Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > Παιδιά εκτός γάμου / Ἰωάννη – Ἀλέξανδρου Χριστόπουλου*

Παιδιά εκτός γάμου / Ἰωάννη – Ἀλέξανδρου Χριστόπουλου*

Ὁ γά­μος, ὡς γνω­στό, εἶ­ναι «μυ­στή­ριον μέ­γα» καί λει­τουρ­γεῖ κα­τά τό ἀρ­χέ­τυ­πο τῆς σχέ­σης Χρι­στοῦ καί Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ­σα στό γά­μο, ὁ ἄν­δρας καί ἡ γυ­ναί­κα ἐκ­φρά­ζουν τήν ἀ­γά­πη τους, ἡ ὁ­ποί­α κι­νεῖ­ται σέ δύ­ο κα­τευ­θύν­σεις, τήν κά­θε­τη καί τήν ὁ­ρι­ζόν­τια. Μέ τήν κά­θε­τη κί­νη­ση ἐ­πι­δι­ώ­κε­ται ἡ δια­ρκής σύν­δε­ση μέ τόν Θε­ό, ἐ­νῶ μέ τήν ὁ­ρι­ζόν­τια ἡ ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χώ­ρη­ση τῶν συ­ζύ­γων. Πνευ­μα­τι­κός καρ­πός τοῦ γά­μου εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­κτη­ση παι­δι­ῶν∙ ἄν καί ἡ τε­κνο­ποι­ΐ­α δέν ἀ­πο­τε­λεῖ πρω­ταρ­χι­κό σκο­πό του, γί­νε­ται δε­κτό πώς ἀ­πο­τε­λεῖ τό φυ­σι­κό χῶ­ρο μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ἕ­να παι­δί μπο­ρεῖ νά ζή­σει καί νά δι­α­παι­δα­γω­γη­θεῖ ὁ­μα­λά, ἐ­φό­σον βέ­βαι­α ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κός βί­ος εἶ­ναι εἰ­ρη­νι­κός.

Γιά τόν λό­γο αὐ­τό ὁ­ποι­α­δή­πο­τε σαρ­κι­κή σχέ­ση ἐ­κτός γά­μου εἶ­ναι ἀ­πευ­κταί­α, δι­ό­τι κα­τά τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο ἀ­πο­τε­λεῖ βε­βή­λω­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος πού εἶ­ναι να­ός τοῦ Ἁγ. Πνεύ­μα­τος (Α΄ Κορ. 6,19) καί πορ­νεί­α (Α΄ Κορ. 7,2). Ὡ­στό­σο, στή ση­με­ρι­νή ἐ­πο­χή, ἡ ἀ­πο­χρι­στι­α­νο­ποί­η­ση τῆς δη­μό­σιας ζω­ῆς, ἡ προ­βο­λή ἐ­πι­κίν­δυ­νων προ­τύ­πων, ἡ δι­ά­λυ­ση ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πό­πει­ρα ἐ­πι­βο­λῆς νέ­ων, ἐ­ξαμ­βλω­μα­τι­κῶν, μορ­φῶν οἰ­κο­γέ­νειας, ὤ­θη­σαν τούς ἄν­δρες καί τίς γυ­ναῖ­κες, στήν σύ­να­ψη προ­γα­μια­ίων (καί ἐ­ξω­συ­ζυ­γι­κῶν) σαρ­κι­κῶν σχέ­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες πολ­λές φο­ρές ὁ­δη­γοῦν, ἑ­κού­σια ἤ ἀ­κού­σια, στή γέν­νη­ση ἑ­νός ἤ πε­ρισ­σο­τέ­ρων παι­δι­ῶν.

Στήν μέν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση (ἑ­κού­σια γέν­νη­ση), πα­ρα­τη­ρεῖ­ται τό φαι­νό­με­νο οἱ γο­νεῖς νά συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται ἄ­κρως ἐ­γω­ϊ­στι­κά καί νά θε­ω­ροῦν ὅ­τι τό παι­δί εἶ­ναι κτῆ­μα τους. Ἀ­φοῦ ἔ­λα­βαν μί­α τέ­τοι­α ση­μαν­τι­κή ἀ­πό­φα­ση, δη­λα­δή νά πα­ρα­γνω­ρί­σουν τήν Θεί­α ἐν­το­λή προ­κει­μέ­νου νά ἔλ­θουν εἰς γά­μου κοι­νω­νί­αν, ἀλ­λά καί τό κοι­νω­νι­κό status πού εὐ­τυ­χῶς ἀ­κό­μα δέν ἐν­θαρ­ρύ­νει τέ­τοι­ου εἴ­δους συμ­πε­ρι­φο­ρές, μπο­ροῦν κα­τά τήν κρί­ση τους νά χω­ρί­ζουν, ὅ­πο­τε αὐ­τοί ἐ­πι­θυ­μοῦν ἤ νά «παρ­κά­ρουν» τό παι­δί τους ἀ­πό ἐ­δῶ καί ἀ­πό ἐ­κεῖ, προ­κει­μέ­νου νά δι­ευ­κο­λύ­νουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τήν ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση τῶν ἐ­γω­κεν­τρι­κῶν ἀ­ναγ­κῶν τους. Ἤ, πά­λι, προ­σπα­θοῦν νά ἀ­πο­σι­ω­πή­σουν τίς εὐ­θύ­νες τους, με­τα­φέ­ρον­τας στό παι­δί τους συμ­πλεγ­μα­τι­κές συμ­πε­ρι­φο­ρές, προ­κει­μέ­νου νά ἀ­μυν­θεῖ αὐ­τό ἀρ­γό­τε­ρα στούς ψί­θυ­ρους τοῦ σχο­λεί­ου, τῆς γει­το­νιᾶς καί τῆς κοι­νω­νί­ας. Ἀ­ξί­ζει βέ­βαι­α νά ἀ­να­φερ­θεῖ πώς στήν πρώ­τη πε­ρί­πτω­ση δέν σπα­νί­ζει καί ἡ κα­τά­λη­ξη τό ζεῦ­γος νά παν­τρευ­τεῖ, προ­κει­μέ­νου νά προ­χω­ρή­σει ὁ­μα­λά τό συ­ζυ­γι­κό του βί­ο, ἀ­φοῦ ὅ­μως προ­η­γη­θεῖ, πολ­λές φο­ρές, ἡ νέ­α μό­δα τῆς «γά­μο-βά­πτι­σης», ὅ­πως πε­ρι­παι­κτι­κά πλέ­ον, δυ­στυ­χῶς, ὀ­νο­μά­ζε­ται ἀ­πό πολ­λούς.

Στήν δέ δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση (ἀ­κού­σια γέν­νη­ση), πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ἡ ἐκ­φο­ρά τῆς φρά­σης «ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη ἐγ­κυ­μο­σύ­νη», πα­ρα­γνω­ρί­ζον­τας τή Θεί­α βού­λη­ση. Ἄν τό παι­δί κα­τα­φέ­ρει νά γεν­νη­θεῖ καί δέν σφα­για­στεῖ μέ τό ἰ­α­τρι­κό νυ­στέ­ρι τοῦ γυ­ναι­κο­λό­γου, κα­θί­στα­ται ζυ­γός γιά τούς γο­νεῖς. Με­τά τήν ἑ­κού­σια ἤ δι­κα­στι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ τέ­κνου, ὁ πα­τέ­ρας του σπεύ­δει συ­νή­θως νά ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀ­πό τή ζω­ή του καί νά ἀ­πο­ποι­η­θεῖ τῶν εὐ­θυ­νῶν του μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τό παι­δί καί κα­τ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση ἡ μη­τέ­ρα του νά ὑ­φί­σταν­ται μί­α ἐ­πι­πλέ­ον ἠ­θι­κή, ψυ­χο­λο­γι­κή καί οἰ­κο­νο­μι­κή κα­ταρ­ρά­κω­ση. Ἡ δέ μη­τέ­ρα, ἀ­νήμ­πο­ρη πολ­λές φο­ρές νά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου στό ρό­λο της, ἐ­να­πο­θέ­τει ὄ­χι μό­νο τίς ἐλ­πί­δες της, ἀλ­λά καί τό παι­δί της τό ἴ­διο στόν παπ­ποῦ καί τή για­γιά, οἱ ὁ­ποῖ­οι λό­γῳ τοῦ ἀ­να­βαθ­μι­σμέ­νου ρό­λου πού ἔ­χουν στήν ἀ­να­τρο­φή του συμ­βάλ­λουν καί αὐ­τοί, ἠ­θε­λη­μέ­να ἤ ἄ­θε­λα, στήν πο­λυ­δι­ά­σπα­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του. Κα­τ᾿ ἐ­πέ­κτα­ση, ἄν τό παι­δί εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἐγ­κλη­μα­το­γό­νας συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς (π.χ. βια­σμός, αἱ­μο­μι­ξί­α) τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι ἀ­κό­μη πιό ἔν­το­να καί δυ­σά­ρε­στα γι᾿ αὐ­τό.

Καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ κοι­νω­νί­α, ἀρ­χι­κά, ὑ­φί­στα­ται δῆ­θεν ἕ­να ψυ­χο­λο­γι­κό σόκ καί στή συ­νέ­χεια σπεύ­δει σάν τό Φα­ρι­σαῖ­ο τῆς πα­ρα­βο­λῆς νά κρί­νει τούς γο­νεῖς μέ τό κα­κεν­τρε­χές σχό­λιο καί τή σύγ­κρι­ση. Προ­χω­ρᾶ δέ ἀ­κό­μη πιό πέ­ρα, τι­μω­ρών­τας μέ τόν κοι­νω­νι­κό ἀ­πο­κλει­σμό -πέ­ρα ἀ­πό τούς γο­νεῖς- καί τό μό­νο πρό­σω­πο πού δέν φταί­ει στήν ὅ­λη κα­τά­στα­ση: τό παι­δί, πού ἀ­ναγ­καί­α γί­νε­ται τό θύ­μα τῆς ὑ­πό­θε­σης. Ἔ­τσι, ἡ κοι­νω­νί­α, ἡ ὁ­ποί­α πολ­λές φο­ρές μέ τήν ἔ­νο­χη ἀ­νο­χή, τά ἀν­τίχρι­στα πρό­τυ­πα καί τόν παν­σε­ξου­α­λι­σμό εἶ­ναι ὁ ἠ­θι­κός αὐ­τουρ­γός ἤ συ­νερ­γός στό «ἔγ­κλη­μα», γί­νε­ται κα­τό­πιν ὁ ἀ­να­κρι­τής μέ τίς ἀ­φό­ρη­τες ἐ­ρω­τή­σεις καί τό ἀ­δι­ά­κρι­το ἐν­δι­α­φέ­ρον της, γιά νά κα­τα­λή­ξει στόν ρό­λο τοῦ δη­μο­σί­ου κα­τη­γό­ρου ἤ τοῦ δι­κα­στῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά ἀ­πο­φα­σί­σει νά κα­τα­δι­κά­σει τό παι­δί μέ βα­ρύ­τα­τες κοι­νω­νι­κές ποι­νές πού προ­σι­διά­ζουν στό «λα­ϊ­κό πε­ρί δι­καί­ου αἴ­σθη­μα». Συ­νε­χί­ζει λοι­πόν ὑ­πο­κρι­τι­κά νά μήν κα­τα­δι­κά­ζει αὐ­τή κα­θε­αυ­τή τήν ἁ­μαρ­τί­α, ἀλ­λά τόν ἁ­μαρ­τω­λό συ­νάν­θρω­πο.

Κα­τό­πιν αὐ­τῶν ἀ­να­κύ­πτει εὔ­λο­γα τό ἐ­ρώ­τη­μα: ὑ­πάρ­χει, ἄ­ρα­γε, δι­έ­ξο­δο στό ἀ­δι­έ­ξο­δο; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι, φυ­σι­κά, κα­τα­φα­τι­κή.

Τό Δί­και­ο, πα­ρό­τι τά τε­λευ­ταῖα χρό­νια ἔ­χει θέ­σει ἐκ πο­δῶν τόν Σω­τῆρα Χρι­στό, τη­ρεῖ κά­ποι­ες ἀ­σφα­λι­στι­κές δι­κλεῖ­δες πού προ­στα­τεύ­ουν τό­σο τό τέ­κνο πού γεν­νή­θη­κε ἐ­κτός γά­μου ὅ­σο καί τή μη­τέ­ρα. Ἔ­τσι, ἡ τε­λευ­ταί­α μπο­ρεῖ νά ζη­τή­σει τήν ἑ­κού­σια ἤ δι­κα­στι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς πα­τρό­τη­τας τοῦ τέ­κνου καί μά­λι­στα, ἄν ὁ πα­τέ­ρας στήν τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση ἀρ­νεῖ­ται νά ὑ­πο­βλη­θεῖ στή σχε­τι­κή δι­α­δι­κα­σί­α, συν­τρέ­χει τεκ­μή­ριο εἰς βά­ρος του ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὄν­τως ὁ γο­νέ­ας τοῦ τέ­κνου. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ μη­τέ­ρα μπο­ρεῖ νά δι­εκ­δι­κή­σει δι­α­τρο­φή γιά νά μπο­ρέ­σει νά ἀν­τα­πε­ξέλ­θει στίς οἰ­κο­νο­μι­κές ἀ­νάγ­κες. Αὐ­τό ὅ­μως πού πρέ­πει νά δι­α­τυμ­πα­νί­σου­με εἶ­ναι ὅ­τι τό τέ­κνο γεν­νη­θέν ἐ­κτός γά­μου, ἐ­φό­σον ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ἑ­κού­σια ἤ δι­κα­στι­κά, ἐ­ξο­μοι­οῦ­ται ὡς πρός τά δι­και­ώ­μα­τα μέ κά­θε τέ­κνο πού γεν­νή­θη­κε ἐν­τός γά­μου (ἔ­τσι π.χ. κα­το­χυ­ρώ­νε­ται καί γι᾿ αὐ­τό κλη­ρο­νο­μι­κό δι­καί­ω­μα ὡς πρός τούς γο­νεῖς του ἀ­κό­μη καί νά μήν ἔ­χουν παν­τρευ­τεῖ). Τέ­λος, ἄς προ­στε­θεῖ πώς ἡ μη­τέ­ρα δι­και­οῦ­ται νά λαμ­βά­νει προ­νοια­κό, πο­λυ­τε­κνι­κό ἤ οἰ­κο­γε­νεια­κό ἐ­πί­δο­μα.

Ἀ­φή­σα­με γιά τό τέ­λος τήν κοι­νω­νι­κή καί πνευ­μα­τι­κή ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ θέ­μα­τος. Ἄν καί τά ἰ­δα­νι­κά δέν ἐ­ξέ­λι­παν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου, ἀ­που­σιά­ζουν ὡ­στό­σο τά πρό­τυ­πα, τά ὁ­ποῖ­α κα­λού­μα­στε νά ἀ­να­ζη­τή­σου­με ποῦ ἀλ­λοῦ, πα­ρά στόν κό­σμο τῆς Πί­στης, τῆς Ἀ­γά­πης καί τῆς Ἐλ­πί­δας. Ὁ πα­ραλ­λη­λι­σμός, ἐλ­πί­ζου­με, νά μήν σκαν­δα­λί­σει τόν ἀ­να­γνώ­στη: Θαρ­ροῦ­με πώς ὁ Στ΄ Οἶκος τοῦ Ἀ­κα­θί­στου Ὕ­μνου πρός τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο πε­ρι­λαμ­βά­νει τήν πεμ­πτου­σί­α τῆς πνευ­μα­τι­κά ἐ­πι­τρε­πτῆς καί κοι­νω­νι­κά ὀρ­θῆς ἀν­τι­με­τώ­πι­σης τοῦ θέ­μα­τος.

«Ζά­λην ἔν­δο­θεν ἔ­χων λο­γι­σμῶν ἀμ­φι­βό­λων, ὁ σώ­φρων Ἰ­ω­σήφ ἐ­τα­ρά­χθη• πρός τήν ἄ­γα­μόν σε θε­ω­ρῶν καί κλε­ψί­γα­μον ὑ­πο­νο­ῶν Ἄ­μεμ­πτε• μα­θῶν δέ σοῦ τήν σύλ­λη­ψιν ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου, ἔ­φη Ἀλ­λη­λού­ϊα». Ὁ Ἰ­ω­σήφ, μνη­στή­ρας τῆς Παρ­θέ­νου, ἀμ­φέ­βα­λε μό­λις πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε τό γε­γο­νός τῆς κύ­η­σης, πλήν ὅ­μως, μό­λις ἔ­μα­θε ἀ­πό τόν Ἄγ­γε­λο Κυ­ρί­ου γιά τό μυ­στή­ριο τῆς Θεί­ας Ἐ­ναν­θρω­πί­σε­ως, ὑ­πο­τάσ­σε­ται στό Θεῖ­ο Θέ­λη­μα. Για­τί ὅ­μως ὑ­πα­κού­ει; Για­τί ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρε­ται στό κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γέ­λιο (Ματθ. 1, 19) ἦ­ταν «δί­και­ος», δη­λα­δή εὐ­σε­βής.

Μέ ἄλ­λα λό­για δέν δι­α­κα­τείχε­το ἀ­πό φα­ρι­σα­ϊ­σμό καί μί­α ἠ­θι­κί­στι­κη συμ­πε­ρι­φο­ρά, ἡ ὁ­ποί­α πολ­λές φο­ρές κά­νει τήν ἐμ­φά­νι­σή της στήν, κα­τά τά ἄλ­λα, χρι­στι­α­νι­κή μας κοι­νω­νί­α. Δέν στά­θη­κε μέ ἀ­να­πε­πτα­μέ­νο τό δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του, ὡς ἄλ­λος κήν­σο­ρας, προ­κει­μέ­νου νά δι­δά­ξει ὑ­πο­κρι­τι­κά τό σω­στό. Στά­θη­κε δί­πλα στήν Εὔ­α τῆς Χά­ρι­τος καί τῆς Σω­τη­ρί­ας, τήν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο. Ὁ λο­γι­σμός τοῦ ἦρ­θε καί ἔ­φυ­γε. Ἀ­νέ­λα­βε τίς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του καί συμ­πα­ρα­στά­θη­κε στή Γυ­ναί­κα, τήν «πε­ρι­βε­βλη­μέ­νη τόν ἥ­λιον» (Ἀπ. 12,1). Δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἔ­τσι ἡ Ἁ­γί­α Οἰ­κο­γέ­νεια, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­μελ­λε νά ἐ­πη­ρε­ά­σει κα­θο­ρι­στι­κά τόν ροῦ τῆς Ἱ­στο­ρί­ας.

Τό σί­γου­ρο εἶ­ναι πώς τά παι­διά πού γεν­νι­οῦν­ται ἐ­κτός γά­μου δέν εἶ­ναι δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας γιά τόν Πα­νά­γα­θο Θε­ό. Ἄν καί ἡ σχέ­ση τῶν γο­νέ­ων τους δέν εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη, τά πλά­σμα­τα αὐ­τά θά ἀ­πο­τε­λέ­σουν μέ­λη τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν, κα­θώς ἡ ἀγ­κα­λιά τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι πάν­το­τε ἀ­νοι­κτή γιά ὅ­λα τά τέ­κνα του, σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τήν κοι­νω­νί­α καί τό στε­νό πε­ρι­βάλ­λον τους, πού πολ­λές φο­ρές τά θέ­τει στό πε­ρι­θώ­ριο. Γιά τό λό­γο αὐ­τό, ἐ­μεῖς ἄς πα­ρα­κα­λοῦ­με διά τῆς προ­σευ­χῆς μας τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο, τή Γα­λα­κτο­τρο­φοῦ­σα καί Γλυ­κο­φι­λοῦ­σα τό μο­νά­κρι­βο Υἱ­ό της καί Θε­ό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζει, θρέ­φει πνευ­μα­τι­κά ὅ­λα αὐ­τά τά ἀγ­γε­λού­δια πού ἔρ­χον­ται στόν κό­σμο καί με­σι­τεύ­ει δια­ρκῶς ὑ­πέρ αὐ­τῶν: δι­ό­τι εἶ­ναι βα­ρύ νά εἶ­ναι κα­νείς δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νος «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός» … «ἄ­χρι θα­νά­του» γιά σφάλ­μα­τα γιά τά ὁ­ποῖα δέν εὐ­θύ­νε­ται.

 

*Δι­κη­γό­ρου, Εἰ­ση­γη­τῆ Σε­μι­να­ρί­ων Δι­καί­ου

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος