Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Προσευχή μέ δάκρυα καί πληροφορία

Προσευχή μέ δάκρυα καί πληροφορία

Δι­η­γή­σεις π. Με­θο­δί­ου ἀ­πό τήν Θεσ­σα­λο­νί­κη: «Εἶ­χα πά­ει στόν Γέ­ρον­τα καί βγῆ­κε τό φί­δι. Τό εἶ­δα καί φο­βή­θη­κα. Μοῦ λέ­ει:

― Μή φο­βᾶ­σαι, φί­λος μου εἶ­ναι, μοῦ κά­νει πα­ρέ­α, θά τό πῶ νά φύ­γη. Καί λέ­ει στό φί­δι:

― Πή­γαι­νε τώ­ρα, μή μᾶς ἐ­νο­χλῆς, ἔ­χου­με συ­ζή­τη­ση. Καί τό φί­δι κού­νη­σε τό κε­φά­λι, ση­κώ­θη­κε καί πῆ­γε στήν τρυ­πού­λα του μέ­σα. Με­τά μοῦ λέ­ει:

― Ἔρ­χε­ται ἕ­νας Νί­κος. Εἶ­ναι πί­σω ἀ­πό τό βου­νό.

― Ποῦ τόν εἴ­δα­τε; λέ­ω.

― Ἔ! ἐ­γώ τά ξέ­ρω τά βου­νά, ἐ­σύ δέν τά ξέ­ρεις.

Με­τά ἀ­πό μι­σή ὥ­ρα, μοῦ λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας: “Πᾶ­νε νά τόν ἀ­νοί­ξης, ἔ­φτα­σε”. Πά­ω καί τοῦ λέ­ω:

― Εἶ­σαι ὁ Νί­κος;

― Ποι­ός ξέ­ρει τό ὄ­νο­μά μου;

― Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος, εἶ­πε. Πέ­ρα­σε μέ­σα.

― Δέν μπαί­νω μέ­σα, φο­βᾶ­μαι. Πῶς ξέ­ρει τό ὄ­νο­μά μου;

»Τόν ἐ­πέ­με­να νά φα­νῆ καί νά δῆ τόν Γέ­ρον­τα. Τε­λι­κά πεί­στη­κε καί μπῆ­κε. Κά­θι­σε μέ τόν Γέ­ρον­τα πε­ρί­που μί­α ὥ­ρα. Βγῆ­κε μέ σκυμ­μέ­νο τό κε­φά­λι. Τοῦ λέ­ω:

― Τί ἔ­γι­νε;

― Πώ, πώ, πώ! Ἐ­γώ ἦρ­θα ἄ­πι­στος ἐ­δῶ. Ἦρ­θα ἀ­πό πε­ρι­έρ­γεια νά δῶ, πῶς εἶ­ναι ἕ­νας ἅ­γιος σάν τόν πα­τέ­ρα Πα­ΐ­σιο. Τώ­ρα κα­τά­λα­βα τά πάν­τα. Μοῦ εἶ­πε νά πά­ω νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ καί θά πά­ω νά τό κά­νω καί θά ἀλ­λά­ξω ζω­ή.

«Κά­πο­τε, πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο νά τόν συμ­βου­λευ­τῶ γιά ἕ­να πο­λύ ση­μαν­τι­κό θέ­μα. Μοῦ εἶ­πε: “Δέν ἔ­χου­με και­ρό γιά χά­σι­μο. Ὁ Θε­ός ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Ἱ­ε­ρεῖς. (Δέν εἶ­χα γί­νει ἀ­κό­μη ἱ­ε­ρέ­ας). Πᾶ­με στήν Πα­να­γί­α νά τῆς μι­λή­σου­με. Καί ᾿κεί­νη θά μᾶς δώ­ση τήν ἀ­πάν­τη­ση”. Πρό­σθε­σε: “Πῶς θά πᾶ­με; μέ ἄ­δεια χέ­ρια;”. Καί ἔ­κο­ψε με­ρι­κά ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα ἀ­πό τήν αὐ­λή καί εἶ­πε: “Θά τά πᾶ­με στήν Πα­να­γί­α”.

Τά ἔ­βα­λε στό περ­βά­ζι τῆς εἰ­κό­νας τῆς Πα­να­γί­ας στό να­ό τοῦ Τ. Σταυ­ροῦ καί μέ δά­κρυ­α τῆς εἶ­πε: “Μαν­νού­λα μας, πά­ρε αὐ­τά τά λου­λού­δια, ἀ­πό τόν κῆ­πο σου τά μα­ζέ­ψα­με καί δέ­ξου τα μα­ζί μέ τά δά­κρυ­ά μας”. Ἔ­πει­τα, μοῦ εἶ­πε: “Τώ­ρα θά πῶ τήν πα­ρά­κλη­ση στήν Πα­να­γί­α, ἀλ­λά δέν θά τήν ψάλ­λω, δέν ἔ­χου­με και­ρό γιά χά­σι­μο. Πολ­λές φο­ρές οἱ ψαλ­μω­δί­ες εἶ­ναι χά­σι­μο χρό­νου, ἄλ­λο­τε χρει­ά­ζον­ται ὅ­μως. Τώ­ρα δέν θά τήν ψάλ­λω, ἀλ­λά θά τήν δι­α­βά­σω. Κά­θη­σε ἐ­σύ ἐ­δῶ μπρο­στά καί ᾿γώ θά πά­ω πί­σω. Καί μή γυ­ρί­σης νά μέ κοι­τά­ξης”.

»Καί ἄρ­χι­σε καί φώ­να­ζε στήν Πα­να­γί­α μέ πό­θο: “Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ὑ­μᾶς” (καί νά κλαί­η), “Πολ­λοῖς συ­νε­χό­με­νος…”, “Πρός Σέ κα­τα­φεύ­γω…”, “Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ὑ­μᾶς” … Καί ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε.

»Ἐ­γώ εἶ­χα λυ­ώ­σει πραγ­μα­τι­κά. Δέν εἶ­χα ἀ­κού­σει τέ­τοι­α προ­σευ­χή στήν ζω­ή μου, ἐ­νῶ τήν ἤ­ξε­ρα τήν Πα­ρά­κλη­ση. Στό τέ­λος, ἔρ­χε­ται καί μοῦ λέ­ει: “Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, ἡ Πα­να­γί­α θά μᾶς ἀ­παν­τή­ση σέ ἕ­ξι μῆ­νες. Οὔ­τε μί­α μέ­ρα πα­ρα­κά­τω, οὔ­τε μί­α μέ­ρα πα­ρα­πά­νω. Ἐ­σύ στούς ἕ­ξι μῆ­νες θά προ­σεύ­χε­σαι, θά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι, θά κοι­νω­νῆς καί θά πε­ρι­μέ­νης. Δέν θά ἔ­χης καμ­μί­α ἀ­γω­νί­α”.

»Καί ἀ­κρι­βῶς στούς ἕ­ξι μῆ­νες, μέ ἄλ­λο Πνευ­μα­τι­κό, ἔρ­χε­ται καί μοῦ λέ­ει: “Ἐ­σύ πρέ­πει νά γί­νης ἄ­γα­μος ἱ­ε­ρεύς”. Καί ἔ­τσι ἔ­γι­να».

Περιοδικό Ἐρῶ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος