Το Ρωμαίικο > Παιδεία > «Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΩΣ ΙΔΕΑΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΗΓΕΤΗ» / Ἐμμανουὴλ Ἀνδρέου Γιαννούλη, πρωτοπρεσβυτέρου*

«Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΩΣ ΙΔΕΑΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΗΓΕΤΗ» / Ἐμμανουὴλ Ἀνδρέου Γιαννούλη, πρωτοπρεσβυτέρου*

Αὐ­τὸ τὸ θέ­μα μᾶς προ­τρέ­πει νὰ δι­ε­ρευ­νή­σου­με τὶς πρά­ξεις, ἀλ­λὰ καὶ νὰ εἰ­σχω­ρή­σου­με στὰ ἄ­δυ­τα τῆς ψυ­χῆς ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­κο­λού­θη­σε ἑ­κού­σι­α καὶ συ­νει­δη­τὰ στὴ ζω­ὴ του τὴν ὁ­δὸ τῆς θυ­σί­ας καὶ τῆς αὐ­τα­παρ­νή­σε­ως, ἀ­ρε­τὲς ἀ­πό­λυ­τα συμ­βα­τὲς μὲ τὴν Χρι­στι­α­νι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Ἐ­θε­λον­τι­σμοῦ. Αὐ­τὸ θὰ ἐ­πι­χει­ρη­θεῖ μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να ἐν­δει­κτι­κὰ ἐ­πι­λεγ­μέ­νο πλαί­σι­ο ὁ­ρι­σμέ­νων σταθ­μῶν τῆς ζω­ῆς του.

Ὁ Καπ­ο­δί­στρι­ας γεν­νή­θη­κε στὴν Κέρ­κυ­ρα τὸ 1776. Γο­νεῖς του ἦ­ταν ὁ Κερ­κυ­ραῖ­ος Πο­λι­τι­κὸς Ἀν­τω­νο­μά­ρι­α καὶ ἡ Ἠ­πει­ρώ­τισ­σα Δι­α­μαν­τί­να Γο­νέ­μη. Ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἕ­κτο παι­δὶ αὐ­τῆς τῆς εὐ­σε­βοῦς πο­λύ­τε­κνης οἰ­κο­γέ­νει­ας, δύ­ο μά­λι­στα ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φὲς του ἔ­γι­ναν μο­να­χέ­ς1. Ὁ λό­γι­ος ἱ­ε­ρω­μέ­νος Ἀν­δρέ­ας Ἱ­δρω­μέ­νος πο­λὺ συ­νέ­βα­λε στὴν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή του Παι­δεί­α. Ἐ­πί­σης τὸν βο­ή­θη­σε καὶ ἡ φι­λί­α ποὺ εἶ­χε μὲ τὸν Μη­τρο­πο­λί­τη Ἄρ­της καὶ με­τέ­πει­τα Οὐγ­γρο­βλα­χί­ας Ἰ­γνά­τι­ο, ἡ οἰ­κί­α τοῦ ὁ­ποί­ου στὴ Ρωσ­σί­α ἀ­πε­τέ­λε­σε ἀρ­γό­τε­ρα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πνευ­μα­τι­κά του κα­τα­φύ­γι­α.

Σὲ ἡ­λι­κί­α 21 ἐ­τῶν ὁ Ἰ­ω­άν­νης ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Πα­τρί­δα του ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῶν σπου­δῶν του στὸ ὀ­νο­μα­στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο Μπῶ τῆς Padova, μὲ τὴν ἀ­πό­κτη­ση τῶν δι­πλω­μά­των Ἰ­α­τρι­κῆς, Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Νο­μι­κῆς. Στὴν Ἰ­τα­λί­α ἀ­πέ­φυ­γε μὲ σω­φρο­σύ­νη καὶ νη­φα­λι­ό­τη­τα τὶς προ­κλή­σεις τῆς ἐ­πο­χῆς. Στὴν Κέρ­κυ­ρα ἄ­σκη­σε τό­τε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ χει­ρούρ­γου ἰ­α­τροῦ. «Σὰν νε­α­ρὸς γι­α­τρὸς ἦ­ταν ὁ πι­ὸ δη­μο­κρα­τι­κὸς ἄν­θρω­πος τῆς Κέρ­κυ­ρας. Δι­α­κρί­θη­κε γι­ὰ τὴν προ­θυ­μί­α του νὰ πα­ρέ­χει τὶς ἰ­α­τρι­κὲς του ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀ­φι­λο­κερ­δῶς», ση­μει­ώ­νει ὁ Δ. Γα­τό­που­λο­ς2.

Τὸ 1809, σὲ ἡ­λι­κί­α 32 ἐ­τῶν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πρό­σκλη­ση τοῦ Τσά­ρου, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη τῆς Ρωσ­σί­ας. Μὲ τὸ ἦ­θος, τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα, τὴν εὐ­φυ­ΐ­α ἀλ­λὰ καὶ τὶς γνώ­σεις του, δὲν ἄρ­γη­σε νὰ κερ­δί­σει τὴν εὔ­νοι­α τοῦ πα­νί­σχυ­ρου τό­τε αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­λε­ξάν­δρου. Ἔτ­σι ἔφ­τα­σε στὸ ζη­λευ­τὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Ὑ­πουρ­γοῦ τῶν Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τῆς με­γά­λης αὐ­τῆς Χώ­ρας. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὸ ἄ­στρο του με­σου­ρά­νη­σε στὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Εὐ­ρώ­πης, ἀ­πὸ τὸ 1809 ἕ­ως τὸ 1826, εἰ­δι­κό­τε­ρα κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α ἑ­πτα­ε­τί­α. Πο­τέ, ὅ­μως, δὲν εἶ­δε αὐ­τὸ τὸ ἀ­ξί­ω­μά του ὡς εὐ­και­ρί­α γι­ὰ προ­σω­πι­κό του πλου­τι­σμό. Ὅ­ταν ὁ Τσά­ρος τοῦ προ­σέ­φε­ρε σύν­τα­ξη –τὴν ὁ­ποί­α ἐ­ξ ἄλ­λου δι­και­οῦ­το λό­γῳ τῶν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν του ὑ­πη­ρε­σι­ῶν – ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νή­θη­κε. Τὸ ἴ­δι­ο ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα τῆς Γαλ­λί­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ προ­σέ­φε­ρε ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ πο­σὸ ἀ­πὸ εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­τρε­ψε τὸν δι­α­με­λι­σμὸ τῆς Χώ­ρας του ἀ­πὸ τὶς Με­γά­λες Δυ­νά­μεις τῆς ἐ­πο­χῆς με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ Να­πο­λέ­ον­τα. Εἶ­ναι γνω­στὴ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Καπ­πο­δί­στρι­α καὶ στὸ θέ­μα τῆς δι­α­φυ­λά­ξε­ως τῆς οὐ­δε­τε­ρό­τη­τας τῆς Ἑλ­βε­τί­ας. Ἡ ἀ­φι­λο­χρη­μα­τί­α του φαί­νε­ται καὶ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀρ­νή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα δύ­ο φο­ρὲς τὸν μι­σθὸ ποὺ τοῦ ἐ­νέ­κρι­ναν ἡ Βου­λὴ καὶ ἡ Γε­ρου­σί­α τῶν Ἑλ­λή­νων.

Ὁ Καππο­δί­στρι­ας ὑ­πῆρ­ξε μί­α συγ­κρο­τη­μέ­νη καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ἐ­βί­ω­νε τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, καὶ ὅ­λες του οἱ ἐ­νέρ­γει­ες δι­α­πνέ­ον­ταν ἀ­πὸ τὶς ἠ­θι­κὲς ἀρ­χὲς καὶ τὰ φι­λά­δελ­φα αἰ­σθή­μα­τά του. Θαυ­μά­ζου­με τὴν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα του καὶ μέ­σα ἀ­πὸ μί­α ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν πα­τέ­ρα του. Ἔ­γρα­φε: «Εἶ­μαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος… Ἀν­τι­στά­θη­κα στὶς πι­ὸ με­γά­λες καὶ γο­η­τευ­τι­κὲς προ­τά­σεις… Μοῦ προ­σφέρ­θη­καν πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ μί­α ὡ­ραῖ­ες ἀ­πο­κα­τα­στά­σεις. Τὶς ἀρ­νή­θη­κα χω­ρὶς δυ­σα­ρέ­σκει­αν. Θὰ εἶ­χα γί­νει Κροῖ­σος στὰ πλού­τη, ἀλ­λὰ στοὺς ἀν­τί­πο­δες. Θὰ εἶ­χα προ­χω­ρή­σει κα­τὰ χί­λι­α βή­μα­τα στὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α μου, ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χές μου, ἀ­πὸ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρά μας. Δὲν τὸ θέ­λη­σα καὶ οὔ­τε θὰ τὸ θε­λή­σω πο­τέ… Ἐλ­πί­ζω στὴν θε­ϊ­κὴ προ­στα­σί­α». Σὲ ὅ­λες τὶς φά­σεις τῆς ζω­ῆς του πα­ρέ­μει­νε πάν­τα στα­θε­ρὸς στὶς οἰ­κο­γε­νει­α­κὲς ἀρ­χὲς καὶ στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη του. Τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ Πά­σχα 1811 ἔ­γρα­ψε στὸν πα­τέ­ρα του: «Με­θαύ­ρι­ο, Με­γά­λη Πέμ­πτη, θὰ ἐκ­πλη­ρώ­σω τὰ χρι­στι­α­νι­κά μου κα­θή­κον­τα. Θὰ κοι­νω­νή­σω…».
Στὴ συ­νέ­χει­α ἀ­να­φέ­ρου­με με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς ἐ­νέρ­γει­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὶς ἀ­ρε­τὲς τοῦ ἀν­δρός: στὸ Συ­νέ­δρι­ο τῆς Βι­έν­νης τὸ 1815, ἐ­νῶ ὅ­λοι δι­α­σκέ­δα­ζαν, ἐ­κεῖ­νος ζοῦ­σε λι­τὰ καὶ ὑ­πεύ­θυ­να: «Οἱ Αὐ­το­κρά­το­ρες χο­ρεύ­ουν, οἱ Βα­σι­λεῖς χο­ρεύ­ουν, ὁ Μέτ­τερ­νιχ χο­ρεύ­ει, ὁ Κα­στελ­ρέ­ϊ χο­ρεύ­ει, ὅ­λος ὁ κό­σμος χο­ρεύ­ει», γρά­φει ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς ἐ­πο­χῆς. Μό­νον ὁ Καπ­πο­δί­στρι­ας δὲν χό­ρευ­ε. Σο­βα­ρὸς καὶ με­τρη­μέ­νος ξε­νυχ­τοῦ­σε πά­νω στὰ δι­πλω­μα­τι­κά του ἔγ­γρα­φα σκε­πτό­με­νος μὲ ποι­ὸν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βο­η­θή­σει τὴ σκλα­βω­μέ­νη Πα­τρί­δα του.  Ἦ­ταν τό­τε  ποὺ προ­έ­τρε­ψε τὸν τσά­ρο Ἀ­λέ­ξαν­δρο νὰ ἡ­γη­θεῖ μί­ας Συ­νο­μο­σπον­δί­ας Ὀρ­θο­δό­ξων Κρα­τῶν, στὰ ὁ­ποῖ­α θὰ συγ­κα­τα­λε­γό­ταν βέ­βαι­α καὶ ἡ ὑ­πό­δου­λη τό­τε Ἑλ­λά­δα, μὲ σκο­πὸ τὴν ἀ­πο­τί­να­ξη τοῦ Ὀ­θω­μα­νι­κοῦ ζυ­γοῦ καὶ τὴν ὁ­μα­λὴ ἐν­σω­μά­τω­σή της σὲ μί­α με­γά­λη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Οἰ­κο­γέ­νει­α «γύ­ρω ἀ­πὸ μί­αν κοι­νὴν Πα­τρί­δα, τὴν Ἡ­νω­μέ­νην Εὐ­ρώ­πην», ὅ­πως ἔ­γρα­ψε. Αὐ­τὸ τὸ σχῆ­μα θὰ βα­σι­ζό­ταν πά­νω στὶς χρι­στι­α­νι­κὲς ἀρ­χὲς τῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης καὶ τῆς ἰ­σό­τη­τας, καὶ θὰ πε­ρι­ε­λάμ­βα­νε καὶ τὰ μι­κρό­τε­ρα κρά­τη, μὲ τὴν κα­τά­θε­ση ἑ­νὸς Ὑ­πο­μνή­μα­τος γιὰ­ μί­α Πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κὴ συ­νερ­γα­σί­α καὶ ἑ­νό­τη­τα. Ἔτ­σι ὁ Καπ­πο­δί­στρι­ας ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ὡς ὁ πρῶ­τος ὀ­ρα­μα­τι­στὴς μί­ας ἑ­νω­μέ­νης Χρι­στι­α­νι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Τὸ ὅ­ρα­μα τῆς ἑ­νω­μέ­νης Εὐ­ρώ­πης πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε, δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως,  ἡ Εὐ­ρώ­πη σή­με­ρα τεί­νει νὰ ἀρ­νη­θεῖ τὴ Χρι­στι­α­νι­κὴ κα­τα­γω­γή της καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται μί­α με­γά­λη ἀ­νι­σό­τη­τα ἀ­νά­με­σα στὶς χῶ­ρες τοῦ Βορ­ρᾶ καὶ τοῦ Νό­του της.

Ὁ Καπ­ο­δί­στρι­ας μό­χθη­σε ὡ­σαύ­τως γι­ὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­να­βάθ­μι­ση τῆς Νε­ο­λαί­ας. Πί­στευ­ε πὼς ἡ ἀ­νόρ­θω­ση τοῦ Γέ­νους συν­δε­ό­ταν ἄ­με­σα μὲ τὴ μόρ­φω­ση τῶν Ἑλ­λη­νο­παί­δων: «Χω­ρὶς πί­στιν εἰς τὸν Θε­όν, ἀ­γά­πην εἰς τὴν Πα­τρί­δαν καὶ ἐ­κμά­θη­σιν τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Γλώσ­σης, τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα θὰ χα­θοῦν στὶς ξέ­νες Χῶ­ρες. Φρον­τί­στε, λοι­πόν, νὰ δι­α­τη­ρεῖ­τε ἄ­σβε­στες στὶς ψυ­χὲς τῶν μα­θη­τῶν σας αὐ­τὲς τὶς ὕ­ψι­στες ἀ­ξί­ες», ἔ­γρα­φε τό­τε πρὸς τοὺς δι­δα­σκά­λους τοῦ Ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Μὲ τὴ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ λο­γί­ου ἀρ­χι­μαν­δρί­τη Ἀν­θί­μου Γα­ζῆ ἵ­δρυ­σε τὴν «Φι­λό­μου­σον Ἑ­ται­ρεί­α τῆς Βι­έν­νης», μὲ σκο­πὸ τὴ μόρ­φω­ση τῶν Ἑλ­λη­νο­παί­δων. Δι­έ­θε­σε μά­λι­στα ση­μαν­τι­κὰ πο­σὰ γι᾿ αὐ­τὸν τὸν σκο­πό.

Τὸ 1817 ἐκ­κλη­σι­α­ζό­ταν τα­κτι­κὰ τὶς Κυ­ρι­α­κὲς στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Μό­σχας, ὅ­που: «Αἰ­σθα­νό­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ραν χα­ράν, ἐ­πει­δὴ εἶ­χεν τὴν εὐ­και­ρί­αν νὰ ἀ­κρο­ᾶ­ται καὶ νὰ ἐν­νο­εῖ τὴν γλῶσ­σαν εἰς τὴν ὁ­ποί­αν δε­ό­με­θα», δη­λα­δὴ τὴν ὡ­ραι­ο­τά­τη καὶ συ­νε­κτι­κὴ Ἑλ­λη­νι­κὴ γλῶσ­σα, τὴν ὁ­ποί­α ἐ­μεῖς σή­με­ρα, δυ­στυ­χῶς, τό­σο κα­κο­ποι­οῦ­με!

Ὁ ἔ­ξο­χος ἄν­δρας ἔ­πρατ­τε πάν­τα κα­τὰ συ­νεί­δη­σιν. Ὅ­ταν δι­ε­πί­στω­σε τὴν ἀλ­λα­γὴ Πο­λι­τι­κῆς τοῦ Τσά­ρου – ὑ­πὸ τὴν ἐ­πή­ρει­α τοῦ Μέτ­τερ­νιχ – πά­νω στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ζή­τη­μα,  τό­τε δὲν δί­στα­σε νὰ ὑ­πο­βά­λει εὐ­θαρ­σῶς τὴν πα­ραί­τη­σή του. Μά­λι­στα τοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὰ λό­γι­α του κα­τὰ τὴν στιγ­μὴ τῆς ἀ­να­λή­ψε­ως τῶν ὑ­ψη­λῶν κα­θη­κόν­των του: «Με­γα­λει­ό­τα­τε, ὁ­σά­κις εὑ­ρε­θῶ πρὸ τοῦ τρα­γι­κοῦ δι­λήμ­μα­τος νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξω τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς σκλα­βω­μέ­νης Πα­τρί­δος μου ἢ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἀ­χα­νοῦς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας Σας, δὲν θὰ δι­στά­σω οὔ­τε στιγ­μή: θὰ τε­θῶ μὲ τὸ μέ­ρος τῆς Πα­τρί­δος μου. Εἶ­μαι Ἕλ­λην καὶ θὰ μεί­νω Ἕλ­λην γι­ὰ πάν­τα».

Δὲν δί­στα­σε νὰ θυ­σι­ά­σει ἀ­κό­μη καὶ τὸν ἁ­γνὸ ἔ­ρω­τά του πρὸς τὴν ἐ­κλε­κτὴ Ἑλ­λη­νί­δα Ρω­ξάν­δρα Στούρ­τζα, ὅ­ταν ἀ­πε­φά­σι­σε νὰ κα­τέ­βει πρὸς ἐ­κεῖ­νο τὸ «ἀ­πέ­ραν­το ἐ­ρεί­πι­ο», τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Ἑλ­λά­δα, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν πρό­σκλη­ση τῆς Γ΄ Ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σε­ως τῶν Ἑλ­λή­νων, τὸ 1827.

«Ἀ­γω­νι­ῶ νὰ προ­γνω­ρί­σω τί θέ­λω ἀ­πο­γί­νει καὶ ἄν μοῦ ἔ­χει ὁ­ρι­σθεῖ νὰ ση­κώ­σω τὸν οὐ­ρα­νό­θεν ἐ­πι­κα­τα­βαί­νον­τα εἰς ἐ­μὲ σταυ­ρὸν μὲ τὴν ψῆ­φον τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως τῆς Τροι­ζῆ­νος… Ἡ κά­θο­δός μου εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα ση­μαί­νει ἄ­νο­δον εἰς τὸν Γολ­γο­θᾶν μου», ἔ­γρα­ψε τό­τε πρὸς τὸν ἐ­κλε­κτὸ φί­λο του Ἑλ­βε­τὸ Τρα­πε­ζί­τη Ἰ­ω­άν­νη Ἐ­ϋ­νάρ­δο. Ἀ­πο­τε­λεῖ μο­να­δι­κὴ ἴ­σως πε­ρί­πτω­ση πο­λι­τι­κοῦ ἀν­δρός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξε­κί­νη­σε τὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α του μὲ τὴν αἴ­σθη­ση πὼς δὲν τὸν πε­ρί­με­ναν δό­ξες, τι­μὲς καὶ ὀ­φέ­λη, ἀλ­λὰ σταυ­ρὸς καὶ μαρ­τύ­ρι­ο! Φαί­νε­ται πὼς ὁ με­γά­λος ἄν­δρας ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ εἶ­χε συ­νει­δη­τὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ. Σὲ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο μά­λι­στα μι­μή­θη­κε τὸν Κύ­ρι­ο Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὅ­πως ἀ­πε­δεί­χθη ἀ­πὸ τὴν με­τέ­πει­τα πο­ρεί­α του.

Ἔ­χω τὴν τι­μὴ καὶ τὴν εὐ­θύ­νη ὡς ἱ­ε­ρεὺς νὰ δι­α­κο­νῶ ἐ­δῶ καὶ 33 χρό­νι­α στὸν Ἱ­ε­ρὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Να­ὸ Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου Αἰ­γί­νης. Στὶς 12 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1828 στὸν προ­αύ­λι­ο χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­γι­νε ἡ πα­νη­γυ­ρι­κὴ ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ Κυ­βερ­νή­τη ἀ­πὸ τὴν – ἑ­νω­μέ­νη πλέ­ον – Βου­λή, τὴν Ἀν­τι­κυ­βερ­νη­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἕ­ναν ἐν­θου­σι­ῶν­τα – πλὴν κα­τα­ρη­μαγ­μέ­νο – λα­ό. Με­τὰ τὴν Δο­ξο­λο­γί­α, ἀ­πὸ τὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ ἐ­ξώ­στη προ­σε­φώ­νη­σε τὸν Κυ­βερ­νή­τη ὁ Θε­ό­φι­λος Κα­ΐ­ρης. Ὅ­πως ὁ ἴ­δι­ος ἀ­πε­κά­λυ­ψε ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ καρ­δι­ὰ του ρά­γι­σε ἀν­τι­κρύ­ζον­τας τὴν δυ­στυ­χί­α καὶ τὶς ὄ­ψεις τῶν σκε­λε­τω­μέ­νων παι­δι­ῶν!

Μὲ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή του στὸ Κυ­βερ­νεῖ­ο ἄρ­χι­σε ἀ­μέ­σως τὸ τι­τά­νι­ο ἔρ­γο του, ἀ­πὸ τὸ χά­ος νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει Κρά­τος. Δι­α­βά­ζου­με τὰ ἑ­ξῆς: Προ­κή­ρυ­ξις τῆς 20ης Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1828 «Ἐ­ὰν ὁ Θε­ὸς με­θ᾿ ἡ­μῶν, τὶς κα­θ᾿ ἡ­μῶν;».

Ψή­φι­σμα Στ΄ «Ἡ κα­θί­δρυ­σις τῆς προ­σω­ρι­νῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως ἐ­κτε­λεῖ­ται μὲ τοὺς πλέ­ον ἁ­πλοὺς τρό­πους. Πᾶ­σα ἑ­ορ­τή, ἥ­τις ἤ­θε­λεν ἐ­πι­φέ­ρει ἔ­ξο­δον, ἀν­τι­βαί­νει εἰς τὴν δυ­στυ­χῆ θέ­ση τῆς Πα­τρί­δος μας. Ὁ μό­νος τρό­πος νὰ ἐ­κτε­λε­σθεῖ ἡ εἰς τὸν Θε­ὸν καὶ τὸ Ἔ­θνος εὐ­ά­ρε­στος αὕ­τη τε­λε­τὴ εἶ­ναι νὰ γί­νει πραγ­μα­τι­κὴ τὶς πε­ρί­θαλ­ψις εἰς τοὺς δυ­στυ­χεῖς πο­λί­τας, οἵ­τι­νες ἔ­χα­σαν τὴν κα­λύ­βαν των. Θέ­λο­μεν προ­σπα­θή­σει μ᾿ ὅ­λα ταῦ­τα νὰ προ­μη­θεύ­σω­μεν εἰς τοι­αύ­την εὐ­και­ρί­αν κά­ποι­αν πα­ρη­γο­ρί­αν εἰς τὴν ἀ­θλι­ό­τη­τα τῶν τη­ροῦν­τες τὴν ἐν­το­λὴν τοῦ Κυ­ρί­ου “μὴ γνώ­τω ἡ ἀ­ρι­στε­ρά σου τί ποι­εῖ ἡ δε­ξι­ὰ σου”…».

Καὶ συ­νε­χί­ζει: Ἄρ­θρον Α΄. Ἡ προ­σω­ρι­νὴ Κυ­βέρ­νη­σις τῆς Ἑλ­λά­δος κα­θι­δρύ­ε­ται ὁρ­κι­ζο­μέ­νη ἐ­πὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως τῆς Αἰ­γί­νης τὴν 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου εἰς τὰς 10 ὥ­ρας πρὸ τοῦ με­ση­με­ρί­ου. (Πα­ρε­πιμ­πτόν­τως ἐ­δῶ νὰ ἀ­να­φέ­ρου­με πὼς ἀ­πὸ πέ­ρυ­σι ἔ­χει ὁ­ρι­σθεῖ μὲ τὸ ὑ­π᾿ ἀ­ριθμ. 7 Προ­ε­δρι­κὸ Δι­ά­ταγ­μα ἡ 26η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου ὡς δη­μό­σι­α ἑ­ορ­τὴ το­πι­κῆς ση­μα­σί­ας γι­ὰ τὸν Δῆ­μο τῆς Αἴ­γι­να­ς)3.

Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας κυ­βέρ­νη­σε τὴν Χώ­ρα ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να σὲ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα 21 μη­νῶν, πρὶν ἀ­να­χω­ρή­σει στὶς 4 Ὀ­κτω­βρί­ου 1829 γι­ὰ τὸ Ναύ­πλι­ο, ὅ­που σχε­δὸν με­τὰ ἀ­πὸ δύ­ο χρό­νι­α συ­νέ­βη ἡ τρα­γι­κὴ δο­λο­φο­νί­α του.

Ἐ­δῶ δὲν μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει ὁ χρό­νος ν᾿ ἀ­σχο­λη­θοῦ­με ἐ­κτε­νῶς μὲ τὸ πο­λυ­σχι­δὲς ἔρ­γο του στὸ νη­σί, ἀλ­λὰ ἐν­δει­κτι­κὰ μπο­ροῦ­με ν᾿ ἀ­να­φέ­ρου­με τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες πρά­ξεις, ὅ­πως εἶ­ναι π.χ. ἡ κο­πὴ στὸ Ἐ­θνι­κὸ Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο τοῦ «Φοί­νι­κος», ἡ ἵ­δρυ­ση τῆς Ἐ­θνι­κῆς – Χρη­μα­τι­στι­κῆς Τρά­πε­ζας, ἡ ὀρ­γά­νω­ση τῶν Δι­κα­στη­ρί­ων, ἡ δι­α­μόρ­φω­ση τῶν τρι­ῶν βαθ­μί­δων Παι­δεί­ας, ἡ ὀρ­γά­νω­ση τῆς Δι­οι­κη­τι­κῆς δο­μῆς τῆς Χώ­ρας, τοῦ Στρα­τοῦ καὶ ἡ χά­ρα­ξη τοῦ γε­νι­κοῦ πλαι­σί­ου τῆς Ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς της Πο­λι­τι­κῆς, ποὺ εἶ­ναι πρά­ξεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν συγ­κρό­τη­ση σὲ Κρά­τος ἐ­κεί­νου ποὺ πρὶν ἦ­ταν δι­α­σκορ­πι­σμέ­νο στὶς το­πι­κὲς ἐ­ξου­σί­ες μὲ τὶς ἐμ­φύ­λι­ες ἔ­ρι­δες, μὲ τὴν στα­θε­ρὴ πλέ­ον ἄ­σκη­ση σὲ ἕ­ναν τό­πο τῆς Ἐ­κτε­λε­στι­κῆς, Νο­μο­θε­τι­κῆς καὶ Δι­κα­στι­κῆς Ἐ­ξου­σί­ας. Ἂς ἀ­να­φερ­θοῦ­με μό­νο στὴν κοι­νω­νι­κὴ μέ­ρι­μνα τοῦ Κυ­βερ­νή­τη, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πε­κτά­θη­κε μέ­χρι καὶ στὴν ἵ­δρυ­ση Ὑ­γει­ο­νο­μεί­ων καὶ Λοι­μο­κα­θαρ­τη­ρί­ων.

Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας ἔ­στει­λε δι­κούς του ἀν­θρώ­πους καὶ μὲ δι­κά του χρή­μα­τα ἐ­ξα­γό­ρα­σε ση­μαν­τι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ παι­δι­ῶν ποὺ εἶ­χαν αἰχ­μα­λω­τι­σθεῖ καὶ με­τα­φερ­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Ἰμ­πρα­ΐμ στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρει­α.

Σ᾿ ἕ­να τε­ρά­στι­ο κτί­ρι­ο ἐ­κτά­σε­ως 4.000 τ.μ., ποὺ ἔ­κτι­σε τὸ 1829 στὴν Αἴ­γι­να μὲ τὸν πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο στὴν Ἑλ­λά­δα ρυθ­μὸ τῆς ἁ­πλῆς Δω­ρι­κῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς, λει­τούρ­γη­σε οὐ­σι­α­στι­κὰ ἡ πρώ­τη Σχο­λὴ Τε­χνι­κῆς καὶ Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης στὴν Ἑλ­λά­δα. Οἱ 500 τρό­φι­μοι τοῦ Ὀρ­φα­νο­τρο­φεί­ου, ἀ­γό­ρι­α καὶ κο­ρίτ­σι­α, εἶ­χαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦν μα­θή­μα­τα οἰ­κο­δο­μι­κῆς, ξυ­λουρ­γι­κῆς, τορ­νευ­τι­κῆς, σι­δη­ρουρ­γι­κῆς, ὡ­ρο­λο­γο­ποι­ΐας, ρα­πτι­κῆς, ὑ­πο­δη­μα­το­ποι­ΐας, βι­βλι­ο­δε­τι­κῆς καὶ τυ­πο­γρα­φί­ας. Οἱ ἀ­πο­φοι­τῶν­τες ἔ­παιρ­ναν ἀ­πὸ τὸ Κρά­τος ἕ­να μι­κρὸ χρη­μα­τι­κὸ κε­φά­λαι­ο γιὰ­ τὴν ἀ­γο­ρὰ τῶν ὀρ­γά­νων τῆς τέ­χνης τους, δηλαδὴ ἐ­δῶ βλέ­που­με τὴν λει­τουρ­γί­α τοῦ Κρά­τους Προ­νοί­ας. Πα­ράλ­λη­λα εὐ­νο­ή­θη­καν ἡ καλ­λι­έρ­γεια­ πα­τά­τας, σι­τα­ρι­οῦ καὶ ἐ­κτρο­φῆς με­τα­ξο­σκω­λή­κων. Χο­ρη­γή­θη­καν καὶ καλ­λι­ερ­γη­τι­κὰ δά­νει­α στὶς Κοι­νό­τη­τες γι­ὰ τὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῆς ἐ­λι­ᾶς καὶ τῆς στα­φί­δας.

Ὁ Κυ­βερ­νή­της ζοῦ­σε πο­λὺ ἁ­πλά. «Ἐ­μέ­να μοῦ χρει­ά­ζον­ται 60 λε­πτὰ γι­ὰ νὰ ζή­σω», ἔ­λε­γε. Καὶ ὁ Μα­κρυ­γι­άν­νης: «Ὁ Κυ­βερ­νή­της ἔ­τρω­γε ἐ­πὶ τέσ­σε­ρις μέ­ρες μί­α κό­τα». Εἶ­χε φο­βε­ρὰ ἀ­δυ­να­τί­σει. Στὴν πα­ρά­κλη­ση τοῦ ἰ­α­τροῦ του ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν: «Τό­τε μο­νά­χα θὰ βελ­τι­ώ­σω τὴν τρο­φήν μου, ὅ­ταν θὰ εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε ἕ­να Ἑλ­λη­νό­που­λο ποὺ νὰ πει­νά­ει». Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦν «Κό­μη». Πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πο­δε­χό­ταν τὸ «Μπάρ­μπα–Γι­άν­νης» τοῦ λα­οῦ. Ντυ­νό­ταν ἁ­πλά. Ὁ Νι­κό­λα­ος Δρα­γού­μης πε­ρι­γρά­φει ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κὸ ποὺ συ­νέ­βη στὴν πρώ­τη πε­ρι­ο­δεί­α του στὴν Κο­ριν­θί­α, ὅ­ταν τὸν πα­ρε­κά­λε­σε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης νὰ ἀλ­λά­ξει στο­λή, ἐ­πει­δὴ ὁ λα­ὸς ζη­τω­κραύ­γα­ζε γι­ὰ Κυ­βερ­νή­τη του τὸν προ­πο­ρευ­ό­με­νο τα­χυ­δρο­μι­κὸ δι­α­νο­μέ­α Καρ­δα­ρᾶ «ἐν­δε­δυ­μέ­νον βε­λού­δι­νον χρυ­σο­κέν­τη­τον σεγ­κού­νι­ον». Ἡ στο­λή, ὅ­μως, ποὺ τε­λι­κὰ φό­ρε­σε δὲν δι­έ­φε­ρε ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν δα­σο­νό­μων τῆς ἐ­πο­χῆς τῆς Ἀν­τι­βα­σι­λεί­ας ἐ­πὶ Ὄ­θω­νος (κοι­νῶς τοῦ δρα­γά­τη!).

Ὡς ἄν­θρω­πος, βέ­βαι­α, ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας δὲν ἀ­πέ­φυ­γε τὰ λά­θη στὰ 55 χρό­νι­α τῆς ζω­ῆς του. Τὰ ἁ­γνὰ κί­νη­τρα ὅ­μως, ὅ­πως καὶ οἱ ἀ­ρε­τές του, δί­και­α μπο­ροῦν νὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρί­σουν ὡς πρό­τυ­πο Χρι­στι­α­νοῦ ἡ­γέ­τη ἰ­δε­α­τό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι κάλ­λι­στα μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει πρό­τυ­πο γι­ὰ ἄλ­λους.

Στὴ «Με­γά­λη Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­α» δι­α­βά­ζου­με: «Κα­τὰ τὴν πρώ­την δο­ξο­λο­γί­αν θρό­νος τοῦ Κα­πο­δί­στρι­α ἦ­ταν ἕ­να ἁ­πλοῦν ξύ­λι­νο στα­σί­δι. Αὐ­τὸ ἐ­χρη­σι­μο­ποί­ει ὅ­ταν τα­κτι­κῶς ἐκ­κλη­σι­ά­ζε­το τὰς Κυ­ρι­α­κὰς καὶ ἐ­ορ­τάς»4. Πρό­κει­ται γι­ὰ τὸν «θρο­νί­σκον Δε­σπο­τι­κὸν» κα­τὰ τὸν Κα­σο­μού­λη, ποὺ κα­τε­σκεύ­α­σε ἡ Ἀν­τι­κυ­βερ­νη­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ γι­ὰ τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ὑ­πο­δο­χῆς του5.

Μέ­χρι σή­με­ρα αὐ­τὸ τὸ κά­θι­σμα βρί­σκε­ται στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Δε­σπο­τι­κό, μέ­σα στὴν «Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α», κα­τὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ ἴ­δι­ου τοῦ Κα­ππο­δί­στρι­α μέ­σα σὲ κεί­με­νό του6, ὅ­πως στὰ χρό­νι­α τὰ Βυ­ζαν­τι­νὰ ὁ θρό­νος τοῦ Αὐ­το­κρά­το­ρα βρι­σκό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τοῦ Πα­τρι­άρ­χη. Ὁ Κα­πο­δί­στρι­ας ἤ­θε­λε καὶ μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο νὰ κα­τα­δεί­ξει τὴ συ­νέ­χεια­ αὐ­τῆς τῆς Πα­ρά­δο­σης. Σκό­πευ­ε, μά­λι­στα, νὰ ἐ­φαρ­μό­σει τὸ Βυ­ζαν­τι­νο­ρω­μα­ϊ­κὸ Δί­και­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξ ἄλ­λου δὲν ἔ­παυ­σε νὰ ἰ­σχύ­ει στὸν τό­πο κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας μὲ τὴν «Ἑ­ξά­βι­βλο» τοῦ Ἀρ­με­νο­πού­λου.

«Κα­θὼς ἀν­τι­κρύ­ζει κα­νεὶς τὸ ἄ­δει­ο στα­σί­δι τοῦ Κα­ππο­δί­στρι­α μέ­σα στὴ Μη­τρό­πο­λη, εἶ­ναι εὔ­λο­γο νὰ φαν­τά­ζε­ται καὶ νὰ δι­ε­ρω­τᾶ­ται: ποι­ὰ θὰ ἦ­ταν ἡ μορ­φὴ τῆς Πα­τρί­δας μας σή­με­ρα, ἂν δὲν εἶ­χε τό­σο νω­ρὶς με­σο­λα­βή­σει τὸ τρα­γι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς δο­λο­φο­νί­ας του;»7.

Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα πάν­τως πα­ρα­μέ­νει: Σὲ ποι­ὲς ἀ­ξί­ες ἄ­ρα­γε βα­σί­στη­καν οἱ σύγ­χρο­νοι Πο­λι­τι­κοί μας, ὥ­στε νὰ ὁ­δη­γη­θεῖ ἡ Χώ­ρα στὰ ση­με­ρι­νὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα; Ἔ­χω τὴ γνώ­μη, πῶς ἂν δὲ βρε­θοῦν ἄν­θρω­ποι ποὺ νὰ δι­α­κα­τέ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ ἴ­δι­α μὲ τὸν Κα­πο­δί­στρι­α ἰ­δα­νι­κά, πο­λὺ δύ­σκο­λα θὰ προ­κύ­ψει ἡ ἐ­πι­θυ­μη­τὴ ἀ­π᾿ ὅ­λους μας ἀ­νά­καμ­ψη… Ὅ­πως ἔ­λε­γε καὶ ὁ Steven Runciman: «Ἂν ὅ­λοι οἱ λα­οὶ γι­ὰ νὰ προ­ο­δεύ­σουν πρέ­πει νὰ κοι­τοῦν μπρο­στά, οἱ Ἕλ­λη­νες πρέ­πει νὰ στρα­φοῦν πί­σω, στὶς ἀ­ξί­ες καὶ στὶς πα­ρα­δό­σεις τους».

 

Ἐν­δει­κτι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α

Βλ. Ἐμ. Γι­αν­νού­λη, Τα­ξί­δι στὴν Ἱ­στο­ρί­α, Αἴ­γι­να – «Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α» – Κα­πο­δί­στρι­ας.

Ἀρ­χὴ Νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ Κρά­τους, ἐκδ. Ἀθ. Στα­μού­λης, Ἀ­θή­να 2013, σελ. 156 καὶ  ἑ­πό­με­να.

Βλ. Δι­ο­νυ­σί­ου Α. Μαν­τζου­λί­νου, Ἰ­ω­άν­νης Κα­πο­δί­στρι­ας Α΄, ἐκδ. «Ἑ­στί­ας», Ἀ­θῆ­ναι 1990, σελ. 41 καὶ ἑ­πό­με­να.

Βλ. ΦΕΚ τεῦ­χος 1ο, ἀρ. φύλ­λου 9/30 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2012, Προ­ε­δρι­κὸ Δι­ά­ταγ­μα ὑ­π᾿ ἀ­ριθμ. 7 Προ­έ­δρου Δη­μο­κρα­τί­ας Κα­ρό­λου Πα­πού­λι­α.

Βλ. Με­γά­λη  Ἑλ­λη­νι­κὴ  Ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­α, ἄρ­θρο  «Αἴ­γι­να»,  Ἀρ.  Καμ­πά-

­νης, τ. 16, σελ. 766.

Βλ. Ν. Κα­σο­μού­λη, Στρα­τι­ω­τι­κὰ Ἐν­θυ­μή­μα­τα, τόμ. Β΄, σελ. 690.

«Ἡ Ἀν­τι­κυ­βερ­νη­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ ἔ­στη­σεν ἕ­να θρο­νί­σκον Δε­σπο­τι­κὸν τὸν ὁ­ποῖ­ον ἐ­στό­λι­σεν μὲ μυρ­σί­νας καὶ δάφ­νας».

Βλ.  Ἐμ.  Γι­αν­νού­λη,  Ἡ «Με­γά­λη  Ἐκ­κλη­σί­α», ὁ  Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸς  Να­ὸς  στὴν Αἴ­γι­να, ἔκ­δο­ση ἔ­τους 1996, σελ. 106 καὶ ἑ­πό­με­να (ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο).

Βλ. ὀ­πι­σθό­φυλ­λο τοῦ ἰ­δί­ου βι­βλί­ου, ὡς ἄ­νω.

 

*Ἐ­φη­με­ρί­ου Μη­τρο­πο­λι­τι­κοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου Αἰ­γί­νης

Πτυχ. Νο­μι­κῆς καὶ Θε­ο­λο­γί­ας Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος