Το Ρωμαίικο > Κοινοτισμός > ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ / Claude Fauriel

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ / Claude Fauriel

Τὰ σύγχρονα τραγούδια προέρχονται ἐκ παραδόσεως

(….) Με­τα­ξὺ τῶν δι­α­φό­ρων εἰ­δῶν τῶν Δη­μο­τι­κῶν τρα­γου­δι­ῶν, τὰ ὁ­ποί­α συ­ναν­τῶ­μεν εἰς τοὺς συγ­χρό­νους Ἕλ­λη­νες, ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα, τὰ ὁ­ποί­α φαί­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ τὸ προ­α­να­φερ­θὲν ἱ­στο­ρι­κῶς συν­δε­ό­με­να πρὸς τὰ τρα­γού­δια τὰ σχε­τι­ζό­με­να πρὸς τὴν ἀρ­χαί­αν Ἑλ­λά­δα, καὶ δὲν θὰ ἦ­το ἀ­πί­θα­νον νὰ τὰ πα­ρα­δε­χθῶ­μεν ὡς προ­ερ­χό­με­να ἐκ πα­ρα­δό­σε­ως. Τέ­τοι­α εἶ­ναι π.χ. τὰ τρα­γού­δια τῶν ποι­μέ­νων εἰς τὰ Ὄρη, τὰ τρα­γού­δια τῶν τρο­φῶν τοῦ Ἀρ­χι­πε­λά­γους, διὰ τῶν ὁ­ποί­ων αὐ­ταὶ συ­νη­θί­ζουν νὰ ἀ­πο­κοι­μί­ζουν τὰ παι­διὰ ἢ νὰ τὰ ἐμ­πο­δί­ζουν νὰ κλαί­ουν. Πα­ρό­μοι­α ἐ­πί­σης εἶ­ναι, καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­κό­μη, τὰ τρα­γού­δια τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν ναυ­τι­κῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ζῶν­τες σχε­δὸν πάν­το­τε μα­ζὶ καὶ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νοι ἀ­πὸ τὰς ἄλ­λας τά­ξεις τῆς κοι­νω­νί­ας, φαί­νον­ται νὰ κα­τα­βάλ­λουν κά­θε προ­σπά­θειαν διὰ νὰ δι­α­φυ­λά­ξουν τὰ πα­ρα­δό­σεις τῶν προ­γό­νων των. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς φαί­νε­ται ὅ­τι βε­βαι­ώ­νει τὸ τρα­γου­δά­κι εἰς τὸν ἦ­χον τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­να­σύ­ρουν ἢ ρί­πτουν τὴν ἄγ­κυ­ραν. Τρα­γου­δά­κι πι­θα­νῶς ἐ­πί­σης ἀρ­χαῖ­ον ὡς αἱ λέ­ξεις διὰ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­πο­δί­δε­ται, καὶ αἱ ὁ­ποῖαι δὲν εἶ­ναι ἡ μί­α ἐ­λα­φρὰ με­τα­βο­λὴ τῶν κα­θι­ε­ρω­μέ­νων διὰ τὴν αὐ­τὴν χρῆ­σιν ἀ­πὸ τοὺς χρό­νους τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νους, ὡς ἀ­να­φέ­ρω με­τὰ πε­ρισ­σο­τέ­ρων λε­πτο­με­ρει­ῶν εἰς τὸ ἱ­στο­ρι­κὸν ση­μεί­ω­μα ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ τῆς συλ­λο­γῆς αὐ­τῆς.

Καὶ τώ­ρα πρέ­πει νὰ ἐ­πι­μεί­νω σκο­πί­μως εἰς μί­αν σχέ­σιν, τὴν ὁ­ποί­αν ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρον ὡς ἀ­σφα­λῆ σχέ­σιν με­τα­ξύ τῆς ἀρ­χαί­ας καὶ τῆς νέ­ας δη­μο­τι­κῆς ποι­ή­σε­ως τῶν Ἑλ­λή­νων. Συ­νην­τᾶτο εἰς τὴν γλώσ­σαν καὶ τὰς ἰ­δέ­ας τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τος καὶ εἰς τὸ πρῶ­τον τρα­γού­δι τῶν προ­ω­ρι­σμέ­νων νὰ τρα­γου­δοῦν­ται καὶ νὰ χο­ρεύ­ων­ται μὲ τὴν συ­νο­δεί­αν χει­ρο­νο­μι­ῶν καὶ κι­νή­σε­ων μι­μου­μέ­νων τὸ ἀν­τι­κεί­με­νον ἢ τὰ αἰ­σθή­μα­τα τὰ ἑρ­μη­νευ­ό­με­να διὰ τῶν λό­γων. Τὰ τρα­γού­δια αὐ­τὰ ἦσαν αἱ ἀ­λη­θι­ναὶ ἀρ­χαῖ­οι μπα­λάν­ται, καὶ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α ὑ­πορ­χή­μα­τα, τὴν ὁ­ποί­αν ἔ­δω­σαν εἰς αὐ­τά, δὲν ἠμ­πο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­δο­θῆ καλύ­τε­ρον οὔ­τε πά­λιν κα­τὰ δι­ά­φο­ρον τρό­πον εἰς τὰ Γαλ­λι­κὰ ἢ μὴ διὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῆς μπαλ­άν­τας, ἀ­πο­δί­δον­τες εἰς αὐ­τὴν τὴν ἀ­κρι­βή καὶ πρώ­την ση­μα­σί­αν της. Ἀ­πὸ τὰ ὑ­πορ­χή­μα­τα ἢ τὰς ἀρ­χαί­ας μπαλάν­τας τῶν Ἑλ­λή­νων με­ρι­καὶ ἦ­σαν λα­ϊ­κῆς προ­ε­λεύ­σε­ως, καὶ ἀ­νέ­φε­ρον πρὸ ὀ­λί­γου τὴν ἀρ­χὴν μί­ας, ἡ ὁ­ποί­α σκο­πί­μως ἀ­νε­φέρ­θη ὡς δη­μο­τι­κὴ ὑ­πὸ τοῦ Ἀ­θη­ναί­ου. Μοῦ φαί­νε­ται δύ­σκο­λον νὰ μὴ ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὅ­τι εἰς τὰ σύγ­χρο­να ἑλ­λη­νι­κὰ τρα­γού­δια χο­ροῦ συ­νε­χί­ζον­ται, δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­αν μὲ ποί­ας με­τα­βο­λάς, αἱ μπαλ­άν­ται αὐ­ταὶ τῶν προ­γό­νων των. (…)

(…) Ὡς πρὸς ἐ­μέ, ὅ,τι ἤ­δη προ­κα­το­βο­λι­κῶς εἶ­πον ὡς πρὸς τὴν ἀρ­χὴν καὶ τὴν πα­λαι­ό­τη­τα τῆς δη­μο­τι­κῆς ποι­ή­σε­ως τῶν συγ­χρό­νων Ἑλ­λή­νων, δὲν δύ­να­μαι εἰ­μὴ νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βω ἐ­δῶ, πο­λὺ ὀ­λι­γώ­τε­ρον ἀ­κό­μη διὰ τοὺς λό­γους καὶ τὰ πρὸ ὀ­λί­γου ἐ­κτε­θέν­τα γε­γο­νό­τα πα­ρὰ δι­ό­τι ἀ­δυ­να­τῶ νὰ ἐν­νο­ή­σω ἐκ τῶν προ­τέ­ρων πᾶ­σαν ἀν­τί­θε­τον ὑ­πό­θε­σιν. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρον ἐ­σκέ­φθην ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος, τό­σον πε­ρισ­σό­τε­ρον ἐ­πί­στευ­σα ὅ­τι ἡ σύγ­χρο­νος ποί­η­σις πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­συγ­κρί­τως ἀρ­χαι­ο­τέ­ρα ὅ­λων τῶν σω­ζο­μέ­νων ποι­η­τι­κῶν μνη­μεί­ων. Συν­δε­δε­μέ­νη ὅ­πως εἶ­ναι κα­τὰ μέ­γα μέ­ρος τοὐ­λά­χι­στον μὲ συ­νη­θεί­ας, κα­τα­φα­νή λεί­ψα­να ἀρ­χαί­ων συ­νη­θει­ῶν καὶ ἀ­να­πό­σπα­στον μέ­ρος αὐ­τῶν, ὀ­φεί­λει κα­τ᾿ ἀ­πό­λυ­τον ἀ­νάγ­κη νὰ ἔ­χη τὴν αὐ­τὴν ἀρ­χὴν μὲ αὐ­τάς ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι, ὅ­πως ἐ­κεῖ­ναι, μί­α με­τα­βο­λὴ ἐ­πί­σης με­γά­λη, ὅ­ση δυ­νά­με­θα νὰ ὑ­πο­θέ­σω­μεν, ἀλ­λὰ βαθ­μια­ία καὶ συ­νε­χής τῆς ἀρ­χαί­ας κα­τα­στά­σε­ως τῶν πραγ­μά­των. Λέ­γω συ­νε­χής, δι­ό­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τρό­πος νὰ φαν­τα­σθῶ μί­α οἱ­αν­δή­πο­τε δι­α­κο­πήν, μα­κρὰν ἢ σύν­το­μον εἰς τὰς πα­ρα­δό­σεις τοῦ πα­ρελ­θόν­τος κα­τὰ τὸ πα­ρόν. Τέ­λος, κα­θ᾿ ὅ­λην τὴν σει­ρὰν τῶν αἰ­ώ­νων, τοὺς ὁ­ποί­ους δυ­νά­με­θα νὰ θέ­σω­μεν με­τα­ξύ τῆς ἀρ­χαί­ας Ἑλ­λά­δος καὶ τῆς συγ­χρό­νου, δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ φαν­τα­σθῶ ἕ­να δι­ά­στη­μα, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ον δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χον Δη­μο­τι­κὰ τρα­γού­δια τοὐλά­χι­στον πε­ρὶ τῶν αὐ­τῶν γε­γο­νό­των καὶ διὰ τὰς αὐ­τάς πε­ρι­στά­σεις, πε­ρὶ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ διὰ τὰ ὁ­ποί­ας καὶ σή­με­ρον εἰς τὴν χώ­ραν αὐ­τὴν ὑ­πάρ­χουν. Καὶ ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ πα­ρα­δε­χθῶ­μεν ὅ­τι τὰ τρα­γού­δια αὐ­τὰ θὰ ἦσαν πάν­το­τε τὸ ὀ­λι­γώ­τε­ρον ἴ­σης ἀ­ξί­ας μὲ ὅ­σα ἔ­χο­μεν σή­με­ρον. Ποῦ εἶ­ναι πράγ­μα­τι οἱ λό­γοι οἱ εὐ­νο­ή­σαν­τες τὴν ὁρ­μὴν τοῦ λα­ϊ­κοῦ ποι­η­τι­κοῦ δαι­μο­νί­ου κα­τὰ τὴν πρό­σφα­τον πε­ρί­ο­δον, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν τὰ τε­λευ­ταί­α αὐ­τὰ ἀ­νή­κουν;

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος