Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Ἡ παναθρώπινη προσδοκία τοῦ Μεσσία. Ἐξωβιβλικές προφητεῖες γιὰ τὴν ἔλευση του Θεανθρώπου*

Ἡ παναθρώπινη προσδοκία τοῦ Μεσσία. Ἐξωβιβλικές προφητεῖες γιὰ τὴν ἔλευση του Θεανθρώπου*

Ἡ ἔλευση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο πραγματοποιήθηκε σὲ μιὰ χρονικὴ περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἀνθρωπότητα βρισκόταν στὸ χεῖλος τῆς πολιτικῆς κατάπτωσης, τῆς πολιτιστικῆς, οἰκονομικῆς καὶ κυρίως τῆς ἠθικῆς ἐξαχρίωσης. Κάποιοι ἔγκυροι ἱστορικοὶ ἐπισημαίνουν ὅτι ἂν ὁ Χριστὸς ἐρχόταν λίγο ἀργότερα στὸν κόσμο, θὰ ἔβρισκε «τὸ πτῶμα τῆς ἀνθρωπότητας».

Στὴν ἱστορία τῆς πτώσης τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς ἔξωσης τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο, βασίζονται ὅλες σχεδὸν οἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν ποὺ ἱδρύθηκαν καὶ ἀναπτύχθηκαν στὴν πρὸ Χριστοῦ περίοδο τῆς Ἰστορίας. Καὶ σχεδὸν ὅλοι οἱ ἱδρυτὲς καὶ οἱ προφῆτες τους ἄμεσα ἢ ἔμμεσα προλέγουν τὴν ἔλευση ἑνὸς Λυτρωτῆ, ὁποῖος θα σώσει τὴν οἰκουμένη ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ τὴν καταστροφή.

Κορυφαία βέβαια θέση στὶς προρρήσεις γιὰ τὸν Μεσσία Χριστὸ κατέχουν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτὸ εἶναι φυσικὸ καθὼς οἱ ἅγιοι αὐτοὶ ἄνθρωποι λατρεύουν τὸν Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀκολουθοῦν τὴν βιβλικὴ παράδοση τῆς ἀναμονῆς τοῦ Σωτήρα, ὁποῖος θὰ λυτρώσει τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν προπατορικὴ ἁμαρτία. Μεταξὺ αὐτῶν ξεχωρίζει ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, τὸν 6ο π.Χ. αἰώνα, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε «πέμπτος εὐαγγελιστής». Ὁ Ἡσαΐας προφήτευσε μὲ ἀκρίβεια τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ προφητεῖες του διακρίνονται σὲ δύο βασικὰ σημεῖα:

Ὁ Θεός θὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ θὰ λάβει ὀνόματα δηλωτικὰ τῆς Θεϊκῆς Του φύσεως:

«Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν. Καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα Αὐτοῦ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς Ἰσχυρός, Ἐξουσιαστής, Ἄρχων Εἰρήνης, Πατὴρ τοῦ Μέλλοντος Αἰῶνος». (Ἡσαΐας 9,5).

Θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ Παρθένο καὶ τὸ ὄνομά του θα σημαίνει τὴν παντοτεινή Του παρουσία στὴν σωτηρία τοῦ κόσμου:

«Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται Υἱὸν καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». (Ησαΐας 7, 14).

Τὸν τόπο τῆς γέννησης τοῦ Σωτήρα, τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, προφητεύει ἐπίσης μὲ μεγάλη ἀκρίβεια ὁ Προφήτης Μιχαίας, τὸν 6ο π.Χ. αἰώνα:

«Καὶ σὺ Βηθλεὲμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσι Ἰούδα, ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ ». (Μιχαίας 5,1)

Εἶναι πραγματικὰ θαυμαστὴ ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ ἐμβρίθεια τῶν προφητειῶν αὐτῶν καθὼς καὶ ἄλλων τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὡστόσο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Προφῆτες ἀνήκουν στὴν Βιβλικὴ Παράδοση καὶ περιβάλλονται μὲ τὴν ἱερότητα τῶν ἁγίων προσώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης δικαιολογεῖ τὸ θεοφώτιστο στοιχεῖο τῶν προφητειῶν τους. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐκφράζουν τὴν ἰσχυρὴ προσμονὴ τοῦ ἑβραϊκοῦ γένους γιὰ τὸν Μεσσία, ποὺ θὰ λυτρώσει τὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς ἔξωσης τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφέρουμε μία τραγικὴ πραγματικότητα: Ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ Βίβλο, σήμερα, ἔχουν ἀπαλειφθεῖ ὅλες αὐτὲς οἱ θεοφώτιστες προφητεῖες γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστὸ ὡς Μεσσία καὶ ἀκόμη περιμένουν τὴν ἔλευση τοῦ Σωτήρα…

Ἂν ὅμως οἱ προφητεῖες τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς προκαλοῦν δέος μὲ τὴν ἀκρίβεια τῶν στοιχείων περὶ τοῦ Λυτρωτοῦ, ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ ἐξωβιβλικὲς μαρτυρίες περὶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, μὲ ἐπίκεντρο τὴν ἀρχαία ἑλληνική, καὶ χρονολογοῦνται πολλοὺς αἰῶνες ἐπίσης πρὶν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς περιέχουν τὸ σπέρμα τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ἀποδεικνύουν περίτρανα τὴν παγκόσμια προσδοκία τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ, ὡς τὴν μόνη ἐλπίδα ποὺ ἀπέμεινε γιὰ τὸ πανανθρώπινο δρᾶμα: τοῦ χωρισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό.

Τὶς ἐξωβιβλικὲς μαρτυρίες περὶ τοῦ Χριστοῦ διακρίνουμε σὲ δύο μεγάλες κατηγορίες.

Ἡ πρώτη κατηγορία ἀφορᾶ τὶς ἀντιλήψεις περὶ Ἑνὸς Θεοῦ καὶ Θεανθρώπου, ποὺ ἀπαντῶνται εἴτε σὲ μονοθεϊστικὰ ἢ σὲ πολυθεϊστικὰ θρησκεύματα τῆς ἀρχαιότητας.

Ἡ δεύτερη κατηγορία ἀφορᾶ προφητεῖες γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο καὶ τὴν ἐνανθρώπησή του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.

 Στὴν Κίνα τὸν 6ο αἰώνα π.Χ. ὁ Κομφούκιος ἐκφράζει τὴν ἀνικανοποίητη νοσταλγία του νὰ γνωρίσει τὸν Ἅγιο ποὺ θὰ προέλθει ἀπὸ τὴν Δύση καὶ θὰ εἶναι θεάνθρωπος καὶ θὰ κυβερνήσει  τὸν κόσμο «ἐν χειρὶ πλήρει δυνάμεως» (Lun-yu, 9.8. Φιλιππίδης, σ. 769).

Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ Κομφούκιος: «Δὲν μου δόθηκε ἡ ἱκανοποίηση νὰ γνωρίσω ἕναν θεάνθρωπο, τὸ γνώρισμα τοῦ ὁποίου θὰ ἦταν ὅτι, πρὶν τὴν γέννησή του, θὰ κατεῖχε τὴν ὕψιστη, τὴν λυτρωτικὴ γνώση καὶ θὰ ἔσωζε τὴν ἀνθρωπότητα. Θὰ ἦταν ἀληθινὰ θεάνθρωπος.

Συμπλήρώνει δὲ ὁ Κομφούκιος: «ἐὰν ἔρχονταν στὴν γῆ ἕνας θεόσταλτος βασιλέας, θὰ ἐπιτυγχάνονταν μέσα σὲ μία γενιὰ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ Ἀγαθόν». (Lun-yu, 13.12. Φιλιππίδης, σσ. 769-770).

Ὁ ἕτερος λόγιος τῆς κινεζικῆς ἀρχαιότητας Meng-tsze ἐκφράζει τὴν προσδοκία γιὰ τὴν γέννηση τοῦ Θεανθρώπου καὶ τὸν ἀποκαλεῖ Σωτήρα, διότι ἐκ γεννετῆς κατέχει τὴν ἀλήθεια.

«Τὸ κατέχειν τὴν ἀλήθεια εἶναι ἡ ὁδός τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ ἀναζητεῖν τὴν ἀλήθεια εἶναι ἡ ὁδός τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ κατέχων τὴν ὑψίστη Ἀλήθεια εἶναι Θεός. Προσδοκοῦμε τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον τὸν δίκαιον, τὸν ἅγιον, ὁ ὁποῖος θὰ σταλεῖ σὲ ἐμᾶς. Χωρίς αὐτὸν ποὺ κατέχει τὴν μεγίστη δύναμη τοῦ πνεύματος καὶ πορεύεται τὴν ὑψίστη ὁδὸν δὲν ὑπάρχει σωτηρία».

Καὶ συνεχίζει μιλώντας γιὰ τὸν ἄγνωστο προσδοκώμενο ἅγιο:

«Μόνον ὁ ἐπὶ γῆς ὕψιστος ἅγιος μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο εὐήκοος τῶν προσευχῶν, διορατικός, προορατικός καὶ σοφός, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ πλησιάσει τὸν κόσμο μας. Μόνο αὐτὸς μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο μεγαλόψυχος, μακρόθυμος, πρᾶος καὶ γλυκύς, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ὑποφέρει τὴν κακία καὶ τὴν μικρότητα τοῦ κόσμου. Μόνον αὐτὸς μπορεῖ νὰ εἶναι ἰσχυρός, σταθερός, νὰ ἔχει τόλμη καὶ νὰ ἐμψυχώνει τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ συγκρατεῖ τὸν κόσμο, μονον αὐτὸς μπορεῖ νὰ εἶναι σοβαρὸς καὶ ταπεινός, ὥστε νὰ προκαλεῖ τὸν ἀμέριστο σεβασμὸ τῶν ἀνθρώπων».

 Ἐπὶ βασιλείας τοῦ Ναβουχοδονόσορα Β’ τοῦ Μεγάλου, τὸν 5ο π.Χ. αἰ. τὸ βασίλειο τῶν Βαβυλωνίων περνᾶ τὴν λαμπρότερη περίοδο τῆς ἀκμῆς του. Ἔχει καθυποτάξει  τὴν  Φοινίκη, τὴν Συρία καὶ τὸ βασίλειο του Ιούδα, ἀφοῦ πολιόρκησε δύο φορὲς καὶ κατέστρεψε τὴν Ἰερουσαλήμ, καίγοντας τὸν ναὸ τοῦ  Σολομώντα καὶ ἐξορίζοντας μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἑβραίων. Τὰ γεγονότα τῆς βασιλείας του ἐξιστοροῦν τὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ Δανιήλ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τότε οἱ ἅγιοι Τρεῖς Παῖδες ἀρνοῦνται νὰ προσκυνήσουν τὸν παντοδύναμο βασιλέα δίνουν τὴν δική τους μαρτυρία γιὰ τὸν Ἕνα καὶ Μοναδικὸ Θεὸ μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς τὴν φλεγομένη. Ἀπὸ τὴν περίοδο αὐτὴ σώζεται ἕνας βαβυλωνιακός πάπυρος, τοῦ ὁποίου τὸ κείμενο προμηνύει τὴν ἔλευση ἑνὸς βασιλέα ἰσχυρότερου τοῦ Ναβουχοδονόσορα. Ἀναφέρεται ὡς «μέγας βασιλεύς, ὁποῖος θὰ κυριαρχήσει σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη μὲ δικαιοσύνη, εἰρήνη καὶ χαρὰ καὶ θὰ καταστήσει ὅλους τοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου εὐτυχεῖς».

Στὴν Ἰνδία ἡ θρησκεία τοῦ Ἰνδοϊσμοῦ διδάσκει στοὺς πιστοὺς της τὴν ἀναμονὴ τῆς λύτρωσης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπὸ τὴν ἐνοχή, τὴν νοσταλγία γιὰ ἕναν λυτρωτή. Ἔτσι, οἱ Ἰνδοὶ πρόσφεραν θυσία στὸν ἄγνωστο αὐτὸν σωτήρα φωνάζοντας: «Πότε θὰ γεννηθεῖ ὁ Λυτρωτής;».

Στὸν Ἰνδοϊσμὸ ἀκμάζει ἡ ἰδέα τῆς Βαγκαβαδγκίτα, δηλαδὴ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ ὑψίστου θεοῦ Βίσνου. Σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν διδασκαλία, οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνοι τους νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὴν δυστυχία καὶ τὸ κακό. Ἄρα πρέπει κατὰ καιροὺς νὰ γεννᾶται ὁ θεὸς στὴν γῆ, στὸν ὁποῖο οἱ ἰνδοϊστὲς δίνουν διάφορα ὀνόματα, προκειμένου οἱ ἄνθρωποι νὰ λυτρώνονται καὶ νὰ ἀνέρχονται στὸν οὐρανό.

Ἐπίσης στὴν ἀρχαιότερη θρησκεία τῶν Ἰνδῶν, τὸν Βουδισμό, ὁ θεὸς Agni, θεὸς τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ ἥλιου, προσδοκᾶται νὰ ἐνανθρωπήσει «ὡς φῶς τοῦ κόσμου ἐκ παρθένου, στελλόμενος ἀπὸ τὸν οὐράνιο πατέρα του ὡς μεσίτης θεοῦ καὶ κόσμου».

 Ὁ Βούδας Gotama ἀπέκρουσε ἐπανειλημμένα καὶ κατηγορηματικὰ τὶς ἀντιλήψεις τῶν ὁπαδῶν του ὅτι ἡ διδασκαλία του ἦταν ἀνυπέρβλητη καὶ ὅτι δὲν πρόκειται στὸ μέλλον νὰ ὑπάρξει διδασκαλία ἀνώτερη. Ἀντίθετα μὲ μία ἐκπληκτικὴ πρόρρηση ὁ Βούδας τὸν 5ο αἰ. π.Χ. προέβλεψε ὅτι σὲ 500 χρόνια ἡ διδασκαλία του θὰ ἀποδειχθεῖ ἀσήμαντη, καθὼς μιὰ ἄλλη διδασκαλία θὰ εἶναι ὑπέρτερη καὶ ἰσχυρότερη ἀπὸ τὴν δική του, ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγίου ποὺ θὰ προέλθει ἀπὸ τὴν Δύση.

Σὲ ἕνα ἐθνικὸ ἔπος τῆς γραμματείας τοῦ Θιβέτ, μὲ τὸ ὄνομα «Κεζάρ», ποὺ γράφτηκε ἀπὸ βουδιστὴ ποιητή, διατυπώνεται ἡ προσδοκία λύτρωσης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὸν βασιλέα τῶν θεῶν Ὑπέρθεο, ὁ ὁποῖος θὰ γεννηθεῖ στὴν γῆ ἀπὸ παρθένο μητέρα ὡς θεάνθρωπος καὶ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ὑπέρθεος θὰ χαρίσει στὴν ἀνθρωπότητα τὴν ἀρχέγονη χρυσὴ ἐποχὴ καὶ θὰ ἐξαφανίσει τὸ Κακό.

 Στὴν Περσία, κατὰ τὸν 6ο αἰ. ἀκμάζει ἡ πυρολατρία, τὴν ὁποία διδάσκει ὁ προφήτης Ζωροάστρης. Στὴν βίβλο τῶν Περσῶν «Ἀβέστα» ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ζωροάστρης ἦταν προφήτης τοῦ Ἑνὸς Ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι προφῆτες ἦταν δαίμονες.  Ὁ ἀληθινὸς θεός, κατὰ τὸν Ζωροάστρη, θὰ ἀποστείλει τὸν υἱό του νὰ ἐνανθρωπήσει γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀδικία καὶ τὸ κακό. Ὁ ἐνανθρωπήσας θεὸς ταυτίζεται μὲ τὸν Μίθρα, ὁ ὁποῖος μεσιτεύει στὸν πατέρα του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀγωνίζεται γιὰ τὴν Δικαιοσύνη καὶ βασανίζεται γιὰ τὸ καλὸ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ θεανθρώπου ἐποχὴ χαρακτηρίζεται ὡς ἐποχὴ τῆς ὑπερίσχυσης τοῦ κακοῦ καὶ τῆς διαφθορᾶς.

Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἡ προσμονὴ τοῦ Σωτήρα διατυπώνεται πολλαπλῶς καὶ σὲ ὅλη σχεδὸν τὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία. Ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἐναργὴ ἀναζήτηση τῶν σοφῶν καὶ τῶν ποιητῶν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας. Ὁ ἕνας θεὸς παίρνει τὴν θέση τῶν δώδεκα θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, ὅσο ὁ ἀρχαῖος κόσμος παρακμάζει καὶ βυθίζεται στὴν σύγχυση καὶ τὴν διαφθορά, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. π.Χ. καὶ ὕστερα.

Ὁ τραγικὸς ποιητὴς Εὐριπίδης, στὴν τραγωδία του Βάκχαι ἀναφέρει ὅτι ὁ θεὸς Διόνυσος ἔλαβε μορφὴ ἀνθρώπινη καὶ κατέβηκε στὴν πόλη τῆς Θήβας, τῆς ὁποίας ἦταν προστάτης, προκειμένου νὰ δώσει χαρὰ καὶ εὐτυχία στοὺς ἀνθρώπους. «μορφὴν δ’ ἀμείψας ἐκ θεοῦ βροτησίαν πάρειμι»[1].

 Κορυφαία καὶ μοναδικὴ γιὰ τὸν ἀρχαῖο κόσμο εἶναι ἡ προφητεία τοῦ Προμηθέα Δεσμώτη στὴν ὁμώνυμη τραγωδία τοῦ μεγάλου τραγικοῦ ποιητῆ Αἰσχύλου, τὸν 5ο αἰ. π.Χ.

Ὁ Προμηθέας τιμωρεῖται ἀπὸ τὸν Δία σὲ αἰώνια σταύρωση στοὺς βράχους τοῦ Καυκάσου, ἐπειδὴ ἔδωσε στὸ ἀνθρώπινο γένος τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα, προκειμένου νὰ συγκροτήσουν ἔλλογες κοινωνίες σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἄλογες κοινωνίες τῶν ἄλλων ὄντων τῆς δημιουργίας. Ὁ Προμηθέας ἔκλεψε ἀπὸ τοὺς θεοὺς τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν φωτιά, τὰ δύο βασικὰ στοιχεῖα τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ὕλης καὶ τὰ ἔδωσε στοὺς ἀνθρώπους, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ ὅτι θα τιμωρηθεῖ ἀπὸ τοὺς ὀλύμπιους θεοὺς γιὰ τὴν πράξη του αὐτή.

Ἡ τιμωρία τοῦ Προμηθέα ἦταν φρικτή. Ἐνῶ ἦταν καρφωμένος στὸν Καύκασο, ἕνας ἀετὸς τοῦ κατέτρωγε τὰ σπλάχνα τὴν ἡμέρα. Τὸ βράδυ ἀναδημιουργοῦνταν τὰ σπλάχνα καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα περνοῦσε τὸ ἴδιο μαρτύριο. Ἀπὸ τὴν τραγική του αὐτὴ θέση, ἐκφράζει τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ λυτρωθεῖ ἀπὸ τὸ αἰώνιο αὐτὸ βασανιστήριο καὶ ὁ λυτρωτής του θὰ εἶναι υἱὸς τῆς Παρθένου Ἰοῦς καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ παρθενογέννητος αὐτὸς θεὸς θὰ καταλύσει τὸ κράτος τῶν ἀρχαίων ὀλυμπίων θεῶν. Θὰ λάβει τὴν θέση τοῦ Προμηθέα καρφωμένος σὲ ἕνα ξύλο, πάνω στὸ ὁποῖο θὰ πεθάνει ὡς ἄνθρωπος. Ὡς θεὸς ὅμως θὰ κατεβεῖ στὸν Ἅδη καὶ θὰ φτάσει μέχρι τὰ σκοτεινὰ Τάρταρα,γιὰ νὰ ἐλευθερώσει τοὺς αἰώνια καταδικασμένους καὶ νὰ τοὺς χαρίσει τὴν σωτηρία, ἐπιλέγοντας ἔτσι νὰ γίνει ἐξιλαστήριο θύμα γιὰ τὴν λύτρωση ὄχι μόνο τῶν ζώντων ἀλλάὰ καὶ τῶν τεθνεώτων ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν καταδίκη τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.

Ὁ Προμηθέας μάλιστα προλέγει, κατὰ θαυμαστὸ τρόπο, ὅτι τὸ μαρτύριό του θὰ τελειώσει σε 13 γενιές, γεγονός, ποὺ ἂν λάβει κανεὶς ὑπ’ ὄψιν του τὴν χρονολογία τῆς συγγραφῆς τῆς τραγωδίας καὶ τὴν χρονολογία τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ταυτίζεται ἀπόλυτα.

 Ὁ μέγιστος τῶν φιλοσόφων Σωκράτης στὴν Ἀθήνα τοῦ 4ου π.Χ. αἰ. ὁδηγεῖται στὸν θάνατο ἀπὸ τὸ ἐπίσημο δικαστήριο τῆς πόλης του. Μία ἐκ τῶν κατηγοριῶν του εἶναι ὅτι μὲ τὴν διδασκαλία του προσβάλλει τὴν θρησκεία τῶν Ἑλλήνων καθὼς ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς θεοῦ καὶ κηρύσσει στοὺς μαθητές του τὴν αὐτογνωσία καὶ τὴν ταπείνωση.

Στὴν Ἀπολογία του ἀναφέρει μὲ σαφήνεια ὅτι μόνον ἕνας θεϊκὸς ἄνθρωπος θὰ καταφέρει νὰ ξυπνήσει τὴν συνείδηση τῶν συμπολιτῶν του (Ἀπόστολος Παῦλος στὴν Πνύκα), ὁ ὁποῖος θὰ δικαστεῖ ἐπίσης καὶ θὰ καταδικαστεῖ εἰς θάνατον ὅπως ὁ ἴδιος.

Ὁ ἅγιος Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεὺς τὸν 3ο αἰ. μ.Χ. ἐπισημαίνει ὡς μέγας φιλόσοφος τῆς ἐποχῆς γιὰ τὸν Σωκράτη: «οὐκ οἶμαι δύνασθαι ὑπὸ Ἑλλήνων σαφέστερον προσμαρτυρήσεσθαι τὸν Σωτήρα ἡμῶν».

 Οἱ Ρωμαῖοι φιλόσοφοι καὶ ποιητές, μὲ κορυφαῖο τὸν Κικέρωνα φέρνουν στὸ φῶς τὶς ἀποκαλυπτικὲς προφητεῖες τῶν ἀρχαίων Σιβυλλῶν.

Τὶ ἦταν ὅμως οἱ Σίβυλλες;

Στὴν ἀρχαιότητα μὲ τὴν λέξη Σίβυλλα χαρακτηριζόταν η ὁποιαδήποτε γυναίκα μὲ μαντικὴ ἱκανότητα ποὺ προφήτευε αὐθόρμητα, ὅταν περιερχόταν σὲ ἔκσταση, μελλοντικὰ συμβάντα, συνήθως δυσάρεστα ἢ φοβερά. Αὐτὸ συνέβαινε, ὅπως πίστευαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ Ρωμαῖοι, γιατὶ δεχόταν τὴν ἐπίσκεψη ἑνὸς θεϊκοῦ πνεύματος. Οἱ Σίβυλλες δὲν εἶχαν σχέση ἐργασίας μὲ κάποιο μαντεῖο.

Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος «Σίβυλλα» δὲν εἶναι γνωστὴ μὲ βεβαιότητα. Στὴν ἀρχαιότητα πίστευαν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Λατῖνος συγγραφέας Λακτάντιος (4ος αἰ. μ.Χ.), ὅτι ἡ λέξη ἦταν σύνθετη, ἀπὸ τὸν δωρικὸ τύπο τοῦ οὐσιαστικοῦ «θεὸς» (σιός) καὶ τὸν αἰολικὸ τύπο τοῦ οὐσιαστικοῦ «βουλή» = θέληση (βόλλα). Σίβυλλα, σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ἐκδοχή, σήμαινε ἑπομένως ἐκείνη ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ.

Οἱ παραδόσεις γιὰ τὶς Σίβυλλες εἶναι ἀρχαιότατες. Ἡ κάθε Σίβυλλα εἶχε προφητικὸ χάρισμα ἀπὸ τὴν γέννησή της. Τὴν θεωροῦσαν μιὰ ὕπαρξη ἀνάμεσα στὸν θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἦταν ἀθάνατη, ἀλλὰ ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς της ξεπερνοῦσε κατὰ πολὺ τὸν μέσο ὅρο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὅπως ὁ χρησμοδότης θεὸς Ἀπόλλων κρατοῦσε τὴν λύρα, ἔτσι καὶ ἡ Σίβυλλα κρατοῦσε ἕνα ἄλλο ἔγχορδο μουσικὸ ὄργανο, τὴν σαμβύκη (εἶδος τριγωνικῆς λύρας). Ἡ ἐπαφὴ τῆς Σίβυλλας μὲ τὸ θεῖο προϋπέθετε τὴν παρθενία της. Σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες, ὑπῆρξαν συνολικὰ 12 Σίβυλλες κατὰ τὴν αρχαιότητα. Ἀπὸ αὐτές, οἱ πιὸ σημαντικὲς γιὰ τὸ θέμα μας εἶναι ἡ Κυμαία Σίβυλλα, ἢ Δημὼ ἢ Δημοφίλη καὶ ἡ Ἐρυθραία Σίβυλλα.

Ἀπὸ την Κυμαία Σίβυλλα, τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἀναφέρεται στὴν Κύμη τῆς Καμπανίας στὴν Ἰταλία, εἶχε ἀγοράσει ὁ βασιλιὰς τῶν Ρωμαίων Ταρκύνιος τὰ βιβλία τῶν «σιβυλλικῶν χρησμῶν», τὰ ὁποῖα φυλάσσονταν στὴν Ρώμη καὶ συγκεκριμένα στὸν ναὸ τοῦ Δία στὸ Καπιτώλιο.

Τὸ ὄνομα αὐτῆς τῆς Σίβυλλας εἶναι συνδεδεμένο μὲ ἐκπληκτικὲς προφητεῖες γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία, ὡς Λυτρωτοῦ τῆς οἰκουμένης.

Ὁ μεγάλος Ρωμαῖος φιλόσοφος καὶ ποιητὴς Κικέρων, τὸ 41π.Χ. δημοσιεύει πρῶτος καὶ μεταφράζει στὴν Λατινικὴ γλώσσα τὶς προφητεῖες τῆς Κυμαίας καὶ τῆς Ἐρυθραίας Σίβυλλας γιὰ τὸν Χριστό (Ἐκλογαὶ Δ’):

Ἔφθασε ἤδη ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία πραγματοποιεῖται ἡ τελευταία τῆς Κυμαίας Σίβυλλας ἡ προφητεία: Ἤδη ὁ ἀστερισμὸς τῆς Παρθένου ἐπανέρχεται καὶ μαζί του ἐπανέρχεται τοῦ Μοναδικοῦ Θεοῦ ἡ βασιλεία. Ἤδη ἡ νέα γενιὰ τῶν ἀνθρώπων ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ἡ Κυμαία  Σίβυλλα ἑρμηνεύει ἀρχικὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀδὰμ μὲ τὰ ἑλληνικὰ ἀρχικά: Α (Ἀνατολή), Δ (Δύση), Α (Ἆρκτος= Βοράς), Μ (Μεσημβρία= Νότος), ἐνῶ ἀκολούθως προφητεύει γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ:

Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τὸν Ἀδάμ, τὸν πρωτόπλαστον ποὺ εἶναι γενάρχης ὅλων τῶν ἐθνῶν, καθὼς μὲ τὸ ὄνομά του ἐνώνει τὴν ἀνατολὴ μὲ τὴν δύση, τὸν νότο μὲ τὸν βορρά.

Στὴν συνέχεια ἡ Σίβυλλα μιλάει γιὰ τὶς περιπέτειες τῶν Πρωτοπλάστων στὸν Παράδεισο καὶ τὴν ἐξαπάτηση τοῦ ὄφεως, καθὼς καὶ τὴν ἐκδίωξη τῶν Πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο, ἐνῶ συνεχίζει νὰ ἀποκαλύπτει τὰ γένη τῶν ἀνθρώπων, τοὺς Γίγαντες, τὸν Νῶε, τὸν Κατακλυσμό, τὴν Κιβωτὸ στὸ ὄρος Ἀραράτ, τὸ γένος τῶν Τιτάνων, προλέγοντας τὴν ἔλευση τοῦ Θεανθρώπου μὲ τὸ ὄνομα Χριστός.

Ὁ μεγάλος Θεὸς ποὺ κυριαρχεῖ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη ὅρισε τὴν γέννηση τοῦ τέκνου του ὡς σαρκοφόρου θνητοῦ, ὅμοιου μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἔχει τὸ ὄνομα Χριστός.

Αὐτὸς δὲν θὰ καταλύσει τὸν παλαιὸν νόμο τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ θὰ τὸν συμπληρώσει, θὰ τὸν ἀνακαινίσει καὶ θὰ τὸν διδάξει.

Σὲ αὐτὸν ἱερὰ πρόσωπα θὰ προσφέρουν χρυσό, σμύρνα καὶ λίβανον.  Αὐτὸν θὰ ἀναγγείλει στὸν κόσμο ἐρημικὴ φωνὴ μὲ τὴν προτροπὴ νὰ ἑτοιμάσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ὁδόν του, ἐγκαταλείποντας τὰ μονοπάτια τῆς ἁμαρτίας[2]. Αὐτὸς θὰ ἔλθει ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο[3] στὴν Ἰουδαία καὶ θὰ διαχωρίσει τὴν ἀνομία ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη[4]. Θα χορτάσει τὰ πλήθη μὲ πέντε ἄρτους καὶ ἰχθεῖς, τῶν ὁποίων τὸ περίσσευμα θὰ γεμίσει δώδεκα κοφίνια[5].

Αὐτὸς θὰ δώσει τὴν ὄραση στοὺς τυφλούς[6], τὴν ἀκοὴ στοὺς κωφούς[7], τὴν λαλιὰ στοὺς ἀλάλους[8], θὰ περπατήσουν στὸ ὄνομά του οἱ χωλοί[9], θὰ ἐκβάλει τὰ δαιμόνια[10] καὶ θὰ ἀναστήσει νεκρούς[11].

Ἀλλὰ ὁ Ἰσραὴλ σὰν νὰ εἶναι μεθυσμένος δὲν θὰ καταλάβει, γιατὶ τὰ αὐτιά του καὶ τὰ μάτια του εἶναι βεβαρυμένα[12]. Καὶ στὸν υἱὸ τοῦ Θεοῦ θὰ δώσει κτυπήματα καὶ θὰ τὸν ἐμπτύσει[13], θὰ τὸν ποτίσει μὲ χολὴ καὶ ὄξος[14] καὶ θὰ τοῦ φορέσει ἀκάνθινο στεφάνι[15].

Ἀλλὰ ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ θὰ ἁπλώσει τὰ χέρια του ἀγκαλιάζοντας ὅλη τὴν οἰκουμένη, θὰ μείνει κρεμασμένος τρεῖς ὥρες καὶ κατόπιν θὰ τοῦ τρυπήσουν τὴν πλευρὰ μὲ λόγχη[16]. Μὲ τὸν θάνατό του θὰ σκοτισθεῖ ἡ γῆ καὶ θὰ σχισθεῖ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα[17].

Ἡ διδασκαλία του θὰ καλύψει ὡς διάδημα ὅλη τὴν οἰκουμένη[18] καὶ οἱ πιστοί του θὰ εἶναι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θὰ ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸν νέο καὶ ἔνδοξο νόμο του[19]. Τότε θὰ ἔχουν ἐπληρωθεῖ ὅλες οἱ προφητεῖες τῶν παλαιῶν προφητῶν[20].

Ὁ Χριστὸς θὰ βραβεύσει τοὺς δίκαιους[21], θὰ στέψει μὲ ἀθάνατο στεφάνι τοὺς μάρτυρες καὶ τοὺς ὁσίους[22]. Αὐτὸς θὰ εὐλογήσει τὸν γάμο[23] καὶ θὰ καταδικάσει τὴν μοιχεία[24]. Θὰ δώσει αἰώνια ζωὴ σὲ ὅσους τὸν πιστεύσουν ὡς ἀληθινὸ Θεό[25], θὰ χαρίσει ἐλπίδα καὶ εὐφροσύνη στοὺς πιστούς του καὶ θὰ τοὺς λυτρώσει ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν δυστυχία[26].

«…ἀγνὸς γὰρ Χριστὸς τούτοις τὰ δίκαια βραβεύσει

καὶ δοκίμους στέψει, αὐτὰρ θέμα μάρτυσι δώσει

ἀθάνατον ἄχρι καὶ θανάτου τὸν ἀγῶνα ποιοῦσιν.

Παρθενικοῖς δὲ δραμοῦσι καλῶς ἄφθαρτον ἄεθλον

δώσει τοῦ θέματος καὶ τοῖς τὰ δίκαια νέμουσιν

ἀνθρώποις πᾶσίν τε καὶ ἔθνεσιν ἀλλοδαποῖσιν

τοῖς ὁσίως ζώουσι θεὸν θ’ ἕνα γινώσκουσιν.

Τοῖς δ’ ἀγαπῶσι γάμον τε γαμοκλοπιῶν τ’ ἀπέχονται,

δώσει πλούσια δώρα, αἰώνιον ἐλπίδα καὶ τοῖς

πᾶσά τε γὰρ ψυχή μερόπων θεοῦ ἐστι χάρισμα,

κοὒ θέμις ἀνθρώποις τοῖς ἄλγεσι πᾶσι μιαίνειν.»

Στην συνέχεια η Σίβυλλα προφητεύει σημαντικὰ σημεῖα τῆς διδασκαλίας του Χριστοῦ:

Νὰ μὴν πλουτίζεις διαπράττοντας ἀδικία[27], νὰ εἶσαι αὐτάρκης[28] καὶ νὰ μὴν ὀρέγεσαι τὴν περιουσία τῶν ἄλλων, νὰ μὴν ψεύδεσαι[29] καὶ νὰ εἶσαι τίμιος. Μὴν λατρεύεις εἴδωλα παρὰ μόνο τὸν Ἀληθινὸ Θεό[30]. Νὰ ἐλεεῖς τοὺς πτωχούς[31], νὰ μὴν ἐκδικεῖσαι τοὺς ἐχθρούς σου ἀλλὰ νὰ τοὺς συγχωρεῖς[32].

«μὴ πλουτεῖν ἀδίκως, ἀλλ’ ἐξ ὁσίων βιοτεύειν.

ἀρκεῖσθαι παρεοῦσι καὶ ἀλλοτρίων ἀπέχεσθαι.

ψεύδεα μὴ βάζειν, τὰ δ’ ἐτήτυμα πάντα φυλάσσειν.

Μηδὲ μάτην εἴδωλα σέβου· τὸν δ’ ἄφθιτον αἰεί.

Πρῶτα θεὸν τίμα, μετέπειτα δὲ σεῖο γονήας.

Πάντα δίκαια νέμειν, μήδ’ εἰς κρίσιν ἄδικον ἔλθης.

Μὴ ρίψης πενίην ἀδίκως, μὴ κρίνε προσώπῳ.

ν σὺ κακῶς δικάσῃς, μετέπειτα θεός σὲ δικάσει.

μαρτυρίην ψευδῆ φεύγειν, τὰ δίκαια βραβεύειν.

παρθεσίην τηρεῖν, ἀγάπην δ’ ἐν πᾶσι φυλάσσειν

μέτρα νέμειν τὰ δίκαια καλόν δ’ ἐπίμετρον ἅπασιν.

Σταθμὸν μὴ κρούειν ἑτερόζυγον, ἀλλ’ ἴσον ἕλκειν.

μήδ’ ἐπιορκήσῃς μήτ’ ἀγνῶς μήτε ἐκοντί,

ψεύδορκον στυγέει θεός, ὅτι ἂν τις ὁμόσσῃ.

Ἐξ ἀδίκων ἔργων δῶρον χερὶ μήποτε δέξῃ.)

σπέρματα μὴ κλέπτειν˙ ἐπαράσιμος ὅστις ἕληται

εἰς γενεᾶς γενεῶν <εἰς> σκορπισμὸν βιότοιο.

Μὴ ἀρσενοκοιτεῖν, μὴ συκοφαντεῖν, μήτε φονεύειν.

Μισθὸν μοχθήσαντι δίδου, μὴ θλίβε πένητα.

Γλώσσῃ νοῦυν ἐχέμεν κρυπτὸν λόγον ἐν φρεσὶν ἴσχειν.

Ὀρφανικοῖς χήραις ἐπιδευομένοις δὲ παράσχου.

Μήτ’ ἀδικεῖν ἐθέλῃς μήτ’ οὖν ἀδικοῦντα ἑάσης.

Πτωχοῖς εὐθὺ δίδου μήδ’ αὔριον ἐλθέμεν εἴπῃς.

ἱδρώσῃ σταχύων χειρί χρήζοντι παράσχου.

Ὃς δ’ ἐλεημοσύνην παρέχει, θεῷ οἴδε δανείζειν.

ρύεται ἐκ θανάτου ἔλεος, κρίσις ὁππόταν ἔλθῃ.

Οὐ θυσίην, ἔλεος δὲ θέλει θεὸς ἀντί θυσίης[33].

Ἔνδυσον [οὖν] γυμνόν, μετάδος πεινῶντ’ ἄρτων σῶν)

ἄστεγον εἰς οἶκον δέξαι καὶ τυφλὸν ὁδήγει.

Ναυηγοὺς οἴκτειρον ὁ γὰρ πλοῦς ἐστιν ἄδηλος.

Χεῖρα πεσόντι δίδου, σῶσον δ’ ἀπερίστατον ἄνδρα.

κοινά πάθη πάντων, βιοτὸς τροχός, ἄστατος όλβος,

πλούτον ἔχων σὴν χείρα πενητεύουσιν ὄρεξον,

ὧν σοι ἔδωκε θεός, τούτων χρήζοντι παράσχου.

Κοινὸς πᾶς ὁ βίος μερόπων, ἄνισος δε τέτυκται,

μήποτε ἄνδρα πένητα ἰδών σκώψῃς ἐπέεσσιν

μηδὲ κακῶς γε προσείπῃς μωμητόν τινα φῶτα.

Τὸ ζῆν ἐν θανάτῳ δοκιμάζεται εἰ τις ἔπραξεν

ἔκνομον ἢ δίκαιον, διακρίνεται εἰς κρίσιν ἐλθών.

Μηδὲ φρένας βλάπτειν οἴνῳ μηδ’ ἄμετρα πίνειν.

Αἷμα δὲ μὴ φαγέειν, εἰδωλοθύτων δ’ ἀπέχεσθαι.

Τὸ ξίφος ἀμφιβαλοῦ μὴ πρὸς φόνον, ἀλλ’ ἐπ’ ἄμυναν·

εἴθε δὲ μὴ χρήσῃ μήτ’ ἔκνομα μήτε δικαίως κἂν γὰρ

ἀποκτείνῃς ἐχθρόν, σέο χεῖρα μιαίνεις.

ἀγροῦ γειτονέοντος ἀπόσχου, μηδ’ ἄρ’ ὑπερβῇς

πᾶς ὅρος ἐστί δίκαιος, ὑπερβασίη δ’ ἀλεγεινή.

Κτῆσις ὀνήσιμός ἔσθ’ ὁσίων, ἀδίκων δὲ πονηρά,

μηδέ τιν’ αὐξόμενον λωβήσῃ καρπὸν ἀρούρης.

ἔστωσαν δ’ ὁμότιμοι ἐπήλυδες ἐν πολιήταις· …»

 Ἀντίστοιχα ἡ Ἐρυθραία Σίβυλλα προφητεύει τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀκροστιχίδα τοῦ ποιητικοῦ κειμένου τῆς Ἐρυθραίας Σίβυλλας εἶναι: «ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΕΙΣΤΟΣ ΘΕΟΥ ΥΙΟΣ  ΣΩΤΗΡ ΣΤΑΥΡΟΣ». Ἡ παρουσία του Ε στὴν λέξη Χρ(ε)ιστός συμβολίζει τὸν Ἐρχόμενον Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ἀναζητώντας τὴν Ἀλήθεια, διάβασε τὰ κείμενα τῶν Σιβυλλῶν ἀπὸ τοὺς πρωτότυπους ἑλληνικοὺς παπύρους καὶ ἀπὸ τὴν λατινικὴ μετάφραση τοῦ Κικέρωνα. Σύμφωνα μὲ τὸν λόγιο καὶ ἀντιγραφέα χειρογράφων, βιογράφο του Εὐσέβιο, ἐπίσκοπο Καισαρείας, ὁ Κωνσταντῖνος προσέγγισε τὸν Χριστιανισμὸ διαβάζοντας τὰ κείμενα τῶν Σιβυλλῶν.

Ὁ Εὐσέβιος στὸ περίφημο ἔργο του «Βίος Κωνσταντίνου»[34] παραθέτει ἕναν βαρυσήμαντο λόγο τοῦ αὐτοκράτορα ποὺ ἀναφέρεται στὶς προφητεῖες τῶν δύο Σιβυλλῶν. Μὲ τὸν λόγο του αὐτὸ ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ Κυμαία καὶ ἡ Ἐρυθραία Σίβυλλα  ἦταν θεοφώτιστες προφήτισσες ποὺ «ἐπληρώθησαν ἀπὸ θεία ἔμπνευση» καὶ προφήτευσαν τὴν ἔλευση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ πρῶτα εἰσαγωγικὰ σχόλια τοῦ Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια παραθέτει ὁλόκληρη τὴν προφητεία τῆς Ἐρυθραίας Σίβυλλας περὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

 «Αὐτὸς ὁ ὁποῖος τώρα ἀναφέρεται σὲ ἀκροστιχίδα εἶναι ὁ δικός μας Θεός, Σωτὴρ ἀθάνατος βασιλεὺς αὐτὸς ὁ ὁποῖος ὑπέφερε πρὸς χάριν μας.»

Γράφει ἐπίσης ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος:

Καὶ αὐτὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν παρθένο ἐμφανίστηκαν γιὰ νὰ τὰ προφητεύσει. Ἐγὼ τὴν θεωρῶ μακαρία, καθὼς τὴν ἐπέλεξε ὁ Σωτὴρ ὡς προφήτισσα ἐξαιτίας τῆς πρόνοιάς Του γιὰ ἐμᾶς. Ἀλλὰ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν πιστεύουν καὶ ἂν καὶ παραδέχονται τὴν ὕπαρξη τῆς μάντιδος Ἐρυθραίας Σίβυλλας, ἰσχυρίζονται ὅτι κάποιος ἀπὸ τοὺς ὁπαδοὺς τῆς δικῆς μας θρησκείας, ἔμπειρος τῆς ποιητικῆς μούσας, ἔχει συνθέσει αὐτὰ τὰ ἔπη ἢ ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ δημιουργήματα τῆς Σίβυλλας, ποὺ περιέχουν ὠφέλιμες συμβουλὲς γιὰ τὴν ζωὴ καὶ περικόπτουν τὴν ὑπερβολὴ τῶν ἡδονῶν ὁδηγώντας στὴν συνετὴ καὶ εὐπρεπὴ ζωή. Εἶναι ὅμως ὁλοφάνερη ἀλήθεια ὅτι ἡ Σίβυλλα ἐξιστόρησε τὰ γεγονότα μὲ ἀκριβέστατο τρόπο, ὥστε οὐδεὶς νὰ μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι τὸ κείμενο γράφθηκε μετὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ[35].

Σύμφωνα μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, ὁ ἴδιος  ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπέλεξε τὴν Σίβυλλα τὴν Ἐρυθραία γιὰ νὰ προφητεύσει γιὰ τὴν ἔλευσή του καὶ τὴν Δευτέρα Παρουσία Του. Καὶ ὅλα ὅσα προφήτευσε, τῆς παρουσιάστηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἀποκλείει τὴν ἄποψη ὅτι τὸ περιεχόμενο τοῦ κειμένου τῆς Σίβυλλας εἶναι πλαστογραφημένο ἀπὸ χριστιανὸ συγγραφέα, μὲ τὸ πολὺ σημαντικὸ καὶ ἀκριβὲς ἐπιχείρημα ὅτι τὸ κείμενο βρῆκε καὶ μετέφρασε στὰ Λατινικὰ ὁ Ρωμαῖος ποιητὴς Κικέρωνας ἕναν αἰῶνα πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ: Ὠμολόγηται γὰρ Κικέρωνα ἐντετυχηκότα τῷ ποιήματι, μετενέγκειν δὲ αὐτὸ εἰς τὴν Ῥωμαίων διάλεκτον καὶ ἐντᾶξαι αὐτὸ τοῖς ἑαυτοῦ συντάγμασιν.[36]

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν Κωνσταντῖνο ἕναν αἰῶνα πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ὁ ρωμαῖος ἱστορικὸς Κικέρωνας  εἶχε ἤδη μεταφράσει τὶς προφητεῖες τῶν Σιβυλλῶν στὴν Λατινικὴ γλώσσα καὶ τὶς εἶχε ἐντάξει στὰ συγγράμματά του.

Τὴν ἴδια πληροφορία καταγράφει καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Εὐσέβιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος τοῦ μεγαλύτερου εργαστηρίου ἀντιγραφῆς χειρογράφων τῆς ἐποχῆς του καὶ ἐμβριθὴς μελετητὴς τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας καὶ  γνωρίζει ἄριστα τὶς πηγὲς ποὺ ἀναφέρει. Ὁ Ευσέβιος διέσωσε τὸν λόγο τοῦ Κωνσταντίνου, κατέταξε τὸ περιεχόμενό του σὲ ἑνότητες καὶ ἔθεσε τίτλο στὴν κάθε ἑνότητα. Ἡ 19η ἑνότητα ποὺ περιέχει τὴν προφητεία τῆς Ἐρυθραίας Σίβυλλας ἔχει τὸν ἑξῆς τίτλο:

ιθ΄ Ὅτι ἡ περὶ τοῦ Σωτῆρος μαντεία παρ’ οὐδενὸς τῶν τῆς ἐκκλησίας πέπλασται ἀλλὰ τῆς Ἐρυθραίας Σιβύλλης ἐστίν, ἣς τὰς βίβλους Κικέρων, ὁ πρὸ τῆς ἐπιδημίας τοῦ Χριστοῦ, Ῥωμαϊστὶ μετέφρασεν καὶ ὅτι Βιργίλιος μέμνηται αὐτῆς καὶ τοῦ παρθενικοῦ τόκου δι’ αἰνιγμάτων φόβῳ τῶν κρατούντων ὑμνήσας τὸ μυστήριον[37].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κικέρωνα στὶς Σίβυλλες ἀναφέρεται καὶ ὁ ρωμαῖος ποιητὴς Βιργίλιος.

Ὁ Κικέρωνας στὸ ἔργο του De Divinatione ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:

Ἐμεῖς πιστεύουμε στοὺς χρησμοὺς τῆς Σίβυλλας, τοὺς ὁποίους ἐκείνη ἔδινε, ὅπως λέγεται, σὲ κατάσταση ἔκστασης.  Ὅπως ἐθεωρεῖτο λίγο καιρὸ πρὶν γιὰ μία μὴ τεκμηριωμένη φήμη, ἡ ὁποία εἶχε διαδοθεῖ στὸν κόσμο καὶ τὴν ὁποία ἕνας (ρωμαῖος) ἑρμηνευτὴς αὐτῶν τῶν χρησμῶν κατέθεσε στὴν Σύγκλητο, ἰσχυριζόμενος ὅτι αὐτὸς ποὺ εἶναι ἤδη βασιλιάς μας θὰ ἔπρεπε νὰ λάβει τὸν τίτλο τοῦ βασιλιᾶ ἐὰν θέλουμε νὰ σωθοῦμε. Ἐὰν αὐτὸ εἶναι γραμμένο στὰ Σιβυλλικὰ κείμενα, γιὰ ποιὸν ἄνθρωπο καὶ σὲ ποιὸν χρόνο ἀναφέρεται;[38]

Ὁ Κικέρων ἀναφέρεται σὲ κάποιον χρησμὸ τῆς Σίβυλλας ποὺ εἶχε διαδοθεῖ κατὰ τὴν ἐποχή του. Ὁ χρησμὸς αὐτὸς διακηρύττει ὅτι οἱ ἄνθρωποι θὰ σωθοῦν μόνον ἐάν ἀναγνωρίσουν ὡς βασιλέα τους Αὐτὸν ποὺ πραγματικὰ εἶναι βασιλέας τους. Καὶ ἐπειδὴ ὁ χρησμὸς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν ἀνεξήγητος ὁ Κικέρων ἀναρωτιέται ποιὸς μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ βασιλέας καὶ ποιὰ ἡ ἐποχή του, ἀδυνατώντας βεβαίως νὰ κατανοήσει ὅτι ὁ χρησμὸς ἀναφέρεται στὸν Βασιλέα τῶν βασιλέων.

Και συνεχίζει ο Κικέρων στα σχόλιά του:

Τὸ ὅτι αὐτὸς ὁ χρησμὸς δὲν εἶναι ἀποκύημα ἑνὸς  φαντασιόπληκτου νοῦ τὸ ἀποδεικνύει καὶ ἡ σύνθεση αὐτῶν τῶν στίχων, σύνθεση ἐκλεπτυσμένης καὶ προσεγμένης τέχνης καὶ ὄχι ἕνα ἐκστατικὸ παραλήρημα, εἶναι ἕνας τύπος σύνθεσης, ὁ ὁποῖος συνηθίζεται νὰ ἀποκαλεῖται ἀκροστιχίδα μέσα στὴν ὁποία ἀναγινώσκονται τὰ πρῶτα γράμματα κάθε στίχου τοποθετημένα σὲ μία πλήρη ἔκφραση. Καὶ στὰ Σιβυλλικά βιβλία ὁλόκληρος ὁ χρησμὸς ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸν πρῶτο στίχο τῆς κάθε φράσης τοποθετώντας μὲ σειρὰ τὰ πρῶτα γράμματα αὐτῆς τῆς φράσης.

Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος ποὺ συνθέτει ἕνας συγγραφέας καὶ ὄχι ἕνας φαντασιόπληκτος, ἀλλὰ κάποιος ποὺ ἐργάζεται μὲ ἰδιαίτερη ἀκρίβεια καὶ ὄχι κάποιος ἀνόητος. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ διατηροῦμε μὲ σεβασμὸ τὰ κείμενα τῆς Σίβυλλας, ὅπως μᾶς παραδόθηκαν[39].

Ὁ χρησμὸς τῆς Σίβυλλας σχηματίζει σύμφωνα μὲ τὸν Κικέρωνα μία ἰδιαίτερα εὐφυὴ καὶ ἐκλεπτυσμένη ἀκροστιχίδα. Ὁ χρησμὸς λοιπόν, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὸν βασιλέα ποὺ θὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους ἐνῶ στὸν δεύτερο στίχο τῆς προφητείας τῆς Σίβυλλας Ἐρυθραίας ἀναγράφεται ἡ ἔλευσις τοῦ Βασιλέα τῶν αἰώνων.

Πότε ὅμως ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀνέγνωσε γιὰ πρώτη φορὰ τὶς προφητεῖες τῆς Σίβυλλας Ἐρυθραίας καὶ ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ τὸν πληροφόρησε;

Ὁ Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος, ὁ πρῶτος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ 1453, σὲ μία ἀνέκδοτη ὁμιλία του τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὸν Μέγα Συναξαριστὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γράφει ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἂν καὶ ἀνῆκε στοὺς ὁπαδοὺς τῆς πατρώας ἑλληνικῆς θρησκείας, ὠθήθηκε πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὅταν ἀνέγνωσε μία συλλογὴ τῶν Σιβυλλικῶν χρησμῶν, ἡ ὁποία ἐφυλάσσετο στὴν Βασιλικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ρώμης. Ὁ υἱὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κρίσπος, τὸν ἐνημέρωσε γιὰ τὰ κείμενα αὐτά.  Ὁ Κρίσπος γνώρισε τοὺς χρησμοὺς ἀπὸ τὸν τον δάσκαλό του Φηρμιανό Λακτάντιο, ὁ Ὁποῖος τοὺς ἀνακάλυψε ὅταν ἐργαζόταν στὴν Βασιλικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ρώμης.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Αγιορείτης σχολιάζει τὴν πληροφορία τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου:

Διότι ὁ Φιρμιανὸς Λακτάντιος, σοφώτατος ὢν καὶ εἷς τῶν φυλάκων τῆς ἐν Ῥώμη Βασιλικῆς Βιβλιοθήκης ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλίων τῶν Σιβυλλῶν καὶ τῶν ἁπανταχοῦ χρηστηρίων τῶν φανερῶς διαγγελόντων ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς φωτισθεὶς ἐπίστευσε τῷ Χριστῷ καὶ μάλιστα καὶ εἰς τὸν Κρίσπον τὸν υἱὸν Κωνσταντίνου, διδάσκαλος ἐγένετο τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. Ὁ δὲ Κρίσπος πάλιν ἐφανέρωσεν τὰς βίβλους ταύτας εἰς τὸν πατέρα αὐτοῦ, Κωνσταντῖνον, καὶ πολὺ ὠφέλησεν αὐτὸν εἰς τὸ πιστεῦσαι τῷ Χριστῷ, ὡς λέγει τοῦτο Γεννάδιος Σχολάριος[40].

Γιὰ καμμία θεότητα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, γιὰ κανέναν προφήτη δὲν ὑπῆρξαν τόσες χρησμολογίες σὲ πανανθρώπινη διάσταση. Ἡ ἀναμονὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς Θεανθρώπου, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ υἱοῦ τῆς Παρθένου, ὡς Λυτρωτὴ ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ καὶ τὸν ὄλεθρο τῆς ἁμαρτίας εἶναι μία διαρκὴς προσμονὴ μέσα στοὺς αἰῶνες, σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς οἰκουμένης καὶ κυρίως τῆς Ἀνατολῆς.

Ὁ ἐρχομὸς Του ἔφερε τὴν αἰώνια ζωὴ, τὴν Λύτρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο, τὴν ἀγάπη, τὴν εἰρήνη καὶ τὴν θεία δικαιοσύνη.

Σήμερα οἱ πιστοί Του σὲ ὅλο τὸν πλανήτη ἀναμένουμε τὴν δεύτερη ἔλευσή Του, τὴν Δευτέρα Παρουσία Του, κατὰ τὴν ὁποία θὰ συντελλεσθεῖ ἡ αἰώνια πλέον κρίση τῶν ἀνθρώπων, μὲ βάση τὴν διδασκαλία Του καὶ τὴν θεία Δικαιοσύνη. Τὸ βασικὸ κριτήριο σὲ αὐτὴν τὴν κρίση θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη τὴν ὁποία ἀγνοοῦσαν οἱ πρὸ Χριστοῦ ἄνθρωποι. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀπόδειξη τῶν πιστῶν τοῦ Κυρίου. Μὲ αὐτὴν ὡς ἑδραίωμα καὶ βίωμα οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πιστοὶ Του εὔχονται: Ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ[41].

 

*Χρόνη – Βακαλοπούλου Μαρία

Δασκάλα της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας,
Επιστημονική Συνεργάτης του Τμήματος Βυζαντινής Φιλολογίας στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών &  Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

 

 

 

 

[1] Εὐριπίδης, Βάκχαι, ἔκδ. E. R. Dodds, μτφρ. Γ. Y. Πετρίδου – Δ. Γ. Σπαθάρας. Ἀθήνα 2004, στ. 4 κ. ἑξ. Βλ. καὶ Ἀ. Δ. Δημαράς, Σύγκριση τν Βακχν το Εριπίδη μ τν Χριστ πάσχοντα, Μεταπτυχιακὴ ἐργασία, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2012.

 

[2] Μᾶρκος, 1.3

[3] Ματθαῖος 2.15.

[4] Ματθαῖος, 6.1, Λουκᾶς, 1.75, Ἰωάννης, 16.8.

[5] Ματθαῖος, 14.20, Μᾶρκος, 6.43, Ἰωάννης, 6.13.

[6] Ματθαῖος, 9.27-28, 20.34.

[7] Μᾶρκος, 9.25.

[8] Μᾶρκος, 9.25.

[9] Ματθαῖος 21.14, Μᾶρκος, 8.23, Λουκᾶς, 4.18.

[10] Ματθαῖος, 17.18, Λουκᾶς, 13.32.

[11] Ματθαῖος, 11.5, 27.64. Μᾶρκος, 12.26, Λουκᾶς, 7.15, Ἰωάννης, 5.21.

[12] Ματθαῖος, 26.43.

[13] Ματθαῖος, 26.67, Μᾶρκος, 10.34, 14.65, 15.19, Λουκᾶς, 18.32.

[14] Μᾶρκος, 27.34, Μᾶρκος, 15.36, Λουκᾶς, 23.36, Ἰωάννης, 19.29.

[15] Ματθαῖος, 27.29, Μᾶρκος, 15.17, Ἰωάννης, 19.2.

[16] Ἰωάννης, 19.34.

[17] Ματθαῖος, 27.51, Μᾶρκος, 15.38, Λουκᾶς, 23.45.

[18] Ματθαῖος, 24.14, Λουκᾶς, 2.1.

[19] Ματθαῖος, 5.17, Λουκᾶς, 2.23, Ἰωάννης, 7.49.

[20] Ματθαῖος, 22.40, Λουκᾶς, 16.16.

[21] Ματθαῖος, 10.41, Ἰωάννης, 5.30.

[22] Πρὸς Ἑβραίους, 12.1

[23] Ἰωάννης, 2.1.

[24] Ματθαῖος, 15.19, Μᾶρκος, 7.21, Ἰωάννης, 8.3.

[25] Μᾶρκος, 9.43, 10.31, Λουκᾶς, 18.30, Ἰωάννης, 3.16.

[26] Α’ Πρὸς Θεσσαλονικεῖς, 4.5.

[27] Λουκᾶς, 16.9, Πράξεις Ἀποστόλων, 1.18.

[28] Β’ Πρὸς Κορινθίους, 9.8, Α’ Πρὸς Τιμόθεον, 6.6.

[29] Πράξεις Ἀποστόλων, 5.4, Ἰάκωβος, 3.14, Α’ Ἰωάννου, 1.6.

[30] Α’ Πρὸς Κορινθίους, 10.14, Α’ Ἰωάννου, 5.21, Α’ Πέτρου, 4.3..

[31] Μᾶρκος, 10.21.

[32] Ματθαῖος, 5.44.

[33] Ματθαῖος. 9.13.

[34] Εὐσέβιος Καισαρείας, Εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Τριακονταετηρικό. Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου, Πατερικαὶ ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς, τ. 4, ἔκδ. Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1982.

 

[35] Εὐσέβιος Κωνσταντίνου, Λόγος ὃν ἔγραψεν ὁ Μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος τῷ τῶν ἁγίων συλλόγῳ, στὸ Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου, 5.18.

[36] Εὐσέβιος Κωνσταντίνου, Λόγος ὃν ἔγραψεν ὁ Μέγας ἐν βασιλεῦσι Κωνσταντῖνος τῷ τῶν ἁγίων συλλόγῳ, στὸ Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου, 5.18.

 

[37] Εὐσέβιος Καισαρείας, Εἰς τὸν Κωνσταντῖνον Τριακονταετηρικό. Εἰς τὸν βίον Κωνσταντίνου, Εἰσαγωγή.

[38] Κικέρων, De Divinatione, ἔκδ. C. Singorelli, Milano 1933, 2.54.

[39] Κικέρων, De Divinatione, 2.54

[40]  Νικόδημος Ἁγιορείτης, Μέγας Συναξαριστὴς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ. Βίκτωρος Ματθαίου μοναχοῦ,  Κωνσταντινούπολις, αωξγ’ (1863), Σεπτέμβριος ΙΔ’ σ. 286.

[41] Ἀποκάλυψις, 22.17

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος