Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ / Χαράλαμπου Στεργιούλη*

Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΗΣ / Χαράλαμπου Στεργιούλη*

Ὁ Ἰ. Καποδίστριας μέσα ἀπὸ τὴν ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ τοῦ Γ. Βλαχογιάννη

Ὁ Ἰ. Βλαχογιάννης (1867-1945), ἕλληνας ἱστοριοδίφης καὶ συγγραφέας, κυκλοφόρησε τὴν «Ἱστορικὴ Ἀνθολογία» του τὸ 1927. Σκοπὸς τῆς συγγραφῆς ἦταν νὰ διατηρήσει στὴν ἱστορικὴ μνήμη «χαρακτηριστικὰ σημεῖα τοῦ βίου τῶν Ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπλασαν καὶ ἐστερέωσαν τὴν πολιτικήν μας ὕπαρξιν»[1], ὅπως σημειώνει στὴν προλογικὴ ἀφιέρωση τῆς «Ἀνθολογίας» του στὸν Ἐμμ. Μπενάκη.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους αὐτοὺς ἄνδρες ποὺ προσπάθησαν νὰ πλάσουν καὶ νὰ στερεώσουν τὴν πολιτική μας ὕπαρξη-ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ ὁλοκληρώσει τὸ πολύπλευρο ἔργο του-ἦταν ὁ Κυβερνήτης, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Βλαχογιάννης ἀφιερώνει ἕνα τμῆμα τῆς «Ἀνθολογίας» του[2] στὸν μεγάλο ἕλληνα ἰατρό, πολιτικὸ καὶ διπλωμάτη. Μὲ τὴ γλαφυρή του πέννα ὁ Βλαχογιάννης σκιαγραφεῖ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Κυβερνήτη καὶ φωτίζει ἄγνωστες πτυχὲς τοῦ τρόπου σκέψης καὶ δράσης του.

Ὁ Καποδίστριας ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή του στὴ θέση τοῦ Κυβερνήτη τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους παραιτούμενος ἀπὸ ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ θυσιάζοντας τὶς τιμὲς καὶ τὴν ἀναγνώριση ποὺ τοῦ προσέφερε τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Τσάρου τῆς Ρωσίας. Γνώριζε πὼς ὁ δρόμος ποὺ ἐπέλεξε ἦταν «δρόμος τοῦ μαρτυρίου». Ἔτσι, ὅταν ἕνας φίλος του τὸν συνεχάρη γιὰ τὴν ἐκλογή του, ὁ Καποδίστριας τοῦ ἀπάντησε τὰ ἑξῆς συγκλονιστικά: «Δὲν θέλω νὰ μὲ συγχαίρει κανείς· στὴν ἀπόφασή μου μέσα δὲν ὑπάρχει οὔτε χαρά, οὔτε λύπη. Ὁ δρόμος τῆς ζωῆς μας εἶναι γραμμένος καὶ δὲν μένει σ’ ἐμᾶς ἡ ἐκλογή. Τὰ χαντάκια στὰ δύο πλευρὰ τοῦ δρόμου εἶναι τόσο βαθιά, κ’ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ προχωροῦμε πάντα μπροστά… Ἡ καταγωγή μου, ἡ ἀγάπη μου πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἡ θέση ποὺ ἔχω ἀντίκρυ ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις, τέλος ἡ δύναμη τῶν πραγμάτων, ὅλα βαραίνουνε στὴν ἐκλογή μου. Ν’ ἀρνηθῶ, θὰ διακήρυττα μ’ αὐτὸ πὼς ἀπελπίστηκα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ προτιμῶ τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸ χρέος. Μὲ ρωτᾶτε ἂν ἐλπίζω τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό μου· ὄχι! Γιὰ τὴν Ἑλλάδα· ναί! Τὰ παιδιά μου περιμένουν τὴ βοήθειά μου. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος μου λογισμός! Γιὰ τ’ ἄλλα δὲν γελῶ τὸν ἑαυτό μου· δυσκολίες μὲ περιμένουνε, πίκρες, καὶ τέλος τὸ μαχαίρι…»[3]. Προφητικὰ τὰ τελευταῖα του λόγια!

Καὶ ἀποφάσισε νὰ ἔρθει, ἐνῶ ἤξερε πὼς δὲν θὰ ἔχει στὴν προσπάθεια ἀναγέννησης τῆς Ἑλλάδας συμμάχους ὅλους τοὺς συμπατριῶτες του καὶ ταυτόχρονα θὰ ἔβρισκε ἀπέναντί του τὰ ἰσχυρὰ εὐρωπαϊκὰ ἀνακτοβούλια. Δὲν εἶναι πλέον ὁ ὑπουργὸς τῆς πανίσχυρης ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ ὑπολογίζουν ὅλοι, ἀλλὰ ὁ Κυβερνήτης ἑνὸς μικροῦ καὶ πρόσφατα ἀπελευθερωμένου κράτους, ποὺ παλεύει νὰ σταθεῖ ὄρθιο στὰ πόδια του. Καὶ τὸ κατάλαβε αὐτὸ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ἐκλογῆς του. Στὴν πρώτη του ἐπίσκεψη ὡς Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας στὴν Ἀγγλία (Ἰούλιος 1827) ἔζησε τὸν χλευασμὸ καὶ τὴν ἀπαξίωση ἀπὸ τὸν Ἄγγλο βασιλιά. Πῶς τὸν ὑποδέχθηκε ὁ Ἄγγλος βασιλιάς; «… τοῦ λένε (τοῦ Καποδίστρια) νὰ σταθῇ σὲ μία μεγάλη σάλλα, ὅλο ζωγραφιὲς γιομάτη, καὶ κανένα κάθισμα, πουθενά. Ὀρθὸς γυρίζει, βλέπει τὶς λαμπρὲς βασιλικὲς εἰκόνες, καὶ προσμένει ἕνα, δύο τέταρτα, μία ὥρα, δύο ὧρες. Βῆμα ἀκούγεται ἁπαλό, γυρίζει καὶ θωρεῖ ἕναν ψηλὸ κύριο (τὸν βασιλέα τῆς Ἀγγλίας) νὰ περνᾶ σοβαρός…Ἀρχίζει ὁ κύριος αὐτὸς νὰ κοιτάζει τὶς εἰκόνες καὶ νὰ προχωρεῖ, ἀπρόσεχτα τάχα, κατὰ τὸν Καποδίστρια· τί νὰ κάμῃ ὁ Καποδίστριας, ἂν καὶ τονὲ γνώρισε, στέκεται καὶ περιμένει. Ὁ βασιλέας ἀπότομα κάνει πὼς ξαφνίζεται γιὰ μία στιγμὴ ἀπὸ τὴν παρουσία κάποιου ἀνθρώπου, γυρίζει τὸ κεφάλι, καὶ χωρὶς νὰ δώσῃ χέρι, καὶ χωρὶς τὸ βῆμα ν’ ἀντικόψη, λέει: -Ἄ, ἐδῶ εἴσαστε, κύριε Κόμη; Χαίρομαι ποὺ σᾶς βλέπω! Καὶ χωρὶς νὰ περιμένῃ ἀπάντηση, προχώρεσε κοιτάζοντας πάντα τὶς εἰκόνες καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴν ἄλλη πόρτα. Τότε ἦρθε κάποιος καὶ συνόδεψε τὸν Καποδίστρια ὡς τὴν ἅμαξά του»[4]. Δὲν ἀπογοητεύτηκε ὅμως ἀπὸ τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφορὰ τοῦ Ἄγγλου βασιλιᾶ, ἀλλὰ συνέχισε τὴν περιοδεία του, γιατί φλεγόταν ἀπὸ πόθο νὰ βοηθήσει τὴν πατρίδα του.

Μπορεῖ νὰ στεναχωρήθηκε ἀπὸ τὴν ψυχρὴ ὑποδοχὴ τῶν Εὐρωπαίων, ἀλλὰ σίγουρα ἔνιωσε συγκινημένος ἀπὸ τὴν ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπιφύλαξε ὁ ἑλληνικὸς λαός. Κατάλαβε τὸ δρᾶμα ποὺ ζοῦσε. Τὸν ἔνιωσε. Σπάραξε ἡ ψυχή του: «Ἀνατριχίαζα, μοῦ ἔτρεμαν τὰ γόνατα, ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιά μου· μαυροφορεμένες γυναῖκες, γέροντες μοῦ ζητοῦσαν νὰ ἀναστήσω τοὺς ἀπεθαμένους τους, μαννάδες μοῦ ἔδειχναν εἰς τὸ βυζὶ τὰ παιδιά τους καὶ μοῦ ἔλεγαν νὰ τὰ ζήσω, καὶ ὅτι δὲν τοὺς ἀπέμειναν παρὰ ἐκεῖνα καὶ ἐγώ, καὶ μὲ δίκαιο μοῦ ἐζητοῦσαν ὅλα αὐτά»[5].

Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του φρόντισε νὰ καταστήσει ξεκάθαρο σὲ ὅλους πὼς θὰ κυβερνήσει μὲ γνώμονα τὸ συμφέρον τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὶς ἐπιθυμίες, τὴ θέληση καὶ τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν συμφερόντων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἢ τῶν ἐγχώριων συμφερόντων. Ἔτσι, ὅταν διαμαρτυρήθηκε ὁ ἀντιπρέσβυς τῆς Ἀγγλίας Dawkins γιὰ τὴν παραίτηση, στὴν οὐσία ἀποπομπή, τοῦ Σπ. Τρικούπη ἀπὸ τὴ θέση τοῦ Γραμματέα τῆς Ἐπικρατείας, ὁ Καποδίστριας τοῦ ἀπάντησε: «Τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Ἀγγλία ἢ ὅποια ἄλλη δύναμη θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ στὴν Κυβέρνηση τῆς Ἑλλάδας τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο, ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι πιὰ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδας»[6]. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ Γάλλος φιλέλληνας στρατηγὸς Φαβιέρος διαφώνησε μὲ τὶς ἐπιλογὲς Καποδίστρια, ἔλαβε τὴν ἑξῆς ἀπάντηση: «Ἂν θέλετε, κύριε Συνταγματάρχη, νὰ κάμετε πέρα-πέρα παραδεχτὲς τὶς προτάσεις σας γιὰ τοὺς συμβιβασμούς, νά τὸ θρανίο μου, γενῆτε Κυβερνήτης καὶ σᾶς ὑπακούω. Ὅμως ὅσο ἐγὼ εἶμαι ὁ Κυβερνήτης, σεῖς ὀφείλετε νὰ μὲ ὑπακούετε»[7]. Γι’ αὐτὸ μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια ὁ λόρδος Amberdeen θὰ ἐκμυστηρευτεῖ στὸν Σπ. Τρικούπη: «Ἄδικα ἡ Ἀγγλία πολέμησε τὸν Καποδίστρια ὡς ρωσόφρονα. Τώρα βλέπω πὼς ἤτανε καθαρὸς Ἕλληνας»[8].

Ἀκόμη κι ὁ Πετρομπέης Μαυρομιχάλης ἀναγνώρισε τὴ φιλοπατρία τοῦ Κυβερνήτη καὶ τὸ ἀδούλωτο πνεῦμα του. «Κατὰ τὸ 1840 ἔτυχε νἆναι ὁ Πετρομπέης στὸ σπίτι τοῦ Διον. Πύρρου, τοῦ γιατρο-φιλοσόφου, ἐπίσκεψη μαζὶ μὲ ἄλλους… Ὁ Πύρρος, φίλος ἀπὸ παλιὰ τῶν Μαυρομιχαλαίων,… πῆρε φόρα καὶ κατάκρινε πικρὰ τὸν Κυβερνήτη. Ὁ Πετρομπέης ὅμως τὸν ἀντίκοψε:-Δὲν τὰ μετρᾶς καλά, φιλόσοφε! εἶπε. Ἀνάθεμα τοὺς Ἀγγλο-Γάλλους, ποὺ ἦσαν ἡ αἴτια· κ’ ἐγὼ ἔχασα τοὺς δικούς μου καὶ τὸ ἔθνος ἔχασε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ δὲ θὰ τονὲ ματαβρῇ καὶ τὸ αἷμα του μὲ παιδεύει ὡς σήμερα»[9].

Σύμφωνη μὲ τὰ παραπάνω, τέλος, εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ Λεοπόλδου τοῦ Saxe-Coburg-Saalfeld, πρώτου βασιλιᾶ τοῦ Βελγίου, στὸν ὁποῖο εἶχε προσφερθεῖ λίγο νωρίτερα ὁ θρόνος τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου. Κάποτε ὁ πρέσβυς τοῦ Βελγίου Blondel ρώτησε τὸν Λεοπόλδο ἂν ὁ Καποδίστριας ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν ἐκλογή του· γιὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσει δίχως περιστροφὲς ὁ Λεοπόλδος: «Δὲν γνωρίζω, ἴσως, πιθανόν, … ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν εἶχε ἡ γνώμη του, ἀπέβλεπε εἰς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος του»[10].

Ὅμως, ὁ μεγάλος αὐτὸς Ἕλληνας πατριώτης δὲν κατάφερε νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ὅραμά του, τὴ συγκρότηση ἑνὸς σύγχρονου κράτους. 27 Σεπτεμβρίου 1831 σωριάσθηκε νεκρὸς ἀπὸ τὶς σφαῖρες καὶ τὸ φονικὸ μαχαίρι τῶν Γιώργη καὶ Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη. Καὶ ὅπως σημειώνει ἡ Ἑλένη Κούκου: «τὰ τελευταῖα βλέμματα τῆς ζωῆς του δὲν ἔσβησαν στὶς πράσινες φυλλωσιὲς τῆς πατρίδας του τῆς Κέρκυρας. Ἔσβησαν ματωμένα ἐπάνω στὴ σπασμένη παραστάδα τῆς πύλης τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, στὸ Ναύπλιο»[11].

*φιλολόγου-Δρ. Βυζαντινῆς Φιλολογίας Α.Π.Θ.

[1]. Βλ. Γ. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, ἐπιμ. Ἄλκης Ἀγγέλου, [Νέα Ἑλληνικὴ Βιβλιοθήκη, Στοχαστικὴ Πεζογραφία 64], Ἀθήνα 2000, σ. 85.

[2]. Στὸν Καποδίστρια εἶναι ἀφιερωμένη ἡ ἑνότητα «Ἀνέκδοτα Καποδιστριακὰ-1828-1832», σ. 191-249.

[3]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 192.

[4]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 195-196.

[5]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 197.

[6]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 202.

[7]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 202.

[8]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 233.

[9]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 267-268.

[10]. Βλαχογιάννης, Ἱστορικὴ Ἀνθολογία, σ. 220.

[11]. Ἑλένη Ε. Κούκκου, Ἰωάννης Καποδίστριας-Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μία ἀνεκπλήρωτη ἀγάπη. Ἱστορικὴ Βιογραφία, Ἀθήνα 1997, σ. 587.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος