Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΜΙΛΑΕΙ

Ὁ Κερ­κυ­ραῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης Καπ­ο­δί­στρι­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­δρε­ψε δάφ­νες ὡς Ὑ­πουρ­γὸς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς Ρωσ­σί­ας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 19ου αἰ­ῶ­νος καὶ ἔ­βα­λε τὰ θε­μέ­λι­α τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης Ἑλ­λά­δας ὡς πρῶ­τος Κυ­βερ­νή­της, αὐ­τὸς ὁ Καπ­ο­δί­στρι­ας μί­λη­σε. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸν προ­φο­ρι­κὸ καὶ τὸν γρα­πτό του λό­γο μᾶς ἄ­φη­σε δείγ­μα­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου πί­στε­ώς του, μᾶς ἄ­φη­σε πα­ρα­κα­τα­θῆ­κες καὶ ὁ­δο­δεῖ­κτες γι­ὰ τὴν πο­ρεί­α μας ὡς ἄν­θρω­ποι καὶ ὡς Ἔ­θνος.

Ὁ Καπ­ο­δί­στρι­ας μί­λη­σε. Ἐ­μεῖς τὸν ἀ­κοῦ­με; Ἂς τὸν ἀ­κού­σου­με, ἔ­στω καὶ τώ­ρα.

«Εἶ­μαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος […] (γρά­φει στὸν πα­τέ­ρα του). Ἀν­τι­στά­θη­κα στὶς πι­ὸ με­γά­λες καὶ γο­η­τευ­τι­κὲς προ­τά­σεις […].

Ἔ­μει­να στα­θε­ρὸς στὸ νὰ πα­ραι­τη­θῶ ἀ­πὸ λαμ­πρὲς καὶ ἀ­νε­τό­τα­τες θέ­σεις […] προ­κει­μέ­νου νὰ μεί­νω μὲ ὅ­λη μου τὴν καρ­δι­ὰ προ­σκολ­λη­μέ­νος […] σὲ ὅ­σα ἐ­γὼ πι­στεύ­ω ὡς ἱ­ε­ρὰ κα­θή­κον­τα. […] Μοῦ προ­σφέρ­θη­καν πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ μι­ὰ ὡ­ραῖ­ες ἀ­πο­κα­τα­στά­σεις. Τὶς ἀρ­νή­θη­κα χω­ρὶς δυ­σα­ρέ­σκει­αν. Θὰ εἶ­χα γί­νει Κροῖ­σος στὰ πλού­τη, ἀλ­λὰ στοὺς ἀν­τί­πο­δες. Θὰ εἶ­χα προ­χω­ρή­σει κα­τὰ χί­λι­α βή­μα­τα στὴν στα­δι­ο­δρο­μί­α μου, ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χές μου, ἀ­πὸ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρά μας. Δὲν τὸ θέ­λη­σα καὶ οὔ­τε θὰ τὸ θε­λή­σω πο­τὲ. […] Ἐλ­πί­ζω στὴν θε­ϊ­κὴ προ­στα­σί­α».

«Ἐ­πέ­ρα­σα τὴν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα μὲ τὸν Μη­τρο­πο­λί­την. Καὶ πα­ρη­τή­θην ὅ­λων τῶν ὀ­χλη­ρῶν δι­πλω­μα­τι­κῶν γευ­μά­των. Τὸ αὐ­τὸ ἔ­πρα­ξα καὶ κα­τὰ τὰς δύ­ο πρώ­τας ἡ­μέ­ρας τοῦ Πά­σχα κα­τὰ τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸν τυ­πι­κὸν τῶν ὁ­ποί­ων μό­νον ἠ­δυ­νή­θην νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σω τὰ θρη­σκευ­τι­κά μου κα­θή­κον­τα».

«… δὲν ἠ­θέ­λη­σα πο­τὲ νὰ εἶ­μαι ὑ­πή­κο­ός Του, ἀλ­λὰ ὑ­πη­ρέ­της Του. Εἶ­ναι δι­ό­τι μί­αν φο­ρὰν εἶ­πον εἰς τὴν Α.Μ. ὅ­τι δὲν θὰ ἀν­τήλ­λα­σον τὸν τά­φον μου ποὺ ἔ­χω εἰς τὴν Κέρ­κυ­ραν μὲ οἱ­αν­δή­πο­τε ἀ­πο­κα­τά­στα­σιν ἐν τῷ κό­σμῳ».

«Με­γα­λει­ό­τα­τε, ἐν­τί­μως σᾶς δη­λώ­νω ὅ­τι ὁ­σά­κις εὑ­ρε­θῶ πρὸ τοῦ τρα­γι­κοῦ δι­λήμ­μα­τος νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς σκλα­βω­μέ­νης πα­τρί­δος μου ἢ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἀ­χα­νοῦς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας σας, δὲν θὰ δι­στά­σω οὔ­τε στιγ­μή: Θὰ τε­θῶ μὲ τὸ μέ­ρος τῆς πα­τρί­δος μου […]. Θὰ ἦ­ταν ἐκ μέ­ρους μου ἀ­χα­ρι­στί­α, θὰ πα­ρέ­βαι­να τὰ κα­θή­κον­τά μου πρὸς τὴν γῆν ποὺ μὲ γέν­νη­σε, ἐ­άν, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὶς πι­έ­σεις ποὺ θὰ μοῦ ἔ­κα­ναν, θε­ω­ροῦ­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου ξέ­νον πρὸς τὴν Ἑλ­λά­δα. Αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­μως τὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νί­κα­νον γι­ὰ μι­ὰ τέ­τοι­α θυ­σί­α! […]. Θὰ εὑ­ρί­σκο­μαι σὲ συ­νε­χῆ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί τους, θὰ τοὺς βο­η­θῶ! […]. Εἶ­μαι Ἕλ­λην καὶ θὰ μεί­νω Ἕλ­λην γι­ὰ πάν­τα».

«Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι προ­στά­της μου […] καὶ ἄ­νευ ταύ­της τῆς πί­στε­ως οὔ­τε ἐ­μαυ­τὸν θὰ ἠ­δυ­νά­μην νὰ κα­τα­νο­ή­σω, οὔ­τε νὰ ἐλ­πί­σω τί».

«Ἐλ­πί­ζων δὲ νὰ ἔ­χω καὶ μί­αν στέ­γην εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, ὡς ἀρ­χη­γὸς τῆς δι­οι­κή­σε­ως, κα­λὸν νο­μί­ζω τὸ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νῃ καὶ ἓν μι­κρὸν πα­ρεκ­κλή­σι­ον».

«Οἱ Ἕλ­λη­νες […] ἡ­νω­μέ­νοι δι­ὰ τῆς εἰς Χρι­στὸν καὶ εἰς τὴν Ἁ­γί­αν Του Ἐκ­κλη­σί­αν στα­θε­ρᾶς πί­στε­ώς των […] ὑ­πο­στάν­τες τὴν ὀ­θω­μα­νι­κὴν δυ­να­στεί­αν, ὑ­πὸ μό­νην τὴν σκέ­πην τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας των δι­ε­σώ­θη­σαν. Ἅ­μα δὲ τῷ ἀ­νε­γερ­θῆ­ναι εἰς σῶ­μα Ἔ­θνους, οἱ αὐ­τῶν ἀν­τι­πρό­σω­ποι ἀ­νε­κή­ρυ­ξαν τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν θρη­σκεί­αν, θρη­σκεί­αν τῆς ἐ­πι­κρα­τεί­ας».

«Ἀ­πο­τε­λεῖ θεί­α τι­μὴ τὸ νὰ ἀ­να­θρέ­ψῃ κά­ποι­ος Ἑλ­λη­νό­παι­δες, μὲ τὶς γνώ­σεις τῆς ἱ­ε­ρᾶς μας θρη­σκεί­ας, νὰ τοὺς ἐκ­παι­δεύ­σῃ στὴν πά­τρι­ον γλῶσ­σα καὶ νὰ τοὺς προ­πα­ρα­σκευ­ά­σῃ γι­ὰ ἀ­νώ­τε­ρες πα­νε­πι­στη­μι­α­κὲς σπου­δὲς».

«Χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζουν κα­λὰ τὴν Γερ­μα­νι­κὴν καὶ τὴν Ἑλ­λη­νι­κήν, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν μί­αν κά­ποι­αν ἡ­λι­κί­αν εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἠμ­πο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ στε­ρη­θῇ τὴν ἐκ­κλη­σί­αν χω­ρὶς νὰ χά­σῃ τὴν θρη­σκεί­αν του, δὲν θὰ συ­νε­βού­λευ­α πο­τὲ νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν εἰς ἓν Ἰν­στι­τοῦ­τον ὅ­που ἀ­σκεῖ­ται ἡ θρη­σκεί­α τῶν Δι­α­μαρ­τυ­ρο­μέ­νων».

«Σὺ δὲ τί προ­τι­μᾶς, γράμ­μα­τα ἄ­νευ χρη­στῶν ἠ­θῶν ἢ χρη­στὰ ἤ­θη ἄ­νευ γραμ­μά­των; Δὲν ἀ­πο­κρί­νε­σαι; Δι­έ­στρε­ψε λοι­πὸν καὶ σέ, τό­σο νέ­ον, ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ οἴ­η­σις; Πολ­λοὶ λο­γι­ώ­τα­τοι Ἕλ­λη­νες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­γνώ­ρι­σα εἰς Βι­έν­ναν καὶ ἀλ­λα­χοῦ, ἐ­νό­μι­ζον ἑ­αυ­τοὺς σο­φω­τά­τους δι­ό­τι ἔ­μα­θον ὀ­λί­γα γράμ­μα­τα. Ἀλ­λ᾿ ἐ­άν, ὡς καυ­χᾶσθε, εἶ­σθε ἀ­πό­γο­νοι τῶν Ἑλ­λή­νων, ἔ­πρε­πε καὶ νὰ μὴ λη­σμο­νῆ­τε ὅ­τι σο­φί­αν ἐ­κεῖ­νοι οὔ­τε ἐ­νό­μι­ζον οὔ­τε ὠ­νό­μα­σαν μό­νην τὴν ἄ­σκη­σιν τοῦ νοῦ, ἀλ­λὰ καὶ τῆς ψυ­χῆς τὴν καλ­λι­έρ­γει­αν. Ὁ μό­νον γράμ­μα­τα γι­νώ­σκων, στε­ρού­με­νος δὲ ψυ­χι­κῆς ἀ­γω­γῆς, εἶ­ναι καὶ τοῦ χει­ρί­στου κα­κούρ­γου χεί­ρων, ὡς μα­θῶν νὰ κα­κουρ­γῇ ἐ­πι­τη­δει­ό­τε­ρον. Τὸ κα­κὸν ὑ­μῶν εἶ­ναι ὅ­τι μό­λις μά­θε­τε με­ρι­κοὺς κα­νό­νας τῆς γραμ­μα­τι­κῆς, ἔ­στω καὶ εἰς τὴν Γερ­μα­νί­αν, μό­λις ἰ­δῆ­τε με­ρι­κὰ βου­νὰ τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ χει­ρο­το­νεῖ­σθε μό­νοι δι­ορ­θω­ταὶ τῆς κοι­νω­νί­ας καὶ νο­μο­θέ­ται τῆς πο­λι­τεί­ας. Πλήν, κύ­ρι­ε, ἄλ­λο γραμ­μα­τι­κή, ἄλ­λο κοι­νω­νί­α καὶ ἄλ­λο πο­λι­τεί­α. Τό­σο πο­λὺς κα­πνὸς γε­μί­ζει τὰς κε­φα­λὰς ὑ­μῶν, ὥ­στε δὲν ἐν­νο­εῖ­τε ὁ­ποῖ­ον καὶ ὁπό­σον χά­σμα δι­α­χω­ρί­ζει τὰς δύ­ο τε­λευ­ταί­ας ἀ­πὸ τῆς πρώ­της. Οἱ πα­λαι­οὶ σο­φι­σταὶ ἐ­γί­νω­σκον πλεί­ο­να γράμ­μα­τα, καὶ ὅ­μως αὐ­τοὶ ἦσαν οἱ λυ­με­ῶ­νες τῶν Ἀ­θη­νῶν».

«Τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν Ἔ­θνος ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πὸ τὴν ἅ­λω­ση τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως δὲν ἔ­παυ­σαν νὰ ὁ­μο­λο­γοῦν τὴν πι­στό­τη­τά τους στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη τους, δὲν στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ ὁ­μι­λοῦν τὴν γλῶσ­σα τῶν πα­τέ­ρων τους, τὴν Ἑλ­λη­νι­κή, καὶ πα­ρέ­μει­ναν ἀ­κλό­νη­τοι ὑ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἢ κο­σμι­κὴ δι­και­ο­δο­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τους, σὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μέ­ρος τῆς τουρ­κο­κρα­του­μέ­νης Πα­τρί­δας τους καὶ ἂν εὑ­ρί­σκον­ταν».

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς λι­τῆς του ζω­ῆς ἀ­πο­τέ­λε­σε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ ποὺ ἀ­να­φέ­ρει ἡ βα­ρώ­νη Charlotte de Sor καὶ συ­νέ­βη ὅ­ταν ὁ Κα­ππο­δί­στρι­ας ἦ­ταν στὴ Γε­νεύ­η: «Μι­ὰ ἡ­μέ­ρα, στὴ δι­άρ­κει­α μι­ᾶς ἐγ­κάρ­δι­ας συ­νο­μι­λί­ας, μοῦ εἶ­πε μὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­ξι­ο­λά­τρευ­τη ἁ­πλό­τη­τα ποὺ τὸν δι­έ­κρι­νε: “Ἐκ­πλήτ­τε­σθε γι­α­τί ἔ­χω δι­α­λέ­ξει αὐ­τὰ τὰ δύ­ο πε­νι­χρὰ δω­μά­τι­α στὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Lamotte […]. Μὰ ὁ λό­γος εἶ­ναι ὅ­τι μοῦ στοι­χί­ζουν μο­νά­χα 30 φράγ­κα τὸ μῆνα καὶ ἀ­σφα­λῶς δὲν ξέ­ρε­τε ὅ­τι γι­ὰ τὴ συν­τή­ρη­ση καὶ τῶν δύ­ο μας (καὶ τοῦ ὑ­πη­ρέ­τη του) δὲν πρέ­πει νὰ ξε­πε­ρά­σου­με τὸ πο­σὸν τῶν 6 φράγ­κων τὴν ἡ­μέ­ρα.” Χον­δρὰ δά­κρυ­α ὕ­γρα­ναν τὰ μά­τι­α μου καὶ τοῦ ἔσφι­ξα τὸ χέ­ρι μὲ συγ­κί­νη­ση: “Εἶ­σθε ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στος”, τοῦ εἶ­πα βα­θι­ὰ συγ­κλο­νι­σμέ­νη. “Μὰ ὄ­χι, κυ­ρί­α μου, ἁ­πλῶς εἶ­μαι συ­νε­πὴς πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό μου! Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Ὅ­ταν ὅ­λα τὰ δι­α­βή­μα­τα καὶ οἱ ἐ­νέρ­γει­ές μου, ὅ­λες οἱ γρα­πτές μου ἐκ­κλή­σεις ζη­τοῦν ἀ­πὸ τὶς γεν­ναι­ό­δω­ρες ψυ­χὲς ψω­μὶ καὶ ἐν­δύ­μα­τα γι­ὰ τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες μου, ὅ­ταν, ἀ­φοῦ χτύ­πη­σα τὶς πόρ­τες τῶν πα­λα­τι­ῶν τῶν πλου­σί­ων, χτύ­πη­σα με­τὰ καὶ τὶς πόρ­τες τῶν κα­λυ­βῶν τῶν φτω­χῶν, γι­ὰ νὰ συλ­λέ­ξω τὸν ὀ­βο­λὸ τοῦ φτω­χοῦ, πρέ­πει νὰ ἠμ­πο­ρῶ νὰ τοὺς λέ­ω μὲ παρ­ρη­σί­α: Ἔ­δω­σα τὰ πάν­τα πρὶν ζη­τή­σω καὶ τὴ δι­κή σας βο­ή­θει­α γι­ὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μου».

Ὁ γι­α­τρὸς τοῦ εἶ­πε νὰ βελ­τι­ώ­σει λί­γο τὴν τρο­φή του, ἦ­ταν ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη γι­ὰ τὴν ὑ­γεί­α του. Κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πήν­τη­σε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ: «Τό­τε μο­νά­χα θὰ βελ­τι­ώ­σω τὴν τρο­φή μου, ὅ­ταν θὰ εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε ἕ­να Ἑλ­λη­νό­που­λο ποὺ νὰ πει­νά­ῃ». Ὁ δὲ Μα­κρυ­γι­άν­νης γρά­φει γι­ὰ νὰ δεί­ξῃ τὸν τρό­πο ζω­ῆς του: «Ὁ Κυ­βερ­νή­της ἔ­τρω­γε ἐ­πὶ 4 ἡ­μέ­ρες μί­α κό­τα».

Ἐ­πι­στο­λή του πρὸς τὴν Προ­σω­ρι­νὴ Δι­οί­κη­ση τῆς Ἑλ­λά­δος (12/12/1825), ἀ­παν­τη­τι­κὴ σὲ αὐ­τὴ ποὺ τὸν προ­σε­κά­λει νὰ ἀ­να­λά­βῃ τὴν δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τῆς Ἑλ­λά­δος: «…τὰς εὐ­χὰς τὰς ὁ­ποί­ας κα­θ᾿ ἑ­κά­στην ἀ­να­πέμ­πω εἰς τὴν Θεί­αν Πρό­νοι­αν, δι­ὰ νὰ σᾶς ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­σῃ τὰς εὐ­λο­γί­ας της…», «…ἡ­νω­μέ­νοι διὰ­ τῆς εἰς Χρι­στὸν καὶ εἰς τὴν Ἁ­γί­αν Του Ἐκ­κλη­σί­αν στα­θε­ρᾶς πί­στε­ώς των…», «…ἐ­κεῖ­νο δὲ με­τα­ξὺ αὐ­τῶν, ὅ­περ δι­α­λαμ­βά­νει τὰ πάν­τα ὡς βλα­στὸς καρ­πο­φό­ρος, εἶ­ναι ἡ ἀ­πα­ρα­βί­α­στος πί­στις, τὴν ὁ­ποί­αν ὡρ­κί­σθη ἡ Ἑλ­λὰς πρὸς τὸν Θε­ὸν καὶ πρὸς τὴν Ἁ­γί­αν Ἐκ­κλη­σί­αν Του». «Ὅ­ταν λοι­πὸν ἡ Θρη­σκεί­α, τὴν ὁ­ποί­αν ὡρ­κί­σθη­τε νὰ φυ­λά­ξη­τε, εἶ­ναι κα­θα­ρὰ καὶ ἀ­πα­ρα­βί­α­στος ἐ­νώ­πι­ον τῶν ἀν­θρώ­πων, κα­θὼς εἶ­ναι καὶ ἐ­νώ­πι­ον τοῦ Θε­οῦ, τὸ ἔρ­γον σας θὰ λά­βῃ πέ­ρας αἴ­σι­ον».

Ἐγ­κύ­κλι­ος 20/1/1828: «Μὲ πλή­ρη πε­ποί­θη­σιν εἰς τὴν Θεί­αν βο­ή­θει­αν ἰ­δοὺ ἀ­να­δέ­χο­μαι τὰς ἡνί­ας τῆς Ἐ­θνι­κῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως…».

Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας ὑ­πή­γα­γε σὲ ἕ­να φο­ρέ­α, τὴν Γραμ­μα­τεί­α (Ὑ­πουρ­γεῖ­ο), τὶς δύο Ὑ­πη­ρε­σί­ες, τὴν τῶν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν πραγ­μά­των καὶ τὴν τῆς Δη­μο­σί­ας Ἐκ­παι­δεύ­σε­ως θε­ω­ρῶν «… τὰς δύ­ο ταύ­τας Ὑ­πη­ρε­σί­ας ἀ­χω­ρί­στους, ὡς μί­αν ἐ­χού­σας ἀρ­χήν, τὸν Πα­τέ­ρα τῶν Φώ­των, καὶ πρὸς ἕ­να συν­τρε­χού­σας σκο­πόν, τὴν ἠ­θι­κὴν τῶν πο­λι­τῶν δι­α­μόρ­φω­σιν, ἥτις εἶ­ναι ἡ βά­σις τῆς κοι­νω­νι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῆς τοῦ Ἔθνους ἐ­πα­νορ­θώ­σε­ως». Βλέ­πε­τε κά­ποι­α σχέ­ση μὲ τὸ ση­με­ρι­νὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο (τῆς ἄλ­λο­τε Ἐ­θνι­κῆς) Παι­δεί­ας καὶ Θρη­σκευ­μά­των;

Ἐγ­κύ­κλι­ος ὑ­π᾿ ἀ­ριθμ. 14, 8/10/1829 : Συ­νι­στᾶ «τὴν ἀ­κρι­βῆ τή­ρη­σιν τῶν Ἱ­ε­ρῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Κα­νό­νων καὶ τῶν δι­α­τά­ξε­ων τῶν σχε­τι­κῶν πρὸς τὸν γά­μον καὶ τὰ δι­α­ζύ­γι­α, δι­ό­τι ἐν ἐ­ναν­τί­ᾳ πε­ρι­πτώ­σει κα­θυ­βρί­ζον­ται οἱ Θεῖ­οι καὶ ἱ­ε­ροὶ νό­μοι καὶ κα­πη­λεύ­ε­ται τὸ μέ­γα μυ­στή­ρι­ον τοῦ γά­μου».

«Ἂς λέ­γουν καὶ ἂς γρά­φουν ὅ,τι θέ­λουν. Θὰ ἔλ­θῃ ὅ­μως κά­πο­τε και­ρός, ὅτε οἱ ἄν­θρω­ποι κρί­νον­ται ὄ­χι σύμ­φω­να μὲ ὅ­σα εἶ­πον ἢ ἔ­γρα­ψαν πε­ρὶ τῶν πρά­ξε­ών των, ἀλ­λὰ κα­τ᾿ αὐ­τὴν τὴν μαρ­τυ­ρί­αν τῶν πρά­ξε­ών των. Ὑ­π᾿ αὐ­τῆς τῆς πί­στε­ως, ὡς ἀ­ξι­ώ­μα­τος, δυ­να­μού­με­νος ἔ­ζη­σα μέ­σα εἰς τὸν κό­σμον μέ­χρι τώ­ρα, ὁπότε εὑ­ρί­σκο­μαι εἰς τὴν δύ­σιν τῆς ζω­ῆς μου, καὶ ὑ­πῆρ­ξα πάν­το­τε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος δι­ὰ τοῦ­το. Μοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον πλέ­ον νὰ ἀλ­λά­ξω τώ­ρα. Θὰ συ­νε­χί­σω ἐκ­πλη­ρῶν πάν­το­τε τὸ χρέ­ος μου, οὐ­δό­λως φρον­τί­ζων πε­ρὶ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου, καὶ ἂς γί­νει ὅ,τι γί­νει».

 

Ἐ­πι­στο­λὴ – κα­τα­πέλ­της τοῦ Ἰ­ω­άν­νη Κα­πο­δί­στρι­α ἐ­ναν­τί­ον τῶν μασ­σο­νι­κῶν στο­ῶν ποὺ δροῦ­σαν ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα στὴ χώ­ρα. Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας, ἀ­να­φέ­ρει πῶς οἱ Μα­σσό­νοι ἦ­ταν πί­σω ἀ­πὸ ἐ­νέρ­γει­ες ἐ­θνι­κοῦ δι­χα­σμοῦ, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς πρῶ­τες Ἑλ­λη­νι­κὲς ἐ­πι­τυ­χί­ες στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821. Ἐ­πί­σης ὅ­τι συν­δι­α­λέ­γον­ταν ἀ­π᾿ εὐ­θεί­ας καὶ μυ­στι­κὰ μὲ τοὺς Εὐ­ρω­παί­ους (!). Ταυ­τό­χρο­να ζη­τά­ει τὴν φα­νέ­ρω­ση ὅ­σων κρα­τι­κῶν στε­λε­χῶν εἶ­ναι μα­σσό­νοι καὶ κά­νει συ­στά­σεις σὲ αὐ­τούς, ὅ­τι ὁ ὅρ­κος στὸ Ἔ­θνος εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στος μὲ αὐ­τὸν στὶς Στο­ές. Τοὺς ἐ­φι­στᾶ τὴν προ­σο­χὴ ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἀ­νάγ­κη γι­ὰ μυ­στι­κό­τη­τα, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὑ­φί­στα­ται ἐ­πί­ση­μο Ἑλ­λη­νι­κὸ Κρά­τος. Στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ δὲν ἀ­πο­δε­χθοῦν τὰ πα­ρα­πά­νω, ζη­τᾶ τὴν πα­ραί­τη­σή τους. Ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι πὼς τε­λι­κά, τὸ θάρ­ρος του ἐ­ναν­τί­ον τῶν “μυ­στι­κῶν Ἑται­ρει­ῶν”, μᾶλ­λον τὸ πλή­ρω­σε πο­λὺ ἀ­κρι­βά!

EΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ἀ­ριθ. 2953

Μυ­στι­κὴ Ἐγ­κύ­κλι­ος

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Πρὸς τὸ Πα­νελ­λή­νι­ον

Πρὸς τοὺς κα­τὰ τὸ Αἰ­γαῖ­ον Πέ­λα­γος καὶ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον Ἐ­κτά­κτους Ἐ­πι­τρό­πους καὶ τοὺς Ἀρ­χη­γοὺς τῶν κα­τὰ ξη­ρὰν καὶ θά­λασ­σαν Δυ­νά­με­ων.

Γνω­ρί­ζει ἡ Κυ­βέρ­νη­σις, ὅ­τι Πο­λί­ται τι­νὲς ἐ­πι­μέ­νουν πι­στεύ­ον­τες καὶ τοὺς ἄλ­λους πεί­θον­τες, ὅ­τι αἱ μυ­στι­καὶ Ἑ­ται­ρεῖ­αι χο­ρη­γοῦσι μέ­σα σω­τή­ρι­α εἰς τὴν Πα­τρί­δα, ἢ τοὐλά­χι­στον αἰ­γί­δα ὑ­πὸ τὴν ὁ­ποί­αν συν­δε­ό­με­νοι με­τα­ξὺ των οἱ ἄν­θρω­ποι δι­ὰ μυ­στι­κῶν δε­σμῶν δύ­ναν­ται νὰ ἀ­πο­λαύ­σω­σιν ἐν­τός τῆς Πα­τρί­δος των καὶ δι­ὰ τῆς ξέ­νης ἐ­πιρ­ρο­ῆς ἀ­ξι­ώ­μα­τα, τι­μάς, καὶ τὸ πλέ­ον τύ­χην, ὃ ἐ­στι χρή­μα­τα.

Ὅ­σον καὶ ἂν ἐ­λε­ει­νο­λο­γεῖ ἡ Κυ­βέρ­νη­σις τὴν ἀ­πει­ρί­αν τῶν Ἑλ­λή­νων τῶν ἀ­πὸ τοι­αύ­τας εἰ­ση­γή­σεις πα­ρα­συ­ρο­μέ­νων δὲν ἤ­θε­λε δώ­σει τὴν προ­σο­χήν της, ἂν δὲν ἦ­το κα­τα­πε­πει­σμέ­νη πό­σον ὀ­λέ­θρι­α ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα δύ­να­ται νὰ φέ­ρῃ εἰς τὴν κρί­σι­μον ταύ­την στιγ­μὴν ἡ πε­ρὶ τού­των γνώ­μη, τὴν ὁ­ποί­αν οἱ ἐ­χθροί τῆς Ἑλ­λά­δος ἤ­θε­λον συ­στή­σει καὶ εἰς τὸν Κό­σμον, καὶ εἰς τὰς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰς Κυ­βερ­νή­σεις.

Ἂν ἡ Ἑλ­λὰς ἐγ­κα­τε­λεί­φθη ἀ­πὸ τὸ 1821 ἕ­ως τὸν Ἰ­ού­λι­ον μῆνα τοῦ τε­λευ­ταί­ου ἔ­τους, τοῦ­το προ­ῆλ­θε δι­ό­τι οἱ ἐ­χθροί της τὴν πα­ρέ­σται­ναν ἀ­δι­α­κό­πως πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς, ὡς λα­ὸν ἐ­πα­να­στα­τω­θέν­τα καὶ ἀ­γω­νι­ζό­με­νον ὑ­πὸ τὴν δι­εύ­θυν­σιν καὶ ὑ­πὸ τοὺς σκο­ποὺς Μυ­στι­κῶν Ἑ­ται­ρει­ῶν, ὅ­θεν ἐ­πή­γα­σαν αἱ κα­τα­στρο­φαὶ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας καὶ Ἰ­τα­λί­ας. Εὔ­κο­λον ἦ­το ἀ­ναμ­φι­βό­λως νὰ ἀ­ναι­ρε­θῇ ἡ σφα­λε­ρὰ αὕ­τη δό­ξα.

Μ᾿ ὅ­λον τοῦ­το ἐ­χρει­ά­σθη­σαν ὁ­λό­κλη­ρα ἑ­πτὰ ἔ­τη βα­σά­νων καὶ δυ­στυ­χι­ῶν εἰς ἀ­ναί­ρε­σίν της. Μό­λις ἀ­νη­ρέ­θῃ, καὶ ἐ­νῶ ἡ Ἑλ­λὰς ἀρ­χί­ζει νὰ λαμ­βά­νῃ δείγ­μα­τα εὐ­νοί­ας καὶ κα­λο­κἀγα­θί­ας ἐκ μέ­ρους τῶν Συμ­μα­χι­κῶν Δυ­νά­με­ων, οἱ ἐ­χθροί της θέ­λουν πά­λιν τὴν πα­ρα­στή­σει ὡς ὑ­πε­ξού­σι­ον τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­ται­ρει­ῶν, καὶ εἰς ἀ­πό­δει­ξιν τού­του θέ­λουν φα­νε­ρώ­σει, ὅ­τι ὑ­πὸ δι­α­φό­ροις ὀ­νό­μα­σιν αἱ Ἑται­ρεῖ­αι αὐ­ταὶ ὑ­πάρ­χουν καὶ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται με­τα­ξὺ των ἐν τοῖς πράγ­μα­σι καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς τά­ξε­ως, καὶ τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς δυ­νά­με­ως, ἴ­σως καὶ αὐ­τοῦ τοῦ στό­λου.

Τό­σον οὐ­σι­ῶ­δες θε­ω­ρεῖ τοῦ­το ἡ Κυ­βέρ­νη­σις ὥ­στε μὴ ἐγ­κρί­νου­σα νὰ δεί­ξῃ δι­ὰ τι­νὸς δη­μο­σί­ου καὶ ἐ­πι­σή­μου πρά­ξε­ως τὴν ὕ­παρ­ξιν αὐ­τοῦ τοῦ κα­κοῦ, ἐκ­πλη­ροῖ δι­ὰ τοῦ τύ­που τῆς πα­ρού­σης ἐγ­κυ­κλί­ου τὸ χρέ­ος, τὸ ὁ­ποῖ­ον δὲν ἠμ­πο­ρεῖ νὰ πα­ρα­με­λή­σῃ χω­ρὶς νὰ κα­θυ­πο­βλη­θῇ εἰς βα­ρυ­τά­την εὐ­θύ­νην.

Τῷ ὄν­τι τοι­οῦ­τον δη­μό­σι­ον ἔγ­γρα­φον με­τα­ξὺ τῶν Πο­λι­τι­κῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πι­μέ­νου­σι νὰ μὴν πα­ρα­χω­ρῶ­σιν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα ἔν­τι­μον μέλ­λον, ἤ­θε­λε χρη­σι­μεύ­σει ὡς μέ­σον του νὰ ἀ­πο­δεί­ξω­σιν, ὅ­τι οἱ Βα­σι­λεῖς δι­ὰ τῶν εὐ­ερ­γε­σι­ῶν των ὑ­πο­θάλ­που­σιν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα τὸν ἐ­χθρόν, τὸν ὁ­ποῖ­ον καὶ ἀλ­λα­χοῦ, καὶ τὰς ἰ­δί­ας τῶν Ἐ­πι­κρα­τεί­ας πο­λε­μῶ­σι.

Ἡ πα­ρα­τή­ρη­σις αὕτη, Κύ­ρι­οι, σᾶς δι­δά­σκει μὲ πό­σην φρό­νη­σιν καὶ ὀ­ξυ­δέρ­κει­αν ἀ­παι­τεῖ­ται ἡ ἐκ­πλή­ρω­σις τῆς ἀ­κο­λού­θου πα­ραγ­γε­λί­ας τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως. Θέ­λε­τε κοι­νο­ποι­ή­σει δι­ὰ ζώ­σης φω­νῆς εἰς τοὺς ὑ­παλ­λή­λους σας ἢ τοὺς ὑ­πὸ τὴν ὁ­δη­γί­αν σας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νον τῆς πα­ρού­σης, καὶ θέ­λε­τε τοὺς κά­μει νὰ σᾶς φα­νε­ρώ­σουν ἂν ἀ­νή­κουν εἰς καμ­μί­αν τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­ται­ρει­ῶν, ἢ ὄ­χι.

Ἂν εἶ­ναι τὸ πρῶ­τον, θέ­λε­τε τοὺς πα­ρα­τη­ρή­σει, ὅ­τι ἐ­ὰν εἰς τὴν πα­ρελ­θοῦ­σαν κα­τά­στα­σιν τῆς ἀ­ναρ­χί­ας, καὶ τῆς ἀ­τα­ξί­ας ἦ­ταν ἴ­σως ἀ­ναγ­καῖ­ον εἰς τοὺς πο­λί­τας νὰ ζη­τή­σω­σι προ­σω­πι­κὴν ἀ­σφά­λει­αν δι­ὰ τοῦ δε­σμοῦ μυ­στι­κῆς τι­νὸς Ἑ­ται­ρεί­ας, ὁ δε­σμὸς οὗ­τος δι­α­λύ­ε­ται κα­θ᾿ ἥν στιγ­μὴν ὁ τοῦ νο­μί­μου ὅρ­κου καὶ πρὸς τὴν Κυ­βέρ­νη­σιν, καὶ πρὸς τοὺς Νό­μους, χο­ρη­γεῖ εἰς ἕ­να ἕ­κα­στον καὶ εἰς ὅ­λους, ὅλας τὰς ἀ­πα­ραι­τή­τους ἀ­σφα­λεί­ας.

Ἀ­πὸ τοι­αύ­την ἀρ­χὴν ὁρ­μώ­με­νοι εὐ­κό­λως θέ­λε­τε ἀ­πο­δεί­ξει τὸ ἀ­συμ­βί­βα­στον τῶν δύ­ο ὅρ­κων, ἤ­γουν τοῦ ὑ­πη­ρε­τεῖν τὸ Κρά­τος, καὶ ὑ­πη­ρε­τεῖν μυ­στι­κὴν Ἑ­ται­ρεί­αν, τῆς ὁ­ποί­ας ὁ σκο­πὸς εἶ­ναι ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἄ­γνω­στος εἰς τοὺς Ἑ­ταί­ρους.

Ἂν λοι­πὸν οἱ ὑ­πάλ­λη­λοί σας ἢ οἱ ὑ­πὸ τὴν ὁ­δη­γί­αν σας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ ἀ­νή­κου­σιν εἷς τι­νὰ Ἑ­ται­ρεί­αν, ἀ­νάγ­κη νὰ πα­ραι­τη­θῶ­σι, καὶ πε­ρὶ τού­του ὀ­φεί­λεις νὰ μᾶς βε­βαι­ώ­σῃς.

Ἐξ ἐ­ναν­τί­ας θέ­λε­τε τοὺς ἐ­ξη­γή­σει τοὺς κιν­δύ­νους εἰς τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­κτί­θεν­ται πλα­νώ­με­νοι ἀ­πὸ ὀ­λί­γους τι­νὰς ὅ­λως δι­ό­λου εἰς τὰ τοι­αῦ­τα ἐ­να­σχο­λου­μέ­νους. Ἀ­πὸ τὴν κα­τη­γο­ρί­αν τῶν Ἑ­ται­ρει­ῶν τῶν μὴ συμ­βι­βα­ζο­μέ­νων μὲ τὰ κα­τὰ Νό­μους κα­θε­στῶ­τα δὲν ἀ­πο­κλεί­ο­μεν καὶ τὴν πρὸ αἰ­ώ­νων γνω­ρι­ζο­μέ­νην ὑ­πὸ τῷ ὀ­νό­μα­τι τῆς Ἀ­δελ­φο­ποι­ΐας, ἢ Ἀ­γά­πης.

Πα­ραγ­γέλ­λε­σθε, Κύ­ρι­οι, κα­τ᾿ ἐ­πα­νά­λη­ψιν νὰ κά­με­τε χρῆ­σιν τῆς κοι­νο­ποι­ή­σε­ως ταύ­της κα­τὰ τὸν συ­νε­τώ­τε­ρον καὶ ὠ­φε­λι­μώ­τε­ρον τρό­πον. Προ­θύ­μως ἡ Κυ­βέρ­νη­σις θέ­λει δε­χθῇ τὰς εἰ­δο­ποι­ή­σεις, ὅσας ἐν και­ρῷ καὶ τό­πῳ θέ­λε­τε δυ­νη­θῇ νὰ τὴν χο­ρη­γή­σε­τε.

Ἐν Πό­ρῳ τῇ 8  Ἰ­ου­νί­ου 1828

Ὁ Κυ­βερ­νή­της  Ἰ. Α. Κα­ππο­δί­στρι­ας

 

Ὁ μέ­γας Κα­πο­δί­στρας, ὁ καὶ «ἅ­γι­ος τῆς πο­λι­τι­κῆς» ἐ­πι­κλη­θείς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­o­νό­τη­τα τῶν με­τα­γε­νε­στέ­ρων του πο­λι­τι­κάν­τη­δων, τῆς συμ­φο­ρᾶς καὶ τῆς πα­ρα­κμῆς, «μύ­ρι­ζε λι­βά­νι», κα­τὰ τὸ δὴ λε­γό­με­νο. Ἐκ­κλη­σι­α­ζό­ταν τα­κτι­κό­τα­τα, ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το, με­τε­λάμ­βα­νε τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων, προ­σευ­χό­ταν, με­λε­τοῦ­σε τὸ Ἱ­ε­ρὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, πά­νω στὰ αἰ­ω­νί­ου κύ­ρους καὶ ἀ­πο­λύ­του ἀ­ξί­ας βά­θρα τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν νὰ οἰ­κο­δο­μή­σῃ τὴν Ἐ­θνι­κή μας Παι­δεί­α, καὶ ὁ ἐν γέ­νει πο­λυ­τά­ρα­χος βί­ος του ἑ­δρα­ζό­ταν στὰ ἀ­σά­λευ­τα θε­μέ­λι­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Χρι­στι­α­νι­κῆς Πί­στε­ως. Ὁ­ποί­α, κο­λοσ­σι­αί­α δι­α­φο­ρά, μὲ τοὺς ὑ­πο­λοί­πους, πλὴν ἐ­λα­χίστων ἐ­ξαι­ρέ­σε­ων, ἀ­λι­βά­νι­στους, ἀ­λει­τούρ­γη­τους, ἀ­κοι­νώ­νη­τους, πα­τρι­δο­κά­πη­λους καὶ θρη­σκει­ο­κά­πη­λους, ἀ­γεύ­στους πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, ἐκ­κλη­σι­ο­μά­χους καὶ ἀν­τι­χρί­στους πο­λι­τι­κοὺς ποὺ ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ ἐμ­πνεύ­σουν ὅ­ρα­μα στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ λα­ό, δι­α­φθεί­ρον­τάς τον ποι­κι­λο­τρό­πως, θω­πεύ­ον­τας τὰ πά­θη του!

Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας λέ­νε πὼς τι­μὴ Ἁ­γί­ου εἶ­ναι ἡ μί­μη­σις τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἂν θέ­λου­με ὄν­τως νὰ τι­μή­σου­με τὸν «Ἅ­γι­ο τῆς πο­λι­τι­κῆς», ἂς τὸν μι­μη­θοῦ­με ὅ­λοι μας, κυ­ρί­ως ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­κοί μας.

Εὐστρατίου. Ση­μαν­τή­ρη, Ἀ­να­γνώ­στη

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος