Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Οι Πατέρες και η κλασική αρχαιότητα / Αρχιμ. Χρυσόστομος Παπαθανασίου*

Οι Πατέρες και η κλασική αρχαιότητα / Αρχιμ. Χρυσόστομος Παπαθανασίου*

Οι Πατέρες της Εκκλησίας διεκρίθησαν με την αγάπη τους προς την αρχαία, την κλασική ελληνική γραμματεία και με περισσή διάκριση συνέβαλαν στη θαυμαστή συνύφανση της ελληνικής παιδείας και του χριστιανικού πνεύματος.

Μερικοί διανοούμενοι ισχυρίζονται είτε γραπτώς είτε προφορικώς ότι υπήρξε στα χρόνια των Πατέρων της Εκκλησίας, δηλαδή στα βυζαντινά χρόνια, μια εχθρική στάση απέναντι στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και ειδικότερα στα ελληνικά κείμενα. Επειδή ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος και εστερημένος αληθείας, παρουσιάζουμε στο δοκίμιο αυτό τη θέση ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ανεγνώριζαν την αξία της ελληνικής παιδείας και συνέβαλαν στη διάσωση των αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων. Με τον φωτισμένο νου τους μπόρεσαν να συνδυάσουν τη χριστιανική πίστη και διδασκαλία με την κοσμική σοφία των αρχαίων Ελλήνων. Και αυτό γιατί είχαν πλατιά μόρφωση και οξύτητα πνεύματος. Ειδικότερα μεταχειρίστηκαν κατ’ άριστον τρόπον τη φιλοσοφική ορολογία για να εκφράσουν τη θεολογία τους και έδωσαν ικανοποιητικές απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα της ανθρώπινης ψυχής.

Ως είναι γνωστόν ότι από τον 2ο κιόλας αιώνα άρχισε η μεγάλη αυτή διεργασία της επαφής του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, κορυφώθηκε τον 4ο αιώνα με τους μεγάλους Καππαδόκες Πατέρες και συνεχίστηκε τους μετέπειτα αιώνες, για να φθάσουμε στον αιώνα μας στα λόγια του κορυφαίου καθηγητού του Πανεπιστημίου του Harvard G. Florovsky: «Ο Χριστιανικός Ελληνισμός, ο μεταμορφωθείς διά της επιφανείας του Λόγου και της ελεύσεως του Πνεύματος, είναι πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός της Ιστορίας. Η εγκατάλειψις του Χριστιανικού Ελληνισμού δεν είναι με κανέναν τρόπο πρόοδος. Είναι οπισθοδρόμησις. Οπισθοδρόμησις προς τας απορίας και τα αδιέξοδα του άλλου Ελληνισμού, του μη μεταμορφωθέντος υπό της σαρκώσεως του Λόγου».

Παραλείποντας τους γνωστούς Τρεις Ιεράρχες οι οποίοι υποστήριξαν τα ελληνικά γράμματα και ανεδείχθησαν πραγματικοί ανθρωπιστές και ευεργέτες της ανθρωπότητας, ερχόμαστε να παρουσιάσουμε τους μετέπειτα από αυτούς αιώνες.

Κατά τον 5ο αιώνα διαπρέπει ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο οποίος στα έργα του έχει πολλές παραπομπές από τον Ομηρο και τους άλλους αρχαίους συγγραφείς. Τον 7ο αιώνα σπουδαίος συγγραφέας και γνώστης των ελληνικών γραμμάτων και μάλιστα του Αριστοτέλη είναι ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ενώ τους ίδιους αιώνες οι μεγάλοι υμνογράφοι Ρωμανός ο Μελωδός, Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας ο Κρήτης και Κοσμάς ο Μαϊουμά με τα αριστουργήματά τους διέσωσαν πραγματικά την ελληνική γλώσσα και συνετέλεσαν στην πνευματική εξύψωση του λατρεύοντος ανθρώπου προς τον Θεό. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ρωμανός ο Μελωδός ονομάστηκε Πίνδαρος της ρυθμικής ποιήσεως και ότι ο μεγάλος βυζαντινολόγος Καρλ Κρουμβάχερ έγραφε ότι «ο μέλλων ιστορικός της λογοτεχνίας θα εξυμνήσει τον Ρωμανόν ως τον μέγιστον του κόσμου εκκλησιαστικόν ποιητήν».

Η αγάπη προς τα ελληνικά γράμματα ενισχύθηκε και με τρεις ακόμη μεγάλες προσωπικότητες της Ορθοδοξίας. Είναι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Μέγας Φώτιος και ο λόγιος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος είχε σπουδάσει όχι μόνον τη θεολογία αλλά και τη ρητορική, τη φιλοσοφία, τη διαλεκτική, τη μουσική και τις άλλες επιστήμες ως τη φυσική και τη γεωμετρία. Χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα και ορολογία κατόρθωσε να συνοψίσει τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και να θεωρείται μέχρι σήμερα ο μεγάλος «δογματικός πατήρ» της ορθοδόξου πίστεως. Το «φαινόμενο της μορφώσεως» όπως ονομάστηκε ο Μέγας Φώτιος είναι εκείνος ο οποίος όχι μόνον διέσωσε τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα αλλά και χάραξε τον δρόμο για την αναγέννηση των κλασικών σπουδών. Και μόνον η περίφημος «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη» του Φωτίου να αναφερθεί, στην οποία εξετάζονται 280 αρχαία συγγράμματα, κατανοεί ο καθένας τη μεγάλη αξία του ανδρός και του έργου του. Ο Φώτιος είναι αναμφισβήτητα ο σπουδαιότερος συντελεστής και εκπρόσωπος που παρουσίασε ο 9ος αιώνας της συνύφανσης του ορθοδόξου χριστιανικού πνεύματος και της ελληνικής παιδείας και σε αυτό συνετέλεσε η πίστη του και οι πολύμορφες γνώσεις του.

Ο τρίτος μεγάλος φωτοδότης των βυζαντινών χρόνων είναι ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, συγγραφεύς πολλών θεολογικών και φιλολογικών συγγραμμάτων. Καρπός της αγάπης του προς την κλασική αρχαιότητα είναι και οι «Παρεμβολαί εις την Οδύσσειαν και Ιλιάδα», τα σχόλια στον Πίνδαρο, φιλολογικά έργα περί του Διονυσίου του Περιηγητού κ.ά. Ο Ευστάθιος είτε ως καθηγητής στην Κωνσταντινούπολη είτε ως Αρχιεπίσκοπος στη Θεσσαλονίκη με τον λόγο του και την πένα του έδωσε στο ακροατήριο και στους αναγνώστες του την αξία της επαφής της ελληνικής σκέψεως και του χριστιανικού πνεύματος. Κατέδειξε ότι ο συνδυασμός της ελληνικής παιδείας μετά της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας είναι η άριστη οδός για τη θεμελίωση του ανθρώπου και την τελειοποίησή του.

Αν και οι επόμενοι αιώνες έχουν να δώσουν επίσης μεγάλες μορφές που υπήρξαν θαυμαστές και μελετητές της θύραθεν γραμματείας, ως οι Γρηγόριος Παλαμάς, Νικόλαος Καβάσιλας κ.ά., εν τούτοις θα ήθελα να σταματήσω στον 13ο αιώνα γιατί επιθυμώ να παρουσιάσω κάπως εκτενέστερα μια μεγάλη προσωπικότητα των Αθηνών. Είναι ο σοφός Επίσκοπος Αθηνών, των χρόνων της Φραγκοκρατίας, ο Μιχαήλ Χωνιάτης ή Ακομινάτος. Και αυτός έξοχος κάτοχος της αρχαίας φιλοσοφίας, γνώστης των κλασικών συγγραμμάτων και συγχρόνως βαθύς μελετητής των αγίων θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας, έρχεται και δίνει στην Αθήνα του 12ου αιώνα την ελληνορθόδοξη θεώρηση του τρίπτυχου Θεός – άνθρωπος – κόσμος.

Ο Σπυρίδων Λάμπρος γράφει πολύ χαρακτηριστικά για τον σοφό ιεράρχη και την ελληνοχριστιανική του κατάρτιση:

«Αι δύο αύται Βίβλοι, η του αρχαίου Ελληνισμού και η της θεολογικής παιδείας, είναι πάντοτε ανοικταί προ των νοερών αυτού οφθαλμών· εκ των δύο τούτων πυξίδων της Πανδώρας εξάγει τας ψηφίδας, αίτινες μέλλουσι να διανθίσωσι του λόγου αυτού την εικόνα. Αλλά και η άλλη εκκλησιαστική και θύραθεν παιδεία παρέχει τας εαυτής συμβολάς εις το ψηφοθέτημα, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Βασίλειος ο μέγας και Κλήμης ο Αλεξανδρεύς εκ των Πατέρων της Εκκλησίας, ο Πίνδαρος, ο Δημοσθένης, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης εκ των κλασσικών συγγραφέων δανείζουσιν εις τον ημέτερον ιεράρχην οτέ μεν λέξεις, οτέ δε φράσεις, άλλοτε μεν αφορμήν λόγων, άλλοτε δε εικόνας ολοκλήρους».

Είναι ευτύχημα ότι η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών επιτέλους επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου και πρωτοσυγκέλλου π. Θωμά Συνοδινού φιλοτέχνησε στην κεντρική είσοδο του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου ωραιότατες παραστάσεις εκ του βίου του μεγάλου λογίου ιεράρχου Μιχαήλ του Χωνιάτου, περιμένουν όμως τα σοφά συγγράμματά του τον ειδικό μελετητή και εκδότη.

Οι Πατέρες συνεπώς της Εκκλησίας διεκρίθησαν με την αγάπη τους προς την αρχαία, την κλασική ελληνική γραμματεία και με περισσή διάκριση συνέβαλαν στη θαυμαστή συνύφανση της ελληνικής παιδείας και του χριστιανικού πνεύματος. Από αυτή τη γόνιμη συνύφανση είναι γνωστό ότι έχει προέλθει αυτό που αποκαλούμε σήμερα ελληνορθόδοξη ιδιοπροσωπία. Και αυτό το πνευματικό στοιχείο είναι πραγματικά ο τίτλος της τιμής μας.

 

*Διδάκτωρ Νομικής και Θεολογίας – DEA Σορβόννης, ιεροκήρυκας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος