Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > «Ἡ μετάβαση τοῦ γένους μας ἀπὸ τὸν Ἀρχαιοελληνικὸ στὸν Ρωμαίικο πολιτισμό» / Γράφει ο Γιάννης Κ. Νεονάκης MD, MSc, PhD

«Ἡ μετάβαση τοῦ γένους μας ἀπὸ τὸν Ἀρχαιοελληνικὸ στὸν Ρωμαίικο πολιτισμό» / Γράφει ο Γιάννης Κ. Νεονάκης MD, MSc, PhD

Ἡ μετάβαση τοῦ γένους μας ἀπὸ τὸν Ἀρχαιοελληνικὸ στὸν Ρωμαίικο πολιτισμὸ ἀποτελεῖ κομβικὴ ἐξέλιξη τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ λαοῦ μας. Γιὰ αὐτὴν τὴ μετάβαση ἔχουν ἀσχοληθεῖ διαχρονικὰ πάρα πολλοὶ μελετητές. Ἐδῶ νὰ ἀναφέρομε ἁπλῶς κορυφαίους σύγχρονους διανοητές, ὅπως τὸν ἐκλιπόντα καθ. π. Ι. Ρωμανίδη, τὸν καθ. π. Γ. Μεταλληνό καὶ τὸν Μητροπολίτη Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου π. Ἰ. Βλάχο.

Ὅλες οἱ συνοικήσεις ἀνθρώπων, ἀργὰ ἢ γρήγορα, ὁδηγοῦνται σὲ μίαν ἀναγκαία πρωτογενῆ ρύθμιση σχέσεων καὶ τρόπου ζωῆς ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴ θεραπεία τῶν ὁρμέμφυτων ἀναγκῶν (τροφῆς, ἡδονισμοῦ, ὑγείας, ἀσφάλειας, συντροφικότητας, θρησκείας κλ). Ἡ ἔννοια τῆς ἀνάγκης εἶναι εὐρεῖα. Δὲν περιορίζεται μόνο στὰ σωματικά, ἀλλὰ ἐκτείνεται καὶ στὰ ψυχικὰ μεγέθη. Ἡ ἐνστικτώδης ἀναζήτηση τοῦ θείου, γιὰ παράδειγμα, καὶ ἡ συνακόλουθη διαμόρφωση ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο μιᾶς θρησκείας, ποὺ θὰ διασφαλίσει ψυχολογικὰ τὸ ἄτομο, ἐντάσσεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κύκλο ἀνάγκης καὶ κάλυψής της. Οἱ συνοικήσεις λοιπὸν μὲ σκοπὸ τὴν κάλυψη τῶν ἀναγκῶν διαμορφώνουν τὶς «κοινωνίες τῆς χρείας». Κατὰ τὸν ροῦ δὲ τῆς ἱστορίας καὶ ἀνάλογα μὲ τὶς ἐπιμέρους παραμέτρους (ἔλεγχο ἐξουσίας, πολιτικὰ συστήματα, ἐπιμερισμὸ ἐργασίας, τεχνολογικὴ ἐξέλιξη, ἐκπαίδευση, ἀνάπτυξη τεχνῶν κλ) διαμορφώθηκαν ἄπειρες παραλλαγὲς τοῦ μοντέλου αὐτοῦ. Κεντρικός τους ὅμως ἄξονας καὶ πρωτεῦον ζητούμενο εἶναι τὸ ἄτομο καὶ ἡ ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν του. Ὅσο δὲ περισσότερο ἀπρόσωπο εἶναι τὸ ἄτομο καὶ ὅσο μεγαλύτερη ὁμοιομορφία ἐπιτυγχάνεται στὴν κοινωνία αὐτή, τόσο καλύτερη εἶναι ἡ ρύθμιση, ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἰσορροπία τοῦ συστήματος. Παρὰ τὰ ὅποια πολὺ σημαντικὰ ἐπιτεύγματα τέτοιων κοινωνιῶν (σὲ ἐπίπεδο κυρίως τεχνολογικῆς προόδου ἢ προϊόντων τέχνης) τὸ μέγιστο  ποὺ μπορεῖ νὰ περιμένει κανεὶς ἀπὸ τέτοιες κοινωνίες (καὶ σπάνια πραγματούμενο) εἶναι ἡ εὐζωία, ἡ καλὰ ρυθμισμένη δηλαδὴ καὶ ἀπρόσκοπτη ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀτόμου. Μέχρις ἐκεῖ ὅμως. Μία τέτοια κοινωνία ποτὲ δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀπαλλαγεῖ ὑπαρξιακὰ ἀπὸ τὴ βασανιστικὴ ἀνελευθερία τῆς ἀναγκαιότητας, καὶ περαιτέρω ἀπὸ τὸ σκότος τῆς φθορᾶς καὶ τὴν ἔσχατη καταδυνάστευση τοῦ ἐφήμερου καὶ τοῦ θανάτου.

Ἀποτελώντας τὴν ἐξαίρεση γιὰ τὴν ἐποχή του, ὁ ἑλληνισμὸς τῆς ἀρχαιότητας, μετὰ ἀπὸ ἱστορικὴ ὡρίμανση αἰώνων, κατάφερε νὰ προσεγγίσει, ἔστω γιὰ λίγο, ἔστω ἀτελῶς καὶ ἀποσπασματικά, ἕναν ἄλλο τρόπο ὕπαρξης, μιὰν ἄλλη κοινωνία, αὐτὴν ποὺ χαρακτηρίστηκε ἀπὸ τὴν ἀρχαία σκέψη, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σύγχρονους στοχαστές, ὡς ἡ «κοινωνία τοῦ ἀληθοῦς» ἢ ἀλλιῶς ὡς ἕνας  «κοινωνιοκεντρικὸς πολιτισμὸς τῆς σχέσης». Κατ᾿ αὐτὸν ὁ πρωτεύων ἄξονας τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων κατέστη ὄχι ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν ἀλλὰ ἡ σχέση τῶν προσώπων, ἡ διαφύλαξη τῆς ἑτερότητος καὶ ἡ συναρμογὴ τῶν προσώπων σὲ ἕνα καινοφανὲς σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, ὡς τρόπο βίωσης καὶ φωτισμοῦ τῆς σχέσης. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ ἐκλογικὴ συνάθροιση, ἀλλὰ ἕνας τρόπος ζωῆς καὶ φανέρωσης τῆς σχέσης ὡς τὸ μεῖζον. Ἡ θεραπεία τῆς ἀνάγκης δὲν ἀπεμπολήθηκε, ἀλλὰ προσλήφθηκε στὴν κατεύθυνση τῆς ἀνάδειξης καὶ προάσπισης τῆς σχέσης τῶν προσώπων. Παρότι ἀτελής, αὐτὸς ὁ πολιτισμὸς τῆς σχέσης γονιμοποίησε τὴν ἑλληνικὴ ψυχὴ καὶ τὴν κατέστησε εὔφορο ἔδαφος γιὰ περαιτέρω ἐξελίξεις.

Αὐτὸ ποὺ ἔκτοτε καὶ γιὰ πολλοὺς αἰῶνες ἀνέμενε ἡ ἑλληνικὴ σκέψη, ἦρθε νὰ πληρωθεῖ, καὶ μάλιστα στὸν τέλειο βαθμό, ὅταν ἀποκαλύφθηκε καὶ φανερώθηκε στὸν ἑλληνικὸ κόσμο ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν. Καὶ αὐτὸ γιατὶ ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν ἔδωσε στὴν Ἑλληνικὴ ψυχὴ αὐτὰ τὰ δύο ποὺ ποθοῦσε πιὸ πολύ. Τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάθε ἀναγκαιότητα καὶ ἕνα ἀσύλληπτο πρότυπο σχέσεων προσώπων. Ὁ Θεὸς αὐτὸς ἔχει μιὰν ἀπερινόητη ἐλευθερία, μὴ ὑποκείμενη σὲ κανέναν περιορισμό. Ἡ ἐνανθρώπισή Του ἀποτελεῖ ὑπέρβαση τῆς ἴδιας Του τῆς φύσης, ἐνῷ ἡ ἀνάστασή Του ἀποτελεῖ ἄρση καὶ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ἔσχατη ἀναγκαιότητα τοῦ θανάτου. Τὸ πιὸ ἐκπληκτικὸ ὅμως εἶναι, ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸς δὲν εἶναι ἕνα πρόσωπο ποὺ ἁπλῶς ἔχει σχέσεις, ἀλλὰ αὐτὸς καθ᾿ αὐτὸν εἶναι σχέση. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν ὁρίζεται ὡς σχέση καὶ μάλιστα σχέση μανικοῦ ἔρωτα. Μιὰ ἀδιαίρετη, ἀγαπητική, ὀντολογικὴ ἑνότητα τριῶν προσώπων («ἀδιαιρέτως»), χωρὶς ἀφομοίωση καὶ ἀλλοίωση τῆς ἑτερότητας («ἀσυγχύτως»). Οἱ Ἕλληνες δέχτηκαν μὲ χαρὰ τὸν Θεὸ αὐτὸν καὶ μέθυσαν τὴ «νηφάλιο μέθη» τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ φωτός. Γεύτηκαν καὶ πανηγύρισαν τὴν ἀτέλειωτη γιορτὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος  καὶ προσπάθησαν, ὅσο μποροῦσαν, νὰ διαμορφώσουν τὶς σχέσεις τους, τόσο σὲ ἀτομικὸ ὅσο καὶ σὲ συλλογικὸ ἐπίπεδο πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ τριαδικοῦ «ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως». Ὁ Ἑλληνισμὸς μετεξελίχθηκε σὲ ἕναν νέο τρόπο ζωῆς, σὲ μίαν νέα Ἑλληνικότητα, σὲ ἕνα νέον πολιτισμό, αὐτὸν τῆς Ρωμηοσύνης.

Πολλὰ θὰ μποροῦσαν νὰ γραφοῦν ὡς πρὸς τὰ ἐπιμέρους στοιχεῖα καὶ τοὺς ἄξονες ἐκείνους ποὺ συγκροτοῦν αὐτὸ ποὺ χαρακτηρίζομε ὡς Ἑλληνικὴ ταυτότητα στὴ διαχρονία της. Στοιχεῖα τῆς «κοινωνίας τῆς σχέσης», τὰ ὁποῖα προϋπῆρχαν ὡς πρόδρομος καὶ σπερματικὸς λόγος  στὴν ἀρχαιοελληνικὴ ζωή, καὶ βρῆκαν τὴν οὐσιαστική τους νοηματοδότηση καὶ ὁλοκλήρωση στὴν Ὀρθοδοξία. Θὰ περιοριστοῦμε στὴν ἐπιγραμματικὴ ἀναφορὰ ὁρισμένων κεντρικῶν ἀξόνων καὶ μάλιστα χρησιμοποιώντας τὴν κωδικοποίηση τοῦ καθ. π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ.

(α) Βασικότατο στοιχεῖο τῆς Ἑλληνικῆς ταυτότητας εἶναι ἡ «θρησκευτικότητα ὡς θεοκεντρικότητα». Ὁ Ἕλληνας εἶναι μιὰ θεοκεντρικὴ ὕπαρξη. Ἔχει μιὰ μόνιμη ἀναφορὰ στὸν Θεό. Ὁ Ἕλληνας ποτὲ δὲν ὑπῆρξε ἄθεος, ἀλλὰ πάντα εἶχε μιὰ συνεχῆ ἀναζήτηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἤδη ἀπὸ τὰ Ὁμηρικὰ χρόνια τὸ θεῖο στοιχεῖο κυριαρχεῖ σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τοῦ καθημερινοῦ βίου. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ θὰ ὁδηγήσει τὸν Παῦλο νὰ ἀποκαλέσει τοὺς Ἀθηναίους «δεισιδαιμονεστάτους», δηλαδὴ «εὐσεβεστάτους».

(β) Τὸ δεύτερο στοιχεῖο εἶναι ἡ «ἠθικότητα ὡς ἀνθρωπισμός». Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς καταφάσκει τὸν ἄνθρωπο, ἀναγνωρίζει καὶ τιμᾶ τὸν ἄνθρωπο. Παρὰ τὶς ἀστοχίες του, δὲν ἔχει ρατσιστικὸ πνεῦμα. Ἀναζητεῖ συνεχῶς τὴν ἀλήθεια καὶ ἀρετὴ καὶ προβάλλει ἠθικὰ πρότυπα προσπαθώντας νὰ παιδεύσει στὸ «καλὸ κἀ- γαθό». Προβάλλει συγκλονιστικὰ πρότυπα ἀρετῆς ὅπως ἡ Ἀντιγόνη, ποὺ σχεδὸν ἀγγίζει τὸν Χριστιανισμό.

(γ) Παράλληλα, ὁ ἑλληνισμὸς ἔχει «συνείδηση τῆς ἑνότητας καὶ καθολικότητας ὅλης τῆς ζωῆς». Ὁ Ἕλληνας καταφάσκει καὶ ἀποδέχεται ὁλόκληρη τὴ ζωή, ὅλες τὶς ἐκφάνσεις καὶ τὰ ἐπίπεδα τοῦ ἀνθρώπινου βίου, ἐπιγείου τε καί ἐπουρανίου. Δὲν ἀπορρίπτει τίποτα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀργότερα, ὄντας χριστιανός, θὰ ἀναφωνήσει πιὸ ὁλοκληρωμένα: «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ἡ κατάφαση καὶ ὁ ἁγιασμός τῆς σύνολης ζωῆς στὴ συνεχῆ καὶ ἀτελεύτητη πορεία της.

(δ) Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός ἔχει «ἐπίγνωση καὶ κατανόηση τῶν ὁρίων τοῦ ἀνθρώπινου λόγου». Γνωρίζει ὅτι ὁ ἀνθρώπινος λόγος καὶ οἱ ἀνθρώπινες δυνατότητες εἶναι πεπερασμένες. Καὶ μάλιστα ἡ τυχοῦσα ὑπέρβαση τῶν ὁρίων θεωρεῖται ὕβρις. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ποτὲ δὲν θὰ δεχθεῖ ὁποιασδήποτε μορφῆς νοησιαρχία ἢ ἀπολυτοποίηση τοῦ λόγου. Ἡ ἀπολυτοποίηση τοῦ λόγου ἢ ἀκόμα παραπέρα ἡ (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ὁρολογία) «ἀπολυτοποίηση τῆς ἀποτελεσματικότητας» ποὺ σήμερα ἔχει ἀναχθεῖ στὸ μεῖζον, θεωρεῖται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ ἐκτροπὴ  καὶ ἀδιέξοδο. Ἡ ἀντίληψη τοῦ πεπερασμένου τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου θὰ ἐκφραστεῖ ἀκόμα πιὸ ὁλοκληρωμένα, μεταξὺ ἄλλων, ἀπὸ τοὺς τρεῖς μεγάλους Καππαδόκες καὶ ἀργότερα ἀπὸ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ. Ἡ ἀνθρώπινη σοφία διακρίνεται πλήρως καὶ σαφῶς ἀπὸ τὴ θεία σοφία. Τὸ κτιστὸ μπορεῖ νὰ ἀναλύσει μονάχα τὸ κτιστό. Τὸ ἄκτιστο φανερώνεται μονάχα ἐντὸς τῆς Θείας Χάριτος. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν δὲν προσεγγίζεται νοητικά, αὐτοφανερώνεται καὶ ἀποκαλύπτεται ἰδίᾳ βουλήσει ἐντὸς τοῦ σωτηριολογικοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας.

(ε) Κεντρικὴ θέση στὸν Ἑλληνικὸ πολιτισμὸ ἔχει ἡ «κοινωνικὴ ἀντίληψη καὶ ἡ κοινωνικὴ βίωση τῆς ἀλήθειας». Εἶναι ἡ ἀντίληψη τοῦ Ἠράκλειτου, ὅτι, ὅταν κοινωνοῦμε κάτι, τότε ἀληθεύομε. Ὁ Ἕλληνας ἀνέκαθεν θεωρεῖ ὅτι, μόνον ὅταν κοινωνεῖ τὰ ἀγαθὰ του ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη, μόνον τότε ἀληθεύει. Ὁ Ἕλληνας θέλει νὰ μοιράζεται ἀνυστερόβουλα καὶ ἀγαπητικὰ τόσο αὐτὰ ποὺ ἔχει, ὅσο καὶ αὐτὸ ποὺ εἶναι. Τὸ εὐπροσήγορο, ἡ χαρὰ τῆς συνύπαρξης, τὸ φιλότιμο ἢ καὶ ἡ παροιμιώδης ἑλληνικὴ φιλοξενία ἀποτελοῦν  ἐκφράσεις αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως.

(στ)   Sine qua non παράμετρος τῆς Ἑλληνικότητας εἶναι ἡ ἰσχυρὴ «προσληπτικὴ καὶ μετασκευαστικὴ δυνατότητα». Ὁ ἑλληνισμὸς ὄχι μόνο καταφάσκει τὴν ἑτερότητα, ἀλλὰ προσλαμβάνει τάχιστα καὶ μετεξελίσσει δημιουργικὰ ὁτιδήποτε ὁ ἄλλος κόσμος μπορεῖ νὰ τοῦ προσφέρει (ἀγαθά, ἰδέες, σκέψεις, δομές κλ.). Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸ «ἀπρόσληπτο καὶ ἀθεράπευτο» τοῦ Χρυσοστόμου. Ἀνέκαθεν ὅμως ὁ ἑλληνισμὸς προσλάμβανε τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἢ μποροῦσαν τροποποιούμενα νὰ γίνουν «ὁμοούσια» τῆς ταυτότητάς του, τῆς παράδοσής του καὶ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ποὺ δὲν θὰ ἀλλοίωναν, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, τὴν ἰδιοπροσωπία του. Δυστυχῶς, στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει μὲ πόνο νὰ ὑπογραμμίσομε ὅτι τὰ τελευταῖα 180 χρόνια, ἐξυπηρετώντας ἀλλότρια συμφέροντα, ἡ πολιτικὴ καὶ ἀκαδημαϊκὴ ἐλὶτ τοῦ τόπου ἐπέβαλε ἄνωθεν καὶ ἑδραίωσε πλῆθος θεσμῶν, ποὺ ὄχι μόνο δὲν συνάδουν, ἀλλὰ ἀντίθετα ἀντιστρατεύονται τὴν ταυτότητά μας καὶ τὸ χειρότερο ὅλων εἶναι ὅτι ἀλλοίωσαν καὶ συνεχίζουν μὲ ταχεῖς ρυθμοὺς νὰ ἀλλοιώνουν τὸ κριτικὸ αἰσθητήριο γνησιότητας ποὺ διέθετε ὁ λαός μας.

(ζ) Ὡς τελευταῖο στοιχεῖο θὰ ἀναφέρομε τὴν «οἰκουμενικότητα» τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ἡ ἑλληνικότητα εἶναι μέγεθος οἰκουμενικό, μηδέποτε ἀφοριζόμενο καὶ ἐγκλωβιζόμενο στὰ ὁποιαδήποτε συμβατικὰ σύνορα ἑνὸς κρατιδίου-προτεκτοράτου, μιᾶς βαλκανικῆς, ἐπαρχιακῆς νομαρχίας τῆς Εὐρώπης, ὅπως ἐπιδιώκουν κάποιοι. Ἡ ἑλληνικότητα εἶναι σωτηριολογικὸ μέγεθος ποὺ ἀφορᾶ καὶ προσλαμβάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο. Μιὰ πρόσληψη ὅμως ὥριμη, ἐν ἐλευθερίᾳ, ἀγάπῃ καί φῶς καὶ ὄχι μιὰ ψυχρή, ἄτακτη «πολύ-πολιτισμικὴ» συνύπαρξη καὶ ἀτελέσφορο συνονθύλευμα ἀτόμων ἄνωθεν καὶ δολίως ἐπιβαλλόμενο ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες τοῦ σκότους τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ ἑλληνισμὸς συναδελφώθη, συνεφύρθη, καί συνενώθη μὲ κάθε λαὸ μερικῶς μὲν ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, ὁλοτελῶς δὲ ὑπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς ἀενάου Πεντηκοστῆς μὲ κοινὸ ποιμένα τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ.  Ἀπὸ τὴν ἀτελῆ οἰκουμενικότητα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, στὴν οὐσιαστικὴ οἰκουμενικότητα τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἀπὸ τὴν ἑλληνικότητα τῶν ἀρχαίων χρόνων στὴ νέα Ἑλληνικότητα, τὴ Ρωμηοσύνη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος