Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > O παραδοσιακός θρησκευτικός γάμος / Κωνσταντινιάδου Σοφία, Δασκάλα-Λαογράφος, Μήλος

O παραδοσιακός θρησκευτικός γάμος / Κωνσταντινιάδου Σοφία, Δασκάλα-Λαογράφος, Μήλος

«Στις χαρές σας!». Αυτή ήταν η ευχή, ιδιαίτερα στα κορίτσια σε κάθε ευκαιρία και φυσικά οι χαρές αυτές ήταν οι χαρές του γάμου.

Η ζωή μέσα στην οικογένεια τον παλιό καιρό ήταν μια μαθητεία και μια προετοιμασία για το σημαντικό αυτό γεγονός της ζωής του ανθρώπου.

Τα αγόρια πάντα κοντά στον πατέρα, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν, μαθήτευαν κοντά του, συμμετέχοντας  σε όλες  τις εκδηλώσεις της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής.

Έτσι προετοιμαζόταν με τον καλύτερο τρόπο, για ν ’ανταποκριθούν στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις τους, όταν θα ερχόταν η ώρα να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.

Τα κορίτσια πάλι κοντά στη μάνα, ακόμα και με τα παιχνίδια τους γινότανε οι μικρές νοικοκυρούλες  με τα κουκλόσπιτα και τα κουκλόπανα και οι τρυφερές μανούλες για τις πάνινες κούκλες τους, που τις έντυναν, τις τάιζαν, τις κοίμιζαν με τα γλυκά νανουρίσματα, τις βάφτιζαν και τις πάντρευαν σαν να ήταν αληθινά παιδιά τους, όπως έβλεπαν να κάνουν οι μεγάλοι. Ύστερα όταν μεγάλωναν ετοίμαζαν και τα προικιά τους, ό,τι χρειαζόταν ένα σπιτικό, γιατί τότε όλα γινόταν με τα χέρια τους και με πολλή αγάπη.

Ο γάμος ήταν το μεγάλο τους όνειρο, η γλυκιά τους προσδοκία και με λαχτάρα και καρδιοχτύπι περίμεναν την ευλογημένη ώρα που θα δημιουργούσαν το δικό τους βασίλειο: την οικογένειά τους, το σπιτικό τους.

Οι γνωριμίες τότε δεν ήταν εύκολες, μα πάντα δινόταν κάποιες ευκαιρίες σε γιορτές, σε πανηγύρια, σε επισκέψεις, σε συγγενικά σπίτια και γινόταν η αρχή. Κάποιες φορές μεσολαβούσαν και προξενητάδες και πολύ συχνά την επιλογή την έκαναν οι γονείς χωρίς να υπολογίσουν τη γνώμη του γαμπρού ή της νύφης και παρά τις όποιες αντιδράσεις, έκαναν υπακοή και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο και με καλή διάθεση, όπως έζησαν αγαπημένα στο σπίτι τους, να ζήσουν και αυτοί για να δημιουργήσουν μια ευτυχισμένη οικογένεια και πάντα οι γονείς συμβούλευαν τα παιδιά τους και ιδιαίτερα τις κόρες τους, να σέβονται τα πεθερικά τους, να τιμούν και να αγαπούν τον άντρα τους, προσπαθώντας να συνεργάζονται για το καλό της οικογένειάς τους. Κι όταν όλα παίρνανε τον δρόμο τους  και αποφάσιζαν τον γάμο,  έπαιρνε ο νέος τους γονείς του και πήγαιναν στο σπίτι της κοπέλας για να τη ζητήσουν.

Στην πόρτα η μάνα ρωτούσε: «Είμαστε δεχτοί;» κι οι γονείς της κοπέλας απαντούσαν: «Χίλια καλωσορίσματα και τι ζητάτε από εμάς;». «Μοναχά την κόρη σας», απαντούσαν οι συμπέθεροι κι έμπαιναν μέσα στο σπίτι.

Μπροστά σε μια εικόνα πάνω στο τραπέζι έβαναν τις βέρες, εύχονταν «η ώρα η καλή και η ευλογημένη» τις περνούσαν στα δάκτυλα των νέων μαζί με πολλές ευχές, έδιναν και τα δώρα τους και κάθονταν στο τραπέζι να φάνε, να πιούνε και να τραγουδήσουνε.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα,

Σήμερ’ αρραβωνιάζεται αϊτός την περιστέρα.

Χίλια καλωσορίσατε καλοί μας συμπεθέροι,

Την αρρεβώνα φέρατε στης κόρης μας το χέρι.

Σαράντα πέρδικες λαλούν πάνω στα δώματά σας

Να είναι καλορίζικα τ’ αρρεβωνιάσματά  σας.

 

Πολλές φορές στην πρώτη επίσκεψη έδιναν μόνο τον λόγο ότι θα γίνει ο γάμος και αργότερα πιο επίσημα και με συγγενείς και φίλους γινόταν ο αρραβώνας, που κάποιες φορές τις βέρες τις ευλογούσε ο παππάς, όπως στην εκκλησία.

Μετά άρχιζαν οι προετοιμασίες του γάμου: Ετοίμαζαν το σπίτι και τα προικιά, όριζαν την ημέρα του γάμου, κανόνιζαν τα καλέσματα, φρόντιζαν για τις μπουμπουνιέρες, τα γλυκά και τα φαγητά.

Όταν όλα ήταν έτοιμα και τα προικιά πλυμένα και σιδερωμένα εφόρτωναν τα έπιπλα στα μουλάρια, που έριχναν πάνω τους χρωματιστά πατανιάκια και σε κάνιστρα όλα τ’ άλλα, που τα βαστούσαν κοπέλες και νέοι και με τα βιολιά τα πήγαιναν στο σπίτι, το νυφικό, να τα στρώσουν.

Πρώτα απ ‘ όλα κρεμνούσε ο γαμπρός τις εικόνες και το καντήλι, που το άναβε κιόλας και πάνω από το νυφικό κρεβάτι τον Σταυρό, που τον είχε κεντήσει η νύφη, στόλιζαν όλα τα προικιά, έστρωναν το νυφικό κρεβάτι, έκανε ο παππάς τον αγιασμό και πρόσφεραν σ’ όλους γλυκό και πιοτό για τα ευχηθούν.

Συνήθως ο γάμος γινόταν την Κυριακή στην εκκλησία. Με βιολιά, που έπαιζαν τον σκοπό του γάμου, πήγαιναν συγγενείς και φίλοι κι έπαιρναν τον κουμπάρο από το σπίτι του. Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι που βαστούσε τον δίσκο με τα στέφανα, πίσω δυο άνδρες με τις λαμπάδες τις λευκές και ο κουμπάρος μ’ όλους τους άλλους.

Μετά έπαιρναν τον γαμπρό και τέλος τη νύφη και βαδίζοντας όλο δεξιά επήγαιναν στην εκκλησία, όπου γινόταν ο αρρεβώνας και η στέψη, η στεφάνωση από τον παπά κι όταν διαβαζόταν η ευχή που λέει: «Μνημόνευσον αυτούς Κύριε ο Θεός ημών ως εμνημόνευσας … Μνημόνευσον και των αναθρευγάντων αυτών γονέων», οι γονείς παρακινούμενοι από τον παπά έδιναν και εκείνοι τις ευχές τους, για μια ζωή ευτυχισμένη και χαρούμενη.

Στην εκκλησία όλα ήταν απλά και ήσυχα, γιατί όλοι σεβόταν την ιερότητα του χώρου. Άλλωστε και οι άνθρωποι όλοι ήταν απλοί και με φόβο Θεού μέσα τους.

Μετά το «Δι’ ευχών» όλοι χαιρετούσαν τους νεόνυμφους, τους γονείς τους και τον κουμπάρο, έπαιρναν τη μπομπονιέρα κι έφευγαν.

Αφού τελείωνε ο γάμος κάθονταν στο σπιτικό τραπέζι, έτρωγαν τα φαγητά που είχαν ετοιμάσει οι συμπέθεροι, έπιναν κρασί, εύχονταν στο ζευγάρι και άρχιζε το γλέντι με χορό και τραγούδια. Όλοι ήθελαν να χορέψουν τη νύφη: ο γαμπρός, ο κουμπάρος, οι συμπέθεροι κι ύστερα όλοι οι άλλοι. Και τα τραγούδια που εκείνη τη στιγμή ταίριαζαν δεν είχαν τελειωμό:

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα.

Σήμερα αποχωρίζεται η κόρη απ’ τη μητέρα.

Θεέ μου ως ευλόγησες Μωυσέα και Σεπφώρα,

Ευλόγησε τ’ αντρόγυνο π’ έγιν’ αυτή την ώρα.

Νύφη μου καλορίζικη το πρώτο ζυμωτό σου,

Ζάχαρη ναν’ τ’ αλεύρι σου και κάδιο το νερό σου.

Ω!  Παναγιά Δέσποινα με τον Μονογενή σου,

στ’ αντρόγυνο που έγινε, να δώσεις την ευχή σου.

Έχω ιδέα στον Θεό, στην Παναγιά Παρθένα,

Ότι θα ζήσει η κόρη σας ωραία με τα μένα.

Σ’ όσους γάμους κι αν επήγα τέτοιο αντρόγυνο δεν είδα.

Βάλτε μας κρασί να πιούμε κι όλοι να σας ευχηθούμε.

Είς υγείαν να σας πούμε και τα πιάτα να χτυπούμε.

 

Την άλλη Κυριακή οι νεόνυμφοι εκκλησιάζονταν κι ο παπάς ευχόταν «υπέρ των νεόνυμφων».

Από τη Δευτέρα, μετά τον αντίγαμο, πάλι με φαγοπότι και βιολιά το ζευγάρι άρχισε να οικοδομεί μέρα τη μέρα τη νέα του ζωή, με τη λαχτάρα και τον πόθο και με την ευλογία του Θεού να φτιάξουν τη ζεστή φωλιά τους, που μέσα της θα φωλιάσει η οικογένεια που ο Θεός θα τους χαρίσει για να ολοκληρωθεί η ευτυχία τους.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος