Το Ρωμαίικο > Παιδεία > “Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και η ταυτότητα του Γένους μας” / Βασιλείου Ἀθ. Τσίγκου*

“Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και η ταυτότητα του Γένους μας” / Βασιλείου Ἀθ. Τσίγκου*

Ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λο­γί­α τοῦ τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι σὲ κά­θε ἐ­πο­χὴ καὶ σὲ κά­θε τό­πο ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὁ­ρι­σμέ­νοι ἐ­ξαί­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι, ὑ­πάρ­χουν με­ρι­κὰ πνευ­μα­τι­κὰ ἀ­να­στή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στη φλό­γα ψυ­χῆς, μὲ ῥω­μαί­ϊ­κο φι­λό­τι­μο, μὲ πο­λὺ κό­πο, αὐ­τα­πάρ­νη­ση καὶ μὲ αὐ­τὴ ἀ­κό­μη τὴν προ­σφο­ρὰ τῆς ζω­ῆς τους ἀ­γω­νί­ζον­ται νὰ δι­δά­ξουν τὶς ἀ­λή­θει­ες τῆς πί­στε­ώς μας καὶ νὰ προ­βάλ­λουν τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὰ ζώ­πυ­ρα τοῦ Γέ­νους μας, ὅ­λα ὅ­σα κα­θο­ρί­ζουν τὴν Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη ταυ­τό­τη­τά μας.

Ἕ­νας ξε­χω­ρι­στὸς ἄν­θρω­πος, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ μορ­φή, ἡ δρά­ση καὶ ἡ δι­δα­σκα­λί­α ση­μά­δε­ψαν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια τῆς μα­κραί­ω­νης Ὀ­θω­μα­νι­κῆς δου­λεί­ας εἶ­ναι ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, ὁ Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρας, Ἰ­σα­πό­στο­λος καὶ χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λὴ ὁ γε­νάρ­χης τοῦ νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι ὁ ἐκ­φρα­στὴς τῶν ἀ­ξι­ῶν καὶ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­να­γεν­νη­τὴς τοῦ Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξου πο­λι­τι­σμοῦ στὴν ἐ­πο­χή του, ἕ­νας πού μό­νος του ἔ­κα­νε γιὰ τὸ σκλα­βω­μέ­νο Γέ­νος ὅ­σα κά­νει καὶ ὅ­σα δὲν μπο­ρεῖ ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νη στὶς ἡ­μέ­ρες μας ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Παι­δεί­ας, Θρη­σκευ­μά­των καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ ἢ καὶ ἐν μέ­ρει τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο τῶν Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν.

Ἀ­σφα­λῶς δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εὔ­κο­λο ἐγ­χεί­ρη­μα νὰ ἀ­σχο­λη­θῆ κά­ποι­ος καὶ νὰ χα­ρά­ξει λί­γες γραμ­μὲς γιὰ τὸν ἀ­να­γεν­νη­τῆ τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς ζω­ῆς τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου Ὀρ­θό­δο­ξου λα­οῦ μας, τὸν πνευ­μα­το­φό­ρο Ἁ­γι­ο­ρεί­τη μο­να­χό, τὸν πυ­ρα­κτω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη πί­στη στὸν τρι­α­δι­κὸ Θε­ὸ καὶ τὴν ἔμ­πρα­κτη ἀ­γά­πη γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του, τὸν “ἅ­γιο τῶν σκλά­βων”, τόν “με­γά­λο δι­δά­χο”, τόν “προ­φή­τη τοῦ Γέ­νους”, τὸν Ἅ­γιο πού ὁ λα­ὸς τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε βα­θύ­τα­τα καὶ τὸν τι­μοῦ­σε ὡς Ἅ­γιο ἐ­νῶ ἀ­κό­μη ζοῦ­σε. Καὶ τοῦ­το δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νος μὲ ἐ­λά­χι­στα καὶ στοι­χει­ώ­δη μέ­σα, πάμ­πτω­χος καὶ ἀ­σκη­τι­κός, πε­ρι­έ­τρε­ξε, κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σό τοῦ δε­κά­του ὀ­γδό­ου αἰ­ῶνα, ὁ­λό­κλη­ρη σχε­δὸν τὴ ση­με­ρι­νὴ Ἑλ­λά­δα καὶ τὴ Βό­ρει­ο Ἤ­πει­ρο καὶ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ δι­δά­ξει τὶς ἀ­λή­θει­ες τῆς πί­στε­ως καὶ τε­λι­κὰ νὰ μαρ­τυ­ρή­σει γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῶν ἀ­δελ­φῶν του. Καὶ ἐ­νῶ φαί­νε­ται ὅ­τι ἐ­μεῖς ζοῦ­με σὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐ­πο­χὲς καὶ συν­θῆ­κες, εἶ­ναι ἀ­λη­θὲς ὅ­τι, καὶ στὶς ἡ­μέ­ρες μας, οἱ δι­δα­χές τοῦ ἁ­γί­ου Κο­σμᾶ τοῦ Αἰ­τω­λοῦ ἀ­πευ­θύ­νον­ται σὲ μυ­η­μέ­νους φί­λους τῶν δι­δαγ­μά­των καὶ τῆς ἐμ­πει­ρί­ας τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ὅ­σους ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ τὴν Παι­δεί­α, τὴν ταυ­τό­τη­τα καὶ τὴν πο­ρεί­α τοῦ τό­που μας καὶ αὐ­τοὺς μπο­ρεῖ νὰ τοὺς ἐμ­πνεύ­ση καὶ νὰ τοὺς θρέ­ψη μὲ στε­ρε­ὰ τρο­φή. Ὅ­σα, λοι­πόν, γρά­φον­ται στὴ συ­νέ­χεια ἀ­πο­σκο­ποῦν στὸ νὰ σφυ­ρη­λα­τή­σουν τὴν αὐ­το­γνω­σί­α καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τά μας, πού μᾶς χρει­ά­ζον­ται νὰ ζή­σου­με στὸ πα­ρὸν καὶ νὰ οἰ­κο­δο­μή­σου­με σὲ γε­ρὰ θε­μέ­λια τὸ μέλ­λον.

Ὁ με­γά­λος αὐ­τὸς δι­δά­σκα­λος τοῦ Γέ­νους ἀ­γω­νί­σθη­κε ἔρ­γοις καὶ λό­γοις νὰ “φω­τί­ση” τοὺς σκλα­βω­μέ­νους ἀ­δελ­φούς του καὶ νὰ ἀ­να­δεί­ξη τὴν Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη ταυ­τό­τη­τα καὶ Παι­δεί­α ἑ­νὸς κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ναρ­κω­μέ­νου καὶ “ἀ­γρι­ε­μέ­νου” πο­λι­τι­σμοῦ. Δί­χως γράμ­μα­τα δὲν θὰ πά­ει μπρο­στὰ τὸ Γέ­νος για­τί, ὅ­πως συ­χνὰ ἔ­λε­γε, ἀ­γρί­ε­ψε. Ὁ ἱ­ε­ρὸς Πα­τὴρ μὲ ἄ­κρως ἐ­πί­μο­νο, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὸ τρό­πο, ἐ­πε­δί­ω­κε νὰ ἔ­χη ὁ κα­θέ­νας στὴ χώ­ρα του Σχο­λεῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ γιὰ νὰ μα­θαί­νουν τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα. Καὶ τοῦ­το, δι­ό­τι γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι “Τὸ σχο­λεῖ­ον φω­τί­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια τῶν χρι­στια­νῶν. Καὶ σεῖς γο­νεῖς νὰ στέλ­λε­τε τὰ παι­διὰ σας εἰς τὰ σχο­λεῖ­α καὶ νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε μὲ χρι­στι­α­νι­κὰ ἤ­θη. Ἁ­μαρ­τά­νε­τε πο­λὺ νὰ τὰ ἀ­φή­νε­τε ἀ­γράμ­μα­τα καὶ τυ­φλά. Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ ἀ­φή­νε­τε φτω­χὰ καὶ γραμ­μα­τι­σμέ­να, πα­ρὰ πλού­σια καὶ ἀ­γράμ­μα­τα… Δὲν βλέ­πε­τε ὅ­τι ἀ­γρί­ε­ψε τὸ γέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­μά­θειαν καὶ ἐ­γί­να­μεν ὡς θη­ρί­α;”.

Ὁ ἴ­διος φθά­νει μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζη τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ κτί­ζον­ται πρῶ­τα Σχο­λεῖ­α καὶ με­τὰ Ἐκ­κλη­σί­ες, για­τί ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι μα­θαί­νουν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. “Ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ον μαν­θά­νο­μεν τὸ κα­τὰ δύ­να­μιν τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, ἀρ­χάγ­γε­λοι, τί εἶ­ναι δαί­μο­νες, τί εἶ­ναι Πα­ρά­δει­σος, τί εἶ­ναι Κό­λα­σις, τί εἶ­ναι ἁ­μαρ­τί­α, ἀ­ρε­τή. Ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ον μαν­θά­νο­μεν τί εἶ­ναι ἁ­γί­α Κοι­νω­νί­α, τί εἶ­ναι Βά­πτι­σμα, τί εἶ­ναι τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον, ὁ τί­μιος Γά­μος, τί εἶ­ναι ψυ­χή, τί εἶ­ναι κορ­μί, τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ον τὰ μαν­θά­νο­μεν, δια­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ον πε­ρι­πα­τοῦ­μεν εἰς τὸ σκό­τος”. Καὶ κα­τα­λή­γει λέ­γον­τας ὅ­τι “τὸ σχο­λεῖ­ον ἀ­νοί­γει τὲς ἐκ­κλη­σί­ες, τὸ σχο­λεῖ­ον ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια”.

Συ­νε­χί­ζει λέ­γον­τας ὅ­τι εἶ­ναι προ­τι­μό­τε­ρο “νὰ ἔ­χης εἰς τὴν χώ­ραν σου σχο­λεῖ­ον ἑλ­λη­νι­κόν, πα­ρὰ νὰ ἔ­χης βρύ­σες καὶ πο­τα­μούς, δια­τὶ ἡ βρύ­ση πο­τί­ζει τὸ σῶ­μα, τὸ δὲ σχο­λεῖ­ον πο­τί­ζει τὴν ψυ­χὴν”. Ὁ ἱ­ε­ρὸς Πα­τὴρ ἐ­πι­μέ­νει καὶ ἐ­πι­τυγ­χά­νει νὰ σπου­δά­ζουν στὰ σχο­λεῖ­α δω­ρε­ὰν “ὅ­λα τὰ παι­διὰ καὶ πλού­σια καὶ φτω­χὰ χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­νουν”. Ἔ­τσι ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται σὲ πρό­δρο­μο τῆς γε­νι­κῆς καὶ δω­ρε­ὰν Παι­δεί­ας. Ὡ­στό­σο, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­ση­μαν­θῆ ὅ­τι μὲ τὴν ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του στὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑλ­λη­νι­κῶν Σχο­λεί­ων καὶ μὲ τὴν προ­τρο­πή του νὰ μι­λοῦν τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα δὲν δεί­χνει νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζη μί­α ἀ­ό­ρι­στα ἀν­θρω­πι­στι­κὴ καὶ ἀ­πρό­σω­πη Παι­δεί­α, ἀλ­λὰ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ αὐ­τὴ πού ὁ­δη­γεῖ τοὺς μα­θη­τὲς στὴν Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη ἀ­γω­γὴ καὶ μόρ­φω­ση.

Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς δι­ῆλ­θε ἐν ἀ­σκή­σει ὅ­λα τὰ πνευ­μα­τι­κὰ στά­δια καὶ τὶς βαθ­μί­δες καὶ γνω­ρί­ζει ἐ­πα­κρι­βῶς τὴν ὁ­δό, τά μέ­σα καὶ τὸν τρό­πο, πού μπο­ροῦν νὰ ὁ­δη­γή­σουν καὶ ἄλ­λους στὴν ἐν Χρι­στῷ γέν­νη­ση καὶ ἐ­νη­λι­κί­ω­ση καὶ τε­λι­κὰ στὴ σω­τη­ρί­α τους. Γιὰ τὸν ἱ­ε­ρὸ Πα­τέ­ρα οἱ ἀ­λή­θει­ες τῆς πί­στε­ως πε­ρι­γρά­φουν τὴν ἀ­σφα­λῆ καὶ δο­κι­μα­σμέ­νη ὁ­δὸ γιὰ τὴν ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που. Μὲ ἀ­λη­θι­νὴ τα­πεί­νω­ση καὶ συ­ναί­σθη­ση ἀ­να­ξι­ό­τη­τας καὶ ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τας δι­δά­σκει, ὅ­πως λέ­γει, “τὰ ἀ­ναγ­και­ό­τε­ρα μυ­στή­ρια τῆς πί­στε­ως” στοὺς ἀ­δελ­φούς του, “τὸ κα­τὰ δύ­να­μιν, ὄ­χι ὡς δι­δά­σκα­λος, ἀλλ᾿    ὡς ἀ­δελ­φός· δι­δά­σκα­λος μό­νος ὁ Χρι­στὸς μας εἶ­ναι”.

Ἐ­κεῖ­νο πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν πα­τρο-Κο­σμᾶ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς προ­γε­νέ­στε­ρους Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στὰ οὐ­σι­ώ­δη θέ­μα­τα πί­στε­ως καὶ σω­τη­ρί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που. Δὲν τὸν ἀ­πα­σχό­λη­σαν οἱ δυσ­νό­η­τες ἀ­να­λύ­σεις καὶ τὰ δευ­τε­ρεύ­ον­τα θέ­μα­τα, για­τί γνώ­ρι­ζε ἀ­κρι­βῶς τί εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σουν οἱ δι­ψα­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του. Ὥ­ρι­μος πνευ­μα­τι­κὰ σὰν ἔμ­πει­ρος κα­πε­τά­νιος ξέ­ρει τί θὰ ρί­ξει στὴ θά­λασ­σα καὶ τί χρή­σι­μο θὰ κρα­τή­σει γιὰ νὰ δι­δά­ξη καὶ νὰ οἰ­κο­δο­μή­ση.

Στὴ δι­δα­σκα­λί­α του, ὡς πι­στοῦ μέ­λους τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, “τὰ δόγ­μα­τα  ταύ­της  κα­τέ­χων”,  φα­νε­ρώ­νε­ται ἡ  ζω­ο­ποι­ὸς πα­ρου­σί­α της,  ἡ  ὁ-

ποί­α στή­ρι­ξε καὶ γα­λού­χη­σε τὸ Γέ­νος τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων σὲ ὅ­λη τὴ μα­κρὰ διά­ρκεια τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Ὁ ἱ­ε­ρὸς Πα­τὴρ δὲν ἦ­ταν μό­νο δέ­κτης καὶ φύ­λα­κας τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως καὶ ἀ­λη­θεί­ας, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­θεν­τι­κὸς με­τα­δό­της καὶ ἑρ­μη­νευ­τής της. Μὲ τὶς δι­δα­χές του ἀ­να­δει­κνύ­ει καὶ προ­βάλ­λει τὴν ἀ­ξί­α καὶ μο­να­δι­κό­τη­τα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς πί­στε­ως στὸν Χρι­στό, μὲ σκο­πὸ τὴν ἐν­δυ­νά­μω­ση καὶ οἰ­κο­δο­μή τῶν πι­στῶν, ἀλ­λὰ καὶ τὴν “αὔ­ξη­ση” τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, μει­ώ­νον­τας σὲ χρό­νους ἰ­δι­αι­τέ­ρως δύ­σκο­λους γιὰ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὸ ὑ­πό­δου­λο Γέ­νος, τὸν αὐ­ξα­νό­με­νο κίν­δυ­νο καὶ τὴ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ τοῦ ἐ­ξισ­λα­μι­σμοῦ καὶ τοῦ ἐ­κλα­τι­νι­σμοῦ μὲ τὶς συ­χνὲς ἀλ­λα­ξο­πι­στί­ες πολ­λῶν χρι­στια­νῶν Ὀρ­θο­δό­ξων.

Ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῶν δι­δα­χῶν του μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι μί­α ἐ­πι­το­μὴ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τῆς πί­στε­ως καὶ ζω­ῆς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ δὲ θε­ο­λο­γί­α του εἶ­ναι ἐμ­φα­νέ­στα­τα ὁ­μο­λο­για­κὴ μὲ ἔν­το­νο ἀ­πο­λο­γη­τι­κὸ καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ἀν­τιρ­ρη­τι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα. Μὲ ὅ­σα λέ­γει ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ πι­στέ­ψουν οἱ ἀ­κρο­α­τές του ὅ­τι ἡ δι­δα­σκα­λί­α του εἶ­ναι λό­γος ἀ­λη­θι­νός, ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ. “Αὐ­τὰ ὁ­πού σᾶς εἶ­πα τὸ ἴ­διον εἶ­ναι ὡ­σὰν νὰ κα­τέ­βη ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς νὰ σᾶς τὰ εἰ­πῆ”.

Ὁ ἴ­διος εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως βέ­βαι­ος ὅ­τι οἱ λό­γοι του συμ­βα­δί­ζουν μὲ “τὸν δρό­μον τῶν Πα­τέ­ρων” τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­ναι “λό­για τοῦ πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, εἶ­ναι πο­λὺ τι­μι­ώ­τε­ρα καὶ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τζο­βα­ΐ­ρια καὶ μαρ­γα­ρι­τά­ρια”. Ὅ­που μι­λοῦ­σε ἔ­στη­νε ἕ­ναν ξύ­λι­νο σταυ­ρό. Δί­δα­σκε στὴ σκιὰ τοῦ σταυ­ροῦ τὸν ὁ­ποῖ­ο φεύ­γον­τας ἄ­φη­νε σὲ ἀ­νά­μνη­ση. Αὐ­τὸ εἶ­χε μέ­γι­στη ση­μα­σί­α καὶ ἔ­κρυ­βε βα­θύ­τα­το πνευ­μα­τι­κὸ συμ­βο­λι­σμό. Κοι­νὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­λων τῶν δι­δα­χῶν του, εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται σὲ μί­α θε­ω­ρη­τι­κὴ κα­τή­χη­ση τῶν ἀ­κρο­α­τῶν του, ἀλ­λὰ προ­χω­ροῦν πάν­το­τε στὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη ἀ­να­φο­ρὰ καὶ σύν­δε­ση τῶν ἀ­λη­θει­ῶν τῆς πί­στε­ως μὲ τὴ μυ­στη­ρια­κὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀ­κό­μη οἱ δι­δα­χές του ἐ­ναρ­μο­νί­ζον­ται μὲ τὶς τρέ­χου­σες ἀ­νάγ­κες καὶ τὰ δι­ά­φο­ρα φλέ­γον­τα θρη­σκευ­τι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ προ­βλή­μα­τα, πού ἀν­τι­με­τώ­πι­ζαν οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν σκλη­ρῶν καὶ πέ­τρι­νων ἐ­κεί­νων χρό­νων τῆς μα­κραί­ω­νης δου­λεί­ας.

Στίς δι­δα­χές τοῦ πα­τρο-Κο­σμᾶ εἶ­ναι ἐμ­φα­νὴς ἡ ἀ­δι­ά­σπα­στη ἑ­νό­τη­τα καὶ συ­νέ­χεια τῆς ἀ­λή­θειας τῆς πί­στε­ως καὶ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, στὴν ὁ­ποί­α δὲν χω­ρί­ζε­ται ἡ θε­ο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, τὸ δόγ­μα ἀ­πὸ τὸ ἦ­θος καὶ τὴ λα­τρεί­α, ἡ θε­ω­ρί­α ἀ­πὸ τὴν πρά­ξη της. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ ἁρ­μο­νι­κὴ σύ­ζευ­ξη, ἡ ἄρ­ρη­κτη ἑ­νό­τη­τα ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε καὶ ἀ­πὸ τὸ μαρ­τυ­ρι­κό του τέ­λος, διὰ τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­πι­σφρά­γι­σε τὴ δι­δα­σκα­λί­α καὶ ὅ­λη τὴ δρά­ση του. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­στε­ψε καὶ ὑ­πέ­γρα­ψε μὲ τὸ αἷ­μα του, κα­θὼς ἀ­ξι­ώ­θη­κε τοῦ εἰ­δι­κοῦ χα­ρί­σμα­τος τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν ὥ­ρι­μος καρ­πὸς τῆς πο­λυ­ε­τοῦς πνευ­μα­τι­κῆς του ἐρ­γα­σί­ας καὶ τῆς ἐν Χρι­στῷ ἐ­νη­λι­κι­ώ­σε­ώς του.

Ἡ πα­ρου­σί­α καὶ τὸ Μαρ­τύ­ριό του στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως βε­βαί­ως καὶ ὅ­λων τῶν Μαρ­τύ­ρων καὶ Νε­ο­μαρ­τύ­ρων, εἶ­ναι “ἀ­να­και­νι­σμὸς ὅ­λης τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ως”. Ἡ χά­ρις τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου του ἀν­τα­να­κλᾶ καὶ δι­α­χέ­ε­ται σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α ἡ πα­ρου­σί­α καὶ ἡ δρά­ση τοῦ ἱ­ε­ροῦ Πα­τρὸς εἶ­ναι με­γά­λη εὐ­λο­γί­α τοῦ τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ στὸ Γέ­νος μας, συ­νι­στᾶ τὴν πλή­ρη ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση ἑ­νὸς χα­ρί­σμα­τος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­σα στὸν πλοῦ­το καὶ τὴν ποι­κι­λί­α τῶν χα­ρι­σμά­των καὶ λει­τουρ­γη­μά­των τῆς ζω­ῆς τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος· εἶ­ναι ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη πα­ρου­σί­α ἑ­νὸς με­γά­λου Ἁ­γί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἀ­νή­κει σὲ μί­α το­πι­κὴ κοι­νό­τη­τα, ἀλ­λὰ εἶ­ναι Ἅ­γιος τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Αὐ­τή, ἄλ­λω­στε, τοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη νὰ θρέ­ψη καὶ νὰ φω­τί­ση τὸ λα­ὸ τοῦ Θε­οῦ.

Μὲ τὴ μαρ­τυ­ρί­α καὶ τὸ Μαρ­τύ­ριό του κα­θο­δη­γεῖ καὶ εὐ­λο­γεῖ ὅ­λη τὴν Οἰ­κου­μέ­νη, οἰ­κο­δο­μεῖ ὅ­λα τὰ μέ­λη τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­φοῦ ἔ­χον­τας “τὸν Πα­ρά­κλη­τον ἐν ἑ­αυ­τῷ” γί­νε­ται καὶ ὁ ἴ­διος πα­ρά­κλη­τος, κα­θὼς πα­ρη­γο­ρεῖ τοὺς λοι­ποὺς χρι­στια­νοὺς ἀ­δελ­φούς του. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πνευ­σμέ­νη δι­δα­σκα­λί­α του, ἡ δια­ρκὴς πα­ρου­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Πα­τρὸς διὰ τῶν ἑ­κα­τον­τά­δων προ­φη­τει­ῶν του, διὰ τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου του καὶ διὰ τῶν ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων του εἶ­ναι ἁ­πτή, συγ­κε­κρι­μέ­νη καὶ δι­α­χρο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πού οἰ­κο­δο­μεῖ, τρο­φο­δο­τεῖ καὶ αὐ­ξά­νει μέ­χρι σή­με­ρα ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ ὡς γνή­σιος Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρας καὶ Ἰ­σα­πό­στο­λος, ὡς ἀ­λη­θι­νὸς Πα­τὴρ καὶ θε­ο­λό­γος τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὡς μέ­γας δι­δά­σκα­λος ὅ­λου τοῦ Γέ­νους τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων, ὡς ση­μαν­τι­κὸ ὁ­ρό­ση­μο τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ φω­τί­ση καὶ νὰ κα­θο­δη­γή­ση καὶ τὴ δι­κή μας ἐ­πο­χή.

Ἀ­λή­θεια, εἶ­ναι ἀ­πο­ρί­ας ἄ­ξιον πῶς στοὺς τέσ­σε­ρις αἰ­ῶ­νες τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἄν­τε­ξε ὁ λα­ὸς αὐ­τοῦ τοῦ τό­που; Πῶς κρα­τή­θη­κε ἡ πί­στη του, δὲν ἀλ­λοι­ώ­θη­κε ἡ συ­νεί­δη­σή του καὶ δὲν πα­ρα­χα­ρά­χθη­κε ἡ ταυ­τό­τη­τά του;  Στὴ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χὴ τῆς πο­λύ­μορ­φης κρί­σε­ως πού ὑ­φι­στά­με­θα ἅ­παν­τες, εἴ­μα­στε ἐ­πι­τέ­λους σὲ θέ­ση νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με καὶ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων, ὅ­τι κά­ποι­α κέν­τρα ἐ­λέγ­χου καὶ παι­δεί­ας δὲν λει­τουρ­γοῦν σω­στά; Μπο­ροῦ­με πλέ­ον νὰ ὁ­μο­λο­γή­σου­με εὐ­θαρ­σῶς ὅ­τι πῆ­ραν ἢ δώ­σα­με τὴν εὐ­θύ­νη γιὰ τὰ με­γά­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς καὶ τῆς ταυ­τό­τη­τάς μας σὲ ἄ­το­μα ἄ­σχε­τα καὶ ἀ­κα­τάλ­λη­λα;

Προ­κα­λεῖ ἐν­τύ­πω­ση καὶ προ­βλη­μα­τί­ζει τὸ ὅ­τι ὁ­ρι­σμέ­νοι Ἱ­στο­ρι­κοὶ δὲν τὸν ἀ­να­φέ­ρουν κα­θό­λου καὶ τὰ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α μᾶλ­λον τὸν ἀ­γνο­οῦν. Καὶ ἐ­νῶ θαυ­μά­ζο­με τὸν πα­τρο-Κο­σμᾶ φαί­νε­ται πώς λο­γο­κρί­νου­με τὴ δι­δα­σκα­λί­α του καὶ δὲν τοῦ ἐ­πι­τρέ­που­με νὰ πῆ τὴν ἀ­λή­θεια, πού συ­νο­ψί­ζει τὰ οὐ­σι­ώ­δη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ μας. Γι᾿  αὐ­τὸ καὶ ἡ ἀ­πο­σι­ώ­πη­ση ἢ δι­α­στρέ­βλω­ση τοῦ με­γα­λει­ώ­δους ἀ­να­γεν­νη­τι­κοῦ ἔρ­γου του ὑ­πο­δη­λώ­νει ἐμ­πά­θεια, προ­κα­τά­λη­ψη, ἰ­δε­ο­λο­γι­κὴ ἀγ­κύ­λω­ση, πο­λὺ δὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­γνω­μο­σύ­νη, ἀ­νε­πί­τρε­πτη ἔλ­λει­ψη ὀ­φει­λό­με­νης ἀ­να­γνώ­ρι­σης καὶ ἀ­πώ­λεια ἱ­στο­ρι­κῆς μνή­μης. Καὶ ἐ­ὰν ἡ μνή­μη τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι κρι­τή­ριο τῆς ταυ­τό­τη­τάς του, τό­τε ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς του μνή­μης, θὰ πρέ­πει ἀ­να­πό­φευ­κτα νὰ ση­μαί­νη ἀ­πώ­λεια καὶ τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς του ταυ­τό­τη­τας.

Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­ναμ­φί­βο­λα φω­τει­νὴ μορ­φὴ τοῦ νέ­ου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ. Εἶ­ναι τὸ καύ­χη­μα τοῦ Γέ­νους μας καὶ τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους. Γι᾿  αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λο­γί­α τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔ­χου­με στὴ δι­ά­θε­σή μας τὸ φῶς τῶν δι­δα­χῶν του. Ὅ­ποι­ος ἐμ­βα­θύ­νει στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους, θὰ δι­α­πι­στώ­σει εὐ­χε­ρῶς ὅ­τι αὐ­τὲς ἔ­χουν μί­α δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν γιὰ ὅ­λους πη­γὴ ἀ­στεί­ρευ­της ἔμ­πνευ­σης καὶ ἀ­με­τά­θε­της ἐλ­πί­δας. Ὁ πα­τρο-Κο­σμᾶς μέ­νει μα­ζί μας, ζεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ καὶ ὁ λα­ὸς αὐ­τὸς ζεῖ καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ζῆ ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο καὶ τὰ δι­δάγ­μα­τά του.

Τὸ ζεί­δω­ρο πνεῦ­μα τοῦ ἔρ­γου καὶ τῶν λό­γων του εἶ­ναι καὶ τώ­ρα ἐ­πί­και­ρο, ἀ­κρι­βῶς για­τί ἀ­παν­τᾶ στὰ θε­με­λι­ώ­δη τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ τρό­που τοῦ “ἀ­λη­θῶς ὑ­πάρ­χειν” τοῦ ἀν­θρώ­που, στὶς με­γά­λες ἀ­ξί­ες πού ἔ­θρε­ψαν γιὰ αἰ­ῶ­νες τοὺς κα­τοί­κους αὐ­τοῦ τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου τό­που. Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιὰ τοῦ ἱ­ε­ροῦ Πα­τρὸς εἶ­ναι σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τὲ ἀ­ναγ­καί­α, για­τί ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει καὶ ἐ­πα­να­δι­α­τυ­πώ­νει, μὲ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο τρό­πο, ὅ­λες τὶς ἀ­ξί­ες μας, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση καὶ ζω­ὴ καὶ ἀν­τέ­χει στὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου.

Ἡ ταυ­τό­τη­τα, ἡ Παι­δεί­α καὶ ὁ πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Γέ­νους μας ἀ­νέ­τει­λε ἐκ τοῦ “Τά­φου”. Γεν­νή­θη­κε καὶ ἀν­δρώ­θη­κε μέ­σα σὲ δυ­σκο­λί­ες. Πράγ­μα­τι εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὲς δο­κι­μα­σί­ες κα­τα­λυ­τι­κές, ποι­κί­λων μορ­φῶν καὶ εἰ­δῶν, πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ πά­νω του, ὅ­μως δὲν ξε­ρι­ζώ­νε­ται εὔ­κο­λα, ἀλ­λὰ “ἀν­θεῖ καὶ φέ­ρει καὶ ἄλ­λο”. Στοὺς χα­λε­ποὺς και­ροὺς τῆς ὑ­λι­κῆς καὶ κυ­ρί­ως τῆς πνευ­μα­τι­κῆς κρί­σε­ως πού ζοῦ­με, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ σὲ αὐ­τὸν τὸν τό­πο νὰ ὑ­πάρ­χη ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα, ἀρ­χον­τιὰ ἀλ­λὰ καὶ φι­λό­τι­μο.

Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς προ­σφέ­ρει ἐκ νέ­ου ἐλ­πί­δα καὶ ἀ­παν­το­χή, ρί­χνει, ὅ­πως καὶ τοὺς ἀ­κρο­α­τές του, καὶ ἐ­μᾶς ὅ­λους στὸ φι­λό­τι­μο. Μὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει καὶ πά­λι σή­με­ρα: Μὴ φο­βᾶ­στε κα­θό­λου καὶ κα­νέ­να. Δῶ­στε ὅ,τι σᾶς ζη­τοῦν. Δῶ­στε χα­ρά­τσια, χρή­μα­τα, πράγ­μα­τα. Καὶ τὸ κορ­μὶ σας ἂς τὸ καύ­σουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν. Δὲν θὰ δώ­σε­τε μό­νο τὴν ψυ­χή σας καὶ τὸν Χρι­στό. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς ἂν τύ­χει καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Ἀπ᾿ ἐ­κεῖ θὰ βγοῦν ὅ­λα.

Ἐ­ξά­παν­τος εἶ­ναι ἄ­κρως πα­ρή­γο­ρο καὶ ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι, τε­λι­κά, δὲν ἔ­χουν χα­θεῖ ὅ­λα καὶ εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ χα­θοῦν. Καὶ τοῦ­το, δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν καὶ σή­με­ρα ἄν­θρω­ποι (γνω­στοί, ἀλ­λὰ συ­νή­θως ἀ­φα­νεῖς καὶ ἀ­νώ­νυ­μοι) κον­τά μας, ἀ­νά­με­σά μας, οἱ ὁ­ποῖ­οι χω­ρὶς νὰ ἀ­να­μέ­νουν ὑ­λι­κὰ ἢ ἄλ­λα ὀ­φέ­λη ἀ­γω­νί­ζον­ται καὶ ἀ­να­λώ­νον­ται γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση καὶ προ­βο­λὴ πνευ­μα­τι­κῶν ἀ­γα­θῶν καὶ ἰ­δα­νι­κῶν, πα­σχί­ζουν γιὰ τὴν ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη Παι­δεί­α τῶν νέ­ων παι­δι­ῶν, γιὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ αὐ­τοῦ τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου τό­που, μᾶς συν­τη­ροῦν στὴ ζω­ή.

Πα­ρὰ τὰ ὅ­σα ἀρ­νη­τι­κὰ συμ­βαί­νουν καὶ ἀ­κού­γον­ται, ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη στὶς ἡ­μέ­ρες μας πρό­τυ­πα, ὑ­πη­ρε­τοῦν­ται ἀ­κό­μη ἀρ­χὲς καὶ ἀ­ξί­ες ὡς ἀ­δι­ά­σπα­στη συ­νέ­χεια καὶ ἐ­πέ­κτα­ση τοῦ τρι­σχι­λι­ε­τοῦς πο­λι­τι­σμοῦ μας, τῆς Ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξης Πα­ρά­δο­σής μας. Αὐ­τὰ μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­πνεύ­σουν μι­κροὺς καὶ με­γά­λους, ὥ­στε νὰ ἔλ­θουν πιὸ κον­τὰ στὶς ζω­ο­γό­νες ρί­ζες μας, σὲ ὅ­σα μᾶς ἔ­θρε­ψαν, μᾶς κρά­τη­σαν ὄρ­θιους καὶ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς βο­η­θή­σουν νὰ ὑ­περ­βοῦ­με καὶ τὴν πα­ροῦ­σα κρί­ση. Εἶ­ναι τὰ ἴ­δια πού συ­νι­στοῦν τὰ ἀ­νε­ξί­τη­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τοῦ Γέ­νους μας καὶ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τὲ χρει­α­ζό­μα­στε σή­με­ρα.

Ὁ σε­βα­σμός μας στὴν ταυ­τό­τη­τά μας εἶ­ναι ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­το χρέ­ος μας, για­τί εἴ­μα­στε χρε­ω­μέ­νοι μὲ βα­ρύ­τι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά. Ὡς ἐκ τού­του, ἐ­ὰν δὲν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με αὐ­τὸ πού μᾶς κλη­ρο­δο­τή­θη­κε καὶ ὑ­πάρ­χει βα­θιὰ μέ­σα μας, θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει ἀ­συγ­χώ­ρη­το λά­θος μας, θὰ ἔ­χου­με ἀ­να­πό­δρα­στα νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με αὐ­τοὺς πού προ­η­γή­θη­καν, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τοὺς πού ἔρ­χον­ται.

 

*Κα­θη­γη­τῆ Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς Α.Π.Θ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος