
Μόλις πληροφορήθηκα τον θάνατο του άρχοντα της Σαλονίκης Αντώνη Δούδου.
Στη μνήμη του, αντί θυμιάματος, οι λέξεις που ακολουθούν, βγαλμένες από τα φυλλοκάρδια μου.
Στη Μαριούπολη της Ουκρανίας, υπάρχει και προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εκεί Ελληνισμό, ένα νοσοκομείο.
Οι Μαριουπολίτες ξέρουν ποιος Έλληνας το ‘φτιαξε, κι ας μη τον ξέρουν οι Ελλαδίτες «παντογνώστες» και ιδιαίτερα αυτοί που ασχολούνται με τους κάθε λογής και φυράματος «ευεργέτες της κοινωνίας», κι άντε να μη ξεστομίσω αυτό που βρίσκεται στην άκρα των χειλιών μου.
Απόψε θα σας πω πώς εγίνηκε αυτό το νοσοκομείο, γιατί εγίνηκε και ποιος το ‘φτιαξε.
Αντώνης Δούδος ονομάζεται ο «άγνωστος μεταξύ αγνώστων».
Αντώνης Δούδος, ο γιός του μπάρμπα Κώτσου και της κυράς Σμαραγδής.
Δεν γεννήθηκε πλούσιος.
Δούλεψε σκληρά για να γίνει.
Είχε και το χάρισμα της επιχειρηματικής διορατικότητας καθώς και την ικανότητα να πραγματώνει αμέσως τις καινοτόμες ιδέες του στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας, βοήθησαν και οι οικονομικοεπιχειρηματικές συγκυρίες της εποχής και ο Αντώνης Δούδος πέτυχε τους στόχους του.
Τους επιχειρηματικούς και οικονομικούς στόχους του.
Υπήρχαν όμως, και άλλοι στόχοι.
Προσωπικοί, οικογενειακοί, κοινωνικοί, πολιτικοί.
Σε όλους αυτούς, αν δεν πέτυχε το ευκταίο οπωσδήποτε κατέκτησε το εφικτό.
Η απόσταση που τον χώριζε από το ευκταίο, ήταν πολύ μικρή, μα πάλευε μέχρι την ώρα ου έκλεισε τα μάτια του να καταφέρει να την καλύψει.
Τον Αντώνη τον γνωρίζω καλά.
Επί δεκαετίες φίλοι είχα πάμπολλες ευκαιρίες να γνωρίσω τον άνδρα σε βάθος.
Όχι μόνο στο επίπεδο του φαίνεσθαι.
Νομίζω ότι γνωρίζω το όλον του.
Με αυτή τη γνώση δεδομένη, μπορώ να πω, μετά λόγου γνώσεως, ότι είναι από τους σημαντικότερους ανθρώπους που συνάντησα στη ζωή μου.
Είναι από τους λίγους ανθρώπους που, χωρίς καμιά προς τούτο πρόθεση και προσπάθεια, επηρέασαν τη ζωή μου.
Δεν μένω στα επιχειρηματικά, οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά επιτεύγματά του. Στέκομαι στο γεγονός που τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του, η σύζυγός του Σοφία και τα παιδιά του Κώστας και Ελένη, προσπαθούσαν να κρατήσουν κρυφό.
Το ότι ένα μεγάλο μέρος των καρπών που το μυαλό του, η δουλειά του και ο Θεός του πρόσφεραν, το έχει μοιράσει απλόχερα στους συνανθρώπους του.
Κυρίως σε ανθρώπους που ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να μη γνωρίζουν εκείνον που σε μια δύσκολη ώρα τους ευεργέτησε.
Κάποιοι εξ αυτών υποψιάστηκαν ποιος ήταν ο ευεργέτης τους και τον πλησίασαν για να τον ευχαριστήσουν.
Με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τους διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν αυτός εκείνος που γύρευαν.
Έζησα, προσωπικά, πολλά τέτοια περιστατικά.
Υπήρξαν άνθρωποι που επειδή γνώριζαν τη φιλία μου με τον Αντώνη, με ρωτούσαν αν ήξερα μήπως αυτός τους είχε δώσει τη βοήθεια που ζητούσαν από τον Θεό.
Ήξερα, και μάλιστα πολύ καλά, αλλά τους δήλωνα άγνοια.
Αυτό έπρεπε να κάνω, γιατί ο Αντώνης γι αυτό με είχε εξορκίσει.
Αμέτρητες είναι οι νύχτες που έπαιρνε μαζί του τον Γιάννη Κυριακίδη για «βόλτα».
Ο Γιάννης ήξερε τι σήμαινε «βόλτα».
Ο Αντώνης στάθμευε κοντά σε κάποιο σπίτι, το έδειχνε στον Κυριακίδη και τον έστελνε να μεταφέρει και να αφήσει έξω από την πόρτα ένα δέμα.
Αν άνοιγε εκείνη την ώρα η πόρτα, τον Γιάννη θα έβλεπαν.
Ο Αντώνης δεν φαινόταν ποτέ.
Απλώς γέμιζε το αυτοκίνητό του και έβαζε τον Κυριακίδη να το αδειάζει μοιράζοντας το περιεχόμενό του εκεί όπου έπρεπε.
Άνθρωποι που γλίτωσαν το σπίτι τους από πλειστηριασμό, δεν έμαθαν ποτέ ποιος εξόφλησε τα χρέη τους.
Ούτε και πρόκειται ποτέ να μάθουν.
Κοινωφελή ιδρύματα σε όλη την Ελλάδα δεχόντουσαν σημαντικές δωρεές από «ανώνυμο» δωρητή.
Ιδιαίτερα ιδρύματα που περιέθαλπαν μικρά παιδιά, στα οποία ο Αντώνης και η Σοφία είχαν μια απίστευτη ευαισθησία.
Όλα αυτά ίσως να μην σήμαιναν κάτι το όλως εξαιρετικό για εμένα και για τον καθένα, αν δεν συνέβαινε και κάτι άλλο.
Μια απόφαση του Αντώνη να χτίσει ένα ολόκληρο νοσοκομείο και να το προσφέρει στους πάσχοντες συμπατριώτες του.
Δεν το έχτισε στην Ελλάδα για πολλούς και διάφορους λόγους.
Πολλές φορές μου τους ανέλυσε έναν προς έναν.
Απέφευγε όμως, πάντα, να μου αναφέρει τον, κατ εμέ, βασικότερο λόγο: δεν ήθελε να βλέπουν οι Θεσσαλονικείς, οι Μακεδόνες, οι εν Ελλάδι Έλληνες τη δωρεά του.
Δεν πήγαινε στον χαρακτήρα του και στη φιλοσοφία του.
Όταν έμαθε ότι στη Μαριούπολη της Ουκρανίας υπάρχει ομογένεια που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ για να αποφασίσει.
Εκεί, στη Μαριούπολη της Ουκρανίας έχτισε το νοσοκομείο.
Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα.
Έχτισε το νοσοκομείο στη μνήμη του πατέρα του Κώστα και της μητέρας του Σμαραγδής. Σαν να άναψε ένα καντήλι στον τάφο τους.
Έτσι απλά τίμησε τη μνήμη των γονιών του.
Μια απέριττη, μικρή πλάκα στην πρόσοψη του κτιρίου υπήρξε η ανταμοιβή του Αντώνη. Τίποτα περισσότερο.
Για την υπόθεση της Μαριούπολης κάναμε ουκ ολίγες συζητήσεις κατά καιρούς. Προσπαθούσα να καταλάβω γιατί είχε κάνει αυτό που είχε κάνει σε μια χώρα και σε μια περιοχή με την οποία τίποτα απολύτως δεν τον συνέδεε.
Σε μια από εκείνες τις συζητήσεις μου, ο Αντώνης μου είχε πει μια κουβέντα, που στην αρχή δεν μου΄ κανε ιδιαίτερη εντύπωση.
Αργότερα αντιλήφθηκα ότι εκείνη η κουβέντα του έκρυβε και την απάντηση στα «γιατί» μου.
Μου είχε πει: «ο πατέρας μου ο μπάρμπα Κώτσος μου ‘λεγε: το χειρότερο ελάττωμα σε έναν άνθρωπο είναι η έπαρση. Την τιμωρεί και ο Θεός και ο άνθρωπος»!
Σε μια άλλη κουβέντα μας τον είχα ρωτήσει αν ο «μέντοράς του» ο αείμνηστος Αντώνης Παρίσης συμφωνούσε με την απόφασή του να χτίσει το νοσοκομείο στη Μαριούπολη.
Θυμάμαι σαν και τώρα την απάντησή του:
«Του είχα μιλήσει για την απόφασή μου να χρηματοδοτήσω την ανέγερση αυτού του κέντρου στη Μαριούπολη και ότι τη θεωρούσα μικρή προσφορά στους εκεί απόδημους έλληνες. Βέβαια, ο Παρίσης ούτε στην Ουκρανία είχε πάει ποτέ του, ούτε και γνώριζε το παραμικρό για τους λόγους που επέβαλλαν τη δημιουργία ενός τέτοιου νοσηλευτικού κέντρου. Και όμως μου ανέφερε πάρα πολλούς λόγους για τους οποίους έκρινε σωστή την απόφασή μου και οι λόγοι αυτοί αποτύπωναν ακριβώς την κατάσταση που επικρατούσε στη συγκεκριμένη περιοχή. Εκείνο δε που με συγκίνησε ιδιαίτερα ήταν η τελευταία κουβέντα του «Άκου να σου πω Αντώνη, σε αυτό που θα χτίσεις, φρόντισε να μπει μια επιγραφή που να λέει ότι έγινε στη μνήμη των γονιών σου. Ο καθένας που θα διαβάζει την επιγραφή θα είναι σαν να ανάβει ένα κερί στον μπάρμπα Κώτσο και στην κυρά Σμαραγδή. Ας τους ανάβουν εκεί κεριά, γιατί εδώ μην περιμένεις να τους ανάψουν πολλά αυτοί που βοηθήθηκαν από αυτούς».
Ο Αντώνης Παρίσης ήξερε τι έλεγε, όταν αναφερόταν στους «ευεργετηθέντες».
Ήξερε άλλωστε, και τη δική του μοίρα.
Και αυτός είχε ευεργετήσει κόσμο και κοσμάκη. Αλλά στον τάφο του και στον τάφο της γυναίκας του της κυρά Μαρίκας ούτε ένας από αυτούς δεν φιλοτιμήθηκε μια φορά να ανάψει ένα κερί.
Τα μόνα «κεριά που άναψαν» με τη μορφή δωρεών στη μνήμη του Αντώνη Παρίση σε ιδρύματα της Μακεδονίας άναψαν από το χέρι κάποιου «ανώνυμου» δωρητή.
Θυμάμαι άλλο ένα περιστατικό που αποδεικνύει το μέγεθος του Αντώνη.
Πριν κάμποσα χρόνια, παραμονές δημοτικών εκλογών, είχε αποφασίσει να ανακατευτεί με τα κοινά, μαζί με τον φίλο του Κώστα Χαΐτογλου.
Η απόφασή τους δεν έγινε πράξη, διότι έγκαιρα συνειδητοποίησαν ότι καμιά δουλειά δεν είχαν να ανακατευτούν με τα «πίτουρα» τη στιγμή που οι «κότες» των κομματικών μηχανισμών και σκοπιμοτήτων έκαναν κουμάντο στην πόλη.
Έκαναν, λοιπόν, μια δήλωση απόσυρσης του ενδιαφέροντός τους και ταυτόχρονα δήλωναν ότι είχαν αποφασίσει εάν κατέβαιναν στις εκλογές να διέθεταν για τον προεκλογικό αγώνα ένα συγκεκριμένο ποσό δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών.
Αφού, δεν επρόκειτο, τελικά, να κατεβούν στις εκλογές, ανακοίνωσαν ότι όλα αυτά τα χρήματα τα διέθεταν ως δωρεά σε γνωστό ίδρυμα της πόλης.
Αυτά για να μην συνεχίζουν να ισχυρίζονται κάποιοι ότι στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχουν και άνθρωποι που σκέφτονται και πράττουν διαφορετικά από τους πολλούς.
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Αντώνη ήταν και το ότι ό,τι και αν έκανε, το έκανε καθ΄ υπερβολή.
Έδινε σε αυτό που έκανε όλο το είναι του.
Στη γυναίκα του, στα παιδιά του, στα αδέλφια του, στους φίλους, στη δουλειά, στην πολιτική, στην κοινωνία, προσφερόταν ολόκληρος.
Δεν ήξερε τι θα πει «λίγο».
Ακόμα και στις πλάκες που έκανε στο Γιάννη Κυριακίδη, δινόταν ολόψυχα.
Αν αγαπούσε έναν άνθρωπο, τον θεωρούσε πλέον αδελφό του.
Και τέτοιους αδελφούς είχε πολλούς σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.
Ιδιαίτερα στην Κύπρο όπου η εισβολή του Αττίλα το ΄74 τον βρήκε να φυλάει Θερμοπύλες ως καταδρομέας.
Οι δεσμοί του με τη μαρτυρική μεγαλόνησο άρρηκτοι.
Πολύ περισσότερο γιατί εκεί ζει ένας εκ των επιστήθιων φίλων του, ένας πραγματικός άρχοντας, ο γνωστός δημοσιογράφος και εκδότης Κωστής Χατζηκωστής.
Με αυτόν τον Αντώνη, τον άνθρωπο που έχει ζήσει τη ζωή του όσο πιο έντονα γίνεται, αν καθόταν κάποιος, μη γνωρίζων, να κουβεντιάσει, θα αποκόμιζε την εντύπωση ότι συνομιλεί με τον πιο απλό, ανεπιτήδευτο και συνηθισμένο άνθρωπο της διπλανής πόρτας.
Και όμως, από το σπίτι και από το γραφείο αυτού του απλού ανθρώπου έχουν περάσει πρωθυπουργοί, αρχηγοί κομμάτων, υπουργοί και άλλοι μεγαλόσχημοι παράγοντες για να ανταλλάξουν απόψεις και να ζητήσουν τη γνώμη και τη συμβουλή του πάνω σε σοβαρά θέματα.
Θεωρώ ότι ήμουν εξαιρετικά τυχερός που στο διάβα της ζωής μου συνάντησα τον Αντώνη και τη Σοφία.
Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν έκρυβαν μόνο μέσα τους θησαυρούς αλλά τους μοιράζονταν και με τους άλλους.
Ιδιαίτερα με εκείνους που η μοίρα τους ξέχασε να τους προικοδοτήσει με τέτοιους ψυχικούς θησαυρούς.
Αντώνη, καλοστραθιά να ‘χεις.
Μια και μοναδική φορά με στεναχώρεσες και σου το βαστώ παράπονο.
Είναι που έφυγες σήμερα και για τούτο περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου.
https://www.facebook.com/stratakis.mixalis
