Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > «Πόσο μέ βοήθησε ὁ ὅσιος Παΐσιος»

«Πόσο μέ βοήθησε ὁ ὅσιος Παΐσιος»

Δι­ή­γη­ση Χρυ­σάν­θου Μπρου­κά­κη, Κα­βά­λα: «Πρώ­τη φο­ρά ἀν­τί­κρυ­σα τόν π. Πα­ΐ­σιο, στίς 2 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1986. Πή­γα­με τρεῖς καί ἕ­να παι­δά­κι. Ὅ­ταν φθά­σα­με στήν πόρ­τα του, εἶ­πε στό παι­δά­κι: “Για­τί δέν μοῦ ἔ­φε­ρες ἕ­να ψά­ρι ἀ­πό τήν λί­μνη;” (ἦ­ταν αὐ­τοί ἀ­πό τήν Κα­στο­ριά καί ἐ­γώ ἀ­πό τήν Κα­βά­λα). Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ σει­ρά μου νά μι­λή­σου­με μέ τόν Γέ­ρον­τα, τοῦ μί­λη­σα, τοῦ εἶ­πα πολ­λά, δέν ἤ­μου­να πο­λύ θρῆ­σκος, γιά τήν ἀ­κρί­βεια κα­θό­λου. Τοῦ εἶ­πα, “ὅ­τι πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ Χρι­στός ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κό πρό­σω­πο” καί ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα, τοῦ εἶ­πα: “Τί λές, παπ­πού­λη, θά γί­νουν αὐ­τά πού εἴ­πα­με;”. Μέ χτύ­πη­σε στήν πλά­τη καί μοῦ εἶ­πε: “Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, βρέ Χρύ­σαν­θε, ἐ­γώ θά προ­σεύ­χο­μαι γιά σέ­να καί γιά τούς ἄλ­λους”. Ὅ­σο γιά τό παι­δά­κι εἶ­χε πο­λύ σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καί ὁ π. Πα­ΐ­σιος εἶ­πε στόν πα­τέ­ρα του, ὅ­ταν θά πᾶ­νε Ξη­ρο­πο­τά­μου νά κοι­νω­νή­ση. Πράγ­μα­τι, ἔ­τσι κά­να­νε. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα μέ πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι τό παι­δά­κι ἔ­γι­νε κα­λά.

»Ὅ­ταν βγῆ­κα ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἤ­μου­να ἀρ­νά­κι, δέν μέ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν οἱ φί­λοι μου. Μοῦ εἶ­πε, “ὁ θεῖ­ος σου ἦ­ταν κα­λό­γε­ρος καί ἔ­χεις τ᾿ ὄ­νο­μά του”. Πράγ­μα­τι ἦ­ταν κα­λό­γε­ρος.

»Ἄλλη φορά πού πῆ­γα καί τόν εἶ­δα, μοῦ εἶ­πε: “Πρό­σε­ξε κα­λά, ἄλ­λα σοῦ λέ­ω καί ἄλ­λα πᾶς καί λές”. Φαί­νε­ται ὅ­τι κά­τι πα­ρα­ποί­η­σα κα­λο­προ­αί­ρε­τα καί με­τά τήν κοί­μη­σή του, πολλοί μοῦ εἶπα­ν νά τούς πῶ κά­ποι­α πράγ­μα­τα. Φο­βό­μου­ν μή­πως κα­λο­προ­αί­ρε­τα πῶ κά­τι ἀλ­λοι­ῶς. Τώ­ρα μέ τήν εὐ­χή καί πα­ρό­τρυν­ση τοῦ Γέ­ρον­τά μου, θά τά πῶ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­ζη­σα κον­τά σ᾿ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Ἅ­γιο πού ἄλ­λα­ξε ρι­ζι­κά τήν ζω­ή μου καί τήν ζω­ή τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς μου.

»Κά­πο­τε πού πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο ἦ­ταν ἀ­πο­γευ­μα­τά­κι. Στό κελ­λί του μέ­σα εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει, τοῦ ζή­τη­σα ἕ­να κομ­πο­σχοί­νι, δέν ἔ­βλε­πε κα­λά, εἶ­χε καί τό πρό­βλη­μα μέ τό ἕ­να του μά­τι καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό τε­λει­ώ­ση. Μπερ­δεύ­τη­κε λί­γο, στα­μά­τη­σε λί­γο καί μοῦ λέ­ει: “Κά­πο­τε, ἦ­ταν ἕ­νας ρά­φτης καί ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἕ­να δαι­μο­νά­κι μι­κρό, πο­λύ μι­κρό καί τοῦ λέ­ει ὁ ρά­φτης:

― Ἐ­σύ εἶ­σαι πο­λύ μι­κρό, μιά στα­λιά, τί μπο­ρεῖς νά κά­νης; ποι­όν μπο­ρεῖς νά πει­ρά­ξης; Καί τοῦ ἀ­παν­τᾶ τό δι­α­βο­λά­κι:

― Ξέ­ρεις ἐ­γώ τί κά­νω; πη­γαί­νω στούς ρά­φτες καί μπερ­δεύ­ω τίς κλω­στές καί αὐ­τοί βλα­σφη­μοῦν τόν Χρι­στό καί τήν Πα­να­γί­α.  Τί με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν βλα­σφη­μί­α;

»Ἄλ­λη φο­ρά, πῆ­γα μ᾿ ἕ­ναν Ἀρ­χι­μαν­δρί­τη καί τοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος: “Ἐ­σέ­να θά σέ κε­ρά­σω γλυ­κά δε­σπο­τι­κά. Τόν Χρύ­σαν­θο λου­κού­μια”. Με­τά ἀ­πό λί­γα χρό­νια, ὁ παπ­πού­λης ἔ­γι­νε Δε­σπό­της.

»Τοῦ πα­ρα­πά­νω παπ­πού­λη πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα του. Θά πή­γαι­να στόν π. Πα­ΐ­σιο καί μοῦ λέ­ει, “πές του ὅ­τι πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα μου”. Ὅ­ταν τό εἶ­πα στόν Γέ­ρον­τα, μοῦ λέ­ει, “δέν πέ­θα­νε, εἶ­ναι κα­λά ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι, πο­λύ κα­λά”.

»Ἡ ἀ­γά­πη μου γιά τόν π. Πα­ΐ­σιο ἦ­ταν με­γά­λη. Συ­ζη­τού­σα­με πράγ­μα­τα προ­σω­πι­κά καί τοῦ ζή­τη­σα νά μέ βο­η­θή­ση νά βρῶ μί­α κο­πέλ­λα νά κά­νω οἰ­κο­γέ­νεια. Μοῦ λέ­ει:

― Θέ­λεις νά βγῆς στήν Οὐ­ρα­νού­πο­λη νά τήν γνω­ρί­σης;

― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω, μέ ἀ­γά­πη παι­διοῦ, θά προ­τι­μοῦ­σα στήν Καβάλα.

»Τήν ἑ­πό­με­νη φο­ρά πού πῆ­γα, μοῦ ξα­να­εῖ­πε:

― Θέ­λεις νά βγῆς στήν Οὐ­ρα­νού­πο­λη νά τήν γνω­ρί­σης;

― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω.

― Θέ­λεις νά πε­ρά­σης ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρισ­σό νά τήν γνω­ρί­σης;

― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω. Προ­τι­μῶ στήν Καβάλα.

»Κά­ποι­α στιγ­μή πού ἦρ­θα πρω­το­μα­γιά, μοῦ λέ­ει:

― Τρά­βα στήν Κα­βά­λα, ὁ Θε­ός σοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­πέλ­λα.

― Ὅ­ταν θά ξα­νάρ­θω, τοῦ λέ­ω, θά τήν ἔ­χω γνω­ρί­σει;

― Φύ­γε, μοῦ λέ­ει, τώ­ρα.

»Καί ἔ­φυ­γα. Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός καί εἶ­δα τόν π. Πα­ΐ­σιο στόν ὕ­πνο μου, νά μοῦ λέ­η νά πά­ω νά ζη­τή­σω μί­α συγ­κε­κρι­μέ­νη κο­πέλ­λα ἀ­πό τούς γο­νεῖς της, τούς ὁ­ποί­ους γνώ­ρι­ζα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως. Ση­κώ­θη­κα καί πῆ­γα καί τήν ζή­τη­σα. Μοῦ εἶ­παν, θά τό σκε­φθοῦν καί θά μοῦ ἀ­παν­τή­σουν. Τό σκέ­φθη­καν καί μοῦ εἶ­παν ὄ­χι. Ἐ­γώ στε­νο­χω­ρέ­θη­κα πο­λύ καί πῆ­γα ποῦ ἀλ­λοῦ; στόν π. Πα­ΐ­σιο. Ἦ­τα­ν καί ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Σι­νᾶ, π. Δα­μια­νός. Μοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος:

― Πά­ρε εὐ­χή καί φύ­γε.

― Καί τί θά γί­νη; τοῦ λέ­ω ἐ­πί­μο­να.

― Φύ­γε, μοῦ λέ­ει, θά σοῦ τη­λε­φω­νή­σω.

»Ἔ­φυ­γα, πῆ­γα σπί­τι μου καί πε­ρί­με­να. Εἶ­χα πολ­λούς ἄ­σχη­μους λο­γι­σμούς ὅ­σο περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες, ὥ­σπου κά­ποι­α μέ­ρα, μέ φώ­να­ξαν οἱ γο­νεῖς της καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι με­τά­νοι­ω­σαν καί θά μοῦ τό δώ­σουν τό κο­ρί­τσι. Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός καί πῆ­γα στόν παπ­πού­λη. Μό­λις μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε, “δέν πι­στεύ­ω νά ἔ­χης πα­ρά­πο­νο ἀ­πό τό κο­ρί­τσι πού σοῦ βρῆ­κα, λα­χεῖ­ο συν­τα­κτῶν εἶ­ναι”.

»Λί­γο πρίν γεν­νη­θῆ ὁ δεύ­τε­ρος γυι­ός μου, μοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος: “Ὅ­ταν θά γεν­νη­θῆ αὐ­τό τό παι­δί, θά ᾿ρθῆ με­γά­λη εὐ­λο­γί­α στό σπί­τι σου”. Πράγ­μα­τι ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε, τά πράγ­μα­τα στόν μπα­ξέ, ἐ­νῶ τήν προ­η­γού­με­νη ἦ­ταν ἀ­πού­λη­τα, με­τά τήν γέν­νη­ση ἄρ­χι­σαν νά που­λι­οῦν­ται καί δέν προ­λά­βαι­να νά μα­ζεύ­ω. Ἐ­πί­σης ὁ πα­τέ­ρας μου, μοῦ ἔ­δω­σε κά­ποι­α πράγ­μα­τα νά μέ βο­η­θή­ση.

 

»Κά­πο­τε, πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο τέ­λος κα­λο­και­ριοῦ καί μοῦ λέ­ει: “Θά κά­νη πο­λύ κρύ­ο φέ­τος τόν χει­μῶ­να, δέν θά μεί­νη τί­πο­τα ὄρ­θιο”. Φύ­τευ­α στά θερ­μο­κή­πια μα­ϊν­τα­νά, ὅ­λο τόν χει­μῶ­να τά μο­σχο­που­λοῦ­σα, ἀ­πό τό­τε μοῦ ἔ­λε­γε τί και­ρό θά κά­νη τόν χει­μῶ­να καί κα­νό­νι­ζα τί νά φυ­τέ­ψω.

»Πολ­λές φο­ρές, τόν ἔ­βλε­πα στόν ὕ­πνο μου γιά κά­ποι­α θέ­μα­τα πού μέ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν πο­λύ. Ὅ­ταν πή­γαι­να στό Κελ­λί του, μοῦ ἔ­λε­γε: “Τί ἦρ­θες νά κά­νης; ἀ­φοῦ τά εἴ­πα­με”.

»Τοῦ εἶ­πα κά­πο­τε, νά μοῦ δώ­ση ἕ­να “πά­σο” ὅ­ταν βγαί­νη στό Μο­να­στή­ρι νά πη­γαί­νω νά τόν βλέ­πω. Μοῦ λέ­ει, “πά­σο;” καί μοῦ δί­νει ἕ­να μπά­τσο φι­λι­κό καί με­τά μοῦ λέ­ει, “ὅ­ταν θά ἔρ­χε­σαι θά σέ βλέ­πω”. Πράγ­μα­τι, ὅ­ταν με­τά ἀ­πό και­ρό βγῆ­κε, πῆ­γα μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά μου νά τόν δῶ. Μᾶς πε­ρί­με­νε στήν πόρ­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ.

»Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, πη­γαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι νά τόν δοῦ­με, συ­ζη­τών­τας μέ τήν γυ­ναί­κα μου, λέ­γα­με: “Ἄ­ρα­γε πό­σα παι­διά εἶ­ναι κα­λό νά κά­νης;”. Ὅ­ταν φθά­σα­με χω­ρίς νά τοῦ ποῦ­με τί­πο­τα, λέ­γει στήν γυ­ναί­κα μου: “Ἰ­ω­άν­να, τό­σα” καί τῆς δί­νει μί­α χού­φτα σταυ­ρου­δά­κια (ἐν­νιά ἦ­ταν).

»Εἶ­χα κά­πο­τε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας. Μοῦ πο­νοῦ­σε ἡ μέ­ση μου φο­βε­ρά, ἔ­κα­να ἐ­νέ­σεις. Πῆ­γα στόν παπ­πού­λη καί τό εἶ­πα. “Δέν ἔ­χεις τί­πο­τε”, μοῦ λέ­ει. Πράγ­μα­τι ἡ μέ­ση μου δέν μέ ξα­να­ε­νό­χλη­σε. Ἔ­χει ὅ­μως ἕ­να κα­ρούμ­πα­λο, νά μήν ξε­χνῶ.

»Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, ἔ­τρε­χε τό αὐ­τί μου ὑ­γρά. Πῆ­γα στόν παπ­πού­λη καί τό εἶ­πα. Μέ χά­ϊ­δε­ψε τό αὐ­τί καί μοῦ εἶ­πε “καί σύρ­μα νά βά­λης δέν θά σέ ξα­να­ε­νο­χλή­ση”. Πράγ­μα­τι, ἔ­γι­νε ὅ­πως μοῦ εἶ­πε.

»Πῆ­γα κά­πο­τε στόν π. Πα­ΐ­σιο. Ἦ­ταν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, κρα­τοῦ­σε ἕ­να γράμ­μα καί μοῦ λέ­ει, “μοῦ ἔ­στει­λε μιά γυ­ναί­κα ἕ­να γράμ­μα, εἶ­χε φί­λους καί θά χώ­ρι­ζε μέ τόν ἄν­δρα της. Τῆς ἔ­στει­λα γράμ­μα καί τῆς εἶ­πα νά τά στα­μα­τή­ση αὐ­τά καί δέν θά χω­ρί­ση. Αὐ­τή συ­νέ­χι­σε καί χώ­ρι­σε”. Τοῦ ἔ­στει­λε με­τά γράμ­μα καί τοῦ ἔ­λε­γε, “εἶ­σαι καί ἅ­γιος καί μοῦ εἶ­πες δέν θά χω­ρί­σω” καί μοῦ λέ­ει ὁ παπ­πού­λης, “ἐ­γώ τῆς εἶ­πα νά στα­μα­τή­ση νά κά­νη αὐ­τό πού ἔ­κα­νε καί αὐ­τή συ­νέ­χι­σε. Φταί­ω ἐ­γώ;”.

 

Περιοδικό Ἐρῶ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος