Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ / Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος / Ἡρακλῆ Νικολάου*

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ / Ὁ πρῶτος Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος / Ἡρακλῆ Νικολάου*

Ἑ­κα­τὸν ὀ­γδόν­τα ἐννέα χρό­νι­α συμ­πλη­ρώ­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἄ­ναν­δρη δο­λο­φο­νί­α τοῦ πρώ­του Κυ­βερ­νή­τη τῆς Ἑλ­λά­δας, τοῦ κό­μη Ἰ­ω­άν­νη Κα­πο­δί­στρι­α, τοῦ εἰ­ρη­νι­κοῦ ἐ­πα­να­στά­τη ποὺ μὲ ὅπλα του τὴ βα­θει­ά του πί­στη στὸ Θε­ό, τὴν ὀ­ξυ­δέρ­κει­α, τὴν ἐ­πι­μο­νή, τὴν ὑ­πο­μο­νή, τὴν ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα καὶ τὴν ἰ­σχυ­ρή του θέ­λη­ση κα­τά­φε­ρε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ πρῶ­το ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἑλ­λη­νι­κὸ κρά­τος καὶ νὰ ἀ­νορ­θώ­σει τὸ γέ­νος, ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ κα­τά­στα­ση ἀ­πο­σύν­θε­σης με­τὰ ἀ­πὸ τε­τρα­κό­σι­α χρό­νι­α σκλα­βι­ᾶς.

Τὰ πρῶτα χρόνια

Γεν­νή­θη­κε στὶς 31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1776 στὴν Κέρ­κυ­ρα καὶ πα­ρό­λο ποὺ με­γά­λω­σε σὲ πλού­σι­ο καὶ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον καὶ ἔ­φε­ρε τὸν τί­τλο τοῦ κό­μη, πα­ρέ­μει­νε σε­μνός, τα­πει­νὸς καὶ ἁ­πλὸς σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή.

Σὲ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α, μό­λις εἰ­κο­σι­ε­νὸς ἐ­τῶν, ἀ­φοῦ ἀ­πέ­κτη­σε δι­δα­κτο­ρι­κὰ δι­πλώ­μα­τα νο­μι­κῆς, φι­λο­σο­φί­ας καὶ ἰ­α­τρι­κῆς προ­σέ­φε­ρε ἀ­φι­λο­κερ­δῶς τὶς ἰ­α­τρι­κὲς του ὑ­πη­ρε­σί­ες στοὺς συμ­πο­λί­τες του στὴν Κέρ­κυ­ρα, ποὺ τὸν λά­τρε­ψαν καὶ τὸν ἀ­γά­πη­σαν, γι­α­τί μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ του κα­τά­φε­ρε νὰ γε­φυ­ρώ­σει τὶς ἀν­θρώ­πι­νες καὶ κοι­νω­νι­κὲς δι­α­κρί­σεις με­τα­ξὺ πλού­σι­ων καὶ φτω­χῶν, ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν τό­τε στὴν πα­τρί­δα του.

Τὸ 1800 ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε «ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τῆς ἑ­πτα­νη­σι­α­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας», ποὺ ἦ­ταν ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α τῆς Ρω­σί­ας καὶ τῆς Τουρ­κί­ας καὶ ἀ­πο­τέ­λε­σε τὸ πρῶ­το βρα­χύ­βι­ο ἀ­νε­ξάρ­τη­το ἑλ­λη­νι­κὸ κρά­τος, ποὺ συγ­κρο­τή­θη­κε με­τὰ τὸ 1453. Ἐ­πι­κε­φα­λής τῆς κυ­βέρ­νη­σης τοῦ Ἰ­ο­νί­ου κρά­τους ἀ­νέ­λα­βε ὁ Ἀν­τώ­νι­ος – Μα­ρί­α Κα­πο­δί­στρι­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­έ­βλε­ψε τὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ εὐ­φυ­ΐ­α καὶ τὶς ποι­κί­λες ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ γυι­οῦ του Ἰ­ω­άν­νη καὶ τοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σε τὴ θέ­ση τὸ 1803.

Ὁ νε­α­ρὸς κό­μης δι­οί­κη­σε τὰ Ἑ­πτά­νη­σα μὲ εὐ­φυ­ῆ τρό­πο, δί­νον­τας βά­ση στὴ μόρ­φω­ση τῶν νέ­ων καὶ τοῦ κλή­ρου. Ἵ­δρυ­σε σα­ράν­τα Σχο­λεῖ­α σὲ ὅ­λα τὰ Ἰ­ό­νι­α νη­σι­ά, τὴν Ἰ­ό­νι­α Ἀ­κα­δη­μί­α στὴν Κέρ­κυ­ρα (τὸ πρῶ­το οὐ­σι­α­στι­κὰ Πα­νε­πι­στή­μι­ο στὴν Ἑλ­λά­δα) καὶ κα­το­χύ­ρω­σε συν­ταγ­μα­τι­κά, μὲ τὸ Σύν­ταγ­μα ποὺ ψη­φί­στη­κε στὶς 5 Δε­κεμ­βρί­ου 1803, τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα ὡς ἐ­πί­ση­μη γλῶσ­σα τοῦ κρά­τους.

Ἀναχώρηση γιὰ τὴν Ρωσία- Ἡ διπλωματική του ἱκανότητα

Μὲ τὴν πα­ρα­χώ­ρη­ση τῶν Ἑ­πτα­νή­σων τὸ 1807 ἀ­πὸ τοὺς Ρώ­σους στοὺς Γάλ­λους, ὁ Κυ­βερ­νή­της ἀ­πο­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κή, εὐ­τυ­χῶς ὄ­χι γι­ὰ πο­λύ, κα­θό­σον οἱ δι­οι­κη­τι­κές του ἱ­κα­νό­τη­τες καὶ οἱ ρι­ζο­σπα­στι­κές του ἰ­δέ­ες κα­τὰ τὴ σύν­το­μη δι­οί­κη­ση τῆς Ἰ­ο­νί­ου πο­λι­τεί­ας προ­κά­λε­σαν τὸ θαυ­μα­σμὸ τοῦ πλη­ρε­ξου­σί­ου τοῦ Τσά­ρου τῆς Ρω­σί­ας στὰ Ἑ­πτά­νη­σα, ποὺ τὸν προ­σκά­λε­σε ἐ­πι­σή­μως νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ ρω­σι­κὴ δι­πλω­μα­τι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α.

Ὁ κό­μης ἀ­πο­δέχ­τη­κε τὴν πρό­σκλη­ση, γι­α­τί πί­στευ­ε ὅ­τι ἡ ὁ­μό­δο­ξη Ρω­σί­α θὰ βο­η­θοῦ­σε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς σκλα­βω­μέ­νης του πα­τρί­δας, ποὺ ἦ­ταν ἄλ­λω­στε καὶ τὸ με­γά­λο του ὄ­νει­ρο καὶ ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς του καὶ τὸ 1809 ἀ­νέ­λα­βε ὑ­πη­ρε­σί­α, ἀρ­χι­κὰ ὡς δι­πλω­μά­της, στὸ ὑ­πουρ­γεῖ­ο ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς Ρω­σί­ας.

Ὁ λα­ὸς τῆς Ἑ­πτα­νή­σου ἔ­χα­σε τὸν λα­ο­φί­λη­το γι­α­τρό του, κέρ­δι­σε ὅ­μως ἕ­ναν κυ­βερ­νή­τη σπά­νι­ο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κό, ἠ­θι­κὰ ἄ­μεμ­πτο, μὲ ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ γνώ­ση τῶν ἀ­ναγ­κῶν του.

Οἱ ρη­ξι­κέ­λευ­θες προ­τά­σεις του καὶ οἱ ἐ­πι­δέ­ξι­οι δι­πλω­μα­τι­κοὶ χει­ρι­σμοὶ του ἐν­τυ­πω­σί­α­σαν τοὺς Εὐ­ρω­παί­ους δι­πλω­μά­τες, ἀ­κό­μα καὶ τὸ σκλη­ρὸ καγ­κε­λά­ρι­ο τῆς Αὐ­στρί­ας Μέτ­τερ­νιχ, ποὺ τό­τε με­σου­ρα­νοῦ­σε στὴν Εὐ­ρώ­πη, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ φτά­σει στὸ ἀ­νώ­τα­το δι­πλω­μα­τι­κὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ὑ­πουρ­γοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς Ρω­σί­ας.

Οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες τοῦ κό­μη στὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ σα­λό­νι­α ἦ­ταν τε­ρά­στι­ες, ἀ­φοῦ σ᾿  αὐ­τὸν ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἑνο­ποί­η­ση τῶν ἀ­νε­ξαρ­τή­των κρα­τι­δί­ων (καν­το­νί­ων) τῆς Ἑλ­βε­τί­ας καὶ ἡ κα­το­χύ­ρω­ση τῆς οὐ­δε­τε­ρό­τη­τάς της, ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἀ­κε­ραι­ό­τη­τας τῶν κρα­τι­δί­ων τῆς Γερ­μα­νί­ας, τοῦ κρά­τους τῆς Πο­λω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τῆς Γαλ­λί­ας, ποὺ με­τὰ τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα τὸ 1815 στὸ Βα­τερ­λό, κιν­δύ­νευ­σε μὲ δι­α­με­λι­σμὸ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση.

Ὁ λαμ­πρὸς Ἕλ­λη­νας δι­πλω­μά­της, πα­ρὰ τὶς ἐ­ξαι­ρε­τι­κές του ἐ­πι­τυ­χί­ες, ἔ­βλε­πε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α του στὴν αὐ­λὴ τοῦ Τσά­ρου μο­νά­χα σὰν μί­α σπά­νι­α εὐ­και­ρί­α γι­ὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του πα­τρί­δας καὶ προ­σπα­θοῦ­σε πάν­το­τε νὰ στρέ­φει τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσά­ρου στὴ σκλα­βω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα.

Ὅ­ταν τὸ 1821 ξέ­σπα­σε τὸ κί­νη­μα τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Ὑ­ψη­λάν­τη στὴ Μολ­δο­βλα­χί­α, ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας βρέ­θη­κε σὲ πο­λὺ δύ­σκο­λη θέ­ση, γι­α­τί οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι εἶ­χαν ἐν­στερ­νι­στεῖ τὴν ἄ­πο­ψη τοῦ Μέτ­τερ­νιχ γι­ὰ «ἔ­νο­πλη ἐ­πέμ­βα­ση» ἐ­ναν­τί­ον κά­θε λα­ϊ­κῆς ἐ­ξέ­γερ­σης, ποὺ θὰ ἔ­θε­τε σὲ κίν­δυ­νο τὴν ὑ­πάρ­χου­σα συ­νο­ρι­α­κὴ κα­τά­στα­ση τῶν κρα­τῶν τῆς Εὐ­ρώ­πης.

Οἱ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς δυ­νά­μεις ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν φι­λο­τουρ­κι­κὴ πο­λι­τι­κή, γι­α­τί δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν τὸ δι­α­με­λι­σμὸ τῆς Ὀ­θω­μα­νι­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας πρὸς ὄ­φε­λος τῆς Ρω­σί­ας καὶ δὲν ὑ­πο­λό­γι­ζαν οὔ­τε τὶς τουρ­κι­κὲς βαρ­βα­ρό­τη­τες, οὔ­τε ὅ­τι τό­σοι χρι­στι­α­νι­κοὶ λα­οὶ στε­ροῦν­ταν τὸ εὐ­νό­η­το ἀ­γα­θό τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τους.

Ὁ με­γά­λος ὅ­μως Ἕλ­λη­νας δι­πλω­μά­της μὲ εὔ­στο­χους δι­πλω­μα­τι­κοὺς χει­ρι­σμούς, κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὴ μὴ ἐ­πέμ­βα­ση τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­ναν­τί­ον τοῦ κι­νή­μα­τος τῆς Μολ­δο­βλα­χί­ας καὶ τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης, ποὺ ξε­κί­νη­σε στὴ συ­νέ­χει­α.

Ὁ Καποδίστριας θε­ω­ροῦ­σε ἄ­δι­κη τὴν ἐ­πέμ­βα­ση τῶν ἰ­σχυ­ρῶν μὲ τὴ βί­α, γι­α­τί εἶ­χε τὴ γνώ­μη ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ λαμ­βά­νον­ται ὑ­πό­ψη οἱ ἐν­θου­σι­α­σμοὶ τῶν λα­ῶν καὶ τὰ ἐ­θνι­κά τους δι­και­ώ­μα­τα. Ὑ­πο­στή­ρι­ζε τὸ δι­καί­ω­μα τῶν λα­ῶν σὲ συν­ταγ­μα­τι­κὲς ἐ­λευ­θε­ρί­ες καὶ ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ πρό­τει­νε τὴν κα­θι­έ­ρω­ση ἑ­νὸς ὑ­πε­ρε­θνι­κοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, ποὺ θὰ φρόν­τι­ζε γι­ὰ τὴν ἑ­δραί­ω­ση τῆς εἰ­ρή­νης (στὰ πρό­τυ­πα τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Ο.Η.Ε.).

Ἦ­ταν ὁ δι­πλω­μά­της ποὺ συ­νέ­λα­βε τὸ μή­νυ­μα τῆς «Ἑ­νω­μέ­νης Εὐ­ρώ­πης», οἱ ὁ­μό­λο­γοί του ὅ­μως ἂν καὶ συμ­φω­νοῦ­σαν, δὲν ἐ­νέ­κρι­ναν τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὶς προ­τά­σεις του, γι­α­τί θὰ κιν­δύ­νευ­αν τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ ὀ­φέ­λη τῶν κρα­τῶν τους.

Ὁ Μέτ­τερ­νιχ ποὺ εἶ­χε «υἱ­ο­θε­τή­σει» ὡς δόγ­μα «τὸ δί­και­ο τοῦ ἰ­σχυ­ρο­τέ­ρου», κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­πη­ρε­ά­σει καὶ τὸν Τσά­ρο τῆς Ρω­σί­ας Ἀ­λέ­ξαν­δρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­νῶ ἀρ­χι­κὰ ἔ­βλε­πε μὲ συμ­πά­θει­α τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κρα­τή­σει οὐ­δέ­τε­ρη στά­ση, πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­σπά­θει­ες τοῦ Κυ­βερ­νή­τη νὰ τὸν με­τα­πεί­σει.

Ἔτ­σι ἔφ­τα­σε ἡ ὥ­ρα τοῦ «τρα­γι­κοῦ δι­λήμ­μα­τος» γι­ὰ τὸν Ἕλ­λη­να δι­πλω­μά­τη, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­βλέ­ψει τὴ σφα­γὴ τῶν Ἑλ­λή­νων τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, τὴν κα­τά­πνι­ξη στὸ αἷ­μα τοῦ κι­νή­μα­τος τῆς Μολ­δο­βλα­χί­ας, τὸν ἀ­παγ­χο­νι­σμὸ τοῦ Πα­τρι­άρ­χη Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Ε’ καὶ τὶς ὑ­πό­λοι­πες τουρ­κι­κὲς θη­ρι­ω­δί­ες.

Ὁ γεν­ναῖ­ος πο­λι­τι­κὸς ἀ­κο­λου­θών­τας τὴ φω­νὴ τῆς συ­νεί­δη­σής του, ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν στὸν κο­λο­φώ­να τῆς δό­ξας, ἐ­πέ­λε­ξε νὰ ὑ­πο­βά­λει τὸ 1822 τὴν πα­ραί­τη­σή του, γι­α­τί ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λα­γὴ τῆς στά­σης τοῦ Τσά­ρου Ἀ­λέ­ξαν­δρου ἀ­πέ­ναν­τι στοὺς Ἕλ­λη­νες. Ὁ Τσά­ρος τοῦ ἔ­δω­σε ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη ἄ­δει­α ἀ­που­σί­ας στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ «γι­ὰ λό­γους ὑ­γεί­ας», μὴ ἀ­πο­δε­χό­με­νος τὴν πα­ραί­τη­σή του.

Ἐ­γκατάσταση στὴν Ἑλβετία

Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Γε­νεύ­η τῆς Ἑλ­βε­τί­ας, ὅ­που οἱ ἀρ­χὲς καὶ οἱ κά­τοι­κοι τὸν ὑ­πο­δέχ­τη­καν μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὲς τι­μὲς καὶ τοῦ προ­σέ­φε­ραν τί­τλους καὶ πο­λυ­τε­λῆ σπί­τι­α γι­ὰ τὴ δι­α­μο­νή του, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­δι­ος προ­τί­μη­σε νὰ δι­α­μεί­νει σ᾿ ἕ­να λι­τὸ καὶ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἐ­νῶ ἀ­πέρ­ρι­ψε καὶ μί­α ἰ­σό­βι­α σύν­τα­ξη ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα χι­λι­ά­δες φράγ­κα, ποὺ τοῦ προ­σέ­φε­ρε ὁ Τσά­ρος, γι­ὰ νὰ μὴ δώ­σει ἀ­φορ­μὴ νὰ κα­τη­γο­ρη­θεῖ πὼς ἐ­ξαρ­τᾶ­ται οἰ­κο­νο­μι­κὰ ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α ­καί δι­έ­θε­σε τὸ σύ­νο­λο τῆς πε­ρι­ου­σί­ας του γι­ὰ τὴν δο­κι­μα­ζό­με­νη πα­τρί­δα του.

Ἡ Γε­νεύ­η ἀ­πο­τέ­λε­σε μέ­χρι τὸ 1827 τὸ κέν­τρο τῆς πα­τρι­ω­τι­κῆς του δρα­στη­ρι­ό­τη­τας. Συν­δέ­θη­κε μὲ ἀ­ξι­ό­λο­γες προ­σω­πι­κό­τη­τες καὶ φρόν­τι­σε νὰ κι­νη­το­ποι­η­θοῦν οἱ Ἕλ­λη­νες τῆς δι­α­σπο­ρᾶς, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἱ­δρυ­θοῦν φι­λελ­λη­νι­κὰ κι­νή­μα­τα στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὴν Ἀ­με­ρι­κή, ποὺ ἐ­νί­σχυ­σαν τὸ δο­κι­μα­ζό­με­νο ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ καὶ με­ρί­μνη­σαν γι­ὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση τῶν τέ­κνων τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­γω­νι­στῶν ὅ­πως τοῦ Κα­νά­ρη, τοῦ Τσα­μα­δοῦ, τοῦ Νέ­γρη, τοῦ Μαυ­ρο­μι­χά­λη καὶ ἄλ­λων.

Μὲ τὴν ὀ­ξυ­δέρ­κει­α καὶ τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸν δι­έ­κρι­ναν φρόν­τι­σε νὰ χτι­στοῦν Σχο­λεῖ­α καὶ Ἐκ­κλη­σί­ες, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν ἑλ­λη­νό­που­λα στὴν Εὐ­ρώ­πη, γι­ὰ νὰ τὰ προ­φυ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸν ὑ­λι­σμό, τὴ δι­α­φθο­ρά, τὴν ἀ­θε­ΐ­α καὶ τὸν προ­τε­σταν­τι­σμό, γι­α­τί πί­στευ­ε ὅ­τι ἀ­σφα­λί­ζον­τας τὰ παι­δι­ὰ στὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, θὰ στή­ρι­ζε τὰ θε­μέ­λι­α του Ἔ­θνους καὶ θὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζε τὴν ἱ­στο­ρι­κή του συ­νέ­χει­α.

Πολ­λοὶ Εὐ­ρω­παῖ­οι συγ­κι­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ δρά­μα τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν μὲ αὐ­τα­πάρ­νη­ση στὸν ἱ­ε­ρὸ ἀ­γῶ­να. Ἀ­νά­με­σά τους γνω­στὲς προ­σω­πι­κό­τη­τες ὅ­πως ὁ Σκῶ­τος συν­ταγ­μα­τάρ­χης Γκόρ­ντον, ὁ Γάλ­λος Φα­βι­έ­ρος, ὁ Βρετ­τα­νὸς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς Ἄ­στινγ­κς, ὁ ἐν­θου­σι­ώ­δης Ἄγ­γλος ποι­η­τὴς λόρ­δος Βύ­ρων (ὁ θά­να­τος τοῦ ὁ­ποί­ου συγ­κλό­νι­σε ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη) καὶ ἄλ­λοι.

Με­γά­λη ὑ­λι­κὴ βο­ή­θει­α προ­σέ­φε­ραν πολ­λοὶ πλού­σι­οι φι­λέλ­λη­νες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἐ­κλε­κτὸς φί­λος τοῦ Κυ­βερ­νή­τη Ἑλ­βε­τὸς τρα­πε­ζί­της Γα­βρι­ὴλ Ἐ­ϋ­νάρ­δος, ποὺ προ­σέ­φε­ρε σχε­δὸν ὅ­λη τὴ με­γά­λη πε­ρι­ου­σί­α του, γι­ὰ τὴ μόρ­φω­ση τῶν ἑλ­λη­νο­παί­δων καὶ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση τῶν ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων.

Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας ἂν καὶ με­τὰ τὸ 1822 δὲν ἀ­σκοῦ­σε ἐ­πί­ση­μη δι­πλω­μα­τι­κὴ πο­λι­τι­κή, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὁ «πο­νο­κέ­φα­λος» τῶν Εὐ­ρω­παί­ων πο­λι­τι­κῶν, τοὺς ὁ­ποί­ους «ἐ­νο­χλοῦ­σε» μέ­χρι νὰ πε­τύ­χει τὸ πο­θού­με­νο τῆς καρ­δι­ᾶς του, τὴν αὐ­το­νο­μί­α τῆς Ἑλ­λά­δας, ἐ­νῶ δὲ στα­μά­τη­σε πο­τὲ νὰ χτυ­πᾶ τὶς πόρ­τες γνω­στῶν, φί­λων ἀ­κό­μα καὶ ἀ­γνώ­στων σὲ κά­θε γω­νι­ὰ τῆς Εὐ­ρώ­πης, γι­ὰ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει ὑ­λι­κὴ βο­ή­θει­α. Ἔ­γι­νε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ ἴ­δι­ος «ζη­τι­ά­νος» γι­ὰ τὴν Ἑλ­λά­δα.

Ἡ ἐ­κλογή τοῦ Κυβερνήτη

Ὅ­ταν τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 1827 πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὅ­τι ἐ­κλέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὴν ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­ση τῆς Τροι­ζή­νας (2 Ἀ­πρι­λί­ου 1827), Κυ­βερ­νή­της τῆς Ἑλ­λά­δας γι­ὰ 7 χρό­νι­α, ζή­τη­σε τὴν πα­ραί­τη­σή του ἀ­πὸ τὸν Τσά­ρο Νι­κό­λα­ο, (ποὺ δι­α­δέχ­τη­κε τὸν ἀ­πο­βι­ώ­σαν­τα ἀ­δελ­φό του Ἀ­λέ­ξαν­δρο), ἡ ὁ­ποί­α ­ἔγι­νε δε­κτή. Ἀ­μέ­σως με­τὰ ξε­κί­νη­σε μί­α πο­λύ­μη­νη πε­ρι­ο­δεί­α στὴν Εὐ­ρώ­πη, πλέ­ον ὡς ἀρ­χη­γὸς κρά­τους καὶ πέ­τυ­χε νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὴ συγ­κα­τά­θε­ση τῶν Με­γά­λων Δυ­νά­με­ων γι­ὰ τὴν ἐ­κλο­γή του.

Τὸν Ἰ­α­νου­ά­ρι­ο τοῦ 1828 μὲ τὴ συ­νο­δεί­α πο­λε­μι­κῶν πλοί­ων τῆς Ἀγ­γλί­ας, Γαλ­λί­ας καὶ Ρω­σί­ας, ποὺ εἶ­χαν ὑ­ψω­μέ­νη τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α, δεῖγ­μα ἐ­πί­ση­μης ἀ­να­γνώ­ρι­σης τοῦ νέ­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, κα­τέ­φθα­σε στὸ λι­μά­νι τῆς Αἴ­γι­νας. Οἱ στιγ­μὲς τῆς ὑ­πο­δο­χῆς του ἀ­πὸ τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ὸ ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κές. Ὁ κό­σμος μὲ δά­κρυ­α χα­ρᾶς στὰ μά­τι­α καὶ δάφ­νες στὰ χέ­ρι­α του ὑ­πο­δέχ­τη­κε τὸ με­γά­λο Κυ­βερ­νή­τη. Οἱ καμ­πά­νες χτυ­ποῦ­σαν χαρ­μό­συ­να καὶ ἡ συγ­κί­νη­ση με­γά­λω­σε ὅ­ταν ὑ­ψώ­θη­κε στὴν πλα­τεί­α ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α καὶ ἔ­γι­νε ἡ πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη δο­ξο­λο­γί­α στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας.

Ἡ διακυβέρνηση τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν Κπποδίστρια

Ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ Κα­πο­δί­στρι­α ἔ­δω­σε πραγ­μα­τι­κὰ τὸ φί­λη­μα ζω­ῆς στὴν ἑ­τοι­μο­θά­να­τη καὶ σπα­ρασ­σό­με­νη ἀ­πὸ ἐμ­φύ­λι­ες δι­α­μά­χες Ἑλ­λά­δα, ποὺ τὴν πε­ρί­ο­δο ἐ­κεί­νη ἦ­ταν μό­νο ἡ Αἴ­γι­να, τὸ Ναύ­πλι­ο (ὅ­που στὴ συ­νέ­χει­α ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε καὶ ἔ­κα­νε πρω­τεύ­ου­σα τοῦ νέ­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους), ὁ Πό­ρος, ἡ Ὕ­δρα, ἡ Κό­ριν­θος, τὰ Μέ­γα­ρα, ἡ Σα­λα­μί­να καὶ κά­ποι­α ἄλ­λα μι­κρὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σι­ά, ἀ­φοῦ ὁ Ἰμ­πρα­ὴμ κα­τεῖ­χε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς Πε­λο­πον­νή­σου καὶ ὁ Κι­ου­τα­χὴς τὴ Ρού­με­λη (Στε­ρε­ὰ Ἑλ­λά­δα).

Πρὶν ἀ­να­λά­βει τὴ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση ὁ λαμ­πρὸς Κυ­βερ­νή­της, ἀ­πέ­στει­λε δρα­μα­τι­κὲς ἐ­πι­στο­λὲς σὲ πλού­σι­ους ὁ­μο­γε­νεῖς, σὲ Εὐ­ρω­παί­ους τρα­πε­ζί­τες καὶ σὲ φί­λους μὲ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ βο­η­θή­σουν τοὺς Ἕλ­λη­νες, ποὺ πέ­θαι­ναν κα­τὰ χι­λι­ά­δες ἀ­πὸ τὴν πεί­να καὶ τὶς ἀ­σθέ­νει­ες. Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας βρῆ­κε τὴ χώ­ρα σὲ τρα­γι­κὴ κα­τά­στα­ση. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε παν­τοῦ ἡ φτώ­χει­α, ἡ ἐ­ρή­μω­ση, ἡ ἀ­μορ­φω­σι­ά, ἡ παν­τε­λὴς ἔλ­λει­ψη παι­δεί­ας, θε­σμῶν, ὑ­πο­δο­μῶν, ἡ ἀ­να­σφά­λει­α, τὸ λα­θρεμ­πό­ρι­ο, ἡ πει­ρα­τεί­α καὶ τὸ ἐμ­φύ­λι­ο μί­σος με­τα­ξὺ τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν καὶ τῶν πο­λι­τι­κῶν, ποὺ τὴν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὴν κα­τα­στρο­φὴ Τὸ Δη­μό­σι­ο ἦ­ταν χρε­ω­μέ­νο μὲ ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α λί­ρες στοὺς Ἄγ­γλους καὶ ἡ γῆ ὑ­πο­θη­κευ­μέ­νη. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν χρή­μα­τα στὸ Δη­μό­σι­ο τα­μεῖ­ο, νό­μοι, κρα­τι­κὲς ὑ­πο­δο­μές, βι­ο­τε­χνί­α, γε­ωρ­γί­α, οὔ­τε κἄν δρό­μοι καὶ συγ­κοι­νω­νί­ες.

Εἶ­χε ὅ­μως ἐ­πί­γνω­ση τῶν δυ­σκο­λι­ῶν καὶ πλή­ρη συ­νεί­δη­ση τοῦ χρέ­ους του, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι ὁ Κύ­ρι­ος κα­τὰ τὸ ἔ­λε­ός Του δὲ θὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει. Τὸ πρῶ­το ποὺ εἶ­πε στοὺς ἀ­γω­νι­στές, ποὺ τὸν ἐ­πι­σκέφ­τη­καν μὲ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῶν κα­θη­κόν­των του, ἦ­ταν «Δὲ λυ­ποῦ­μαι, δὲν ἀ­πελ­πί­ζο­μαι, γι­α­τί προ­τι­μῶ αὐ­τὸ τὸ σκῆ­πτρο τοῦ πό­νου καὶ τῶν δα­κρύ­ων, πα­ρὰ ἄλ­λο. Ὁ Θε­ός μοῦ τὸ ἔ­δω­σε, τὸ παίρ­νω γι­α­τί θέ­λει νὰ μὲ δο­κι­μά­σει». Ἡ βα­θει­ά του πί­στη τὸν ἔ­κα­νε νὰ λαχ­τα­ρᾶ νὰ ση­κώ­σει τὸ βα­ρὺ σταυ­ρὸ τῆς δι­α­κυ­βέρ­νη­σης τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του Ἑλ­λά­δας καὶ τὸν τρο­φο­δο­τοῦ­σε μὲ χαλ­κέν­τε­ρη ὑ­πο­μο­νή, κά­θε φο­ρά ποὺ λύ­γι­ζε. Στοὺς φί­λους του ἔ­λε­γε πὼς «Ὁ ἄν­θρω­πος προ­τεί­νει, ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­φα­σί­ζει».

Ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ἀν­τι­λή­φθη­κε, μὲ τὴν πο­λι­τι­κὴ του ἐμ­πει­ρί­α, ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ προ­χω­ρή­σει μό­νος χω­ρὶς πο­λι­τι­κὰ ἐ­ρεί­σμα­τα καὶ ρίχ­τη­κε ἀ­μέ­σως στὴ δου­λει­ά, γι­ὰ νὰ κά­νει πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὰ δύ­ο ὁ­ρά­μα­τα τῆς ζω­ῆς του, ποὺ ἦ­ταν ἡ μόρ­φω­ση τῶν ἑλ­λη­νο­παί­δων καὶ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του Ἑλ­λά­δας. Ἡ ψυ­χὴ του ἔ­κλει­νε τὴ δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Ἀ­ρι­στεί­δη, τὴν ἄ­ψο­γη ἠ­θι­κή τοῦ Σω­κρά­τη, τὴ φι­λε­λεύ­θε­ρη καὶ δη­μο­κρα­τι­κὴ νο­ο­τρο­πί­α τοῦ Κί­μω­να καὶ τὴν εὐ­λά­βει­α τῶν πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῶν Ἁ­γί­ων.

Σχη­μά­τι­σε κυ­βέρ­νη­ση μὲ πρό­σω­πα ἀ­π᾿ ὅ­λες τὶς πο­λι­τι­κὲς πα­ρα­τά­ξεις, γι­ὰ νὰ τι­μή­σει καὶ τοὺς πο­λι­τι­κούς του ἀν­τι­πά­λους καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε ἔτ­σι μί­α κυ­βέρ­νη­ση ἐ­θνι­κῆς ἑ­νό­τη­τας. Δι­έ­λυ­σε τὴν ὑ­πάρ­χου­σα Βου­λὴ καὶ στὴ θέ­ση της δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ «Πα­νελ­λή­νι­ον», ἕ­να γνω­μο­δο­τι­κὸ ὄρ­γα­νο ἀ­πὸ 27 μέ­λη. Χώ­ρι­σε τὸ κρά­τος σὲ ἐ­παρ­χί­ες – δι­οι­κη­τι­κὲς πε­ρι­φέ­ρει­ες, γι­ὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σει τὶς δο­μές του καὶ δι­ό­ρι­σε ὡς ἐ­πάρ­χους ἄ­ξι­α πρό­σω­πα ἀ­π᾿ ὅ­λες τὶς πα­ρα­τά­ξεις.

Τὸ ἔ­ργο του  καὶ ἡ προσφορά του

Σὰν πρω­ταρ­χι­κοὺς στό­χους ἔ­θε­σε τὴ δη­μι­ουρ­γί­α με­σαί­ας τά­ξης μὲ τὴ δι­α­νο­μὴ ἐ­θνι­κῶν γαι­ῶν σὲ ἀ­κτή­μο­νες καὶ τὴ μεί­ω­ση τῆς δύ­να­μης τῶν ἀ­ρι­στο­κρα­τῶν τῆς γῆς, μὲ ταυ­τό­χρο­νη ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς γε­ωρ­γί­ας, τῆς γε­ω­πο­νί­ας καὶ τῆς ἀ­γρο­νο­μί­ας. Γι­ὰ νὰ κα­λυ­τε­ρέ­ψει τὴ ζω­ὴ καὶ τὴ δι­α­τρο­φὴ τῶν Ἑλ­λή­νων, ἵ­δρυ­σε γε­ωρ­γι­κὴ σχο­λὴ στὴν Τί­ρυν­θα καὶ ἔ­κα­νε τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς πα­τά­τας στὴν Ἑλ­λά­δα.

Πα­ρα­χώ­ρη­σε σπί­τι­α σὲ ἄ­στε­γους ἀ­γρό­τες, ἔφ­τεια­ξε και­νούρ­γι­ους δρό­μους καὶ δρο­μο­λό­γη­σε τὶς πρῶ­τες συγ­κοι­νω­νί­ες. Ἵ­δρυ­σε Σχο­λεῖ­α, ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­α, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὲς σχο­λὲς γι­ὰ τὴ μόρ­φω­ση τοῦ κλή­ρου καὶ προ­σέ­λα­βε Ἕλ­λη­νες δι­δα­σκά­λους, γι­ὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σουν τὰ ἑλ­λη­νό­που­λα ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξη μόρ­φω­ση.

Ὀρ­γά­νω­σε τὸ στρα­τό, ἵ­δρυ­σε τὴ σχο­λὴ Εὐ­ελ­πί­δων γι­ὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν καὶ ἀ­να­κα­τέ­λα­βε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς Στε­ρε­ᾶς Ἑλ­λά­δας. Δη­μι­ούρ­γη­σε στρα­τῶ­νες καὶ γέ­μι­σε τὶς ἀ­πο­θῆ­κες τους μὲ τρό­φι­μα καὶ πο­λε­μο­φό­δι­α, ἐ­νῶ κα­τέ­στει­λε τὴν πει­ρα­τεί­α μὲ τὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τοῦ ναυ­τι­κοῦ καὶ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ στό­λου.

Ἔφ­τεια­ξε ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸ μου­σεῖ­ο, νο­σο­κο­μεῖ­α, θέ­σπι­σε και­νούρ­γι­ους νό­μους, ἔχ­τι­σε φυ­λα­κὲς καὶ ἵ­δρυ­σε τὰ πρῶ­τα δι­κα­στή­ρι­α. Ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὸν ὀ­ρυ­κτὸ πλοῦ­το τῆς χώ­ρας, πῆ­ρε μέ­τρα γι­ὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς βι­ο­τε­χνί­ας καὶ γι­ὰ τὴν τό­νω­ση τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ἵ­δρυ­σε τυ­πο­γρα­φεῖ­ο, χρη­μα­τι­στη­ρι­α­κὴ Τρά­πε­ζα στὴν Αἴ­γι­να καὶ τὸ πρῶ­το νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο, ποὺ ἔ­κο­ψε τὸ φοί­νι­κα, τὸ πρῶ­το ἑλ­λη­νι­κὸ νό­μι­σμα..

Οἱ με­γά­λες μά­χες ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ἐ­πέ­φε­ραν τε­λι­κὰ τὴν ἐ­πί­τευ­ξη τοῦ πρώ­του με­γά­λου του στό­χου, ποὺ ἦ­ταν ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­του ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους στὶς 3 Φε­βρου­α­ρί­ου 1830, πα­ρὰ τὶς μη­χα­νορ­ρα­φί­ες καὶ τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις τῶν με­γά­λων δυ­νά­με­ων καὶ συμ­μά­χων (Ἀγ­γλί­ας, Γαλ­λί­ας, Ρω­σί­ας).

Ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω τὰ πέ­τυ­χε σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο, πε­ρί­που 45 μῆ­νες, μὲ ἰ­σχυ­ρὴ ἀν­τι­πο­λί­τευ­ση καὶ πλῆ­θος ἀν­τι­κυ­βερ­νη­τι­κῶν ἐ­νερ­γει­ῶν, ποὺ ὑ­πο­στη­ρί­ζον­ταν ἀ­πὸ τὶς πρώ­ην προ­στά­τι­δες δυ­νά­μεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμὸ τῆς Ὀ­θω­μα­νι­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἀ­νε­ξάρ­τη­του ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους, γι᾿ αὐ­τὸ ἄρ­χι­σαν νὰ ἑ­τοι­μά­ζουν τὴ δο­λο­φο­νί­α του.

Ὁ Κυ­βερ­νή­της ποὺ γνώ­ρι­ζε τὸ πα­ρα­σκή­νι­ο δὲν πτο­ή­θη­κε καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται γι­ὰ τὸν ἑ­πό­με­νο με­γά­λο του στό­χο, ποὺ ἦ­ταν ἡ μόρ­φω­ση τῶν νέ­ων τῆς Ἑλ­λά­δας, γι᾿ αὐ­τὸ κα­θι­έ­ρω­σε τὴ δω­ρε­ὰν ἐκ­παί­δευ­ση γι­ὰ ὅ­λους, ποὺ γι­ὰ πρώ­τη φο­ρὰ γι­νό­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ καὶ κα­θό­ρι­σε τὰ δι­δα­σκό­με­να μα­θή­μα­τα, τὸν τρό­πο ἐ­ξε­τά­σε­ων, τὸ πρό­γραμ­μα δι­δα­σκα­λί­ας, τὶς ἡ­μέ­ρες ἀρ­γί­ας τῶν Σχο­λεί­ων, τὶς θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς καὶ τὰ βρα­βεῖ­α στοὺς ἀ­ρι­στού­χους.

Ἡ προσωπικότητά του

Κα­τὰ τὴ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τῆς χώ­ρας ἡ προ­σω­πι­κή του ζω­ὴ ἦ­ταν λι­τὴ καὶ ἀ­πέ­ριτ­τη. Πα­ρέ­μει­νε ἁ­πλός, δί­και­ος καὶ τα­πει­νός, γι­α­τί θε­ω­ροῦ­σε τὴν ἁ­πλό­τη­τα, τὴν ἁ­γνό­τη­τα καὶ τὴν κα­λωσύ­νη τὶς μό­νες ἀ­λη­θι­νὲς ἀ­ξί­ες τῆς ζω­ῆς. Πί­στευ­ε ὅ­τι ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α εἶ­ναι εὐ­ερ­γε­τι­κὴ μό­νο ἂν ἐμ­φο­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς ἀ­λή­θει­ες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, γι­α­τί δι­α­φο­ρε­τι­κὰ κα­τα­πνί­γον­ται καὶ ἡ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἡ ἀ­λή­θει­α.

Ἦ­ταν προ­σι­τὸς καὶ στορ­γι­κὸς σὲ ὅ­λους. Βο­η­θοῦ­σε τοὺς φτω­χούς. Ἔνοι­ω­θε με­γά­λη χα­ρὰ ὅ­ταν βρι­σκό­ταν στὸ να­ὸ τοῦ Θε­οῦ, ὅ­ταν συ­να­να­στρε­φό­ταν μὲ τοὺς Ἱε­ρεῖς, ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων.

Ἐ­νῶ ἦ­ταν γεν­ναι­ό­δω­ρος πρὸς τοὺς ἄλ­λους, στὶς προ­σω­πι­κές του ἀ­νάγ­κες ἦ­ταν λι­τός, ἀ­νι­δι­ο­τε­λὴς καὶ ἀ­φι­λο­κερ­δής. Ἕ­νας σπά­νι­ος ἄν­θρω­πος ποὺ δὲ συγ­κι­νή­θη­κε πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψη τοῦ πλού­του. Ἂν καὶ ἀ­μει­βό­ταν ἐ­τη­σί­ως ὡς δι­πλω­μά­της μὲ 700.000 φράγ­κα (ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς), ξό­δευ­ε μό­λις 2.500 καὶ τὸ πο­σὸ ποὺ πε­ρίσ­σευ­ε, τὸ δι­έ­θε­τε γι­ὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τῆς «Ἱ­ε­ρῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­πό­θε­σης», ὅ­πως ὀ­νό­μα­ζε τὸν ἀ­γῶ­να τῆς πα­τρί­δας του.

Σὰν Κυ­βερ­νή­της ἀρ­νή­θη­κε νὰ δεχ­τεῖ τὸ μι­σθό, ποὺ τοῦ προ­σφέρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνο­συ­νέ­λευ­ση καὶ δι­έ­με­νε σ᾿ ἕ­να φτω­χι­κὸ δω­μά­τι­ο, ποὺ τοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σε ἡ Πα­τρί­δα. Ντυ­νό­ταν ἁ­πλὰ καὶ δὲ φό­ρε­σε πο­τὲ πι­ὰ τὶς ὄ­μορ­φες ἐ­πί­ση­μες στο­λές του. Τὸ μο­να­δι­κό του ἔμ­βλη­μα ἦ­ταν μί­α ζώ­νη μὲ τὰ χρώ­μα­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ση­μαί­ας.

Εἶ­χε ἔν­το­νη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα καὶ κα­θη­με­ρι­νὰ δό­ξα­ζε τὸ Θε­ό, ποὺ τὸν προ­στά­τευ­ε καὶ τὸν ἐν­δυ­νά­μω­νε, γι­ὰ νὰ ἀν­τέ­ξει στὸ δύ­σκο­λο ἔρ­γο του, ἀ­φοῦ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἦ­ταν πολ­λὰ τὰ ἐμ­πό­δι­α, ποὺ τοῦ ἔ­βα­ζαν «με­ρι­κοὶ πρό­κρι­τοι καὶ ἀ­ρι­στο­κρά­τες», ποὺ ἔ­χα­ναν τὰ προ­νό­μι­ά τους. Ἡ πί­στη του ὅ­μως στὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ ἡ ἀ­γά­πη του πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὴν Πα­τρί­δα, γέ­μι­ζαν τὸ πνεῦ­μα καὶ τὴν ψυ­χή του καὶ ἦ­ταν τὸ μυ­στι­κὸ στὴν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη αἰ­σι­ο­δο­ξί­α του καὶ τὴν παν­το­τει­νή του ἐλ­πί­δα, ὅ­τι στὸ τέ­λος ἡ Θεί­α Πρό­νοι­α θὰ ἐ­νερ­γή­σει καὶ θὰ βο­η­θή­σει τὴν Πα­τρί­δα.

Ἡ πί­στη του τὸν κα­τέ­στη­σε σπά­νι­ο, φω­τι­σμέ­νο καὶ χα­ρι­σμα­τι­κὸ ἡ­γέ­τη. Στὸ πρῶ­το δι­άγ­γελ­μα πρὸς τὸ λα­ό του, εἶ­πε: «Ἐ­ὰν ἔ­χου­με τὸ Θε­ὸ μα­ζί μας, κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­ναν­τί­ον μας».

Οἱ ἀντίπαλοί του

Πί­στευ­ε στὴν κα­θο­λι­κὴ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ λα­οῦ, στὸν ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­χώ­ρη­σε ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὴ γῆ, πο­λι­τι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ ἐ­ρεί­σμα­τα, ὥ­στε μὲ τὴν ψῆ­φο του νὰ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὰ πο­λι­τι­κὰ δρώ­με­να. Ἔτ­σι, ὅ­σοι ἔ­βλε­παν ὅ­τι ἔ­χα­ναν τὰ προ­νό­μι­ά τους, δη­μι­ούρ­γη­σαν ἰ­σχυ­ρὴ ἀν­τι­πο­λί­τευ­ση, ἀ­πὸ τὴ μί­α στὴν Ὕ­δρα μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Ὑ­δραῖ­ο πλοι­ο­κτή­τη Γε­ώρ­γι­ο Κουν­του­ρι­ώ­τη καὶ συ­νερ­γά­τες τὸν ὑ­πο­χθό­νι­ο Ἀ­λέ­ξαν­δρο Μαυ­ρο­κορ­δᾶ­το καὶ τὸν Ἀν­δρέ­α Μι­α­ού­λη καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο μὲ ἐ­πι­κε­φα­λής τὸν πρού­χον­τα τῆς Μά­νης Πε­τρόμ­πε­η Μαυ­ρο­μι­χά­λη.

Οἱ πα­ρα­πά­νω ἄρ­χι­σαν νὰ συ­κο­φαν­τοῦν ἀ­μεί­λι­κτα τὸν Κα­πο­δί­στρι­α, ἀρ­νού­με­νοι νὰ δεχ­τοῦν τὰ μέ­τρα ὑ­πὲρ τῶν ἀ­δυ­νά­των (δι­α­νο­μὴ γῆς, συμ­με­το­χὴ τῶν Προ­κρί­των στὴ φο­ρο­λο­γί­α κ.ἄ.), συμ­πα­ρα­σύ­ρον­τας ἀρ­κε­τούς, ἀ­κό­μα καὶ στρα­τι­ω­τι­κούς, ποὺ κα­τά­φε­ραν νὰ στρέ­ψουν στρα­τι­ῶ­τες ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Κυ­βερ­νή­τη.

Οἱ δύ­ο ἀν­τι­πο­λι­τευ­τι­κοὶ πό­λοι τῆς Ὕ­δρας καὶ τῆς Μά­νης ἄρ­χι­σαν νὰ συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ τὶς συμ­μα­χι­κὲς δυ­νά­μεις, νὰ προ­κα­λοῦν ἀν­ταρ­σί­ες, ἐ­πα­να­στά­σεις καὶ νὰ ὑ­ψώ­νουν δι­κές τους ση­μαῖ­ες.

Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας πα­ρὰ τὶς προ­τρο­πὲς τῶν συ­νερ­γα­τῶν του, νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει βί­α γι­ὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὴν κα­τά­στα­ση, ἀρ­νή­θη­κε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά, γιά­ νὰ μὴν προ­κα­λέ­σει ἐμ­φύ­λι­ο πό­λε­μο καὶ νὰ μὴν προ­δώ­σει τὸ λα­ό, ποὺ σχε­δὸν κα­θο­λι­κὰ τὸν ὑ­πο­στή­ρι­ζε καὶ ἀν­τὶ τῆς βί­ας ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δρά­σει δυ­να­μι­κά. Ἔτ­σι φυ­λά­κι­σε τὸν Πε­τρόμ­πεη Μαυ­ρο­μι­χά­λη, ὡς ὑ­πο­κι­νη­τὴ ἀν­ταρ­σι­ῶν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἀ­πα­γό­ρευ­σε τὸν ἀ­πό­πλου τῶν ὑδρα­ϊ­κῶν πλοί­ων στὸ Αἰ­γαῖ­ο, γι­ὰ νὰ μὴν ὑ­πο­κι­νοῦν τὸ λα­ὸ ἐ­ναν­τί­ον του.

Στὶς δύ­σκο­λες αὐ­τὲς στιγ­μὲς ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­χε γι­ὰ συμ­πα­ρα­στά­τες, τὸ δι­α­μάν­τι τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, τὸν με­γά­λο στρα­τη­γὸ Θε­ό­δω­ρο Κο­λο­κο­τρώ­νη, τὸν γεν­ναῖ­ο πο­λε­μι­στὴ Νι­κη­τα­ρᾶ καὶ τὸν ἔν­δο­ξο πυρ­πο­λη­τὴ Κων­σταν­τῖ­νο Κα­νά­ρη.

Οἱ Ἄγ­γλοι ὅ­μως καὶ οἱ Γάλ­λοι (οἱ Ρῶ­σοι ἀρ­νή­θη­καν) ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ βγά­λουν ἀ­πὸ τὴ μέ­ση τὸν Κα­πο­δί­στρι­α, γι­α­τί δὲν τοῦ συγ­χώ­ρε­σαν πο­τὲ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ ἀ­νε­ξάρ­τη­του ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους καὶ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο τῆς θά­λασ­σας τοῦ Αἰ­γαί­ου.

Στὴ Μά­νη ἡ οἰ­κο­γέ­νει­α τοῦ φυ­λα­κι­σμέ­νου Πε­τρόμ­πεη Μαυ­ρο­μι­χά­λη, ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ χρή­μα­τα καὶ εἶ­χε με­γά­λη ἱ­κα­νό­τη­τα στὰ πι­στό­λι­α, εἶ­χε ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κυ­βερ­νή­τη καὶ ἁ­πλὰ πε­ρί­με­νε τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Οἱ φῆ­μες γι­ὰ τὸ σχέ­δι­ο δο­λο­φο­νί­ας του, ἔφ­τα­σαν στὰ αὐ­τι­ὰ τοῦ Κα­πο­δί­στρι­α, ποὺ ὅ­μως ἀρ­νή­θη­κε νὰ πά­ρει προ­φυ­λά­ξεις, γι­α­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεχ­τεῖ ὅ­τι τὰ «ἀ­δέλ­φι­α» του, θὰ ἔφ­τα­ναν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ τὸν δο­λο­φο­νή­σουν.

Τὸ τέλος του

Τὴν Κυ­ρι­α­κὴ 27 Σε­πτεμ­βρί­ου 1831 στὶς 6 τὸ πρω­ί, ὁ Κυ­βερ­νή­της κρα­τών­τας τὴν Ἱ­ε­ρὴ Σύ­νο­ψη ξε­κί­νη­σε γι­ὰ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴ Θεί­α Λει­τουρ­γία­, στὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο του να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­να, ὅ­πως συ­νή­θι­ζε νὰ κά­νει κά­θε Κυ­ρι­α­κή. Οἱ συ­νερ­γά­τες του καὶ ὁ ἀ­δελ­φός του Αὐ­γου­στῖ­νος, ποὺ πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν γι­ὰ τὴν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη δο­λο­φο­νί­α του, προ­σπά­θη­σαν νὰ τὸν ἐμ­πο­δί­σουν, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ἀρ­νή­θη­κε καὶ τοὺς εἶ­πε: «οἱ Ἕλ­λη­νες δὲ θὰ φτά­σουν πο­τὲ μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὲ δο­λο­φο­νή­σουν, θὰ σε­βα­στοῦν τὴ λευ­κὴ κε­φα­λή μου». Ὅ­ταν τοῦ ἀ­νέ­φε­ραν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἐ­πί­δο­ξων δο­λο­φό­νων του, ἀ­πάν­τη­σε: «εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ θυ­σι­ά­σω τὴ ζωή­ μου γι­ὰ τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ θὰ τὴ θυ­σι­ά­σω. Ἂν οἱ Μαυ­ρο­μι­χα­λαῖ­οι θέ­λουν νὰ μὲ δο­λο­φο­νή­σουν, ἂς μὲ δο­λο­φο­νή­σουν. Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γι᾿  αὐ­τούς. Θὰ ἔλ­θει κά­πο­τε ἡ μέ­ρα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ Ἕλ­λη­νες, θὰ ἐν­νο­ή­σουν τὴ ση­μα­σί­α τῆς θυ­σί­ας μου».

Στὸ δρό­μο γι­ὰ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τὸν συ­νό­δευ­αν δύ­ο κλη­τῆ­ρες, ὁ μο­νό­χει­ρας Κρη­τι­κὸς Γε­ώρ­γι­ος Κο­ζώ­νης καὶ ὁ Πε­λο­πον­νή­σι­ος Δη­μή­τρι­ος Λε­ω­νί­δας. Στὴν πύ­λη τοῦ Να­οῦ στέ­κον­ταν καὶ κρυ­φο­μι­λοῦ­σαν οἱ δύ­ο Μαυ­ρο­μι­χα­λαῖ­οι (ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Πε­τρόμ­πε­η Κων­σταν­τῖ­νος καὶ ὁ γυι­ὸς του Γι­ωρ­γά­κης). Ὁ Κυ­βερ­νή­της τοὺς εἶ­δε, μὰ προ­χώ­ρη­σε θαρ­ρε­τά, ἔβ­γα­λε τὸ κα­πέ­λο του καὶ τοὺς χαι­ρέ­τη­σε, ἀλ­λὰ ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­πο­δώ­σουν τὸ χαι­ρε­τι­σμό, ἔ­στρε­ψαν ψυ­χρὰ τὰ πι­στό­λι­α τους ἐ­πά­νω του καὶ μὲ ἀ­πα­νω­τὲς πι­στο­λι­ὲς τὸν ἐ­κτέ­λε­σαν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση.

Οἱ δύ­ο Μαυ­ρο­μι­χα­λαῖ­οι εἶ­χαν ἄ­σχη­μη τύ­χη, ἀ­φοῦ τὸν μὲν Κων­σταν­τῖ­νο τὸν σκό­τω­σε ὁ μο­νό­χει­ρας συ­νο­δὸς τοῦ Κυ­βερ­νή­τη καὶ στὴ συ­νέ­χει­α ὁ κό­σμος ἐκ­φρά­ζον­τας τὴν ἀ­γα­νά­κτη­σή του «λι­ά­νι­σε» τὸ πτῶ­μα του, τὸν δὲ Γι­ωρ­γά­κη τὸν συ­νέ­λα­βαν ἀ­μέ­σως καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸν κα­τα­δί­κα­σαν σὲ θά­να­το.

Ὁ με­γά­λος στρα­τη­γὸς Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης μό­λις ἔ­μα­θε τὴν ἀ­πί­στευ­τη εἴ­δη­ση, εἶ­πε: «Τὴν αὐ­γὴ ὅ­ταν τὸ ἔ­μα­θαν οἱ πο­λί­τες τῆς Τρι­πο­λιτ­σᾶς, ἔ­πε­σαν νε­κροί. Ἄ­φη­σαν τὰ ἐρ­γα­στή­ρι­ά τους, τὶς δου­λει­ές τους καὶ περ­πα­τοῦ­σαν στοὺς δρό­μους σὰν τρελ­λοί».

Ὁ ἀ­εί­μνη­στος σο­φὸς πο­λι­τι­κὸς Κων­σταν­τῖ­νος Τσάτ­σος, εἶ­πε: «Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­να τέ­τοι­ο «ἐ­γώ», ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὰ ἀ­σή­μαν­το «ἐ­γώ», γι­ὰ μί­α ἀ­σή­μαν­τη προ­σω­πι­κὴ ἀ­φορ­μή, δο­λο­φό­νη­σε τὸν Κυ­βερ­νή­τη, ποὺ ἀ­γω­νί­στη­κε νὰ ὑ­πο­τά­ξει ὅ­λα τὰ «ἐ­γὼ» τῶν Ἑλ­λή­νων στὴν ἑ­νό­τη­τα μί­ας εὐ­νο­μού­με­νης Πο­λι­τεί­ας, μί­ας Πο­λι­τεί­ας ὅ­που κά­θε «ἐ­γώ», θὰ εἶ­χε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν ἄλ­λων καὶ ἡ τά­ξη τοῦ συ­νό­λου».

Ὁ με­γά­λος Γερ­μα­νὸς ποι­η­τὴς Γκαῖ­τε, ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὸ θά­να­το τοῦ Κα­πο­δί­στρι­α, εἶ­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Ἀ­πὸ σή­με­ρα παύ­ω νὰ εἶ­μαι φι­λέλ­λη­νας». Ὁ πι­στὸς φί­λος τοῦ Κυ­βερ­νή­τη Ἑλ­βε­τὸς τρα­πε­ζί­της Ἐ­ϋ­νάρ­δος, εἶ­πε: «Οἱ Ἕλ­λη­νες θὰ κα­τα­λά­βουν ἀρ­γό­τε­ρα τὴ με­γά­λη ζη­μι­ὰ καὶ ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­σουν ὅ­λα ὅ­σα ἔ­πρα­ξε γι­ὰ τὴν Πα­τρί­δα του, θὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σουν ὡς τὸν ἀ­γα­θό­τε­ρο ἄν­θρω­πο. Ὁ θά­να­τός του εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα ὄ­χι μό­νο γι­ὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀλ­λὰ γι­ὰ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη».

Τὸ φο­βε­ρὸ νέ­ο της δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Κυ­βερ­νή­τη δι­α­πέ­ρα­σε «σὰν πύ­ρι­νη ρομ­φαί­α» τὴν καρ­δι­ὰ τῶν Ἑλ­λή­νων. Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ Ἔθνος ἔ­κλα­ψε πι­κρὰ καὶ μι­κροὶ-με­γά­λοι ντύ­θη­καν στὰ μαῦ­ρα. Ὁ πό­νος τῶν Ἑλ­λή­νων ἦ­ταν δυ­σβά­σταχ­τος. Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­νο­ή­σει πὼς χά­θη­κε ξαφ­νι­κὰ ὁ φι­λό­στορ­γος πα­τέ­ρας ὅ­λων τῶν Ἑλ­λή­νων.

Εὔ­στο­χα ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Τσάτ­σος ἀ­νέ­φε­ρε: «Ἂν κυ­βερ­νοῦ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας με­ρι­κὰ χρό­νι­α ἀ­κό­μα (ὅ­ταν δο­λο­φο­νή­θη­κε δὲν ἦ­ταν οὔ­τε 56 ἐ­τῶν), θὰ ἦ­ταν ἄλ­λη ἡ μοί­ρα αὐ­τοῦ τοῦ τό­που καὶ πολ­λὰ δει­νὰ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, θὰ εἶ­χαν ἀ­πο­τρα­πεῖ. Ἴ­σως λί­γοι τό­τε νὰ ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ ἀ­να­με­τρή­σουν τὸ μέ­γε­θος τῆς ἐ­θνι­κῆς συμ­φο­ρᾶς. Μό­νο ἡ ἀ­πό­στα­ση μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τὴ δοῦ­με σή­με­ρα ὁ­λό­κλη­ρη, σὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες».

Οἱ Ἕλ­λη­νες δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πι­στέ­ψουν ὅ­τι δι­κό τους χέ­ρι τόλ­μη­σε νὰ προ­βεῖ στὴν ἀ­πο­τρό­παι­α αὐ­τὴ πρά­ξη. Μὲ τὸ θά­να­το τοῦ λαμ­προῦ Κυ­βερ­νή­τη ὅ­λοι ἔ­νοι­ω­σαν ὅ­τι σκο­τώ­θη­κε ἡ πα­ρη­γο­ρι­ά, τὸ φῶς καὶ ἡ ἠ­ρε­μί­α τῆς χώ­ρας, γι­α­τί τὰ δο­λο­φο­νι­κὰ χέ­ρι­α, ποὺ στρά­φη­καν ἐ­ναν­τί­ον του, τε­λι­κὰ δο­λο­φό­νη­σαν τὴν ἴ­δι­α τους τὴν Πα­τρί­δα.

 

*Ὑποστράτηγου ε.α.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος