Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > «Μια μικρή βαλίτσα και ένα κουστουμάκι…» / Γ. Ε., Ελβετία

«Μια μικρή βαλίτσα και ένα κουστουμάκι…» / Γ. Ε., Ελβετία

Τα προβληματάκια στη δουλειά σε αγχώνουν ανησυχητικά, ρώτησα τη φίλη μου που ζει και εργάζεται στην άλλη πλευρά της γης.  «Δεν νομίζω να είναι μόνο αυτό, είναι πιο βαθύ φοβάμαι….», μου απάντησε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα μια τεράστια ανακούφιση και έναν πόνο βαθύ.

Θα πιάσω να σου εξηγήσω για τον πόνο μου. Είναι αυτή η τεράστια σύγκρουση που νιώθει η ψυχή σου ανάμεσα στο «κουστουμάκι» που σου φόρεσαν από μικρό. Μέσα σ’ αυτό το καλοσυνταιριασμένο σύνολο της ταυτότητάς σου, της αλήθειας σου, των αξιών σου, τα ΄΄πρέπει΄΄, η συνείδησή σου και  ο ρόλος σου σ’ αυτή τη ζωή.  Έχω γνωρίσει ανθρώπους να ζουν και να χάνουν τη ζωή τους φορώντας αυτό το κουστουμάκι. Είναι τα αδέρφια μου, οι φίλοι μου, το αφεντικό μου, εγώ ο ίδιος. Έχω ζήσει ανθρώπους να κάνουν πιο φανταχτερό το συνολάκι τους πίσω από θρησκείες, πολιτικές συνάξεις και ακρο-δεξιο-αριστερές συναθροίσεις. Δεν ξέρω τι είναι δυνατόν να αντισταθεί σε όλα αυτά. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου.

Ψάχνω παντού στον κόσμο να βρω το αντίδοτο του φόβου μου. Λυπάμαι για τα χρόνια που έχασα, και όλο τρέχω, τρέχω. Λυπάμαι για τα χρόνια που δεν ήμουν αληθινά εγώ. Γυρνώ στον τόπο που μεγάλωσα. Στις γνωστές μελωδίες και στα σοκάκια που μάτωσαν τα γόνατά μου και στα θυμιάματα που μύρισα. Κάπου κάπου κουράζομαι. Τίποτα δε μου θυμίζει εκείνα τα χρόνια. Γεμίζω τη βαλίτσα μου και φεύγω… Αυτή τη φορά επέλεξα να αφήσω το κουστουμάκι μου και να βάλω και ένα μπουφάν. Για να με ζεστάνει στα κρύα που πηγαίνω.

Μπέρδεψα πολλές φορές την αντίδραση με τον θυμό και τη μετάβαση της ευθύνης. Δεν έμαθα να ζω με λίγα και απλά. Οι βασικές λειτουργίες της κοινωνίας που μεγάλωσα ήταν η ευκολία, η ετοιμότητα στην κατηγορία, η ανευθυνότητα, η σαπίλα των ανθρώπων ενός συστήματος. Δεν έμαθα να σέβομαι το περιβάλλον και το μεταμόρφωσα σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες μου. Βρέθηκα να πεινάω εδώ στα ξένα, δεν ήξερα να φυτεύω ούτε να ζυμώνω. Μα πώς είναι δυνατόν; Θυμάμαι σαν όνειρο τη γιαγιά μου και κάτι ξεφτισμένες εικόνες σε κάποια βιβλία αλλά δεν ξέρω τον τρόπο. Απόγνωση νιώθω. Κατέληξα μόνος. Απόγνωση νιώθω. Θυμάμαι τον Θεό. Θέλω να προσευχηθώ αλλά ξέχασα πώς. Πρέπει να θυμηθώ. Ίσως να μάθω καλύτερα.

Πέρασε καιρός και φοβάμαι μήπως έκανα λάθος που άφησα τα πάντα. Αμφισβήτησα την επιλογή μου, τη δήθεν ανησυχία μου. Αν είχα τώρα το κουστουμάκι μου! Πέρασα πολλές ώρες χωρίς τη βουή του κόσμου, του κινητού μου και της ασφάλειάς μου. Πονώ και κανένας ίσως δεν το κατάλαβε. Ένιωσα και νιώθω μοναξιά, κανείς δεν το άκουσε. Ατέρμονη πάλη με τον εαυτό μου. Δεν υπάρχει φως.

Αλλά να, οι θύμησες τα θυμιάματα και οι προσευχές αναβιώνουν. Έπρεπε να φτάσω εδώ για να αναγεννηθεί το εμποτισμένο DNA μου με πίστη και ελπίδα. Γεμίζω με ανακούφιση.

…..Βάλε λοιπόν το μπουφανάκι που εσύ διάλεξες και προχώρα, ακούω από την άλλη άκρη της γης…..μόνο κράτα γερά τη βαλίτσα που πήρες φεύγοντας, ακούω τη φωνή της φίλης μου από την άλλη πλευρά της γης!

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος