Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

ΟΙ ΕΝΤΟΠΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ; ΤΑ «ΕΝΤΟΠΙΚΑ» ΕΙΝΑΙ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ» ΓΛΩΣΣΑ; / Από τον Ιωάννη Παπαλαζάρου, δάσκαλο – συγγραφέα

Διαδικτυακά μαθήματα «μακεδονικής» γλώσσας θα παραδίδει στη Φλώρινα η Μη Κυβερνητική Οργάνωση (Μ.Κ.Ο.) «Κέντρο Μακεδονικής Γλώσσας» μετά την έγκριση και επικύρωση του καταστατικού της από το Πρωτοδικείο της πόλης. Η αίτηση του συλλόγου εγκρίθηκε στις 28 Ιουλίου 2022 και η απόφαση ανακοινώθηκε στο Δελτίο Δικαστικών Εκδόσεων στις 7 Νοεμβρίου 2022.

Δε θα σχολιάσουμε τη δικαστική απόφαση και τον Πρωτοδίκη που εξέτασε μόνο ό,τι ήταν τυπικό και νομότυπο και όχι την ουσία του αιτήματος της Μ.Κ.Ο. Γατί είναι προφανές, ότι το «Κέντρο» δημιουργήθηκε για να εγκλωβίσει τους «σλαβόφωνους» που μιλούν τα «εντόπικα».

– Ελάτε, εντόπιοι Μακεδόνες, να μάθετε την ορθή «μακεδονική» γλώσσα, αυτή που ομιλούν στα Σκόπια και όχι αυτή που μιλούσατε μέχρι προχτές στα χωριά σας.

Την γλώσσα που ομιλούν στα Σκόπια, ως γνωστόν, την κατασκεύασε κυριολεκτικά το 1945, η επιτροπή που συστήθηκε υπό τον τότε πρωθυπουργό των Σκοπίων Κολισέφσκι και ήταν μία νέα γλώσσα, σλαβική κατά βάση, λίγο διαφορετική από την βουλγαρική και την σερβική, για τους σλάβους κατοίκους της περιοχής των Σκοπίων και την ονόμασε «μακεδονική», εντελώς αυθαίρετα και ανιστόρητα, για λόγους καθαρά πολιτικούς, αλυτρωτικούς.

Από το 1945 έως σήμερα, το κράτος των Σκοπίων, είτε ως τμήμα της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας είτε ως ανεξάρτητο τα τελευταία 30 χρόνια, μεθοδικά οικειοποιείται ιστορικά στοιχεία και σύμβολα που δεν του ανήκουν, εκμεταλλευόμενο τη δική μας αμέλεια και εθνική ολιγωρία, με αποκορύφωμα την πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών όπου και το όνομα της Μακεδονίας τους προσφέραμε και τη γλώσσα και την εθνικότητα ως μακεδονική τους χαρίσαμε, με αστερίσκους και υποσημειώσεις, αλλά το πόσο λαμβάνονται υπ’όψη οι διευκρινιστικές υποσημειώσεις, το διαπιστώνουμε καθημερινά από τη συμπεριφορά τους, όπου δε χάνουν ευκαιρία να παραβιάζουν όσα με τόση γενναιοδωρία τους προσφέραμε, σε διεθνείς εκδηλώσεις και εκθέσεις, σε προϊόντα κ.α.

Όσο για την ιστορία και την προέλευση του γλωσσικού ιδιώματος είναι γνωστό ότι ιδιαίτερα στην Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, από τα μέσα του 9ου μ.Χ. αιώνα, είχαν εγκατασταθεί και αποσυρθεί σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές πληθυσμιακές ομάδες, απομεινάρια σλαβικών φύλων, οι Σλαβήνοι ή Σκλαβήνοι κατά τους Βυζαντινούς, οι οποίοι αναμίχθηκαν με τους αυτόχθονες ελληνόφωνους Μακεδόνες των περιοχών και, ως πολυπληθέστεροι οι Σλαβήνοι, επέβαλαν τη γλώσσα τους, η οποία όμως, από την ανάμιξή της με τα ελληνικά, μετατράπηκε σ’ ένα ιδιόμορφο μικτό ιδίωμα, χρηστικό πάντως για τους κατοίκους αυτών των περιοχών.

Από τα τέλη του 14ου αιώνα, μετά την κατάληψη της Μακεδονίας από τους Οθωμανούς, ο μακεδονικός χώρος είχε μετατραπεί σ’ ένα σταυροδρόμι λαών, θρησκειών, πολιτισμών και γλωσσών, σ’ ένα φυλετικό, γλωσσικό και θρησκευτικό μωσαϊκό: Έλληνες, Βλάχοι, Σλάβοι, Βούλγαροι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Εβραίοι και Τούρκοι καταχτητές, που μιλούσαν αντίστοιχα, ελληνικά, βλάχικα, σλαβο-βουλγάρικα, αρβανίτικα, αρμένικα, εβραϊκά και τούρκικα, ενώ κατά το θρήσκευμά τους ήσαν μουσουλμάνοι, χρι­στιανοί και ιουδαίοι.

Οι Βλάχοι, Αρβανίτες, Εβραίοι και Αρμένιοι είχαν τα γλωσσικά τους ιδιώματα και δεν προέκυπτε πρόβλημα γι’ αυτούς. Για τους υπόλοιπους όμως Μακεδόνες έπρεπε να εξευρεθεί ένας κοινός τρό­πος συνεννόησης μεταξύ τους, αλλά και με τους Οθωμανούς εποίκους, με τη χρήση του πιο ευκολότερου γλωσσικού κώδικα της εποχής, για τις ανάγκες της καθημερινής επικοινωνίας. Διαμορφώθηκε έτσι σταδιακά, με βάση το μικτό γλωσσικό ιδίωμα που επικράτησε από τον 9ο μ.Χ. αιώνα και ακολούθως, ένα ευκολομάθητο μιξόγλωσσο μόρφωμα, που φαίνεται ότι εξυπηρετούσε άριστα τον σκοπό του. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Τούρκοι κάτοικοι των μικτών κατά πληθυσμό οικισμών, επί Τουρκοκρατίας, είχαν ως συχνότερο όργανο συνεννόησης με τους εντόπιους χριστιανούς το εν λόγω ιδίωμα αντί της τουρκικής. Ήταν αποκλειστικά ένα όργανο συνεννόησης και σε καμιά περίπτωση δηλωτικό αντίστοιχης εθνικότητας.

Πρόκειται για το γνωστό σλαβοφανές γλωσσικό ιδίωμα, που δεν έχει γραμματικούς ή συντακτικούς κανόνες λειτουργίας, του οποίου το 60% των καθημερινών του όρων είναι ελληνικές, τουρκικές ή λατινικές λέξεις και το υπόλοιπο ποσοστό του στηρίζεται σε παρεφθαρμένες σλαβικές λέξεις ή ρίζες σλαβικών. Αποτέλεσε, την αιτία πολλών δεινών τόσο για τη Μακεδονία όσο και για τους ίδιους τους γηγενείς Μακεδόνες, τους γνωστούς ως «εντόπιους», και το οποίο σήμερα ομιλείται μόνο από ηλικιωμένους πλέον και ελάχιστα από νεότερους σε ορισμένα χωριά της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας.

Κατά καιρούς εμφανίστηκε με ποικιλώνυμους επιθετικούς προσδιορισμούς, που του αποδόθηκαν κάτω από διάφορα προσχήματα, σκοπιμότητες και σημαίες ευκαιρίας.

Το χαρακτήρισαν ως ιδίωμα βουλγαρικό, βουλγαρομακεδονικό, σλαβομακεδονικό, σλαβόφωνο, σλαβοφανές, σλαβογενές, σλαβόηχο, σλαβωνικό, και άλλα τέτοια περισπούδαστα περιτυλίγματα, όπου περιτύλιγαν κι αυτούς που το ομιλούσαν και τους χαρακτήριζαν, κατά περίσταση ως Σλαβομακεδόνες, ως Σλαβόφωνους, ως Βουλγαρόφωνους.

Οι Βούλγαροι και το Πανσλαβιστικό κίνημα προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το ιδίωμα αυτό στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα (1870-1908), προβάλλοντάς το ως κύριο επιχείρημά τους στην προπαγάνδα και στην προσπάθειά τους για την αλλοίωση της εθνικής συνείδησης και τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας.

Βίαια προσπάθησαν να το εκριζώσουν κάποιοι ανεγκέφαλοι παράγοντες του κρατικού μηχανισμού, κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας Μεταξά και αμέσως μετά τον Εμφύλιο, όταν το αναθεμάτισαν ως προπατορικό αμάρτημα, και το έθεσαν υπό απηνή διωγμόν με γνωστές άκομψες μεθόδους.

Για τους γηγενείς Μακεδόνες, το ιδίωμα αυτό ήταν τα «εντόπια» ή τα «εντόπικα». Ποτέ δεν το αποδεχτήκαμε και δεν το ονοματίσαμε ως «μακεδονικά» ή «σλαβομακεδονικά» ή «βουλγάρικα», όπως το χαρακτήριζαν και το καταδιώκανε μερικοί Ελληναράδες χωροφύλακες ή μερικοί δάσκαλοι, κατά τη 10ετία του 1950. Και οι δάσκαλοι δικαιολογημένα, γιατί έπρεπε να μάθουμε σωστά τα ελληνικά μας, δεν κατάλαβα όμως το λόγο που κάποιοι από τους χωροφύλακες μας χαρακτηρίζανε «βουλγαράκια», όταν ακούγανε να μιλούμε το τοπικό ιδίωμα.

Για εμάς το ιδίωμα αυτό ήταν η «πονάshi» γλώσσα μας, η «δικιά μας γλώσσα», με εκείνη τη μοναδική απλοϊκότητα και μουσικότητα που είχε στην προφορά της. Είχε ελάχιστα κοινά στοιχεία η ντοπιολαλιά μας με τις αντίστοιχες γλώσσες των γειτονικών βαλκανικών χωρών.

Χαρακτηριστική είναι η διαφορά καθημερινών λέξεων του ιδιώματος από τη βουλγαρο-σκοπιανή γλώσσα:

ελληνικά εντόπιο ιδίωμα βουλγαρο-σκοπιανή γλώσσα

δάσκαλος ντάσκαλ ουτσίτελ

δασκάλα ντασκαλίτσα ουτσίτελκα

σχολείο σκόλε ουτσιλίστε

αυτοκίνητο αφτοκίνα κόλα ή αφτομόμπιλ

αεροπλάνο αεροπλάν αβιόν ή σάμολετ

ευχαριστώ σπολάετι (εις πολλά έτη) μπλαγκοντάραμ

Προσωπικά θεωρώ το μέλλον του ιδιώματος δυσοίωνο, αφού, για πρακτικούς λόγους ξεπεράστηκε και έχασε την χρησιμότητά του και θα καταλήξει ένα μουσειακό πλέον γλωσσικό όργανο, και φοβάμαι ότι την τύχη του θα ακολουθήσουν και άλλα τοπικά ιδιώματα (βλάχικα, αρβανίτικα, τσακώνικα).

Σε κάποια απομονωμένα χωριά ίσως εξακολουθήσει να μιλιέται για μια ή και δυο γενιές ακόμα, αλλά η κατάστασή του είναι πλέον μη αναστρέψιμη.

Για την επικράτηση και διάδοση του ιδιώματος, ο Ν. Ανδριώτης, καθηγητής γλωσσολογίας, ισχυρίζεται αυτό άρχισε να διαδίδεται στη Μακεδονία:

1) Από Σλάβους δούλους και αγρότες, που οι Βυζαντινοί γαιοκτήμονες εγκαθιστούσαν για να καλλιεργούν τα κτήματά τους (8ο και 9ο αιώνα μ.Χ.).

2) Από Έλληνες αιχμαλώτους των Βουλγάρων, που ύστερα από πολύχρονη αιχμαλωσία εξαγοράζονταν και γύριζαν στην πατρίδα τους, αφού είχαν πια μάθει στον τόπο αιχμαλωσίας τα σλαβικά.

3) Από το γεγονός ότι οι Έλληνες της Μακεδονίας που συναλλάσσονταν με σλαβόφωνους μάθαιναν σλαβικά, που ήταν ευκολομάθητα, ενώ οι Σλάβοι δεν μάθαιναν ελληνικά, γιατί είναι γλώσσα δύσκολη.

Ο Κων/νος Τσιούλκας, Γυμνασιάρχης στο Μοναστήρι (Bitola), στις αρχές του 1900, πιστεύει ακράδαντα και γράφει ότι: «Η σλαβοφανής μακεδονική είναι η παλαιά μακεδονική γλώσσα και δεν είναι ούτε σλαβωνική ούτε βουλγαρική. Στη γλώσσα αυτή υπάρχουν 1.260 λέξεις ομηρικές, ενώ στην ελληνική γλώσσα μόλις 650 διασώζονται».

Ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο γνωστός γλωσσολόγος, Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεωρεί το ιδίωμα ως: «παλιά και γνήσια διάλεκτο της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονικής γλώσσας, που εξελίχθηκε με τα χρόνια και μιλιέται από ένα γνήσιο και εκλεκτό κομμάτι του Ελληνισμού, τους Έλληνες της Μακεδονίας».

Δυστυ­χώς οι βόρει­οι γείτονές μας, με τις αλυτρωτικές τους επιδιώξεις, αλλά κυρίως εγχώριοι και επιτήδειοι καλοθελητές τους, με επιδρομές και επεμβάσεις τους τόσο στο ιδίωμα όσο και στην τοπική μουσική παράδοση, για να ικανοποιήσουν πο­λιτικές τους σκοπιμότητες, προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν και να παραπλανήσουν τους εντόπιους Μακεδόνες.

Εμφανίζονται ως οι δήθεν καταπιεσμένοι, της αόρατης «Μειονότητας των Σλαβομακεδόνων», και , εδώ και τρεις 10ετίες τουλάχιστον, υπονομεύουν μεθοδικά και διαβρώνουν τη μακεδονίτικη κουλτούρα και παράδοση στα τραγούδια, στους χορούς και στα έθιμα, εμπλουτίζοντάς τα με ξενόφερτα στοιχεία, με ακραία ανθελληνικά συνθήματα και αλυτρωτικές κορώνες.

Προωθούν τα δημιουργήματά τους σε πολιτιστικούς συλ­λόγους και ορχήστρες στα τοπικά πανηγύρια, ως «μακεδονικά», λέγοντας: Ε­λάτε να τραγουδή­σουμε στη γλώσσα μας, και μέσα από τα μουσικοχορευτικά τους άσματα και τεχνάσματα περνάνε συνθήματα με προπαγανδιστικό περιεχόμενο.

Σκοπός τους είναι, μέσα από την εύλογη σύγχυση, να προλειάνουν το έδαφος για έναν νέο διχασμό του γηγενούς πληθυσμού, με ό,τι αυτό σημαίνει για το μέλλον της ειρήνης και της ηρεμίας του τόπου. Πρόκειται για τραγούδια που αποπνέουν εμπάθεια και ανθελληνισμό, διχασμό και άθλια προπαγάνδα, όπως οι χαρακτηρισμοί: «Γκ’ρτσι κατίλι» (Έλληνες δολοφόνοι), «Μπεγκάιτε Γκ’ρτσι» (Φύγετε Έλληνες από τη Μακεδονία και από το Αιγαίο) που μας φέρνουν έναν αιώνα πίσω και δηλητηριάζουν την ψυχή, το νου και τα συναισθήματα των παιδιών μας.

Η σημερινή γενιά των 20χρονων νέων μας, που μεγαλώνει ακούγοντας τέτοια τραγούδια στα τοπικά πανηγύρια, βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση κι ασάφεια, καθώς πιστεύει ότι το σλαβοφανές ιδίωμα την περιοχής και η σκοπιανή γλώσσα είναι το ίδιο.

Η στάση και η αντίδρασή μας απέναντι στους ποικιλώνυμους και προκλητικούς κήρυκες του αλυτρωτισμού και στους αυτόκλητους προστάτες ανύπαρκτων μειονοτήτων, πρέπει να είναι ενιαία, άμεση και ανυποχώρητη. Είναι πολύ σοβαρό το θέμα για να το αντιμετωπίζουμε με τη συνήθη ελληνική αναβλητικότητα ή με υποκριτική αδιαφορία. Έχουν μεγάλο μέρος ευθύνης χοροδιδάσκαλοι και ορχή­στρες, σχολεία και γονείς, ερευνητές και πολιτιστικοί σύλλο­γοι. Το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και η Ακαδημία Αθηνών οφείλουν να επιληφθούν του θέματος και να συνδράμουν άμεσα, επιστημονικά και συμβουλευτικά, στην όλη προσπάθεια.

Οι γηγενείς Μακεδόνες, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ένιωθαν πάντα ότι είναι ομοεθνείς και ομότροποι των Ελλήνων. Στην Εθνεγερσία του 1821 και στον Μακεδονικό Αγώνα η παντελής άγνοια της ελληνικής γλώσσας δεν τους εμπόδισε να αγωνιστούν αδελφωμένοι με τους λοιπούς Έλληνες για να γλιτώσουν τον τόπο από τους Οθωμανούς κατακτητές και τους λοιπούς Βαλκάνιους επίδοξους «ελευθερωτές».

Προσωπικά, ως Εντόπιος Μακεδόνας Έλληνας, δηλώνω ξεκάθαρα πως δεν αποτελώ μέλος καμιάς μορφής μειονότητας εθνικής ή γλωσσικής και απαιτώ από τους πολιτικούς μας γενναία και σθεναρή στάση απέναντι στις παραβιάσεις των Συμφωνιών, στους βανδαλισμούς και στις αυθαιρεσίες των γειτόνων.

Τους γείτονές μας επιθυμούμε να τους έχουμε συνοδοιπόρους στους οικονομικούς και αμυντικούς μηχανισμούς της Ευρώπης, για να μην καταντήσουνε υποπόδια ή έρμαια των Νεο-Οθωμανών, αλλά όταν ακραίοι εθνικισμοί τούς οδηγούν σε καταχρηστικές επιλογές όρων και ορισμών περί «μακεδονικών μειονοτήτων» και «μακεδονικής γλώσσας», τότε το πολιτικό ανάστημα των κυβερνώντων είναι απαραίτητο να ορθωθεί ως φραγμός στις αλυτρωτικές επιλογές τους, και ως εμπόδιο στους δρόμους που οδηγούν στην Ευρώπη, γιατί αυτό επιτάσσει το ύψιστο καθήκον τους προς το Σύνταγμα της χώρας που υπηρετούν και το χρέος τους προς στην ιστορία και την εθνική μας αξιοπρέπεια.

https://www.pellanews.gr/oi-entopioi-makedones-einai-meionotita-ta-entopika-einai-makedoniki-glossa-105925

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος