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. – Κ.Θ. Δημαρά, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», τέταρτη έκδοση, ΊΙκαρος, (Αθήνα) 1968, σ. 264. Πρβλ. Κ.Α. Βακαλόπουλος, «Νεοελληνική Ιστορία (1204-1940)» σσ. 226-227.

  1. – Αριστοτέλης, ‘Μετεωρολικά’, 1.14. «Χρονικόν Πάρου», Α.6, 10-12, εκδ. Felix Jacoby, «Das marmor Parium». Berlin 1904. σ. 4, σχόλια 36-38. Διά περισσότερες πηγές και ανάπτυξι του θέματος βλέπε το βιβλίο μου «Εθνική Ταυτότητα και Θρησκευτική Ιδιαιτερότητα του Ελληνισμού». Εκδόσεις η «Δαμασκός», Αθήναι 1993, σσ. 19-39.
  2. – Λέων Διάκονος, Ιστορία, Α.1. Έκδοσις C.B. Hase, «Historiae libri Χ.» Βοnn 1828.
  3. – Βλέπε την μελέτην μου ‘Πρόδρομοι στην αλληλοπεριχώρησι Ελληνισμού και Χριστιανισμού’, εις «Θεολογία», τόμος 73, σσ. 53-85. Η μελέτη αυτή είναι και η βάσις διά μερικά από όσα λέγω κατωτέρω. Μαζί με άλλες σχετικές μελέτες, η εργασία αυτή κυκλοφορεί σε βιβλίο υπό τον τίτλο «Πρόδρομοι και Συντελεστές στην Αλληλοπεριχώρησιν Ελληνισμού και Χριστιανισμού» στις εκδόσεις «Φίλοι του Λαού», Αθήνα 2003.

Συνεχίζεται…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος