Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Οι Νεοελληνικές Κοινότητες / Δημοσθένη Δανιηλίδη*

Οι Νεοελληνικές Κοινότητες / Δημοσθένη Δανιηλίδη*

Ἀ­φε­τη­ρί­α καὶ ἄ­με­σο κέν­τρο γιὰ τὴ δρά­ση τοῦ Νε­ο­ελ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­λη­θι­νὴ αὐ­τοῦ κυ­ψέ­λη, ἦ­σαν οἱ Κοι­νό­τη­τες. Κα­μμιὰ ἔ­ρευ­να ἱ­στο­ρι­κο­κρι­τι­κὴ δὲν ἔ­χει ὡς τώ­ρα κα­θο­ρί­σει θε­τι­κὰ τὴν προ­έ­λευ­σή τους.

Με­ρι­κοὶ νο­μι­κοὶ καὶ ἱ­στο­ρι­κοί, θερ­μοὶ πα­τρι­ῶ­τες ἀ­πὸ τοὺς πα­λαι­ο­τέ­ρους, τὶς θέ­λα­νε σώ­νει καὶ κα­λὰ νὰ κα­τάγουν­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α πό­λη σὰν ἕ­να εἶ­δος συ­νέ­χειας ἢ ἐ­ξέ­λι­ξης αὐ­τῆς. Ἄλ­λοι, ἐ­ξί­σου πα­λαι­οί, ἢ καὶ νε­ό­τε­ροι, ποὺ ἐ­ρευ­νοῦν τὰ ζη­τή­μα­τα πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ νο­μι­κή τους ἄ­πο­ψη, τὶς θε­ω­ροῦν πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­οι­κη­τι­κὸ γέν­νη­μα τῶν αἰ­ώ­νων τῆς δου­λεί­ας προ­σαρ­μο­σμέ­νο στὴν Ὀθω­μα­νι­κὴ κυ­ρι­αρ­χί­α καὶ τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ κρά­τος. Μί­α τρί­τη ἀν­τί­λη­ψη, ἡ κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κή, ποὺ ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ πνο­ὴ ὀ­λί­γων νέ­ων προ­σπα­θεῖ νὰ τὴν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὶς γε­νι­κό­τη­τες τοῦ πα­τρι­ω­τι­σμοῦ καὶ τὶς στε­νό­τη­τες τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ἢ νο­μι­κοῦ ἱ­στο­ρι­σμοῦ καὶ ποὺ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τῆς ζων­τα­νῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἐ­ξη­γεῖ τὴν κοι­νό­τη­τα γε­ω­οι­κο­νο­μι­κά, ὡς μί­α μορ­φὴ φυ­σι­κὴ ἀ­γρο­το­α­στι­κῶν συ­νε­ται­ρι­σμῶν ἐρ­γα­σί­ας ἢ πα­ρα­γω­γῆς. Ὡ­στό­σο κι αὐ­τὴ δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀ­πο­κρυ­σταλ­λω­θεῖ σὲ μί­α με­λέ­τη συ­στη­μα­τι­κὴ καὶ ἄρ­τια.

Πάν­τως καὶ οἱ τρεῖς ἀν­τι­λή­ψεις, ὅ­σο κι ἂν δεί­χνουν μί­α μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­νη πλευ­ρὰ τοῦ προ­βλή­μα­τος, στὸ σύ­νο­λό τους εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ δι­α­φω­τι­στι­κές. Τὰ δε­δο­μέ­να τους, συμ­πλη­ρού­με­να ὁ­λο­έ­να, μᾶς ἐ­πι­τρέ­πουν, ἂν ὄ­χι μί­α εἰ­κό­να συν­θε­τι­κή, τοὐ­λά­χι­στον με­ρι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, ποὺ προ­ά­γουν τὸ θέ­μα μας.

Εἶ­ναι μί­α δι­α­πί­στω­ση ἱ­στο­ρι­κή, πὼς στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Με­σό­γει­ο, τοὐ­λά­χι­στον ἀ­πὸ τὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ πε­ρί­ο­δο καὶ δῶθε, δὲν ἐ­ξέ­λει­πε πο­τὲς ὁ­λό­τε­λα ὁ θε­σμὸς τῆς κοι­νο­τι­κῆς αὐ­το­νο­μί­ας.

Πα­ράλ­λη­λα πρὸς τὴν προ­ϊ­οῦσα ἐ­νί­σχυ­ση τῶν φυ­γο­κέν­τρων τά­σε­ων, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τοὺς τε­λευ­ταί­ους αἰ­ῶ­νες τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, βά­δι­ζε καὶ ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν κοι­νο­τή­των, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν νὰ πα­ρακ­μά­ζουν οἱ πό­λεις καὶ ἡ ἀ­στι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α.

Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τὴ δὲν ἐ­στα­μά­τη­σε οὔ­τε ἐ­πὶ τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν. Πα­ρὰ τὸ συγ­κεν­τρω­τι­κό της πνεῦ­μα, ἡ βυ­ζαν­τι­νὴ γρα­φει­ο­κρα­τί­α δὲν μπό­ρε­σε νὰ συγ­κρα­τή­σει μέ­σα στὸ πλαί­σιο τῆς κα­λο­ορ­γα­νω­μέ­νης ὑ­παλ­λη­λι­κῆς της ἱ­ε­ραρ­χί­ας τοὺς το­πι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῶν πε­ρι­φε­ρει­ῶν.

Ἔ­τσι βλέ­που­με τὸ Βυ­ζάν­τιο κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο ἥ­μι­συ τοῦ Ε’ αἰ­ῶνα νὰ πα­ρα­χω­ρεῖ αὐ­το­νο­μί­α καὶ σὲ ἀ­γρο­τι­κὲς κοι­νό­τη­τες καὶ νὰ τὴν ἀ­νέ­χε­ται ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἀ­πὸ πρίν. Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ ΣΤ΄ αἰ­ῶ­να ἔ­χου­με στὴν Πά­τρα κοι­νο­τάρ­χες, καὶ κοι­νό­τη­τες, ποὺ ἀ­μύ­νον­ται γεν­ναῖ­α κα­τὰ τῆς ἐ­πι­δρο­μῆς τῶν Σλά­βων τῆς Πε­λο­πον­νή­σου καὶ τῶν συμ­μά­χων τους, τῶν Σα­ρα­κη­νῶν. Καὶ ἡ ἄ­μυ­να τού­τη εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ καὶ γι᾿ ἄλ­λες κοι­νό­τη­τες. Ἡ Ἀρ­μέ­νι­κη Δυ­να­στεί­α (867-1057), ἡ γνω­στὴ μὲ τ᾿ ὄ­νο­μα Μα­κε­δο­νι­κή, για­τί ὁ ἱ­δρυ­τὴς της κα­τα­γό­τα­νε ἀ­πὸ τοὺς Ἀρ­μέ­νη­δες τῆς Μα­κε­δο­νί­ας, συ­νε­πὴς πρὸς στὸ πνεῦ­μα τοῦ ἀ­να­το­λί­τι­κου δε­σπο­τι­σμοῦ, ποὺ ἐ­πέ­βα­λε στὸ Βυ­ζάν­τιο, ἀ­κο­λού­θη­σε συ­νει­δη­τὰ μί­α πο­λι­τι­κὴ ἀν­τι­κοι­νο­τι­κή.

Ὁ Λέ­ων ὁ Σο­φὸς (886-911) μὲ τὶς Νε­α­ρές του 45 καὶ 47 προ­σπά­θη­σε νὰ ἐκ­μη­δε­νί­σει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖα λεί­ψα­να τῶν κοι­νο­τι­κῶν ἐ­λευ­θε­ρι­ῶν, ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῶν Ρω­μαί­ων, δί­χως ὅ­μως ἀ­πο­τέ­λε­σμα θε­τι­κό. Ἡ προ­σπά­θειά του ναυ­ά­γη­σε μπρο­στὰ στὴν ἐ­πί­μο­νη ἀν­τί­δρα­ση τῶν κοι­νο­τή­των, ποὺ στα­σι­ά­σα­νε πολ­λὲς φο­ρές, γιὰ νὰ δι­εκ­δι­κή­σουν τὶς ἐ­λευ­θε­ρί­ες τους.

Πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ Θ’ αἰ­ῶ­να πα­ρα­τη­ροῦ­με κά­ποι­α ἐ­νί­σχυ­ση τοῦ κοι­νο­τι­κοῦ θε­σμοῦ, καὶ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ Ι’ αἰ­ῶ­να, ἐ­πὶ τῶν ἡ­με­ρῶν αὐ­τοῦ τοῦ ἰ­δί­ου Λέ­ον­τος, συ­ναν­τοῦ­με γε­νι­κὰ βου­λευ­τὲς καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­κλο­γὴ κοι­νο­τι­κῶν ὑ­παλ­λή­λων. Ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὰ χρυ­σόβουλ­λα ἐ­πι­κυ­ρώ­νουν τὰ προ­νό­μια τῆς Μο­νεμ­βα­σί­ας. Μί­α Νε­α­ρά τοῦ Ρω­μα­νοῦ (922) ἀ­να­φέ­ρει τὴ μη­τρο­κω­μί­α ὡς πρω­τεύ­ου­σα κοι­νό­τη­τας μὲ ξε­χω­ρι­στὰ προ­νό­μια. Ἄλ­λη Νε­α­ρά τοῦ Κων­σταν­τί­νου τοῦ Δ΄ Πορ­φυ­ρο­γέν­νη­του (947), ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὁμά­δα χω­ρί­ων, μ᾿ ἄλ­λα λό­για τὴν ἀ­γρο­τι­κὴ κοι­νό­τη­τα, ὡς νο­μι­κὸ πρό­σω­πο. Ἡ δι­οι­κη­τι­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, ποὺ πα­ρέ­λυ­ε ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ πο­λύ, δη­μι­ούρ­γη­σε ἀ­πὸ τὸ νο­μι­κὸ τοῦ­το πρό­σω­πο τὸ γνω­στὸ καὶ στὴν Ἑλ­λη­νι­στι­κὴ Ἀ­να­το­λὴ κα­τα­ναγ­κα­στι­κὸ ὄρ­γα­νο τῆς κρα­τι­κῆς φο­ρο­λο­γι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, ἕ­να εἶ­δος φο­ρο­λο­γι­κῆς καὶ δι­οι­κη­τι­κῆς μο­νά­δας. Στὸν Ι΄ αἰ­ῶνα ὑ­πάρ­χουν φο­ρο­λο­γι­κὲς κοι­νό­τη­τες, ποὺ κα­θε­μιά της, ὡς μο­νά­δα, ἦ­ταν ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Δη­μο­σί­ου ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν κα­τα­βο­λὴ τῶν φό­ρων ὅ­λων τῶν με­λῶν της.

Δὲν ξέ­ρου­με θε­τι­κά, ἂν οἱ φο­ρο­λο­γι­κὲς αὐ­τὲς μο­νά­δες, ποὺ ἐ­πι­βαλ­λό­τα­νε ἄ­νω­θεν καὶ ἀν­τα­πο­κρι­νό­τα­νε σὲ μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη πε­ρί­ο­δο τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου, βα­σι­ζό­τα­νε πάν­τα καὶ σὲ ἀ­νά­λο­γη κοι­νο­τι­κὴ μορ­φὴ ἐρ­γα­σί­ας καὶ πα­ρα­γω­γῆς. Πάν­τως μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ὑ­πο­θέ­σου­με αὐ­τὸ μὲ κά­ποι­α βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ με­ρι­κὲς ἀ­γρο­τι­κὲς κοι­νό­τη­τες τοῦ Ι’ αἰ­ῶ­να. Εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­νάγ­κη νὰ το­νί­σου­με ξα­νά, πὼς ἡ σχε­τι­κὴ ἔ­ρευ­να δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἀρ­κε­τὰ προ­χω­ρη­μέ­νη, γιὰ νὰ μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει μί­αν ἀ­νε­πι­φύ­λα­χτη συν­θε­τι­κὴ γνώ­μη. Ἐν­δει­χτι­κὴ γιὰ τὴν κοι­νο­τι­κὴ πρό­ο­δο τῶν ἀ­στι­κῶν κέν­τρων εἶ­ναι ἡ γνω­στὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς κοι­νό­τη­τας Θεσ­σα­λο­νί­κης κα­τὰ τὸν ΙΔ΄ αἰ­ῶνα.

Ἡ Φραγ­κο­κρα­τί­α ἀ­φῆ­κε σχε­δὸν ἄ­θι­χτο τὸ κα­θε­στὼς αὐ­τὸ τῶν κοι­νο­τή­των, καὶ κα­τ᾿ ἀρ­χὴν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε, ὅ­που τὸ συ­ναν­τοῦ­σε.

Ἡ Τουρ­κο­κρα­τί­α ὄ­χι μό­νο τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­σε μὰ καὶ τὸ δι­αι­ώ­νι­σε. Μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, πὼς ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ση­μαν­τι­κὸς συν­τε­λε­στὴς γιὰ τὴν πε­ραι­τέ­ρω ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ και­νού­ργια δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νο­τι­σμοῦ.

***

Ὅ­πως στὴν Ἐκ­κλη­σί­α βρῆ­καν ἕ­να πο­λύ­τι­μο Ιnstrumentum Regni, ἔ­τσι καὶ στὴν Κοι­νό­τη­τα δὲν ἀρ­γή­σα­νε ν᾿ ἀ­να­κα­λύ­ψουν οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ ἕ­να χρή­σι­μο δι­οι­κη­τι­κὸ πυ­ρῆνα.

Οἱ ὑ­πό­δου­λοι Ἕλ­λη­νες ζού­σα­νε μέ­σα στὴν και­νού­ργια ἀ­πέ­ραν­τη αὐ­το­κρα­το­ρί­α ξε­χω­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς Ὀ­θω­μα­νούς, σὰν ξέ­νοι μέ­σα σὲ ξέ­νους. Εἶ­χαν βέ­βαι­α τὸ ἐ­ξί­σου ἀ­πέ­ραν­το Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό τους Κρά­τος, ποὺ τοὺς συγ­κρα­τοῦ­σε, τοὺς προ­στά­τευ­ε καὶ τοὺς δι­οι­κοῦ­σε, μὰ ἡ πραγ­μα­τι­κή, χε­ρο­πια­στὴ δι­κή τους Πο­λι­τεί­α ἦ­ταν ἄλ­λη, αὐ­τὴ ποὺ τὴ ζοῦ­σαν κά­θε μέ­ρα καὶ σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση, ἡ Κοι­νό­τη­τά τους. Αὐ­τὴ τοὺς κυ­βερ­νοῦ­σε, αὐ­τὴ κα­νό­νι­ζε τὶς δι­α­φο­ρές τους καὶ φρόν­τι­ζε γιὰ τὰ ἄ­με­σα συμ­φέ­ρον­τά τους, ποὺ ἦ­σαν φυ­σι­κὰ πρῶ­τ᾿ ἀπ᾿ ὅ­λα τὰ το­πι­κά.

Οἱ Ὀ­θω­μα­νοί, δί­χως σο­βα­ρὴ δι­οι­κη­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, καὶ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς συ­νε­χεῖς πο­λέ­μους, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φθοῦν, ἢ δὲν πρό­φθα­ναν, νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ μί­α τό­σο με­γά­λη αὐ­το­κρα­το­ρί­α δι­οι­κη­τι­κὴ μη­χα­νή. Εἶ­χαν λοι­πὸν κά­θε λό­γο ὄ­χι μό­νο νὰ μὴ θί­ξουν τὴν κοι­νο­τι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ βρῆ­καν, μὰ καὶ νὰ τὴν ἐ­νι­σχύ­σουν. Ἱκα­νό­τε­ρο καὶ πιὸ δο­κι­μα­σμέ­νο ὄρ­γα­νο γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῶν το­πι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων τῶν ὑ­πο­τε­λῶν τους δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ φαν­τα­σθοῦν.

Ἡ κοι­νό­τη­τα ὡς φο­ρο­λο­γι­κὴ μο­νά­δα ἦ­ταν, θαρ­ρεῖς, φτι­α­σμέ­νη γι᾿ αὐ­τούς.

Οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­ξε­ραν πα­ρὰ μό­νο τοὺς ἄ­με­σους φό­ρους. Ἀ­κο­λου­θών­τας ἕ­να σύ­στη­μα γνω­στὸ καὶ στὸ Βυ­ζάν­τιο τῆς πα­ρακ­μῆς καὶ πο­λὺ συ­νη­θι­σμέ­νο στὴν Ἀ­να­το­λή, κα­θο­ρί­ζα­νε γιὰ κά­θε πε­ρι­φέ­ρεια ὁ­μα­δι­κὰ ἕ­να πο­σὸ καὶ κά­να­νε τὴν Κοι­νό­τη­τα ὁ­λό­κλη­ρη ὡς νο­μι­κὸ πρό­σω­πο ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν κα­τα­βο­λὴ αὐ­τοῦ. Ἡ Κοι­νό­τη­τα πά­λι εἶ­χε τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ μοι­ρά­σει αὐ­τὸ τὸ πο­σὸ με­τα­ξὺ τῶν με­λῶν της, σύμ­φω­να μὲ τὴ φο­ρο­λο­γι­κὴ ἀν­το­χὴ τοῦ κα­θέ­να, καὶ νὰ τὸ εἰ­σπρά­ξει στὸν και­ρό του. Ἀ­νά­λο­γη τα­χτι­κὴ τη­ρού­σα­νε οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ μί­α ἐ­πο­χὴ καὶ ὅ­ταν βρι­σκό­τα­νε στὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­πι­βά­λουν σ᾿ ἕ­να Ρα­γιὰ μί­α οἱ­α­δή­πο­τε ποι­νὴ καὶ πρὸ πάν­των χρη­μα­τι­κή. Κά­να­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν κοι­νό­τη­τα ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ ὅ,τι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πι­βα­ρύ­νει μο­νά­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ μέ­λη της.

Μὲ τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες ἦ­σαν ὅ­λα τὰ μέ­λη ἀλ­λη­λέγ­γυ­α ἀ­πέ­ναν­τι τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν. Τὸ ἕ­νας γιὰ ὅ­λους, ὅ­λοι γιὰ ἕ­ναν ἤ­τα­νε μέ­σα στὴν Κοι­νό­τη­τα ὄ­χι μό­νο ἀ­ρε­τὴ καὶ ἰ­δα­νι­κὸ, ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ τεί­νει αὐ­θόρ­μη­τα ὁ κα­θέ­νας, μὰ προ­πάν­των μί­α σκλη­ρὴ ἀ­νάγ­κη, πού ἐ­πι­βαλ­λό­τα­νε ἀ­π᾿ ἔ­ξω. Ὁ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­σμὸς τῆς ὀ­θω­μα­νι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἡ ἐ­λα­στι­κό­τη­τα τοῦ Δι­καί­ου της καὶ οἱ αὐ­θαι­ρε­σί­ες τῶν ὀρ­γά­νων της δί­να­νε στὶς σχέ­σεις αὐ­τὲς τὸ χα­ρα­κτή­ρα μί­ας κοι­νῆς κι αἰ­ώ­νιας τῶν ρα­γιά­δων ἐ­νο­χῆς καὶ ὀ­φει­λῆς, ἀ­πά­νω κά­τω σὰν ἐ­κεί­νη τοῦ γέ­νους τῶν ἀρ­νι­ῶν στὸ λύ­κο τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Ἔ­τσι, ὄ­χι μό­νον ἡ φτώ­χεια καὶ ἡ κα­κί­α τοῦ ἑ­νὸς ἀν­τα­να­κλοῦ­σε πά­νω στοὺς ἄλ­λους, μὰ κι αὐ­τὸς ὁ πλοῦ­τος του, ἡ ἀ­ρε­τὴ καὶ ἡ Ὀ­μορ­φιά του, ἐ­φό­σον προ­κα­λού­σα­νε τὸ φθό­νο καὶ τὴν ἐ­πι­βου­λὴ τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν, δὲν ἔ­παυ­αν νὰ θε­ω­ροῦν­ται κοι­νὴ συμ­φο­ρὰ γιὰ ὅ­λους.

Ὁ­λο­φά­νε­ρο πό­σον αὐ­τοὶ οἱ δε­σμοὶ τῆς κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης ἔ­χουν συν­τε­λέ­σει στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ κοι­νο­τι­σμοῦ. Μο­λα­ταῦ­τα δὲν ἦ­σαν οὔ­τε ὁ μό­νος, οὔ­τε ὁ προσ­δι­ο­ρι­στι­κὸς πα­ρά­γων στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τῶν κοι­νο­τή­των.

***

Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­χει δι­α­πλά­σει τὴν κοι­νό­τη­τα ἤ­τα­νε κυ­ρί­ως ἡ δρά­ση της ἡ πο­λι­τι­κὴ στὴν εὐρύ­τε­ρη ἔν­νοι­α, πού ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ σκέ­ψη δί­νει ἀ­π᾿ τὰ πιὸ πα­λιὰ χρό­νια σὲ ὅ,τι ὀ­νο­μά­ζει πο­λι­τι­κό.

Οἱ κοι­νο­τι­κὲς λει­τουρ­γί­ες δὲν πε­ρι­ο­ρι­ζό­τα­νε στὴν εἴ­σπρα­ξη τῶν κρα­τι­κῶν φό­ρων καὶ τὴν ἐ­κτέ­λε­ση τῶν κρα­τι­κῶν δι­α­τα­γῶν, ἢ τὴν ἀν­τι­προ­σω­πεί­α τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Ἦσαν πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρες.

Οἱ Προ­ε­στοί, Δη­μο­γέ­ρον­τες, Ἐ­πί­τρο­ποι, Κο­τζαμ­πά­ση­δες, ἢ ὅ­πως ἀλ­λοι­ῶς λε­γό­τα­νε οἱ κοι­νο­τι­κοὶ ἄρ­χον­τες, εἶ­χαν μέ­σα στὸ κοι­νο­τι­κὸ πλαί­σιο τὸ δι­καί­ω­μα νὰ νο­μο­θε­τοῦν, νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν φό­ρους καὶ ἀγ­γα­ρί­ες, νὰ συ­νά­πτουν δά­νεια, νὰ συν­τάσ­σουν καὶ νὰ ἐ­κτε­λοῦν τὸν κοι­νο­τι­κὸ προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Εἶ­χαν δι­και­ο­δο­σί­α δι­οι­κη­τι­κὴ (δη­μο­σί­α ἀ­σφά­λεια, ἀ­γρο­φυ­λα­κὴ) καὶ δι­κα­στι­κὴ (ἀ­στι­κὴ καὶ ποι­νι­κή, ἐ­φό­σον ὁ δη­μό­της θε­ω­ροῦ­σε ἀρ­νη­σι­πα­τρί­α κά­θε ἀ­να­φο­ρὰ σὲ δι­κα­στή­ρια ἐ­ξω­κοι­νο­τι­κὰ ἢ ὀ­θω­μα­νι­κά). Φρόν­τι­ζαν γιὰ τὴ θρη­σκεί­α καὶ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τῶν σχε­τι­κῶν ἱ­δρυ­μά­των (ἐκ­κλη­σι­ές, κοι­νο­τι­κὰ σχο­λειά, δι­δα­σκα­λεῖ­α, βι­βλι­ο­θῆ­κες, ἐ­κτέ­λε­ση καὶ συν­τή­ρη­ση δη­μο­σί­ων ἔρ­γων, κοι­νο­τι­κὴ καὶ δι­α­κοι­νο­τι­κὴ ὁ­δο­ποι­ΐα, ἀρ­δευ­τι­κὰ ἔρ­γα, ξε­νῶ­νες κ.λπ., καὶ γιὰ τὴ Δη­μό­σια ὑ­γεί­α, για­τροὶ (κοι­νο­τι­κὰ φαρ­μα­κεῖα, κοι­νο­τι­κοὶ λου­τρῶ­νες κ.ἄ.) Δι­ευ­θύ­να­νε τό­σο τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρό­νοι­α ὅ­σο καὶ τὶς δι­ά­φο­ρες κοι­νο­τι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν. Δι­ορ­γα­νώ­να­νε ἐμ­πο­ρι­κὲς πα­νη­γύ­ρεις, δι­α­χει­ρι­ζό­τα­νε τὴν κοι­νο­τι­κὴ πε­ρι­ου­σί­α κ.ἄ., κ.ἄ. Μ᾿ ἕ­να λό­γο εἶ­χαν ἀ­λη­θι­νὴ ἐ­ξου­σί­α καί, τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, παίρ­να­νε τὴν ἐ­ξου­σί­α τού­τη, τοὐ­λά­χι­στο σὲ με­ρι­κὲς κοι­νό­τη­τες, ὄ­χι ἀ­πὸ τὸ κρά­τος ἢ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μὰ κα­τ᾿ εὐ­θεῖ­αν ἀπ᾿ τῆς ἴ­διας τῆς Κοι­νό­τη­τας τὰ μέ­λη, ποὺ τοὺς ἐ­κλέ­γα­νε σὲ Γε­νι­κὴ συ­νέ­λευ­ση καὶ τοὺς ζη­τού­σα­νε στὸ τέ­λος κά­θε χρό­νου ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς θη­τεί­ας τους.

Ὑ­πῆρ­χαν κοι­νό­τη­τες, ὅ­που τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἐ­κλο­γῆς ἦ­ταν λί­γο ἢ πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο, ἄλ­λες πά­λι ὅ­που ἔ­λει­πε ὁ­λό­τε­λα καὶ οἱ προ­ε­στοὶ δι­ο­ρι­ζό­τα­νε ἄ­νω­θεν ἀ­πὸ τοὺς Ὀ­θω­μα­νοὺς ἢ ἐ­πι­βαλ­λό­τα­νε μό­νοι τους μὲ τὸν πλοῦ­το καὶ τὴ δύ­να­μή τους. Πάν­τως ὁ κοι­νο­τι­σμὸς ἤ­τα­νε ὑ­πό­θε­ση ὄ­χι τῶν ξέ­νων μὰ τῶν αὐ­το­χθό­νων, ποὺ εἴ­τε ὡς ἐ­κλέ­γον­τες καὶ ἐ­κλε­γό­με­νοι, εἴ­τε ὡς ἐ­πι­βαλ­λό­με­νοι, ἦ­σαν κα­τ᾿ ἀρ­χὴν οἱ ἀ­πο­κλει­στι­κοὶ φο­ρεῖς τῆς το­πι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς εὐ­θύ­νης, ἦ­σαν οἱ ἐ­λέγ­χον­τες καὶ ἐ­λεγ­χό­με­νοι, οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι ρυθ­μι­στὲς τῶν κοι­νο­τι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων.

Ὁ αὐ­το­χθο­νι­σμὸς αὐ­τός, ποὺ ἔ­χει τη­ρη­θεῖ σχε­δὸν πάν­τα καὶ ποὺ στέ­νευ­ε τὸν κοι­νο­τι­κὸν ὁ­ρί­ζον­τα ὑ­περ­βο­λι­κά, ἦ­ταν ἕ­νας λό­γος πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μέ­νει ἡ κοι­νο­τι­κὴ αὐ­το­δι­οί­κη­ση ρι­ζω­μέ­νη βα­θιὰ μέ­σα στὸ ἔ­δα­φος τῆς μι­κρῆς πα­τρί­δας.

Ὁ κοι­νο­τι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρά­δο­ση πα­λιά, μπο­ρεῖ, ὅ­πως εἴ­πα­με καὶ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ κε­φα­λαί­ου, νὰ εἶ­ναι πα­λαι­ό­τε­ρος καὶ τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Μπο­ρεῖ ὁ­ρι­σμέ­να του στοι­χεῖ­α νὰ προ­έρ­χουν­ται ἀ­πὸ τὴν κλα­σσι­κὴ ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ νὰ ἔ­χουν δι­α­σω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἐ­κεῖ. Καὶ ὅ­μως θὰ φυ­το­ζω­οῦ­σε καὶ θὰ χα­νό­τα­νε σὰν ἰ­δέ­α γε­νι­κὴ ἔ­ξω τό­που καὶ χρό­νου, ἢ σὰν θε­σμὸς νε­κρός, ἂν δὲν ἔ­σμι­γε μὲ τὴν το­πι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δι­α­φο­ρο­ποι­ού­με­νος ἀ­πὸ τὴ μί­α γω­νιὰ στὴν ἄλ­λη, μί­α ποὺ βρι­σκό­τα­νε μέ­σα στὴ μι­κρὴ Ἑλ­λά­δα τῶν με­γά­λων γε­ω­οι­κο­νο­μι­κῶν ἀν­τι­θέ­σε­ων.

Ἔ­τσι ὁ κοι­νο­τι­σμός, ποὺ βλά­στη­σε αὐ­θόρ­μη­τα ἀ­νὰ τὸ Πα­νελ­λή­νιο, πα­ρου­σιά­ζει τὴν ποι­κι­λί­α ζω­ῆς, ἐν­το­πι­σμέ­νης σὲ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­ε­στί­ες αὐ­τό­νο­μες καὶ σκόρ­πι­ες. Ἡ ἔλ­λει­ψη μέ­σων συγ­κοι­νω­νί­ας καὶ ὁ προ­σω­πι­κὸς κι ἀ­νε­πί­δε­κτος ἑ­νια­ίας λο­γι­κῆς πο­λι­τι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας, τό­σο τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας ὅ­σο καὶ τῶν ἐ­παρ­χια­κῶν της ὀρ­γά­νων, ἤ­τα­νε φυ­σι­κὸ νὰ ἐν­τεί­νει τὴν ποι­κι­λί­α.

***

Ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πλοῦ­το τῶν κοι­νο­τι­κῶν πα­ραλ­λα­γῶν δὲν μπο­ροῦ­με ν᾿ ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα, ὅ,τι πά­νω κά­τω μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­θο­ρί­σου­με κα­λύ­τε­ρα τὴ φύ­ση τῆς κοι­νό­τη­τας καὶ τὴ ση­μα­σί­α της ὡς πα­ρά­γον­τα στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Ἔ­θνους. Καὶ πά­λι θὰ πε­ρι­ο­ρι­σθοῦ­με στὴν ἐ­πο­χὴ πρὸ τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να, ποὺ γνώ­ρι­σε ἀ­λη­θι­νὴ κοι­νο­τι­κὴ ἄν­θη­ση.

Ὑ­πῆρ­χαν κοι­νό­τη­τες σὲ ἐ­παρ­χί­ες Ἑλ­λη­νι­κὲς κι ἄλ­λες σκόρ­πι­ες σὰν νη­σί­δες μέ­σα σὲ πε­ρι­φέ­ρει­ες κα­τοι­κού­με­νες ἀ­πὸ πλη­θυ­σμοὺς ἀλ­λο­ε­θνεῖς κι ἀλ­λό­θρη­σκους. Κοι­νό­τη­τες τοῦ Ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ καὶ τοῦ Ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, στὶς χῶ­ρες τῆς Με­σο­γεί­ου καὶ μα­κριὰ στὴ Δι­α­σπο­ρά, λ.χ. Ὀ­δησ­σό, στὴ Βι­έν­νη ἢ στὴν Τερ­γέ­στη. Κοι­νό­τη­τες ἠ­πει­ρω­τι­κὲς καὶ νη­σι­ώ­τι­κες, ὀ­ρει­νὲς καὶ πε­δι­νές, γε­ωρ­γι­κὲς καὶ κτη­νο­τρο­φι­κές, ὅ­πως καὶ βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἢ ἐμ­πο­ρο­ναυ­τι­κές, σὲ πό­λεις ἢ σὲ χω­ριά. Ἐ­πί­σης κοι­νό­τη­τες ξε­χω­ρι­στὲς καὶ κοι­νό­τη­τες ἑ­νω­μέ­νες σὲ ὁ­μά­δες ἢ καὶ πραγ­μα­τι­κὲς ὁ­μο­σπον­δί­ες, ὅ­πως λ.χ. τὰ Μα­δε­μο­χώ­ρια στὴ Χαλ­κι­δι­κὴ καὶ τὸ Σού­λι στὴν Ἤ­πει­ρο.

Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση, ὑ­πῆρ­χαν κοι­νό­τη­τες μὲ ἀ­το­μι­κὴ ἐρ­γα­σί­α καὶ πα­ρα­γω­γὴ κι ἄλ­λες μὲ ὁ­μα­δι­κὴ καὶ συ­νε­ται­ρι­κή, ὅ­πως λ.χ. στὰ πε­ρί­φη­μα Ἀμ­πε­λά­κια τῆς Θεσ­σα­λί­ας ἢ στὶς  Κυ­δω­νί­ε­ς1, στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη (Γκι­ου­μου­σχα­νὲ) καὶ Νι­κό­πο­λη (Κα­ρὰ-Χι­σὰρ) τῆς Μι­κρα­σί­ας.

Ξε­χώ­ρι­ζαν ἀ­κό­μα κοι­νό­τη­τες μό­νον ἀ­γρο­τι­κὲς ἢ ἀ­στι­κές, ὅ­πως καὶ μι­κτὲς σὰν τῆς Κέρ­κυ­ρας.

Μοι­ραί­α ἦ­ταν καὶ ἡ ποι­κι­λί­α ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη πο­λι­τεια­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κή. Συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς κοι­νό­τη­τες κα­θα­ρὰ δη­μο­κρα­τι­κές, ὅ­πως στὰ Ψα­ρά, ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς ἢ ὀ­λι­γαρ­χι­κὲς δη­μο­κρα­τι­κές, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς Κυ­κλά­δες ἢ τὰ Ἑ­πτά­νη­σα, καὶ φε­ου­δαρ­χι­κὲς στρα­τι­ω­τι­κές, ὅ­πως λ.χ. στὴ Μά­νη, στὸ Σού­λι, ἢ στὰ Σφα­κιά. Ἐ­πί­σης κοι­νό­τη­τες πλου­το­κρα­τι­κὲς ἢ πα­τρι­αρ­χι­κές.

Τέ­τοι­ες οἱ κοι­νό­τη­τές μας δὲν μπο­ροῦν νὰ ὑ­πά­γουν­ται στὴν κα­τη­γο­ρί­α τῶν με­σαι­ω­νι­κῶν πό­λε­ων ἢ communes τῆς δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Δὲν ἦσαν πάν­τα, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες, ἀ­πόρ­ροι­α μί­ας ἐ­ξε­λιγ­μέ­νης ἀ­στι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν ἐ­γεν­νή­θη­καν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ὡς κέν­τρο τοῦ ἐμ­πο­ρί­ου καὶ τῆς βι­ο­μη­χα­νί­ας, ἢ ὡς ἕ­δρα τῶν δι­οι­κη­τι­κῶν ἀρ­χῶν. Μπο­ρού­σα­νε νὰ ἐ­ξε­λι­χθοῦν καὶ σὲ τοῦ­το καὶ σὲ κεῖ­νο, ἀλ­λὰ ὑ­στε­ρο­γε­νῶς. Ἀρ­χι­κὰ ὅ­μως εἶ­χαν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πολ­λά, ποὺ θυ­μί­ζα­νε τὴν ἀρ­χαί­α πό­λη ἢ τὴν ἀρ­χαί­α ἀ­ποι­κί­α καὶ λί­γο τὸ ἑ­βραί­ϊκο γκέ­το. Ἀ­κό­μα κι ἕ­να χω­ριὸ μὲ πρω­τό­γο­νη γε­ωρ­γι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μπο­ροῦ­σε ν᾿ ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α κοι­νό­τη­τα.

***

νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἦ­ταν μί­α ὀρ­γά­νω­ση ὁ­μο­ε­θνῶν καὶ ὁ­μό­δο­ξων, ἕ­νας σύν­δε­σμος προ­παν­τὸς πο­λι­τι­κὸς. Ὡς ἄ­με­ση νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πο­λι­τεί­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σε γιὰ τοὺς Νε­ο­έλ­λη­νες ἐ­πὶ ὁ­λό­κλη­ρους αἰ­ῶ­νες τὴ μό­νη πη­γαί­α, καὶ ἀ­νώ­τε­ρη μορ­φὴ πο­λι­τι­κῆς ζω­ῆς, τὸ μό­νο ἔ­δα­φος γιὰ τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς πρώ­της ἱ­ε­ραρ­χί­ας προ­σώ­πων καὶ ἀ­ξι­ῶν.

Ἡ δι­οί­κη­σή της ἦ­ταν πολ­λὲς φο­ρὲς ὀ­λι­γαρ­χι­κὴ ἢ αὐ­ταρ­χι­κή, σὲ με­ρι­κὲς μά­λι­στα πε­ρι­φέ­ρει­ες εἶ­χε κα­ταν­τή­σει τι­μά­ρι ἑ­νὸς Δε­σπό­τη ἢ μί­ας οἰ­κο­γέ­νειας. Καὶ ὅ­μως πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἐκ­φυ­λι­σθεῖ σὲ βαθ­μὸ ποὺ νὰ ἐκ­μη­δε­νί­ζει τὸ ἄ­το­μο, τὸν πο­λί­τη, ὡς πα­ρά­γον­τα τῆς πο­λι­τι­κῆς. Ἔ­μει­νε πάν­τα ἐ­κτε­θει­μέ­νη στὸν ἔ­λεγ­χο καὶ τὸ φθό­νο, στὶς ἐ­πι­θέ­σεις καὶ στὶς ἐ­πι­βου­λές, πολ­λὲς φο­ρὲς μά­λι­στα καὶ στὶς ἐ­πα­να­στά­σεις τού­των ἢ ἐ­κεί­νων, ἀ­πὸ τὰ μέ­λη τῆς κοι­νό­τη­τας. Ἡ ἀ­πο­λυ­ταρ­χί­α τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν δὲν ἀ­νε­χό­τα­νε, δὲν ἐ­πέ­τρε­πε οὔ­τε τὴν ἀ­να­σύ­στα­ση τῶν πα­λαι­ῶν βυ­ζαν­τι­νῶν φε­ου­δαρ­χι­ῶν, ποὺ εἶ­χαν ἐ­ξον­τω­θεῖ μὲ τὴν Ἅ­λω­ση, οὔ­τε τὴ δη­μι­ουρ­γί­α και­νούρ­γι­ων. Εἶ­χε βέ­βαι­α τούς εὐ­νο­ού­με­νούς της, μὰ τοὺς ἄλ­λα­ζε συ­χνὰ καὶ δὲν τοὺς ἔ­δι­νε πο­τὲ τὸ κύ­ρος μό­νι­μης ἐ­ξου­σί­ας, ὅ­πως θὰ τὸ ἀ­να­πτύ­ξου­με πα­ρα­κά­τω. Ἡ ἰ­σο­πε­δω­τι­κὴ τού­τη ἐ­πε­νέρ­γεια τοῦ Ὀθω­μα­νι­κοῦ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­σμοῦ δυ­νά­μω­νε τὴ θέ­ση τοῦ ἀ­τό­μου στοὺς ἐν­δο­κομ­μα­τι­κοὺς ἀ­γῶ­νες, ὑ­πέ­θαλ­πε κά­θε εἶ­δος ὀ­χλο­κρα­τί­ας ἢ αὐ­ταρ­χί­ας καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε μί­α πο­λι­τι­κὴ κί­νη­ση ὑ­πε­ρεν­τα­τι­κή, δυ­σα­νά­λο­γη μὲ τὴ στε­νό­τη­τα τῶν κοι­νο­τι­κῶν συ­νό­ρων καὶ τὴ μι­κρό­τη­τα τῶν κοι­νο­τι­κῶν συμ­φε­ρόν­των. Καὶ μο­λα­ταῦτα ἦ­ταν ἕ­νας συν­τε­λε­στὴς γιὰ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Κοι­νο­τι­σμοῦ.

Για­τί ἄ­φη­νε τὴν κοι­νό­τη­τα ὡς τὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὸ ἄ­με­σο στί­βο, γιὰ τὴ φυ­σι­κὴ πά­λη τῶν ἀ­ξι­ῶν, ὡς τὸ μό­νο ἔ­δα­φος γιὰ τὴν ἀ­βί­α­στη δη­μι­ουρ­γί­α, ἀ­νά­πτυ­ξη κι ἐ­πι­βο­λὴ κά­ποι­ας ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Τύ­ποι ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κοὶ ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τού­τη εἶ­ναι ὄ­χι μό­νον οἱ κο­τζαμ­πά­ση­δες μὰ καὶ οἱ κλέ­φτες.

Οἱ ἐν­δο­κομ­μα­τι­κοὶ ἀ­γῶ­νες δὲν εὐ­νο­ού­σα­νε μο­νά­χα τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες τοῦ νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Ἱ­κα­νοὶ νὰ πα­ρα­σύ­ρουν τὰ πάν­τα καὶ τοὺς πάν­τες στὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, δι­α­τη­ροῦ­σαν ἄ­γρυ­πνο τὸ αἴ­σθη­μα τοῦ κοι­νοῦ κιν­δύ­νου καὶ τῆς κοι­νῆς σω­τη­ρί­ας, καὶ δι­α­μορ­φώ­να­νε τὴν κοι­νό­τη­τα σὲ πρω­το­κύ­τα­ρο κρα­τι­κό, ἀ­ναγ­κα­σμέ­νο νὰ στέ­κει ὑ­πε­ρά­νω ἀ­τό­μων καὶ ὁ­μά­δων, καὶ ἂν ἀ­κό­μα στη­ρι­ζό­τα­νε πά­νω τους, νὰ ἐ­ναρ­μο­νί­ζει τὶς ἀ­ξι­ώ­σεις αὐ­τῶν μὲ τὰ κοι­νὰ συμ­φέ­ρον­τα, μ᾿ ἄλ­λα λό­για τὶς ἐ­λευ­θε­ρί­ες τους, μὲ κά­ποι­α ἀ­νώ­τε­ρη ἠ­θι­κὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα, καὶ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ συ­νό­λου. Ἔ­τσι ὡ­ρι­μά­σα­νε στὸ μι­κρὸ κοι­νο­τι­κὸ πε­ρι­βό­λι κον­τὰ στ᾿ ἄλ­λα καὶ οἱ πιὸ εὔ­χυ­μοι καὶ ὡ­ραῖ­οι καρ­ποὶ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης καὶ ὁ­μα­δι­κῆς ἐ­νέρ­γειας.

Ὁ οἰ­κο­νο­μι­κὸς πα­ρά­γων, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ δώ­σει στὶς ἐν­δο­κοι­νο­τι­κὲς σχέ­σεις ἕ­ναν τύ­πο πιὸ ξε­κα­θα­ρι­σμέ­νο, μί­α ἐ­ξέ­λι­ξη πιὸ ὁ­μα­λή, δὲν ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἐ­λεύ­θε­ρος. Μπο­ροῦ­σε βέ­βαι­α νὰ κι­νεῖ­ται κά­πως ἄ­νε­τα, μὰ μο­νά­χα κά­τω ἀ­πὸ τὴν τα­φό­πε­τρα τοῦ Ὀ­θω­μα­νι­κοῦ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­σμοῦ.

Λευ­τε­ριὰ εἶ­χαν οἱ Ἕλ­λη­νες σχε­τι­κή, μέ­σα στὰ στε­νὰ σύ­νο­ρα τῆς κοι­νό­τη­τας. Κά­θε τους αὐ­θόρ­μη­το ξε­τύ­λιγ­μα οἰ­κο­νο­μι­κὸ ἢ κοι­νω­νι­κὸ ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νὰ στα­μα­τή­σει μό­λις ἄγ­γι­ζε τὴν τα­φό­πε­τρα. Πλού­σιοι ἢ φτω­χοί, δυ­να­τοὶ ἢ ἀ­δύ­να­τοι, ὅ­λοι τους ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χουν πάν­τα στὸ νοῦ πὼς ἦσαν σκλά­βοι.

Σὲ πε­ρι­φέ­ρει­ες μι­χτές, τοὺς ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο νὰ βά­φουν τὰ σπί­τια τους μὲ χρώ­μα­τα ποὺ τὰ προ­τι­μοῦ­σαν οἱ Ὀ­θω­μα­νοί, ἢ νὰ τὰ χτί­ζουν μὲ πέ­τρες λεῖ­ες. Δὲν τοὺς ἐ­πι­τρε­πό­τα­νε νὰ φο­ροῦν πα­ρὰ μό­νο ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια σκοῦ­ρα ἢ μαῦ­ρα, πο­τὲ κόκ­κι­να. Κα­βά­λα σὲ ἄ­λο­γο, ποὺ κό­στι­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρα τῶν τεσ­σά­ρων δου­κά­των, ἦ­ταν ἀ­συγ­χώ­ρη­το σκάν­δα­λο καὶ ἐ­πι­τρε­πό­τα­νε σὰν ἐ­ξαί­ρε­ση μό­νο στὸ Δε­σπό­τη καὶ χα­ρι­στι­κὰ κα­τό­πιν ἄ­δειας στὸ για­τρό.

Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σιά, τὸ σπί­τι καὶ τὶς ἀ­πρό­σι­τες στοὺς Ὀ­θω­μα­νοὺς Ἑλ­λη­νι­κὲς συ­νοι­κί­ες ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­χτι­κοὶ καὶ νὰ πα­ρου­σι­ά­ζουν­ται πάν­τα σὰν φτω­χοί, ἄ­θλιοι κι ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι καὶ νὰ κρύ­βουν ἀ­πὸ τὰ ἐ­πί­βου­λα μά­τια τῶν τυ­ράν­νων τὸν πλοῦ­το τους, τὰ νειᾶτα τους, τὴν ὀ­μορ­φιά τους.

Οἱ κοι­νο­τι­κὲς Ἐκ­κλη­σί­ες, ἂν δὲν ἦσαν προ­νο­μι­οῦ­χες, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔ­χουν καμ­πά­νες, ποὺ μὲ τὸν ἦ­χο τους ἐ­ρε­θί­ζα­νε τὴν ἀ­κο­ὴ τῶν πι­στῶν τοῦ Ἀλ­λάχ. Και­νούρ­γι­ες Ἐκ­κλη­σι­ὲς δὲν ἐ­χτι­ζό­τα­νε στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που δι­α­σταυ­ρω­νό­τα­νε οἱ ὀ­πτι­κὲς ἀ­κτῖνες, ποὺ ἑ­νώ­να­νε δύ­ο τζα­μιά. Ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς, σὲ με­ρι­κὲς κοι­νό­τη­τες στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς Μι­κρα­σί­ας, δὲν ἐ­πι­τρε­πό­τα­νε καμ­μιὰ κη­δεί­α καὶ κα­νέ­να Βά­φτι­σμα δί­χως ἄ­δεια τῆς Ὀ­θω­μα­νι­κῆς ἀρ­χῆς, ἄ­δεια πε­ρί­ερ­γη, συν­ταγ­μέ­νη σ᾿ ἕ­να ὕ­φος πο­λὺ ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κὸ γιὰ τοὺς ὑ­πό­δου­λους. Ἔ­τσι ἦ­ταν φυ­σι­κὸ μέ­σα στὴν κοι­νό­τη­τα ν᾿ ἀ­να­πτύ­σε­ται πιὸ πη­γαί­α καὶ πιὸ ἔν­το­να, ὡς ἀ­ξί­ω­ση ἄ­με­ση τῆς ζω­ῆς, ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς λευ­τε­ριᾶς καὶ ἡ θέ­λη­ση ποὺ μπό­ρε­σε ν᾿ ἀ­να­τι­νά­ξει τὴν τα­φό­πε­τρα.

Ἦ­ταν φυ­σι­κὸ ἐ­κεῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ν᾿ ἀ­κου­σθεῖ τὸ πα­ρά­πο­νο: “Μάν­να μ᾿ ἐ­γὼ δὲν κά­θο­μαι νὰ γί­νω νοι­κο­κύ­ρης καὶ νἄ ᾿μαι σκλά­βος τῶν Τουρ­κῶν, κο­πέ­λι στοὺς γε­ρόν­τους”.

Ἡ κοι­νό­τη­τα ἦ­ταν καὶ ἀ­δελ­φό­τη­τα γιὰ ὅ­λα της τὰ μέ­λη, σύμ­βο­λο κοι­νῶν πε­πρω­μέ­νων.

Ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὴ Μά­νη καὶ με­ρι­κὲς ἄλ­λες, κα­μμιὰ κοι­νό­τη­τα δὲν εἶ­χε φρού­ρια. Μί­αν Ἀ­κρό­πο­λη δὲν μπο­ροῦ­σαν πιὰ οὔ­τε νὰ φαν­τά­ζουν­ται οἱ ὑ­πό­δου­λοι. Καὶ ὅ­μως καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α ἀ­πό­κεν­τρη Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ κοι­νό­τη­τα, ποὺ χα­νό­τα­νε ἀ­νά­με­σα σὲ συμ­πα­γεῖς μου­σουλ­μα­νι­κοὺς πλη­θυ­σμούς, ἦ­ταν ἕ­να φρού­ριο. Που­θε­νὰ δὲν εἶ­χαν οἱ Ἕλ­λη­νες τό­σην ἀ­σφά­λεια ὅ­σην ἐ­κεῖ μέ­σα. Που­θε­νὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν ν᾿ ἀ­μύ­νουν­ται μὲ τό­ση βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­σο στὴν κοι­νό­τη­τά τους. Τὰ κοι­νο­τι­κὰ σύ­νο­ρα ἦσαν ἀ­νοι­χτὰ καὶ μο­λα­ταῦ­τα ὄ­χι τό­σον εὐ­κο­λο­πρό­σι­τα στοὺς Ὀ­θω­μα­νούς. Σὲ ὄ­χι λί­γες κοι­νό­τη­τες ἦσαν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ εἰ­σπρά­κτο­ρες νὰ μπαί­νουν ὁ­πλι­σμέ­νοι καὶ μὲ πολ­λὲς προ­φυ­λά­ξεις. Ἀ­να­φέ­ρον­ται κοι­νό­τη­τες, ὅ­που δὲν ἐ­πα­τοῦ­σε πο­δά­ρι Τούρ­κου. Ἡ ὁ­πλο­φο­ρί­α ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη, καὶ ὅ­μως δὲν ἔ­λει­παν ἀ­πὸ κα­μμιὰ κοι­νό­τη­τα τὰ κρυμ­μέ­να ὅ­πλα. Μί­α πα­λιὰ πα­ρά­δο­ση εἶ­χε κα­θι­ε­ρώ­σει τοὺς γι­ορ­τά­σι­μους του­φε­κι­σμοὺς σὰν μί­α δι­α­δή­λω­ση, ἢ σὰν ἕ­να πα­τρι­ω­τι­κὸ κα­θῆ­κον, καὶ δὲν ἦσαν λί­γοι οἱ νέ­οι καὶ οἱ γέ­ροι, ποὺ κά­θε Λαμ­πρή, πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­ση­μες ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, φι­λο­τι­μούν­τα­νε νὰ μὴν κα­θυ­στε­ροῦν στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ κα­θή­κον­τος τού­του.

Ἡ κοι­νό­τη­τα ἦ­ταν, ὅ­πως εἴ­πα­με, ἕ­νας σύν­δε­σμος ὄ­χι μό­νο τῶν ὁ­μο­ε­θνῶν, ἀλ­λὰ καὶ τῶν ὁ­μό­δο­ξων. Ὅ­πως καὶ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἄ­στυ, ὄ­χι μό­νο κρά­τος ἐν κρά­τει, ἀλ­λὰ καὶ Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­χε τὸν ξε­χω­ρι­στό της προ­στά­τη Ἅ­γιο, τὸ δι­κό της το­πι­κὸ θε­ό, καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸν συγ­κέν­τρω­νε τὰ μέ­λη της, ὅ­πως τοὺς πι­στοὺς μί­ας κοι­νῆς λα­τρεί­ας. Ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο τού­των στοι­χεί­ων, τοῦ ἀ­στι­κοῦ-πο­λι­τι­κοῦ καὶ τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ-θρη­σκευ­τι­κοῦ, ποὺ ἔ­χει συν­τε­λε­σθεῖ μέ­σα στὸ πρω­το­κύτ­τα­ρο τῆς ἐ­θνι­κῆς ζω­ῆς, ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν κυ­ρι­ό­τε­ρο πα­ρά­γον­τα στὴ ζύ­μω­ση, ποὺ ἔ­χει ἐ­θνι­κο­ποι­ή­σει τὴν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἐν­δει­χτι­κὴ καὶ ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ κοι­νο­τι­κοῦ πα­πᾶ. Ρι­ζω­μέ­νος μέ­σα στὸ κοι­νο­τι­κὸ ἔ­δα­φος ὁ πα­πᾶς, ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὰ μέ­λη τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τας, ζοῦ­σε μα­ζί τους τὴ χα­ρὰ καὶ τὴ λύ­πη, ἦ­ταν πα­ρὼν στὸ χο­ρὸ καὶ στὸ γλέν­τι, στὶς ἀ­πο­κρι­ὲς καὶ στὴ μα­σκα­ρά­τα. Δὲν ἔ­λει­πε οὔ­τε ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο καὶ τὴν λη­στεί­α. Βα­θύ­τα­τα λα­ϊ­κός, ἂν καὶ ἱ­ε­ρω­μέ­νος, ἦ­ταν ἡ ζων­τα­νὴ δι­ά­ψευ­ση τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τῶν τύ­πων κά­θε ἀ­να­το­λί­τι­κης ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

Ἀν­τί­θε­τα πρὸς τὴ Με­γά­λη Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ κα­τ᾿ ἀρ­χὴν εἶ­χε τὴν ἀ­λη­θι­νή της πα­τρί­δα ἐν οὐ­ρα­νοῖς, ἡ μι­κρὰ Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ ἐ­ταυ­τί­ζε­το μὲ τὴν κοι­νό­τη­τα, ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἡ Πα­τρί­δα. Ἡ πρώ­τη γιὰ νὰ μέ­νει πι­στὴ στὴν κυ­ρι­ό­τε­ρή της ἀ­πο­στο­λή, δὲν εἶ­χε τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση ν᾿ ἀρ­νεῖ­ται τὰ τοῦ Καί­σα­ρος τῷ Καί­σα­ρι καὶ νὰ μὴν πα­ρα­δέ­χε­ται τὴν πα­ραλ­λη­λί­α τῶν συμ­φε­ρόν­των τῆς Ὀθω­μα­νι­κῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας καὶ τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κρά­τους. Ἡ δεύ­τε­ρη γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἡ ἄρ­νη­ση τῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας τού­της μέ­σα στὸ στε­νὸ κοι­νο­τι­κὸ πλαί­σιο. Εἶ­χε τὴν προ­έ­λευ­σή της ἀ­πὸ κά­τω καὶ θὰ ἔ­παυ­ε νὰ ὑ­φί­στα­ται, ἂν ἔ­παυ­ε νὰ ἐμ­μέ­νει στὴν ἄρ­νη­ση, μ᾿ ἄλ­λα λό­για ἂν ἔ­παυ­ε νὰ στη­ρί­ζε­ται στὴν ἄλ­λη κυ­ρι­αρ­χί­α, τὴ λα­ϊ­κή.

Ἐ­κεί­νη εἶ­χε κα­θῆ­κον ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ θε­οῦ καὶ τοῦ Σουλ­τά­νου ν᾿ ἀ­φο­πλί­ζει τὸ χέ­ρι, ποὺ τού­τη ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ τὸ ἐ­ξο­πλί­ζει. Γι᾿ αὐ­τὸ θ᾿ ἀ­ναγ­κα­ζό­τα­νε ἡ πρώ­τη, καὶ πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή της ἀ­κό­μα, νὰ ἀ­φο­ρί­σει τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση, ἐ­νῶ ἡ ἄλ­λη νὰ τρέ­φει στοὺς κόλ­πους της ἀν­τάρ­τες κι ἐπα­να­στά­τε­ς2.

***

κοι­νό­τη­τα ἔ­δρα­σε καὶ ὡς ἑ­στί­α πο­λι­τι­σμοῦ. Ὄ­χι για­τί μπό­ρε­σε νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὶς μορ­φὲς μί­ας ἀρ­χαί­ας πνευ­μα­τι­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς. Τί­πο­τε δὲν τῆς ἦ­ταν τό­σο ξέ­νο ὅ­σο ἡ λο­γί­α πα­ρά­δο­ση τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στοὺς μα­κρούς, ζο­φε­ροὺς αἰ­ῶ­νες τῆς δου­λεί­ας, εἶ­χε ξε­μά­θει πολ­λὲς φο­ρὲς κι αὐ­τὴν ἀ­κό­μη τὴ γρα­φὴ κι ἀ­νά­γνω­ση. Ὅ­ποι­ος ἤ­ξε­ρε τό­τε νὰ γρά­φει ἦ­ταν φαι­νό­με­νο καὶ κου­βα­λοῦ­σε μα­ζί του τὸ κα­λα­μά­ρι του, ση­μά­δι τρα­νό τῆς ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς του σο­φί­ας, ἀ­να­φέ­ρει ξέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής.

Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε ἡ κοι­νό­τη­τα, ἦ­ταν προ­πάν­των τὸ πνεῦ­μα ἑ­νὸς οἰ­κεί­ου πο­λι­τι­σμοῦ, ἡ φω­τει­νὴ αὐ­το­συ­νεί­δη­ση κι ὄ­χι τὰ λεί­ψα­να τῆς ἀ­ναι­μι­κῆς σο­φί­ας τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν. Ἦ­ταν ἡ ζων­τα­νὴ γλῶσ­σα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ λα­οῦ, ποὺ ἀ­γω­νι­ζό­τα­νε νὰ τρα­βή­ξει μπρός, κι ὄ­χι ἡ τε­χνη­τὴ γρα­φο­μέ­νη θλι­βε­ρῶν λο­γί­ων, ἀρ­ρω­στη­μέ­νων ἢ γε­ρα­σμέ­νων πνευ­μα­τι­κά, ποὺ δυ­σκο­λευ­ό­τα­νε πιὰ νὰ ζή­σουν αὐ­θόρ­μη­τα. Τὸ ἀν­τί­θε­το ἑ­νὸς κου­ρα­σμέ­νου ἐγ­κε­φα­λι­σμοῦ, ἦ­ταν ἡ ἔμ­φυ­τη σὲ κά­θε ἄν­θρω­πο κι ὄ­χι μό­νο στὸν ἀ­πό­γο­νο ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰ­σθά­νε­ται φυ­σι­κὰ καὶ νὰ σκέ­φτε­ται λεύ­θε­ρα.

Ἡ κοι­νό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξε μου­σεῖ­ο πα­λι­ῶν ἀ­ξι­ῶν, μὰ ἔ­δα­φος ποὺ πα­ρά­γει και­νούρ­γι­ες. Τὰ Δη­μο­τι­κὰ τρα­γού­δια καὶ ἡ ἄλ­λη λα­ϊ­κὴ τέ­χνη, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ ἑ­νὸς ἀρ­χον­τι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς φτω­χοῦ ἔ­πι­πλου δί­χως ἀ­ξι­ώ­σεις, εἶ­ναι ἐκ­δη­λώ­σεις ζω­ῆς κοι­νο­τι­κῆς ἢ δι­α­κοι­νο­τι­κῆς κι ἔ­χουν τὴ ση­μα­σί­α τους, ὄ­χι για­τί πε­ρι­έ­χουν στοι­χεῖ­α ἀρ­χα­ϊ­κά, μὰ για­τί ἀ­πο­τε­λοῦ­νε τὴν ἀ­νώ­τε­ρη αὐ­θόρ­μη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων ὁ­ρι­σμέ­νου τό­που καὶ χρό­νου καὶ μπο­ροῦν, γι᾿ αὐ­τὸν ἴ­σα-ἴ­σα τὸ λό­γο, νὰ μι­λοῦν κι ἔ­ξω τό­που καὶ χρό­νου, παν­τοῦ ὅ­που ὑ­πάρ­χει πη­γαῖ­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο γε­νι­κά.

Ὅ­σο γιὰ τ᾿ ἀρ­χα­ϊ­κὰ στοι­χεῖ­α, εἴ­τε Βυ­ζαν­τι­νὰ, εἴ­τε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα Ἑλ­λη­νι­κά, ποὺ φυ­σι­κὰ θὰ ὑ­πάρ­χουν μα­ζὶ μ᾿ ἄλ­λα στὴ λα­ϊ­κὴ τέ­χνη, δὲν ἔ­χουν σχέ­ση μὲ τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς ἀρ­χα­ϊ­στι­κὲς προ­σπά­θει­ες ἀ­π᾿ ἔ­ξω, εἶ­ναι ζων­τα­νά, δη­λα­δὴ με­του­σι­ω­μέ­να μέ­σα στὸ και­νού­ργιο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τὴ συλ­λά­βου­με δί­χως τὸ νό­μο τῆς συ­νέ­χειας τοῦ χθε­σι­νοῦ μέ­σα στ᾿ αὐ­ρια­νό.

Ἔ­τσι καὶ ἡ πί­στη στὴν ἀρ­χαί­α κα­τα­γω­γὴ τῆς φυ­λῆς, ἦ­ταν μέ­σα στὴν Κοι­νό­τη­τα πη­γαί­α, ρι­ζω­μέ­νη στὸν κοι­νο­τι­κὸ αὐ­το­χθο­νι­σμὸ κι ὄ­χι συ­νέ­πεια τῆς ἀρ­χαι­ο­μα­νί­ας, ποὺ εἶ­χε κυ­ρι­έ­ψει σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πο­χὲς τὶς ἰ­θύ­νου­σες τά­ξεις. Ἦ­ταν ἡ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, σὲ κά­θε νε­α­ρὸ λα­ό, αὐ­το­συ­νεί­δη­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τάς του, μί­α ἠ­θι­κὴ δύ­να­μη, ζων­τα­νὴ καὶ  δη­μι­ουρ­γι­κή. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἡ ἐκ­πο­λι­τι­στι­κὴ καὶ ἐ­ξελ­λη­νι­στι­κὴ της ἐ­πί­δρα­ση ἐ­πὶ τῶν ἀλ­λο­γλώσ­σων καὶ ἀλ­λο­φύ­λων, ποὺ ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη τοὺς ἔ­φε­ρε καὶ τοὺς ἐγ­κα­τέ­στη­σε στὶς Ἑλ­λη­νι­κὲς χῶ­ρες.

***

Ἀλ­λὰ ὁ πο­λι­τι­κὸς αὐ­τὸς μι­κρό­κο­σμος ἦ­ταν το­πι­κὸς καὶ ζοῦ­σε ἀ­πο­μο­νω­μέ­να.

Οἱ κοι­νό­τη­τες, σκόρ­πι­ες καὶ δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς γε­ω­οι­κο­νο­μι­κὲς ἀν­τι­θέ­σεις τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν χω­ρῶν, ἦσαν ἀ­πὸ γε­νι­κό­τε­ρη ἄ­πο­ψη πυ­ρῆ­νες ζων­τα­νοί, μὰ κι ἀ­σύν­τα­χτοι. Κι ἔ­τσι εὐ­νο­ή­σα­νε ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοῦ καὶ το­πι­κι­σμοῦ τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων. Ἐ­ξαί­ρε­ση μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν με­ρι­κὲς κοι­νο­τι­κὲς ὁ­μο­σπον­δί­ες καὶ ξε­χω­ρι­στὰ ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ποὺ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἑ­νω­μέ­νη καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε καὶ δι­κή της πρε­σβεί­α στὴν Πό­λη, μὰ καὶ τοῦ­τες εἶ­χαν χα­ρα­κτή­ρα προ­παν­τὸς το­πι­κό. Τὸ παρ­δα­λὸ πλῆ­θος τῶν μι­κρῶν, ἐ­φή­με­ρων ἢ κλη­ρο­νο­μι­κῶν ὀ­λι­γαρ­χι­ῶν, ποὺ εἶ­χαν ἀ­να­πτυ­χθεῖ κι ἐ­ξε­λι­χθεῖ μέ­σα στὰ κοι­νο­τι­κὰ σύ­νο­ρα, ἦ­ταν ὀρ­γα­νι­κὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λο κι ἀ­νί­κα­νο ν᾿ ἀν­τι­με­τω­πί­σει καὶ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει συμ­φέ­ρον­τα δι­α­κοι­νο­τι­κὰ καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο πα­νελ­λή­νια. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὶς κοι­νό­τη­τες ἦ­ταν ἡ ἀμ­φι­κτυ­ο­νί­α ἡ πα­νελ­λή­νια, ἢ τὸ με­γά­λο ἑ­νια­ῖο κρά­τος.

Καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τού­τη ἀ­νά­λα­βε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μα­ζὶ μὲ τὸ δε­σπο­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς καὶ κά­τι ἀ­πὸ τὴν κρα­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς Ρώ­μης. Μὲ τὴν ὀρ­γά­νω­σή της, ποὺ σὰν ἕ­να δί­κτυ­ο τε­ρά­στιο πε­ρι­έ­σφιγ­γε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν αὐ­το­κρα­το­ρί­α, ἕ­νω­νε τὶς κοι­νό­τη­τες ὅ­λες σ᾿ ἕ­να στέ­ρε­ο σύ­νο­λο καὶ γέ­νη­κε φο­ρέ­ας κι ἐν­σαρ­κω­τὴς τῆς ἰ­δέ­ας ἑ­νὸς ἑ­νια­ίου πα­νελ­λή­νιου κρά­τους.

Ἐν­νο­εῖ­ται πὼς μί­α τέ­τοι­α ἕ­νω­ση δὲν ἦ­ταν ὀρ­γα­νι­κή. Ἡ ὑ­πο­τα­γὴ τῶν κοι­νο­τή­των στὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ κρά­τος ἔ­μει­νεν ἐ­ξω­τε­ρι­κή, στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ στὴ δι­και­ο­δο­σί­α τῆς κοι­νο­τι­κῆς αὐ­το­νο­μί­ας. Καὶ τέ­τοι­α ὅ­μως ἡ ἕ­νω­ση τού­τη, μπό­ρε­σε ν᾿ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸ ἀν­τίρ­ρο­πο κα­τὰ τοῦ φαι­νο­μέ­νου, ποὺ τὸ ὀ­νο­μά­σα­με ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ καὶ ἐ­ξε­θνι­σμὸ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ κρά­τος ἔ­κα­νε δύ­σκο­λη τὴν ὁ­μα­λὴ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ κοι­νο­τι­κοῦ θε­σμοῦ. Για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εὐ­νο­ή­σει καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ν᾿ ἀ­κο­λου­θή­σει παν­τοῦ τὸ λα­ϊ­κὸ ἢ δη­μο­κρα­τι­κὸ πνεῦ­μα, ποὺ εἶ­ναι ἡ βά­ση τοῦ κοι­νο­τι­σμοῦ, κι ἀ­ναγ­κά­σθη­κε ἐ­ξω­θού­με­νη ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τῶν πραγ­μά­των νὰ τὸ πο­λε­μή­σει, ὅ­πως πο­λέ­μη­σε ὡς ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ καὶ κά­θε πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­φύ­πνι­ση, ποὺ φα­νε­ρώ­θη­κε μέ­σα στὶς κοι­νό­τη­τες. Ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη ἐ­σω­τε­ρι­κή τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κρά­τους νὰ ἐ­πι­βά­λει στὶς κοι­νό­τη­τες ὡς ἀ­πο­κλει­στι­κὸ μορ­φω­τι­κὸ ἰ­δα­νι­κὸ τὸ ἀ­να­το­λί­τι­κο ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κὸ πνεῦ­μα τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καὶ νὰ εὐ­νο­ή­σει με­ρο­λη­πτι­κὰ τὴν ἐ­ξου­σί­α ἐ­κεί­νων τῶν κοι­νο­τι­κῶν ὀ­λι­γαρ­χι­ῶν, ποὺ στη­ρι­ζό­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν εὔ­νοι­α τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν πα­ρά, στὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τῶν με­λῶν τῆς κοι­νό­τη­τας. Μό­νον ἡ κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τα τῶν κοι­νο­τι­κῶν ὀ­λι­γαρ­χι­ῶν καὶ ὁ ἐκ­φε­ου­δα­λι­σμὸς τῶν κοι­νο­τή­των ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἐγ­γύ­η­ση γιὰ τὴν πα­γί­ω­ση τοῦ κύ­ρους τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κρά­τους μέ­σα στὴν κοι­νό­τη­τα. Μὰ ἡ κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τα τού­τη, ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν ἀ­πόρ­ροι­α οἰ­κο­νο­μι­κῶν ἢ ἄλ­λων αὐ­τό­νο­μων φαι­νο­μέ­νων, γι­νό­τα­νε ἀ­δύ­να­τη ἂν δὲν τὴν εὐ­νο­οῦ­σε καὶ τὴν κα­θι­έ­ρω­νε ἡ Ὀθω­μα­νι­κὴ ἐ­ξου­σί­α. Κι ἀ­π᾿ ἐ­δῶ προ­ερ­χό­τα­νε ἄλ­λη πα­ραλ­λη­λί­α ἢ ταυ­τό­τη­τα συμ­φε­ρόν­των με­τα­ξὺ τῶν κοι­νο­τι­κῶν ὀ­λι­γαρ­χι­ῶν, τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κρά­τους καὶ τῆς Ὀθω­μα­νι­κῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α γι­νό­τα­νε φο­ρέ­ας καὶ κή­ρυ­κας νο­μι­μο­φρο­σύ­νης ἀ­πέ­ναν­τι τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν ἀ­κό­μα καὶ μέ­σα στὴν κοι­νό­τη­τα, ποὺ ἦ­ταν οὐ­σι­α­στι­κὰ ἄρ­νη­ση τῆς ξέ­νης κυ­ρι­αρ­χί­ας. Ἔ­τσι ἔ­χει συν­τε­λέ­σει ὄ­χι λί­γο στὴν ἀ­νά­λο­γη ἀλ­λοί­ω­ση τῶν κοι­νο­τι­κῶν πο­λι­τει­ῶν.

Καὶ τέ­τοι­ος ὁ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸς συγ­κεν­τρω­τι­σμὸς ἔ­χει ἐ­πι­δρά­σει πο­λὺ μορ­φω­τι­κὰ ἐ­πὶ τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων, πού ἦ­σαν θε­ο-φτω­χοὶ σὲ ζων­τα­νὲς πα­ρα­στά­σεις Κρά­τους. Ὑ­πῆρ­ξε ὁ συν­τε­λε­στὴς στὴ δη­μι­ουρ­γί­α, δι­ά­δο­ση κι ἐ­πι­βο­λὴ τῆς ἰ­δέ­ας ἑ­νὸς ἑ­νια­ίου νε­ο­ελ­λη­νι­κοῦ κρά­τους. Γέ­νη­κε ὅ­μως καὶ πρό­ξε­νος ἐ­πι­πλο­κῶν μὲ ἀ­νυ­πο­λό­γι­στες συ­νέ­πει­ες.

*

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, προ­σκολ­λη­μέ­νη στὸ χρι­στι­α­νι­κὸ ἰ­δα­νι­κό τοῦ Με­σαί­ω­να, δὲν μπό­ρε­σε πο­τὲ νὰ χει­ρα­φε­τη­θεῖ ὁ­λό­τε­λα ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση καὶ τὶς μορ­φὲς τοῦ ἀ­νε­θνι­κοῦ Ὀρ­θό­δο­ξου κρά­τους τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καὶ δη­μι­ούρ­γη­σε μί­α σύγ­χυ­ση ποὺ δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε τὴν ὁ­μα­λὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ δι­α­τύ­πω­ση κι ἐ­δα­φι­κὴ δι­α­μόρ­φω­ση ἑ­νὸς ἐ­θνι­κοῦ Κρά­τους βα­σι­σμέ­νου ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Ἴ­σα­με τὰ τε­λευ­ταῖα χρό­νια μεί­να­νε τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ κρά­τος καὶ τὸ νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ κρα­τι­κὸ ἰ­δα­νι­κό, κι ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη γε­ω­γρα­φι­κή, ἀ­ξε­χώ­ρι­στα δε­μέ­να τὸ ἕ­να μὲ τ᾿ ἄλ­λο. Ἡ Με­γά­λη Ἰ­δέ­α, ὡς σύμ­βο­λο τοῦ ἀ­γῶ­να γιὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση κι ἕ­νω­ση ὅ­λων τῶν ὑ­πο­δού­λων σέ κρά­τος, δὲν ἦ­ταν μό­νο φυ­σι­κὴ ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ ἐ­θνι­κοῦ κι­νή­μα­τος, ὅ­πως τὸ ἐ­πό­θη­σε καὶ τὸ ἔ­ζη­σε ἡ γε­νε­ὰ τοῦ Γε­μι­στοῦ καὶ τὸ ἔ­χει δι­α­πλά­σει ἡ οἰ­κο­νο­μι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη ἀ­πὸ τὸν ΙΖ’ αἰ­ῶ­να καὶ δῶθε, μὰ καὶ ἀ­νάγ­κη ἐ­πι­τα­χτι­κή τῆς γε­ω­οι­κο­νο­μί­ας τῶν νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν χω­ρῶν. Καὶ ὅ­μως ἡ δι­α­τύ­πω­ση αὐ­τῆς, ἡ γε­ω­γρα­φι­κή, ἦ­ταν προ­παν­τὸς ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καὶ τὰ σύ­νο­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ξα­πλω­νό­τα­νε πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Με­σό­γει­ο κι ἀγ­κα­λι­ά­ζα­νε χῶ­ρες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ ἄ­με­σο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζω­ῆς ξέ­νων ἐ­θνῶν.

Τὸ ἔ­δα­φος τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κρά­τους δὲν ἐ­ταυ­τί­ζε­το μὲ τὸ ἔ­δα­φος τοῦ ἐ­θνι­κοῦ. Ὁ ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμὸς τοῦ πρώ­του ἀ­ξι­οῦ­σε μί­α ἐ­ξά­πλω­ση δυ­σα­νά­λο­γη μὲ τὶς ἀ­νάγ­κες ἀ­κό­μα καὶ τοῦ πιὸ ἀ­χα­λί­νω­του ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμοῦ τοῦ δευ­τέ­ρου. Ἀ­νε­θνι­κὸς ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ κα­τα­γω­γή, μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρεῖ ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸν ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ τῶν πε­ρι­φε­ρει­ῶν, ὅ­που ἐ­ξου­σί­α­ζε, ἐ­νῶ, ἐ­θνι­κὸς αὐ­τός, ἔ­νοιω­θε πὼς ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ κιν­δυ­νέ­ψει, ἂν τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε σὲ πε­ρι­φέ­ρει­ες ποὺ θὰ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὶς ἀ­φο­μοι­ώ­σει ἐ­θνι­κὰ κι ὅ­που θὰ κα­ταν­τοῦ­σε μί­α μέ­ρα ἁ­πλὴ Δι­α­σπο­ρά.

Οἱ πο­λυ­μέ­τω­ποι κι ἀ­τε­λεί­ω­τοι ἀ­γῶ­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, γιὰ νὰ πα­ρεμ­πο­δί­σει τὴ δη­μι­ουρ­γί­α Ἐ­θνι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν μέ­σα στὴν πε­ρι­ο­χὴ τοῦ δι­κοῦ της κρά­τους, ἐ­θε­ω­ρή­θη­καν σχε­δὸν πάν­τα ἐ­θνι­κοὶ ἑλ­λη­νι­κοὶ κι ἔ­χουν δι­ε­ξα­χθεῖ ὅ­λοι δί­χως ἐ­ξαί­ρε­ση μὲ θυ­σί­α ἐ­θνι­κῶν δυ­νά­με­ων. Καὶ ὅ­μως δὲν ἦ­ταν γιὰ τὸ Ἔ­θνος τὸ ἴ­διο, ἂν οἱ ἀ­γῶ­νες αὐ­τοί, δι­και­ο­λο­γη­μέ­νοι πάν­τα ἀ­πὸ τὶς ὀρ­γα­νι­κὲς ἀ­νάγ­κες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στρε­φό­τα­νε ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἐ­ξαρ­χι­κῶν3 πού ἐ­πι­βου­λευ­ό­τα­νε στὴ Μα­κε­δο­νί­α καὶ στὴ Θρά­κη ἄ­με­σα ἐ­θνι­κὰ συμ­φέ­ρον­τα, ἢ ἐ­ναν­τί­ον τῶν Ἀ­ρα­βο­φώ­νων στὴν Ἀν­τι­ό­χεια καὶ τὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ποὺ κεῖν­ται ἔ­ξω τῆς ἐ­θνι­κῆς ζώ­νης καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη ἐ­θνι­κὴ μο­νά­χα ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ πο­λὺ σπά­νια σύγ­χρο­νες ἑ­στί­ες δι­α­σπο­ρᾶς.

Νὰ, για­τί καὶ τὸ μπέρ­δε­μα στὰ συμ­φέ­ρον­τα Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ Ἔ­θνους κι ὁ πε­ρί­πλο­κος γε­μᾶτος ἀν­τι­θέ­σεις χα­ρα­κτή­ρας τῶν σχε­τι­κῶν ζη­τη­μά­των. Νὰ, για­τί τὸ χά­ος κι ἡ σύγ­χυ­ση, ποὺ ἔ­φε­ρε στὴ δι­α­τύ­πω­ση ἐ­θνι­κῶν ἰ­δα­νι­κῶν καὶ δι­εκ­δι­κή­σε­ων ἡ ἀ­νε­θνι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Νὰ, για­τί οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὲς δυ­σκο­λί­ες, ποὺ ἔ­χει συ­ναν­τή­σει τὸ νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἐ­θνι­κὸ κρά­τος στὴ δι­α­μόρ­φω­ση καὶ πα­γί­ω­σή του.

Ὄ­χι μό­νο πνευ­μα­τι­κά, μὰ καὶ πο­λι­τι­κά, με­γά­λω­σε καὶ ἐ­ξε­λί­χθη­κε τὸ ἔ­θνος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο μέ­σα στὶς φόρ­μες τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κρά­τους. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ φαι­νό­με­νο ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με ἐκ­θε­ο­κρα­τι­σμὸ κι ἐξα­να­το­λι­σμὸ τοῦ ἔ­θνους καὶ πού, μα­ζὶ μὲ τὸ ἀν­τίρ­ρο­πό του, τὸν ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ καὶ ἐ­ξε­θνι­σμὸ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κά­νουν τὸν Νε­ολ­λη­νι­σμὸ νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ὁ­λό­κλη­ρους αἰ­ῶ­νες τώ­ρα με­τα­ξὺ δύ­ο κό­σμων καὶ νὰ με­τέ­χει λί­γο πο­λὺ καὶ τῶν δύ­ο, ἀ­νί­κα­νος ἀ­κό­μη νὰ δη­μουρ­γή­σει ὁ­μα­λὰ δι­κό του ἑ­νια­ῖο πο­λι­τι­σμό.

 

Δη­μο­σθέ­νης Δα­νιηλί­δης, Δημοδιολόγος-Κοινωνιολόγος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Στὰ τουρ­κι­κὰ Ἀ­ϊ­βα­λὶ (Ayalik=κυ­δώ­νι). (Σ.τ.ε).
  2. Νο­μί­ζω ὅ­τι στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ὁ Δα­νι­η­λί­δης δί­νει μί­α ἐ­ξή­γη­ση τῆς στά­σε­ως ποὺ ἐ­τή­ρη­σε ὁ μαρ­τυ­ρι­κὸς Πα­τριά­ρχης Γρη­γό­ριος ὁ Ε΄ (1745-1821), μο­λο­νό­τι μυ­η­μέ­νος στὴ Φι­λι­κὴ Ἑ­ται­ρεία, ἀ­πέ­ναν­τι στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση ποὺ ὀρ­γά­νω­σε ἡ Ἑ­ται­ρεία στὴ Μολ­δο­βλα­χί­α. (Σ.τ.ε).
  3. Οἱ Βούλ­γα­ροι πολ­λὰ χρό­νια πρὶν ἱ­δρυ­θεῖ τὸ κρά­τος τους (1908), εἶ­χαν ἀ­πο­σχι­σθεῖ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως (τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ 1872 τοὺς κή­ρυ­ξε σχι­σμα­τι­κοὺς) καὶ το­πο­θέ­τη­σαν ἀρ­χι­κὰ στὴν Πό­λη Ἔ­ξαρ­χο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἵ­δρυ­σαν δι­κό τους Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο. Τὸ 1872 ἐ­πί­σης τὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο κα­τε­δί­κα­σε τὸν ἐ­θνο­φυ­λε­τι­σμό. (Σ.τ.ε.).

Περιοδικό Ἄρ­δην τ. 48, 2004.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος