Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > «Πηγὴ γὰρ ἰαμάτων ὤφθησαν, τὰ θεῖα σου λείψανα»

«Πηγὴ γὰρ ἰαμάτων ὤφθησαν, τὰ θεῖα σου λείψανα»

Εἶναι πίστη καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας πὼς τὰ λείψανα τῶν ἁγίων κρύβουν μέσα τους τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅπως τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν τάφο, ἐπειδὴ ἦταν ἑνωμένο μὲ τὴν Θεότητά του, δὲν ὑπέστη ἀλλοίωση καὶ φθορὰ κατὰ τὴν τριήμερη παραμονή του στὴ γῆ, ἔτσι καὶ τὰ σώματα τῶν ἁγίων ἔχουν μέσα τους τὴν παντοδύναμη χάρη τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ μυροβλύζουν καὶ κάνουν θαύματα, καὶ εὐεργετοῦν τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ἐπίσης καὶ τὰ ἅγια λείψανα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Νεκταρίου, ὅπου κι ἂν ὑπάρχουν, χαρίζουν στοὺς ἀνθρώπους ἰάσεις ἀσθενειῶν, παρηγορία στὶς θλίψεις, τόνωση στὸν πνευματικό μας ἀγῶνα.

Γιατί προσκυνᾶμε τὰ ἅγια λείψανα; Γιὰ πολλοὺς λόγους. Ἂς ἀναφέρουμε μερικούς.

Εἶναι ὑπόμνηση τῆς ἀρετῆς τους. Ὅταν κοιμᾶται ἕνας ἅγιος καὶ μεταβαίνει στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, χωρίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα του. Τὸ μὲν σῶμα πηγαίνει στὴν γῆ, ἡ δὲ ψυχὴ στὸν οὐρανό. Ὁ Θεὸς παίρνει τὴν ψυχή, ἐνῶ τὸ σῶμα μας τὸ ἀφήνει σὲ μᾶς, «ἵνα ἔχωμεν ὑπόμνησιν ἀρετῆς διηνεκῶς τὰ ἅγια τούτων ὀστέα»[1], λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· γιὰ νὰ τὰ ἔχουμε ὡς ὑπομνηστικὰ στὸν ἀγῶνα μας. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ εἶναι συνειδητοί, ἀγωνίζονται. Πάνω στὸν ἀγῶνα ὅμως αὐτὸ εἶναι φυσικὸ κάποια στιγμὴ νὰ κουρασθοῦμε καὶ νὰ δειλιάσουμε. Πολλὲς φορὲς χρειαζόμαστε μιὰ ὑπενθύμιση, γιὰ νὰ ἐντείνουμε τὸν ἀγῶνα μας, νὰ συνεχίσουμε τὴν πνευματική μας ζωή. Προσκυνῶντας τὰ ἅγια λείψανα, βλέπουμε, ξαναθυμόμαστε, παρατηροῦμε τὸν ἀγῶνα τῶν ἁγίων, τὴν ὑπομονή τους, τὶς ἀσκήσεις ποὺ ἔκαναν, τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ παίρνουμε θάρρος νὰ συνεχίσουμε τὸν δικό μας ἀγῶνα.

Ἂς ποῦμε μερικὲς περιπτώσεις.

Ἕνας εἶναι νωθρὸς καὶ τεμπέλης στὴν πνευματική του ζωή. Προσκυνῶντας ὅμως τὰ ἅγια λείψανα, ἐὰν σκεφτεῖ καλά, καταλαβαίνει πὼς οἱ ἅγιοι δὲν πέρασαν τὴν ζωή τους μέσα στὴν καλοπέραση, ἀλλὰ στὸν ἀγῶνα καὶ στὴν προσπάθεια. Οἱ ἅγιοι κουράσθηκαν, νήστεψαν, ἔκοψαν τὰ πάθη τους, ἀγάπησαν τὸν Θεό, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λείψανά τους εὐωδιάζουν καὶ κάνουν θαύματα. Ἔτσι, ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναλογισθεῖ, παίρνει θάρρος, γίνεται θερμότερος καὶ ἑτοιμάζεται νὰ πολεμήσει πνευματικά.

Ἔρχεται ἕνας πλούσιος καὶ προσκυνεῖ τὰ ὀστᾶ τῶν ἁγίων. Ποιά ἡ ὠφέλεια ποὺ παίρνει; Καταλαβαίνει πὼς πάνω ἀπὸ τὰ χρήματα καὶ τὰ ὑπάρχοντά του, πολυτιμότερη εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅποιος ἔχει τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πλούσιος. Κατὰ κανόνα οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἦταν φτωχοὶ ἀπὸ χρήματα, ἀλλὰ πλούσιοι ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ φτωχοί. Προσκυνῶντας τὰ ἅγια λείψανα δὲν αἰσθάνονται πὼς εἶναι φτωχοί, γιατὶ πραγματικὴ φτώχεια εἶναι νὰ μὴν ἔχεις μιὰ ζωντανὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό.

Ἀκόμη ὠφελούμαστε ἀπὸ τὰ ἅγια λείψανα καὶ μὲ ἄλλους τρόπους. Θεραπευόμαστε ἀπὸ τὶς ἀσθένειές μας, οἱ δαιμονισμένοι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὶς πονηρὲς δυνάμεις ποὺ ἔχουν μέσα τους. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ βρίσκεται μέσα στὰ ἅγια λείψανα μεταδίδεται καὶ στοὺς προσκυνητὲς αὐτῶν, ἀρκεῖ νὰ ἔρχονται μὲ βαθιὰ πίστη καὶ ταπείνωση.

Πρὶν σᾶς πῶ μερικὲς πρακτικὲς παρατηρήσεις, νὰ ἀναφέρω μερικὲς εἰδήσεις γιὰ τὰ ἅγια λείψανα τοῦ ὁσίου Νεκταρίου.

Ἂς ἀρχίσω μὲ τὴν μαρτυρία ἑνὸς γιατροῦ στὴν Αἴγινα· τοῦ Γεωργίου Ξυδέα. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἔγινε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1930-1935. Ὁ γιατρὸς αὐτὸς εἶχε πάει γιὰ ἰατρικὴ ἐπίσκεψη στὸ χωριὸ Μεσαγρός. Ἐπιστρέφοντας τὸν ἔπιασε ραγδαιότατη βροχή. Μὴ ἔχοντας μηχανικὸ μέσο γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, κατέφυγε στὸ Μοναστήρι τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ποὺ ἦταν στὸν δρόμο του, μέχρι τὸ πρωΐ. Οἱ μοναχὲς τὸν φιλοξένησαν καὶ τοῦ ἔδωσαν τροφὴ καὶ δωμάτιο. Εἶχε ὅμως μιὰ ἐπιθυμία. Νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο τοῦ ἁγίου. Συνοδευόμενος ἀπὸ μοναχὴ κατέβηκε στὸν τάφο. Αἰφνιδιαστικὰ καὶ χωρὶς νὰ λάβει ὑπ᾿ ὄψη του τὶς διαμαρτυρίες τῆς μοναχῆς ἔσυρε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις τὴν μαρμάρινη πλάκα μέχρι τὴν μέση. Συγκινημένος προέβη στὴν ἀποκάλυψη τοῦ προσώπου τοῦ ἁγίου, ποὺ ἦταν καλυμμένο μὲ τὸν ἀέρα, καὶ ἰδοὺ τί ἀντίκρισε. Πρῶτα πρῶτα αἰσθάνθηκε ἄρρητη εὐωδία καὶ μετὰ ἀντίκρισε ἕνα καταπληκτικὸ θέαμα. Νὰ πῶς τὸ περιγράφει ὁ ἴδιος: «Ἀντίκρυσα τὸν Ἅγιον τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον ἀπὸ τὸ παρελθόν, ὡσὰν νὰ ἐκοιμᾶτο καὶ ὁ ὁποῖος καίτοι εἶχον παρέλθει τόσα ἔτη ἀπὸ τῆς θανῆς του, οὐδεμίαν ἀλλοίωσιν τοῦ προσώπου παρουσίαζεν καὶ ἐπὶ πλέον μάλιστα ἔφερεν καὶ ἀραιὸν γένειον». Ἔκλεισε τὸν τάφο καὶ δόξασε τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου[2].

Ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ταφῆς του, ἄρρητη εὐωδία ἔβγαινε ἀπὸ τὸ σεπτὸ σκῆνος του. Εἶναι δὲ γνωστὸ τὸ θαῦμα τοῦ παραλυτικοῦ, ποὺ σηκώθηκε, ὅταν ἔρριξαν πάνω του τὴν φανέλα τοῦ ἁγίου[3]. Ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα μαρτυροῦν τὴν ἀλήθεια πὼς ὅταν προσκυνοῦμε τὰ ἅγια λείψανα μὲ πίστη, χωρὶς ἀμφιβολία γιὰ τὴν χάρη ποὺ ἔχουν μέσα τους καὶ μὲ ζῆλο νὰ μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους, πολλὰ καλὰ θὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιτύχουμε στὴν ζωή μας. Τὰ ἅγια λείψανα δὲν εἶναι μαγικά, ἀλλὰ πηγὲς ζωῆς.

Ἂς εὐχηθοῦμε ἡ χάρη τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου νὰ μᾶς δυναμώσει πνευματικὰ στὴν ζωή μας, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ἀμήν.

π. Π.

 

[1]. Βλ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον μάρτυρα Ἰουλιανόν, PG50, 671-672: «Καὶ γὰρ ἐμερίσατο ὁ Θεὸς πρὸς ἡμᾶς τοὺς μάρτυρας, τὰς ψυχὰς λαβὼν αὐτός, τὰ σώματά πως ἡμῖν ἔδωκεν, ἵνα ἔχωμεν ὑπόμνησιν ἀρετῆς διηνεκῶς τὰ ἅγια τούτων ὀστέα».

[2]. Βλ. Ἀρχιμ. Τίτου Ματθαιάκη, Ὁ Ὅσιος Νεκτάριος Κεφαλᾶς, Ἀθῆναι 1955, σ. 173.

[3]. Βλ. Σώτου Χονδρόπουλου, Ὁ ἅγιος τοῦ αἰῶνα μας, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης, 1969, σ. 270.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος