Το Ρωμαίικο > Παιδεία > ΡΩΜΑΝΙΑ-ΒΥΖΑΝΤΙΟ / Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ / +π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ*

ΡΩΜΑΝΙΑ-ΒΥΖΑΝΤΙΟ / Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ / +π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ*

Χῶρος τῆς ἱστορικῆς πραγμάτωσης τῆς νέας ἑλληνικῆς ταυτότητας ὑπῆρξε ἡ Ρωμανία, σ’ ὅλη τὴν ἱστορικὴ ἔκτασή της (περίοδος βυζαντινὴ καὶ μεταβυζαντινή). Ἡ Ρωμανία καθιερώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τῶν Φράγκων νὰ ὀνομάζεται Βυζάντιο. Ἐντούτοις «κράτος γνωστὸν ἐπισήμως ὡς «βυζαντινόν» δὲν ὑπῆρξε ποτέ […] Οἱ ὅροι «βυζαντινόν» καὶ «βυζαντινὴ ἱστορία» […] εἶναι ἀνύπαρκτοι […] Τοὺς ἑαυτούς των ὠνόμαζον (οἱ «βυζαντινοί») μόνο Ρωμαίους, ἡ αὐτοκρατορία των ἦτο ρωμαϊκὴ καὶ πρωτεύουσα των ἡ Νέα Ρώμη» (Ἰω. Καραγιαννόπουλος). Ὁ ὅρος Ρωμανία, γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τοῦ χριστιανικοῦ κράτους, εἶναι γνωστὸς ἤδη τὸν 4ο αἰῶνα καὶ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ Ἕλληνα συγγραφέα, τὸ Μέγα Ἀθανάσιο: «…ὅτι μητρόπολις ἡ Ρώμη τῆς Ρωμανίας (Ἱστορία Ἀρειανῶν πρὸς Μοναχούς, Ε, 35).

Μὲ τὴ γενίκευση τοῦ ὀνόματος «Ρωμαῖος», ἀπὸ τὸν 3ο μ.Χ. αἰῶνα, ὁ Ἕλληνας ἔγινε πολίτης τῆς ἐξελληνισμένης πολιτιστικὰ Ρωμαϊκῆς οἰκουμένης. Τὸ 330 δέ, μὲ τὴ θεμελίωση τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης, ἔγινε πολίτης τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης, τῆς Ρωμανίας. Ἀπὸ τότε θὰ ὀνομάζεται, μαζὶ μὲ ὅλους τους ἄλλους λαοὺς τῆς Αὐτοκρατορίας, Ρωμαῖος (καὶ Ρωμηός), ποὺ θὰ σημαίνει ὀρθόδοξος-πολίτης τῆς χριστιανικῆς οἰκουμένης. Τὸ στοιχεῖο τῆς πίστεως θὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν ἐθνικότητα καὶ αὐτὸ θὰ κρατήσει μέχρι τὸν 19ο αἰῶνα. Δὲν θὰ εἶναι ὅμως πιὰ πολίτης τῆς Παλαιᾶς, ἀλλὰ τῆς Νέας Ρώμης. Ρωμανία (καὶ Ρωμηός), εἶναι οἱ ἐθνικὲς ὀνομασίες τοῦ μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐκφράζουν τὴν ὀργανικὴ συνέχειά του.

Ἡ Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη, ἢ ἁπλᾶ Πόλη, εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, ποὺ κυριολεκτικὰ μεταφέρθηκε στὴν Ἀνατολὴ (translatio καὶ renovatio urbis). Ἡ Νέα Ρώμη ἀναδείχθηκε σὲ χριστιανικὴ καὶ ἑλληνικὴ πρωτεύουσα. Μέσα στὸ πολιτειακὸ σκεῦος τῆς Ρωμανίας – τοῦ κράτους τῆς Νέας Ρώμης – ἡ ἑλληνικὴ συνείδηση πραγμάτωσε τὴν οἰκουμενικότητά της, στὰ ὅρια τῆς συναδέλφωσης ὅλων τῶν «Ρωμαίων», δηλαδὴ χριστιανῶν, σὲ μίαν ὑπερφυλετικὴ ἑνότητα, τὸ «ἔθνος ἅγιον» (Α΄ Πέτρ. 2, 9), τὸ «Γένος τῶν Ρωμαίων». Ἡ ἕνωση καὶ συναδέλφωση αὐτὴ πραγματωνόταν ἀδιάκοπα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὸ Βυζάντιο ὁλόκληρο, ἄλλωστε, λογιζόταν ὡς Μεγάλη Ἐκκλησία. Ἡ παλαιὰ ἀντίθεση «Ἕλληνες-βάρβαροι» θὰ μεταβληθεῖ, μέσα στὸ φῶς τῆς νέας πίστης, σὲ γόνιμη σύνθεση: «οὐκ ἔνι (ὑπάρχει) Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος… βάρβαρος, Σκύθης…» (Κολ. 3, 11).

Οἱ Ἕλληνες ἀναπροσανατολίσθηκαν, ἔτσι, ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα καὶ τὰ ἄλλα ἑλληνικὰ κέντρα πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη, χωρὶς ὅμως ἄρνηση τῆς ἑλληνικότητάς τους. Ὁ πόλεμος ἐνάντια στὴν εἰδωλολατρία δὲν ἦταν ἀπόρριψη τοῦ Ἑλληνισμοῦ καθαυτόν, ἀλλὰ ἀντίθεση στὴν «εἰδωλικὴ μανία» τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Ἀπὸ τὸν 7ο-8ο αἰ. ἡ Χριστιανικὴ Αὐτοκρατορία ἔγινε καθαρὰ ἑλληνική. Γιατί ἡ ἑλληνικότητα ὡς φιλαλήθεια, σώθηκε μέσα στὴν πατερικὴ θεολογία καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λατρεία, σὲ μίαν ἀδιατάρακτη συνέχεια. Σ’ αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἡ συνεχὴς σπουδὴ τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ γλώσσας στὴν παιδεία, ἀλλὰ καὶ ἡ συνεχὴς χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας στὴν καθημερινὴ ζωή, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀδιάκοπη ἄντληση ἀπὸ τὸν δυναμικὸ αὐτὸ φορέα τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος.

Μολονότι ὅμως τὸ ἑλληνικὸ στοιχεῖο ἦταν ὁ καταλύτης τοῦ πολυεθνικοῦ ἀμαλγάματος τῆς Χριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ καλλιεργηθεῖ ἐθνικιστικὴ συνείδηση, τάση δηλαδὴ γιὰ ἐπιβολὴ τῆς ἑλληνικῆς ἐθνότητας πάνω στὶς ἄλλες. Ἡ Ρωμανία ἔμεινε ὑπερφυλετικὴ καὶ ὑπερεθνική, γιατί ὁλόκληρη ἦταν τὸ ἕνα Χριστιανικὸ Ἔθνος. Ἡ συγγένεια ἦταν πνευματικὴ καὶ ὄχι φυλετική· τὸ ὁμόπιστο καὶ ὁμόδοξο. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία δημιουργοῦσε κλίμα ψυχικῆς καὶ ἐθνικῆς συνταύτισης. Ὁ Ναὸς ἀναδείχθηκε σὲ μεταστοιχειωμένη «ἐκκλησία τοῦ δήμου» καὶ τὸ κέντρο συνόλης της ζωῆς. Κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλλο τοῦ βυζαντινοῦ Ναοῦ καὶ τὸν κοινὸ Πατέρα, τὸν Παντοκράτορα, γινόταν συνειδητὴ ἡ ἑνότητα μέσα στὸ ἕνα Σῶμα. Ἡ πατερικὴ πνευματικότητα, στὸ ποσοστὸ ποὺ γινόταν τρόπος ζωῆς, ὁδηγοῦσε τοὺς πιστοὺς στὴ συναδέλφωση, μὲ τὴ συνεχῆ μεταβολὴ τῆς ἰδιοτέλειας σὲ ἀνιδιοτέλεια, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἄσκησης καὶ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα.

Τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν ἐπέτρεπε τὴ δημιουργία φυλετισμοῦ (ρατσισμοῦ), πίστεως δηλαδὴ στὴ φυσικὴ διάκριση τῶν ἀνθρώπων, καὶ γι’ αὐτὸ οὔτε δουλοπαροικίας ἢ ἀποικιοκρατίας, ὅπως συνέβη στὴ Δύση μὲ τὴ Φραγκικὴ κατάκτηση. Ἡ λεγόμενη φεουδαρχία τοῦ Βυζαντίου ἦταν γαιοκτητικοῦ χαρακτῆρα καὶ οἱ ὑπάρχουσες στὴ βυζαντινὴ κοινωνία διαφορὲς ἦταν οἰκονομικῆς μορφῆς καὶ ὄχι φυσικὴ διάκριση κυρίων καὶ δούλων. Σ’ ἀντίθεση μὲ τὴ δυτικὴ (φράγκικη) φεουδαρχία, στὴ Ρωμανία-Βυζάντιο διατηρήθηκε ἡ ἑλληνιστικὴ καὶ ρωμαϊκὴ παράδοση τῆς διάκρισης ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου δικαίου καὶ τὸ συγκεντρωτικὸ κράτος, ποὺ ἐπέβαλλε καθολικὰ τὴν ἰδεολογία του, ὡς ἐθνικὴ ἰδεολογία.

Τὸ ἴδιο δὲν ὑπῆρξε στὸ Βυζάντιο· ἡ ἔννοια τῆς κληρονομικῆς μεταβιβάσεως ἀξιωμάτων, οὔτε ἀκόμη σ’ αὐτὸ τὸν αὐτοκρατορικὸ βαθμό. Τὰ μυστήρια τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ χρίσματος ἐξίσωναν ὅλους τους πολῖτες καὶ τοὺς ἔδιναν δικαίωμα –καὶ ὄχι μόνο θεωρητικὰ- νὰ διεκδικήσουν ὄχι μόνο τὸν πατριαρχικό, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο. «Ποιός μποροῦσε νὰ ἐξιχνιάσει τὰ μυστήρια τῆς θείας Πρόνοιας καὶ ν’ ἀποκλείσει, ὅτι ὁ χθεσινὸς χωρικὸς θἄταν ἴσως ὁ αὐριανὸς αὐτοκράτορας καὶ ἡ περιφρονημένη ἑταίρα ἡ αὐριανὴ δέσποινα καὶ αὐγοῦστα ρωμαίων;» -παρατηρεῖ ὁ καθηγητὴς Ἰ. Καραγιαννόπουλος. «Μὲ λίγη τύχη καθένας, ποὺ διέθετε προσόντα, μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ ὑψηλὴ θέση, ὁποιαδήποτε κι ἂν ἦταν ἡ καταγωγή του» (Στ. Ράνσιμαν).

Τὸ ἰδανικό του Ρωμηοῦ θὰ εἶναι ἡ θέωση. Ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ἦταν ὁ στόχος ὅλης της ζωῆς καὶ αὐτὸ νοοῦμε, ὅταν λέμε ὅτι, στὸ Βυζάντιο ὅλοι θεολογοῦσαν. Τὸν στόχο δὲ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ὑπηρετοῦν, μὲ ὅλη τὴ δομὴ καὶ λειτουργία τους, ὄχι μόνο ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ –ὅσο κι ἂν φαίνεται σήμερα παράδοξο- καὶ ἡ Πολιτεία. Ὅπως θὰ σημειώσει ὁ Μέγας Βασίλειος: Τόσο ἡ ἐκκλησιαστική, ὅσο καὶ ἡ πολιτικὴ διακονία «εἰς ἐν ὀρῶσιν(=ἀποβλέπουν) τέλος, τὴν τῶν ὑπηκόων σωτηρίαν».

Γι’ αὐτὸ οἱ αἱρέσεις ἀντιμετωπίζονταν μὲ τόσο πάθος καὶ ἀγωνία. Γιατί ἔκλειναν τὸν δρόμο στὴ θέωση, κάνοντας ἀδύνατη τὴ σωτηρία. Στὴ συνείδηση τοῦ Γένους ἡ αἵρεση εἶναι ἕνα φάρμακο νοθευμένο, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ προσφέρει τὴ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης (ἁγιοπνευματικὸ φωτισμό), ἀλλ’ ἀντίθετα θανατώνει πνευματικὰ καὶ αἰώνια. Γι’ αὐτὸ ἡ μὲν Ἐκκλησία ἀντιμετώπιζε τὴν αἵρεση ὡς νοθεία στὸν τρόπο σωτηρίας, ἐνῷ ἡ Πολιτεία ὡς νοθευμένο φάρμακο, καὶ συνεπῶς ἐπικίνδυνο γιὰ τὴ δημόσια ὑγεία. Ἔτσι, ὅπως γίνεται καὶ σήμερα στὴ περίπτωση αὐτή, ἔπρεπε νὰ ἀποσυρθεῖ ἀπὸ τὴν κυκλοφορία. Γι’ αὐτὸ καίγονται τὰ αἱρετικὰ συγγράμματα στὸ Βυζάντιο, ἀλλ’ ὄχι καὶ οἱ αἱρετικοί. Δὲν γνώρισε ποτὲ «Ἱερὰ Ἐξέταση» ἡ Ρωμηοσύνη. Ἔξω ἀπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις πολλὰ πράγματα παραμένουν ἀκατανόητα ἤ, θεωρούμενα μὲ τὰ σημερινὰ κριτήρια, ὁδηγοῦν ἀναπότρεπτα σὲ παρερμηνεῖες. Αὐτὴ δὲ ἡ νοοτροπία θὰ ἐπικρατεῖ μέχρι τὸ 19ο αἰῶνα, ἔστω καὶ ἂν μεταγενέστερα οἱ πρακτικές, ὄχι σπάνια, θὰ ἔχουν ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὶς ἡσυχαστικὲς προϋποθέσεις.

Ἀνθρωπολογικὸ πρότυπό του Γένους δὲν ἦταν ὁ σοφὸς ἢ ὁ «καλὸς κἀγαθὸς» τῆς ἀρχαιότητας, ἀλλὰ ὁ ἅγιος. Οἱ Ἅγιοι (ἄνδρες καὶ γυναῖκες) εἶναι γιὰ τὴ Ρωμηοσύνη ἡ βεβαίωση τοῦ γεγονότος τῆς θεώσεως, ποὺ δηλώνεται μὲ τὴν ἀφθαρσία τῶν λειψάνων τους καὶ μὲ τὰ θαύματά τους. τὰ μοναστήρια, ὅπου ἀναδεικνύονται οἱ Ἅγιοι, λειτουργοῦσαν –παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἐλλείψεις- ὡς πνευματικὰ θεραπευτήρια, ποὺ δίδασκαν τὴ μέθοδο, μὲ τὴν ὁποία μπορεῖ ὁ πιστὸς νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὸν ἁγιοπνευματικὸ φωτισμὸ καὶ τὴ θέωσή του. Γι’ αὐτὸ κατέφευγαν σ’ αὐτὰ ὄχι μόνο ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ σοφοὶ κατὰ κόσμον, καὶ ἄρχοντες, καὶ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας ἢ καὶ αὐτοκράτορες ἀκόμη. Τὸ ἰδανικὸ τῆς θέωσης ἦταν καθολικὸ καὶ ἐξίσωνε ὅλες τὶς κοινωνικὲς βαθμίδες. Αὐθεντίες τῆς Βυζαντινῆς κοινωνίας δὲν ἦταν ὁ αὐτοκράτορας ἢ ὁ Πατριάρχης, ἀλλὰ οἱ μεγάλοι Γέροντες, οἱ Πνευματικοὶ δηλαδὴ Πατέρες. Αὐτὲς οἱ ἀντιλήψεις θὰ ἰσχύσουν καὶ στὴν περίοδο τῆς δουλείας μὲ καθολικὴ σχεδὸν ἀπήχηση. Ἡ σύμφυρση μὲ ἄλλα ρεύματα καὶ νοοτροπίες θὰ καθορίζει σὲ κάθε ἐποχὴ τὴν ἐμβέλεια καὶ τὴ δυναμική τους.

Αὐτὴ ἡ συνείδηση καὶ στάση ζωῆς θὰ συνεχισθοῦν καὶ στὴ μεταβυζαντινὴ κοινωνία. Τὸ 1453 βρῆκε τὸ Γένος μας ἀδύνατο πολιτικά, ἀλλὰ ὄχι καὶ πνευματικά. Ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση –ἡ πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδοξίας- κράτησε τὸ Γένος πλούσιο σὲ ψυχικὲς δυνάμεις καὶ γι’ αὐτὸ μπόρεσε νὰ ξεπεράσει τὴ μακρόχρονη δουλεία καὶ νὰ μὴ συμβιβασθεῖ ποτὲ μαζί της. Ἡ περίοδος τῆς δουλείας μάλιστα θὰ σημαδευτεῖ ἀπὸ τὴν ἀναθέρμανση τῆς ρωμαίϊκης συνείδησης καὶ τῆς συναίσθησης τῆς ἰδιαιτερότητάς του ἀπέναντι στοὺς ἀνατολικοὺς καὶ δυτικοὺς ἐπιβουλευτὲς τῆς ταυτότητάς του.

Κρίσιμο, βέβαια, εἶναι τὸ ἐρώτημα. Καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδηση; Χάθηκε ἡ ἑλληνικὴ συνείδηση μέσα στὴ Ρωμανία; Οἱ σημερινὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸ ἔθνος, καρπὸς τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης, ὁδηγοῦν σὲ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις. Διατυπώθηκαν, ἔτσι, διάφορες ἑρμηνεῖες, ὅπως οἱ ἀκόλουθες: α) Οἱ Ἕλληνες στὴ Ρωμανία ἦταν ὑπόδουλοι στοὺς Βυζαντινοὺς τυρράνους. β) Οἱ Νεοέλληνες δημιουργήθηκαν μέσα στὴ Φραγκοκρατία καὶ τὴν Τουρκοκρατία καὶ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τοὺς Βυζαντινούς. γ) Ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνισμὸς συνεχίσθηκε στὸ Βυζάντιο καὶ τὴ δουλεία, χωρὶς ὅμως ἀνάμειξη μὲ τὶς ἄλλες ἐθνότητες τῆς βυζαντινῆς πολυεθνότητας. Τί θ’ ἀπαντούσαμε σ’ αὐτά;

Μέσα στὴ βυζαντινὴ οἰκουμενικότητα τὸ ὀρθόδοξο αἴσθημα ἐκμηδένιζε τὶς φυλετικὲς ἀντιθέσεις καὶ δὲν συγκρουόταν μὲ τὴ συνείδηση τῆς καταγωγῆς. Κάθε ἐθνότητα αἰσθανόταν ὡς μέρος ἑνὸς ὅλου, ἐπαρχία τῆς οἰκουμένης, καὶ κάθε ἄνθρωπος πολίτης τοῦ κράτους τῆς Νέας Ρώμης. Ἂν θέλαμε κάποια –ὄχι ἀπόλυτη, φυσικὰ- ἀντιστοιχία, θὰ παραπέμπαμε στὶς σημερινὲς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς γιὰ τὸν πολυεθνικό τους χαρακτῆρα. Ἡ κάθε «ἐθνικὴ» γλῶσσα σῳζόταν παράλληλα μὲ τὶς ἐπίσημες κρατικὲς γλῶσσες, λατινικὴ καὶ ἑλληνική. Ἡ διγλωσσία, ἄλλωστε, εἶχε ἀρχίσει μὲ τὸν ἐξελληνισμὸ τῆς Ρώμης, ἤδη ἀπὸ τὸν 3ο αἰ. π.Χ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑλληνικότητα, μέσῳ τῆς Ὀρθοδοξίας, γινόταν κτῆμα καὶ τῶν μὴ ἐκ καταγωγῆς Ἑλλήνων. Οἱ χωριστικὲς τάσεις ὁρισμένων ἐθνοτήτων (π.χ. Βουλγάρων, Σέρβων), ποὺ συνέπιπταν μὲ τὴν ἀποδυνάμωση τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἐκφράζουν ἀδυναμία πλήρους ἐνσωμάτωσης στὴν ἑλληνίζουσα Ρωμανία, καὶ ἔξαρση τοῦ ἐθνικισμοῦ, ποὺ παραμέριζε τὴν Ὀρθοδοξία.

Ἡ ἑλληνικὴ συνείδηση, τουλάχιστο στοὺς κατόχους κάποιας παιδείας, δὲν χάθηκε καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ ὅρος «Ἕλλην» σήμαινε μόνο ἐθνικὸς-εἰδωλολάτρης. Γιατί δὲν εἶναι τὰ ὀνόματα, ποὺ σῴζουν τὴ συνείδηση, ἀλλὰ τὸ φρόνημα. Καὶ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα σῳζόταν μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ ἱεραρχόταν ὀρθὰ ἡ ἑλληνικὴ συνείδηση καὶ ἐναρμονιζόταν μὲ τὴν εὐρύτερη συγγένεια, τὴ ρωμαίϊκη –οἰκουμενικὰ ἑλληνική.

Ἀπὸ τὸ 212 μ.Χ. οἱ Ἕλληνες φέρουν μὲ τὴν ἴδια ὑπερηφάνεια τὰ ὀνόματα Ἕλληνας καὶ Ρωμηός. Τὸ πρῶτο τους συνδέει μὲ τὴν ἀρχαιότητα. Τὸ δεύτερο μὲ τὴ συνέχειά τους μέσα στὴν Ὀρθοδοξία. Τὸ ἕνα δὲν ἀποκλείει, ἀλλὰ προϋποθέτει τὸ ἄλλο. Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (1714-1779), ἐνῷ ἔλεγε στὸν λαὸ «δὲν εἴσθενε ἕλληνες», δηλαδὴ εἰδωλολάτρες, ἔκτιζε ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἡ χρήση, ἄλλωστε, τῶν ὀνομάτων δὲν ἀρκεῖ, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴ συνέχεια τῆς ταυτότητας. Χρειάζεται καὶ ἡ διατήρηση τῶν συστατικῶν της, ποὺ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη, ὁ ρωμαίικος τρόπος ζωῆς καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Γι’ αὐτὸ ὅσοι ἄλλαζαν τὴν πίστη τους, ἐξισλαμιζόμενοι ἢ ἐκλατινιζόμενοι (τουρκεύοντες ἢ φραγκεύοντες), ἢ ἐπέστρεφαν στὴν εἰδωλολατρία ἀποξενώνονταν καὶ ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸ (στὴ ρωμαίικη διάστασή του) καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία. Γιατί ὁ παγανιστικὸς ἑλληνισμός, ποὺ ἤθελε νὰ ἀναστήσει ὁ Πλήθων, πέρασε ὁριστικά. Ὁ Παρθενῶνας στὴν ἀθηναϊκὴ Ἀκρόπολη, δὲν εἶναι πιὰ εἰδωλολατρικὸς ναός, ἀλλὰ ναὸς τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ Θεοτόκου καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἡφαίστου στὸ Θησεῖο ἐκκλησιὰ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἡ προχριστιανικὴ θρησκευτικὴ ἀναζήτηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ ἐκφράσθηκε αὐθεντικὰ μὲ μνημεῖα σὰν αὐτά, ἀναγεννήθηκε μέσα στὸ φῶς τῆς Χάρης καὶ ἔγινε ἑκούσια Χριστιανικὸς Ἑλληνισμός, μὲ πρωτοπόρους σ’ αὐτὴ τὴν ἀνακαίνιση τοὺς ἁγίους Πατέρες ὅλων τῶν αἰώνων.

Σὲ μίαν ἱστορικὴ στιγμὴ ὁ Ἑλληνισμὸς θὰ ἀναγκασθεῖ ἀπὸ τὰ πράγματα νὰ ξεχωρίσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ὑπερεθνικὴ ἑνότητα τῆς Ρωμανίας, τονίζοντας τὴν ἰδιαιτερότητά του ὡς ἐθνότητας, χωρὶς ὅμως τὴν ἔννοια τῆς χωριστικῆς ὀντότητας ἀπὸ τὴ «Βυζαντινή» αὐτοκρατορία. Ἡ ἀφορμὴ δόθηκε ἀπὸ ἔξω.

Ἡ φραγκικὴ κατάκτηση (1204) ἰσχυροποίησε τὴν ἐθνικὴ συνείδηση τῶν Ἑλλήνων καὶ σ’ ἀντίδραση πρὸς τοὺς Φράγκους κατακτητὲς τονιζόταν τὸ ἑλληνικὸ ἐθνικὸ ὄνομα. Αὐτὸ ὅμως ἔγινε χωρὶς τὴν ἐλάχιστη διάσταση μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ ἀπέκτησε ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία, ἀφοῦ αὐτὴ οὐσιαστικὰ διαφοροποιοῦσε τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὸ Φράγκο, ὅπως ἀργότερα ἀπὸ τὸν Τοῦρκο. Ὅσο ὅμως προχωροῦσε ἡ ἐδαφικὴ συρρίκνωση τῆς αὐτοκρατορίας, τόσο περισσότερο αὐτὴ συνδεόταν μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἐθνότητα. Ὅταν ἔπεσε ὁριστικὰ στὰ 1453, ἦταν καθαρὰ ἑλληνική, ἐνῷ ἄλλες βυζαντινὲς ἐθνότητες (Βούλγαροι, Σέρβοι) ἔδειχναν διαρκῶς τάσεις ἀποδέσμευσης καὶ αὐτονόμησης. Ἐπανένταξη τῶν ρωμαίικων ἐθνοτήτων στὴ Ρωμαίικη ὑπερεθνότητα θὰ γίνει μέσα στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, στὴν ὁποία ἡ Ρωμηοσύνη θὰ ξαναβρεῖ τὴν ἑνότητά της.

Ἔτσι ὅμως ἐξηγεῖται, γιατί σ’ ὅλη τὴ μεταβυζαντινὴ περίοδο θὰ στρέφουν οἱ Ἕλληνες συνεχῶς τὴ σκέψη στὴ βυζαντινὴ κληρονομιὰ καὶ ἡ ἑλληνικὴ Μεγάλη Ἰδέα θὰ πάρει χαρακτῆρα καθαρὰ ρωμαίικο-βυζαντινό, μένοντας πάντα προσανατολισμένη στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἀλλαγὴ προσανατολισμοῦ, ἀπὸ τὴν Πόλη στὴν Ἀθῆνα καὶ ἀπὸ τὴ Ρωμαίικη οἰκουμένη στὸ ἑλληνικὸ Ἐθνικὸ κράτος, θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μεταγενεστέρων ἐξελίξεων καὶ ξένων ἐπιρροῶν.

*Ὁμοτίμου καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος