Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Η ομοιοπαθητική και πάλι / τοῦ Ἰωάννου Μηλιώνη, ἐκπαιδευτικοῦ, μέλους τῆς Π.Ε.Γ.

Η ομοιοπαθητική και πάλι / τοῦ Ἰωάννου Μηλιώνη, ἐκπαιδευτικοῦ, μέλους τῆς Π.Ε.Γ.

Σέ δύο προηγούμενα φύλλα τῆς Ἐφημερίδας μας εἴχαμε ἀ­σχο­ληθεῖ μέ τό μοναδικὸ -γιὰ τὰ χρονικὰ τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνα στὴ χώρα μας- ἐγχειρίδιο, μέ τίτλο: «Ἡ Ὁμοιοπαθητικὴ Ἀσυμβί­βαστη μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη»[1], πού κυκλοφόρησε τό 1998, ἀπό τήν «Πρωτoβoυλία Γoνέων Βoρείου Ἑλλάδoς γιὰ τὴν Προστασία τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πολιτισμοῦ, τῆς Oἰκογε­νείας καὶ τοῦ Ἀτόμου», μέ βασικό συντελεστή τοῦ ὅλου ἐγχει­ρή­ματος, τόν Ὁσιολ. Μοναχὸς π. Ἀρσένιο Βλιαγκόφτη.

Σήμερα συνεχίζουμε μὲ ἐπὶ πλέον ὑλικὸ ἀπὸ τὸ ἀξιόλογο αὐ­τό ἔργο ἐξετάζοντας μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἱδρυ­τοῦ τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς Σάμουελ Χάνεμαν (Samuel Hah­ne­mann) ποὺ ὑπῆρξε τόσον Mασόνος, ὅσον καὶ Ἀλχημιστής.

Αὐτὰ ὅλα λοιπὸν δὲν εἶναι ἄσχετα μὲ τὴν ἀλχημιστική ἰδιότητα τοῦ Hahnemann γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ὁμοιοπαθητικὸς Γιῶργος Βυθούλ­κας ἀναφέρει ὅτι: «… ἦταν ἕνας χημικὸς μὲ ἄριστα προσόντα καί, ἐπίσης, εἶχε μεγάλη ἐπίγνωση τῆς ἀλχημείας»[2].

Eἶναι σαφὲς ὅτι ὁ ὅρος «ἀλχημεία» ἀναφέρεται ἐδῶ μὲ τὴ μεταφυ­σική του ἔννοια, γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ διαχωρίζεται ἀπὸ τὴν ἰδιό­τη­τα τοῦ Hahnemann ὡς χημικοῦ. Ἄλλωστε ὁ Winer μᾶς λέγει γιὰ τὰ φάρ­μακα τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς ὅτι: «Στὰ νοητικὰ συμπτώματα βρί­σκου­με μιὰ ἐπιβεβαίωση τῶν ἀλχημιστικῶν καὶ ἀρχε­τυπικῶν εἰκόνων»[3].

Στόν χῶρο τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς προβάλλεται ἀκόμη κι ὅτι «Ὁ Kομφούκιος εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸ Xριστό» ἐνῶ ὁ Xριστὸς προβάλλεται ὡς «ἔνθερμος συναισθηματίας».

Γιὰ τὸν Hahnemann μαθαίνουμε ἀκόμη ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ὁμοιο­παθητικὴ Ἰατρική», ὅτι στὴν φιλοσοφική του ἀναζήτηση προχώρησε «… σὲ ἀκόμη πνευματικότερους κόσμους ἕως καὶ ἀποκρυφι­στι­κούς», ἐνῶ γιὰ τὴ θρησκευτική του στάση διαβάζουμε: «ὁ Hahne­mann ἦταν θεϊστής», πίστευε σὲ μιὰ «Φυσικὴ Θρησκεία». Αὐτὸ ἐξάλλου διαφαίνεται μέσα ἀπὸ τὴ στάση τοῦ Hahnemann ἀπέναντι στὸν Kομφούκιο, τοῦ ὁποίου τὴ διδασκαλία θεωροῦσε ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Xριστοῦ, τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε ὡς ἕνα «ἔνθερμο συναισθηματία». Πίστευε ὅτι «ὑπάρχει ἕνας παραλ­ληλισμὸς τῆς δράσης τοῦ Ὑπέρτατου ὄντος καὶ τῆς δράσης τῶν φαρμάκων …ἦταν ἀφοσιωμένος λάτρης τῆς πνευματικῆς θρησκείας (γι’ αὐτὸ ἐξάλλου κατέτεινε στὸ νὰ δίνει στοὺς ἀσθενεῖς νὰ ὀσμίζονται τὶς ὑψηλὲς δυναμοποιήσεις γιὰ νὰ θεραπευτοῦν)…

Eἶναι ἐπίσης σαφὲς ὅτι ἡ εἴσοδός του σὲ τεκτονικὴ στοὰ σὲ νεαρότατη ἡλικία ἐπηρέασε σημαντικὰ τὶς φιλοσοφικὲς καὶ θρησκευτικές του ἀντιλήψεις»[4]. Ἡ σχέση τοῦ Hahnemann μὲ τὸν πνευ­μα­τισμὸ φαίνεται καὶ στὸ πιό γνωστὸ σύγγραμμά του, τὸ «Ὄργανον», ὅπου ἀφιερώνει ἀρκετὰ κεφάλαια γιὰ νὰ ἐξυμνήσει τὸν πατέρα τοῦ πνευματισμοῦ Ἄντον Mέσμερ, τοῦ ὁποίου τὴ θεωρία γιὰ τὸ «ζωϊκό μαγνητισμὸ» πίστευε καὶ ἐφάρμοζε κι ὁ ἴδιος στὴν πράξη[5]!

Ἀντιλαμβανόμαστε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ βέβαια ὅτι ἡ Oμοιοπαθητικὴ ἔχει τὶς ρίζες της στὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ τὸν πνευματισμὸ ποὺ σαφῶς ἀπορρίπτονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας. Ἄλλωστε καὶ ὁ ὁμοιοπαθητικὸς Mιχάλης Λέφας στὸ περιοδικὸ «Διαβάζω» ἀνα­φέ­ρει ὅτι ὁ βασικὸς θεραπευτικὸς νόμος τῆς ὁμοιοπαθητικῆς, ὁ «νόμος τῶν ὁμοίων», «δέν εἶναι σωστὸ νὰ ἀποδίδεται πρωταρχικὰ στὸν Hahnemann», ἀφοῦ «ὁ νόμος αὐτὸς ἐμπεριέχετο στὴν τέχνη τῆς μαγείας»[6], ἐνῶ στὸ περιοδικὸ «Ὁμοιοπαθητικὴ Ἰατρικὴ» ὁ Kώστας Ζερβάνος ἀναφέρει μερικὰ παραδείγματα ὁμοιοπαθη­τικῆς μαγείας ποὺ συμπίπτουν μὲ τὴν ὁμοιοπαθητικὴ καὶ καταλήγει: «Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα παραδείγματα λαϊκῆς ὁμοιοπαθη­τικῆς ποὺ στηρίζεται στὶς ἀρχὲς τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μαγείας…»[7]. Ἀντιλαμ­βάνεται κανεὶς ὅτι οἱ ἀρχὲς τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μαγείας δὲν συμβιβάζονται σὲ καμιὰ περίπτωση μὲ τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή.

Ἕνα ἄλλο σημαντικὸ σημεῖο τῆς θεωρίας τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς εἶναι ἡ θεωρία τῶν «μιασμάτων», μὲ τὴν ὁποία οἱ ὁμοιοπαθητικοὶ προσπαθοῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τή δημιουργία τῶν διαφόρων ἀσθε­νειῶν. Γι’ αὐτὸ τὸ θέμα ὁ Βυθούλκας ἀναφέρει ἀπόσπασμα τοῦ Kent ποὺ λέει ὅτι: «Ὁ ἄνθρωπος… πλάσθηκε ἐλεύθερος, πλάσθηκε μὲ τή δυνατότητα νὰ σκέπτεται καὶ νὰ πράττει εἴτε τὸ καλὸ εἴτε τὸ κακό. Γιὰ νὰ γίνει λοιπὸν ἐπιρρεπὴς στὸ ψωρικό μίασμα θά ‘πρεπε νὰ ὑπάρχει πρωτύτερα στὸν ἀνθρώπινο νοῦ μία κατάσταση ποὺ θὰ παρουσίαζε πρόσφορο ἔδαφος γιὰ τὴν προσέλκυση τῆς ἀρρώστιας, θά ‘πρεπε νὰ ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὸ λανθασμένο καὶ τὸ κακό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὸ κακὸ προετοιμάζει τὸ σῶμα νὰ δεχτεῖ τὴν ἀσθένεια»[8]. Ἀλλοῦ ὁ Kent ἀναφέρει: «…ἡ ψυχικὴ καὶ σωματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι μία κατάσταση εὐαισθησίας (ἐπιδεκτικότητας) στὴν ἀρρώστια μὲ τὸ νὰ θέλει κανεὶς τὸ κακό… Ἡ ἀνθρώπινη φυλή ποὺ ζεῖ σήμερα πάνω στὴ γῆ, εἶναι μόλις καλύτερη ἀπὸ ἕνα ψυχικὰ λεπρό… ὁ καθένας μας εἶναι ψωρικός… Ἕνα καινούργιο μόλυσμα ἔρχεται μὲ κάθε παιδὶ»[9]. Ἐδῶ συγχέεται βέβαια τὸ πνευματικὸ μὲ τὸ φυσικὸ κακό, πρᾶγμα ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ ὀρθόδοξη παράδοση, κατὰ τὴν ὁποία μία σωματικὴ ἀσθένεια δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀποτέλεσμα μιᾶς ἁμαρτωλῆς σκέψης ἢ πράξης τοῦ ἀσθενοῦς. Γιατί, τί θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε γιὰ τὸν Ἰώβ ἢ γιὰ τόσους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας πού, παρὰ τὸ ὕψος τῆς πνευματικῆς τους τελειότητος, ἐταλαιπωροῦντο κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ, ἀπὸ πλῆθος ἀσθενειῶν, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν ἀποστολικὸ λόγο «…ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται…»; (Β’ 12, 9).

Ἄρα, θά μπορούσαμε να ποῦμε μετά βεβαιότητος ὅτι ἡ Ὁμοιο­πα­θητικὴ ἀποτελεῖ «Σωτηριολογικὸ σύστημα»;

Kατὰ τὴν Ὁμοιοπαθητικὴ τὰ μιάσματα, ψωρικό, συφιλιδικό καὶ συκοτικό -πού δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὶς ἀντίστοιχες ἀσθένειες τῆς κλασσικῆς ἰατρικῆς- κληρονομοῦνται, καὶ ἔτσι τὸ φυσικὸ καὶ πνευ­ματικὸ κακὸ διαιωνίζεται. Ὁ Winer δὲν διστάζει νὰ πεῖ ὅτι: «…ἡ ψώρα εἶναι μιὰ συμβολικὴ ἐκδήλωση τοῦ Προπατορικοῦ Ἁμαρτήμα­τος…»[10] ἐνῶ, ὅπως λέει ὁ Διαμαντίδης, «δέν ὑπάρχει τίποτε στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τροποποιήσει καὶ νὰ βελτιώσει ἕνα μίασμα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἰδιοσυγκρασιακό – ὁμοιοπαθητικὸ φάρμακο»[11]. Ἔτσι ἀποκαλύπτεται ὅτι ἡ Ὁμοιοπαθητικὴ στὸ βάθος της εἶναι ὄχι ἁπλῶς θεραπευτικὸ ἀλλὰ καὶ «σωτηριολογικὸ σύστημα» γιὰ τὸν ἄνθρωπο, στὸ βαθμὸ ποὺ καθίσταται ἡ μόνη ἱκανὴ νὰ ἀντιστρέψει τὶς συνέπειες, πνευματικὲς καὶ σωματικές, τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος! Ὁ Winer παραθέτει μερικὰ σχόλια τοῦ ὁμοιοπαθητι­κοῦ Schwartz, παρμένα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Βυθούλκα ποὺ ἀναφέρο­νται σ’ αὐτὸν τὸν «βαθύτερο» τρόπο δράσης τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς ὡς ἑξῆς: «… ἡ Ὁμοιοπαθητικὴ ἔχει σχέση ὄχι μόνο μὲ τὴν σωματικὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου –τὸ ὁμοιο­παθητικὸ φάρμακο πραγματικὰ σώζει ψυχὲς μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο. Βοηθᾶ στὴν καταστροφὴ τοῦ κακοῦ … Ἡ Ὁμοιοπαθητικὴ βοηθᾶ νὰ ἀνοίξουν τὰ ἀνώτερα κέντρα γιὰ νὰ εἰσρεύσει ἀπὸ ἐκεῖ ἡ πνευ­ματικὴ καὶ οὐράνια ἐνέργεια»[12]. Ἐπίσης ὁ Winer θέτοντας τὴν ἐρώ­τη­ση, ἂν ἡ ὁμοιοπαθητικὴ εἶναι ἕνα τελεο­λογικὸ σύστημα γιὰ τὴν ἐξιλέωση τοῦ ἀτόμου ἀπὸ τὸ προ­πατορικὸ ἁμάρτημα, δίνει τὴν ἀπάντηση ὅτι ἡ Ὁμοιοπαθητικὴ «μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα μέσο ποὺ θὰ βοηθήσει» τοὺς ἀνθρώπους «νά διώξουν τὰ στρώματα τῆς ἄγνοιας, τῆς τυφλότητας καὶ τοῦ ἐγω­ϊσμού…» καὶ ὅτι: «Στὴν τελικὴ ἀνάλυση μιὰ τέλεια καὶ ἠθικὴ ζωὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ τελικὸς στόχος ὅλων τῶν θεραπειῶν»[13]. Βλέπουμε πάλι ἐδῶ τὴν ὁμοιοπαθητικὴ θεραπεία νὰ ἐπεκτεί­νεται καὶ στὴν θεραπεία πνευματικῶν παθῶν, ὅπως εἶναι ὁ ἐγω­ϊσμός, θεραπεία ποὺ γιὰ τὸν ὀρθόδοξο χριστιανὸ ἐπιτυγ­χάνεται διὰ τῆς μυστηρια­κῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι βέβαια μέσῳ τοῦ ὁμοιοπαθητικοῦ φαρμάκου.

Καί συνεχίζει τό κείμενο σχετικά μέ τή μύηση τοῦ ὁμοιοπα­θη­τικοῦ γιατροῦ.

Ἡ Ὁμοιοπαθητικὴ λοιπὸν ταυτίζει τὸν θεραπευτικὸ μὲ τὸν πνευ­ματικὸ νόμο, ἡ παράβαση τοῦ ὁποίου προκαλεῖ τὴ νόσο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μεγάλος ὁμοιοπαθητικὸς Pierre Schmidt, σὲ συνέδριο τῆς Διεθνοῦς Ἕνωσης Ὁμοιοπαθητικῆς, λέει γιὰ τὸν ὁμοιοπαθη­τικὸ γιατρὸ ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ φάρμακο πρέπει νὰ δώσει στὸν ἀ­σθενῆ ἀκριβεῖς ὁδηγίες «…ὡς πρὸς τὴν ὑγιεινή, ἠθικῆς καὶ ψυχικῆς φύσεως, ὥστε νὰ μήν ξαναπέσει στὰ ἴδια σφάλματα ποὺ εἶχε κάνει πρίν, παραβιάζοντας τὸ νόμο καὶ ἔτσι προκαλῶντας τὴ νόσο του, ἢ σ’ αὐτὰ ποὺ εἶχαν διαπραχθεῖ ἀπὸ τοὺς προγόνους του …ὁραματιζόμαστε ἕναν ἐξαγνισμὸ τοῦ ἀνθρώπινου γένους… ὁ ὁμοιοπαθητικὸς γιατρὸς ποὺ ἀξίζει τὸ ὄνομα αὐτό, πρέπει νὰ εἶναι ἕνας συνθετικὸς σοφὸς καὶ συγχρόνως ἕνας πνευματικὰ μυημένος. Λοιπόν, τί μᾶς ἔχουν διδάξει ἡ σοφία τῶν αἰώνων καὶ ἡ θρησκεία ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν ἐπιθυ­μιῶν…, ἡ ὑποκατάσταση ἢ ἡ μετουσίωση τῶν παθῶν, ὁ διαλογισμός…, εἶναι οἱ πιό σίγουροι τρόποι γιὰ νὰ λάβει κανεὶς τὴ χαρὰ τῆς ἀνάπτυξης καὶ τῆς τέλειας ὑγείας… Xρειά­ζεται ἐκπαίδευση τοῦ ἀσθενοῦς, ὥστε νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν ἀναγκαιό­τητα τῆς εὐθυγράμμισής του μὲ τὶς ἱερὲς ἐντολὲς τοῦ νόμου… Mπορεῖτε νὰ πεῖτε ὅτι ὁ γιατρὸς δὲν χρειάζεται νὰ δίνει μαθήματα… Βιολογικῆς Mεταφυσικὴς στὸν ἀσθενῆ ποὺ ζητάει βοήθεια, ἀλλὰ ἐδῶ ἔγκειται ἡ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἀλλοπα­θη­τικὸ ποὺ θεραπεύει τὸ ὑλικὸ σῶμα, αὐτὸ ποὺ ἀπορρίπτεται μὲ τὸ θάνατο καὶ στὸν ὁμοιοπαθητικὸ ποὺ τρέφει αὐτὸ ποὺ ζεῖ καὶ ὑποφέρει, αὐτὸ τὸ κάτι ποὺ καμιὰ ἐπιστήμη δὲν ἔχει ἀκόμη προσδιορίσει, τὸν ἴδιο τό ζῶντα ἄνθρωπο. Ἀνανεώστε τοὺς ἑαυτούς σας, ἀνα­ζωο­γονῆστε τοὺς ἀσθενεῖς σας, ἀποδεσμεῦ­στε τὸν ἄνθρωπο ἀ­πὸ τὸ χρό­νιο μίασμα, ἀπελευθερῶστε τὸν μὲ τὴν Ὁμοιοπαθητική, μὲ τὴν καθαρὴ Ὁμοιοπαθητική, ἀπὸ αὐτὴν τὴν καταστροφὴ ποὺ ἀπο­κα­λοῦμε ψώρα, κάντε τον κατάλληλο γιὰ τὴν «Kλίμακα τοῦ Θεοῦ»[14].

Τὰ περιεχόμενα τοῦ ἐν λόγῳ ἄρθρου ἐκφράζουν θέσεις ἐκκλη­σιαστικὲς καὶ ἀντιαιρετικές καὶ δὲν ἔχουν τὴν πρόθεση νὰ προσβάλουν τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη κανενός, τὶς ὁποῖες δηλώνουμε ὅτι σεβόμεθα δεόντως.

[1] http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/religions/homoeopathy_incompatible_orthodox_faith.htm

[2] Γ. Βυθούλκας, «Ἡ Ἐπιστήμη τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς», σ. 173.

[3] Winer, «Τὀ πλῆρες βιβλίο τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς», ἐκδόσεις Διόπτρα, Ἀθήνα 1992, σ. 241.

[4] Περιοδικὸ «Ὁμοιοπαθητικὴ Ἰατρική», τεῦχος 5, Ἄνοιξη 1993, σσ.10-11.

[5] Hahnemann, «Ὄργανον», Ἀθήνα 1989, Ἐκδόσεις «Πύρινος Kόσμος»,, σσ. 301-305.

[6] Περιοδικὸ «Διαβάζω», ἀριθμ. 221, 6/9/1989, σ. 15.

[7] Περιοδικὸ «Ὁμοιοπαθητικὴ Ἰατρική», τεῦχος 10, Αὔγουστος-Ὀκτώβριος ’94, σ. 7.

[8] Γ. Βυθούλκας, «Ὁμοιοπαθητική», Ἐκδόσεις K.O.Ι., 1985, σ. 39.

[9] J. T. Kent, «Διαλέξεις πάνω στὴ φιλοσοφία τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς», Ἐκδόσεις Ἰατρικοῦ Kέντρου Ὁμοιοπαθητικῆς Kύπρου, Λευκωσία, 1992, σ. 130.

[10] Winer, σ. 107.

[11] Σπ. Διαμαντίδης, «Ὁμοιοπαθητική Ἰατρική», Ἀθήνα 1989, σ. 127.

[12] Winer, σσ. 348-349.

[13] Στό ἴδιο, σ. 349.

[14] Περιοδικὸ «Ὁμοιοπαθητικὴ Ἰατρική», τεῦχος 2, Kαλοκαίρι 1992, σσ. 6-7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος