
Το 2006 ψηφίστηκε και στην Ελλάδα ο νόμος (3448/2006, άρθ. 35) για την καύση των νεκρών, δυνάμει του οποίου επιτρέπεται η αποτέφρωση, κατόπιν προηγούμενης ρητής δήλωσης του θανόντος ή αντίστοιχης δήλωσης των συγγενών του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τέταρτο βαθμό, κατά σειρά τάξεως. Ωστόσο, δεν έχει προχωρήσει η υλοποίηση αυτής της νομοθετικής πρόβλεψης, καθώς παραμένει σε εκκρεμότητα το ζήτημα της χωροθέτησης.
Η πρόσφατη καθιέρωση της προαιρετικής καύσης των νεκρών υπήρξε από καιρό αίτημα μειοψηφιών, το πιθανότερο στα πλαίσια επιδιώξεων για το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας. Δεν διαφαίνεται ότι θα τύχει της επιδοκιμασίας της πλειοψηφίας, όπως δεν έτυχε και ο πολιτικός γάμος.
Ἀλλά μήπως, ἔτσι, ἀνοίγεται ἕνας δρόμος καί γιά πολλές ἄλλες πρακτικές; Γιατί, τάχα, θά ἔχω τό δικαίωμα νά διαθέσω τό σῶμα μου μετά το θάνατό μου, ὅπως ἐγώ θέλω, καί δέν θά ἔχω τό δικαίωμα νά ἐπιλέξω τήν ὥρα τοῦ θανάτου μου ἤ καί τόν τρόπο τοῦ θανάτου μου; Μήπως, ἑπομένως, μέ αὐτόν τόν τρόπον διανοίγουμε καί μία ἄλλη διέξοδο για τήν νομιμοποίηση τῆς εὐθανασίας;
- Μηνύματα ἀπό τήν παράδοση καί τήν τέχνη
ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοί τῆς ἀρχαιότητας φρόντιζαν γιά τούς νεκρούς τους, περισσότερο ἀπό τούς ζωντανούς καί ἀκόμη στούς περισσότερους λαούς ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξύ ταφῆς καί καύσεως τοῦ σώματος. Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, κυρίως ἀπό τούς κλασικούς χρόνους μέχρι σήμερα, ἐπικρατεῖ ἡ παράδοση νά θάβουν τούς νεκρούς τους, διότι πίστευαν ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἄταφου νεκροῦ δέν μπορεῖ νά εἰσέλθη στά “Ἠλύσια πεδία, ἀλλά περιπλανᾶται, ἕως ὅτου ταφῆ. Ὡστόσο, στούς ὁμηρικούς χρόνους παρατηρεῖται καί τό φαινόμενο τῆς καύσης τῶν νεκρῶν. Ὅπου όμως ἐφαρμοζόταν στήν ἀρχαιότητα ἡ καύση τῶν νεκρῶν, συνδεόταν πάντοτε μέ δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Τό ἕνα, ὅτι γινόταν μέ θρησκευτική ἱεροτελεστία, καί τό ἄλλο ὅτι πουθενά δέν ἐφαρμοζόταν ὡς μέθοδος πλήρους ἀποτεφρώσεως, ἀλλά μετά τήν καύση τῶν σωμάτων συνέλεγαν τά ἐναπομείναντα ὀστᾶ, τά τοποθετοῦσαν σέ πολυτελεῖς λάρνακες καί τά ἔθαπταν σέ εἰδικούς τάφους. Δηλαδή, γινόταν καύση καί ταφή σωμάτων καί ὄχι ὁλοκληρωτική καί πλήρης ἀποτέφρωση. Ἡ ἀποτέφρωση σέ εἰδικούς κλίβανους εἶναι νεώτερη συνήθεια, ἄγνωστη στούς ἀρχαίους χρόνους. Αὐτό πρέπει ἰδιαιτέρως νά ὑπογραμμισθῆ.
Στούς νεώτερους χρόνους εἰσήχθη ἡ καύση τῶν νεκρῶν στήν Γαλλία, μετά τήν Ἐπανάσταση, μέ διάταγμα τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1789. Σήμερα, σέ εὐρεία κλίμακα, ἐφαρμόζεται ἡ καύση τῶν νεκρῶν σέ διάφορες Προτεσταντικές Ἐκκλησίες, στούς ἀπίστους καί τούς Ἐλευθεροτέκτονες.
Ας μη μας διαφεύγει ότι στην ταφή των νεκρών οφείλονται οι μεγαλειώδεις κατασκευές των πυραμίδων, τα γνωστά μαυσωλεία και άλλα τεχνουργήματα. Και σήμερα στα μουσεία μας εκτίθενται κτερίσματα που θαυμάζονται από τους επισκέπτες. Οι προγονικοί τάφοι υπήρξαν πηγή πληροφόρησης για τους επιστήμονες και συνέβαλαν στην γνώση του πολιτισμού και του τρόπου ζωής, αλλά και των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών σε μακρινές εποχές. Ίσως, έπειτα από αιώνες, οι επιστήμονες να στερούνται μιας τέτοιας πηγής για έρευνα.
Και το σπουδαιότερο, στά μοναστήρια μποροῦμε νά συναντήσουμε τήν πεμπτουσία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Τά κεντρικά τους σημεῖα, ἐκεῖ πού διαφυλάσσεται ὁ πνευματικός θησαυρός τους εἶναι τό ἱερό θυσιαστήριο, οἱ λειψανοθῆκες καί τό ὀστεοφυλάκιο. Καί τά τρία ἔχουν λείψανα. Καί τά τρία δέν θά ὑπῆρχαν, ἄν ἡ Ἐκκλησία υἱοθετοῦσε τήν καύση τῶν νεκρῶν της.
- Οἱ προφάσεις γιά τήν καύση τῶν νεκρῶν
Οἱ λόγοι πού συνήθως παρουσιάζονται γιά νά ὑποστηρίξουν τήν καύση των νεκρῶν εἶναι οἱ ἑξῆς:
α. Ἔλλειψη χώρου
Στήν οὐσία, τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν ἔχουμε χῶρο στά κοιμητήρια μας ἤ χώρους γιά κοιμητήρια ἀποτελεῖ πρόφαση, πού ἰσοδυναμεῖ μέ προσβολή. Ἄν δέν ἔχουμε, νά δημιουργήσουμε χῶρο. Ὅπως εἶναι ἀνάγκη στήν πολύκοσμη Ἀθήνα να δημιουργηθοῦν χῶροι γιά parking, ἀναψυχή, πολυκαταστήματα κ.λπ., ἔτσι μπορεῖ νά ληφθῆ καί ἡ δέουσα πρόνοια γιά τούς νεκρούς. Ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός δημιουργοῦν καί χῶρο καί προϋποθέσεις. Ἄν καταλάβουμε ὅτι ἡ ἀνάγκη νά σεβασθοῦμε τούς νεκρούς μας εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ὀποιαδήποτε πρακτική ἀνάγκη, τότε θά βρεθοῦν καί οἱ κατάλληλοι χῶροι.
Ἡ κοινωνία μας συχνά ἐκφράζει καί τή στενότητα πού νοιώθει ὄχι γιά τούς νεκρούς, ἀλλά καί γιά τούς ἐπερχομένους ζωντανούς. Οὔτε γι’ αὐτούς δέν ἔχει χῶρο ὁ κόσμος μας. Γι’ αὐτό καί νομιμοποιεῖ τίς ἀμβλώσεις. Ἔτσι, νόμιμα πλέον καταστρέφουμε τό σπαρμένο στά σπλάγχνα τῆς μητέρας ἔμβρυο. Κατά ἀνάλογο τρόπο, καῖμε τό σῶμα στά σπλάγχνα τῆς γῆς, γιά νά μήν ζήσει αιώνια. Ὄχι γιατί δέν θέλουμε αὐτό νά ζήσει, ἀλλά γιατί δέν θέλουμε ἐμεῖς να ζήσουμε αἰώνια. Ἡ ὕπαρξη, ἡ ζωή του μᾶς θυμίζει τήν αἰωνιότητα. Ἐμεῖς μ’ αὐτήν ἔχουμε πρόβλημα, ὄχι μέ τόν νεκρό, μέ τόν Θεό.
Στίς μωαμεθανικές χῶρες, πού ἀπαγορεύεται ἡ ἐκταφή ἤ ἡ κατακόρυφη σέ ἐπίπεδα ταφή, πού οἱ πληθυσμοί εἶναι πυκνοί καί αὐξανόμενοι, οἱ θάνατοι πιό σύντομοι, πῶς χωροῦν τά κοιμητήρια;
β. Λόγοι ὑγείας, ἀποφυγή μικροβίων
Ἕνας δεύτερος λόγος πού ἀκούγεται συχνά ὅτι ἐπιβάλλει τήν καύση τῶν νεκρῶν εἶναι οἱ λόγοι ὑγιεινῆς. Ἀλλά τί εἰρωνεία! Σέ μιά ἐποχή ὅπου, ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα καί ἀπό χιλιάδες αἰτίες, ἔχει καταμολυνθεῖ τό οἰκοσύστημα καί ὅπου ἀπειλεῖται μέ ἀπονέκρωση τό σύνολο τῆς γήινης βιόσφαιρας, σέ μιά ἐποχή πού πετοῦμε πιό πολλά ἀπ’ ὅσα χρησιμοποιοῦμε, πού εἰσπνέουμε περισσότερο διοξείδιο τοῦ ἄνθρακος ἀπ’ ὅσο ἐκπνέουμε, πού ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Ἀθήνας θυμίζει ἀτμόσφαιρα ἀνθρακωρυχείου καί οἱ γειτονιές της χωματερές, εἶναι πράγματι ὑποκριτικό, ἐνῶ καταστρέψαμε περιβαλλοντικά ὅ,τι φαίνεται καί ζεῖ, τώρα νά νοιώθουμε πώς κινδυνεύουμε ἀπό τά μικρόβια τῶν νεκρῶν, πού οὔτε φαίνονται, οὔτε ἀπειλοῦν, οὔτε φυσικά ὑπάρχουν στά κοιμητήρια· ὑπάρχουν μόνο στά μυαλά τῶν συγχρόνων μηδενιστῶν. Τή μόλυνση τήν δημιουργοῦν οἱ ζωντανοί, ὄχι οἱ νεκροί.
γ. Ἀνθρώπινο δικαίωμα. Νομιμοποίηση εὐθανασίας;
Ἕνας ἰσχυρός λόγος, πού κάποιοι προτάσσουν γιά τήν καύση, εἶναι τά λεγόμενα ἀνθρώπινα καί ἀτομικά δικαιώματα. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν δέν εἶναι ἀτομικό δικαίωμα τοῦ νεκροῦ πλέον ἀνθρώπου· ἡ διατήρηση τοῦ σώματός του ἀποτελεῖ κοινωνική ὑποχρέωση σεβασμοῦ καί ἐπιβιώσεως τοῦ προσώπου του. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δικαίωμα κάποιου νά τόν κάψουμε ἐμεῖς! Μπορεῖ κάποιος νά ζητήσει νά καεῖ μετά τό θάνατό του. Ἡ καύση του ὅμως θά πραγματοποιηθεῖ ἀπό ἀνθρώπους πού θά βρίσκονται στή ζωή. Καί οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶναι πολύ πιθανό – καί στόν τόπο μας ἴσως βέβαιο – νά ἔχουν ἀντιλήψεις πού ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τήν ἐπιθυμία τοῦ ἐκλιπόντος. Πῶς αὐτοί θά ὑποχρεωθοῦν νά ἐκπληρώσουν τήν ἐπιθυμία τοῦ ἐκλιπόντος; Καί κατά πόσον ἡ ἀτομική ἐπιθυμία ἐκείνου, πού ἐδῶ ἐκφράζει μιά τοποθέτηση ἀπέναντι στό ἀνθρώπινο σῶμα, δέν παραβιάζει τήν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως ἐκείνων πού εἶναι τοποθετημένοι διαφορετικά;
Ἄν ἡ κοινωνία ἔχει ὑποχρέωση νά κάψει ὅποιον τό ἐπιθυμεῖ, τότε θά εἶναι καί ὑποχρεωμένη νά διευκολύνει καί τόν θάνατο αὐτοῦ πού τῆς τό ζητεῖ. Ἡ ὑποχώρηση στήν καύση τῶν νεκρῶν μέ τό αἰτιολογικό τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος θά καταστήσει τήν εὐθανασία ἐπιβεβλημένη κοινωνική ὑποχρέωση.
δ. Τό ἀποτρόπαιον τοῦ θανάτου
Ἡ ταφή ἀποτελεῖ ἀναντίρρητα μιά συναισθηματική πολύ δύσκολη εἰκόνα. Ἡ στρουθοκαμηλική νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας προκρίνει τό νά ἀγνοοῦμε ἤ νά μήν ἀντικρύζουμε τήν πραγματικότητα, παρά νά τήν προβάλουμε πάνω στήν ἀλήθεια. Προτιμάει κανείς νά βλέπει ἕνα κουτάκι παρά νά ἀντικρύζει ἕνα πτῶμα. Τό πρῶτο εἶναι ἁπλό ἀντικείμενο. Τό σῶμα εἶναι νεκρό ὑποκείμενο. Βλέποντας τό πρῶτο ξεχνᾶς τό πρόσωπο. Ἀντικρύζοντας τό δεύτερο θυμᾶσαι τό θάνατό του, αἰσθάνεσαι τό θάνατό του καί αὐτό πονᾶ.
Τα βαθύτερα αἴτια τοῦ αἰτήματος τῆς καύσης
Πέραν ὅμως τῶν διαφόρων προφάσεων ὑπάρχουν βαθύτερα αἴτια πού τό θέμα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν κατά καιρούς ἐμφανίζεται στό προσκήνιο. Αὐτά εἶναι ὁ μηδενιστικός τρόπος ζωῆς, ἡ ἐπιθυμία ἀποθρησκευτικοποιήσεως τῆς κοινωνίας καί ἡ κυριαρχία τῆς χρηστικῆς ἀντίληψης εἰς βάρος τοῦ σεβασμοῦ καί τῶν ἀξιῶν.
Ἡ ταφή ἔχει μιά τελετουργία ἐμφανῶς πιό ἔντονη ἀπό τήν καύση. Ἡ προσπάθεια εἰσαγωγῆς τῆς καύσης δημιουργεῖ μιά ἀπότομη ἀλλοίωση στά κοινωνικά μας ἤθη. Ἡ ταφή εἶναι περισσότερο μυστήριο, ἐνῶ ἡ καύση τελετή ἤ διαδικασία. Μέσα στήν καρδιά μας ἔχει ἔντονα ἀδυνατίσει ἡ πνευματική καί βιωματική διάσταση τοῦ γεγονότος. Ὅλα γίνονται βιαστικά καί τυπικά. Ὅ,τι ὅμως δέν ἔχει ὑπομονή δέν ἔχει οὔτε βάθος, οὔτε διάρκεια· οὔτε ρίζες, οὔτε αἰωνιότητα. Ἔτσι ψέλνουμε “αἰωνία ἡ μνήμη” ἀλλά ταυτόχρονα ἡ δική μας μνήμη εἶναι σφιχτά κλεισμένη· προσπαθοῦμε νά ξεχάσουμε.
Τέλος, δέν εἶναι λίγοι αὐτοί πού ἐπικαλοῦνται καί οἰκονομικούς λόγους γιά τήν καύση, ἄσχετα ἄν τό ἐπιχείρημα αὐτό δέν φαίνεται ἀντικειμενικά νά εὐσταθεῖ. Ἡ ἀναγωγή ὅμως καί μόνον τοῦ θέματος τοῦ θανάτου καί τοῦ λειψάνου τοῦ σώματος σε οἰκονομική λογική τί ἄλλο δείχνει παρά ὅτι οἱ ἀξίες καί οἱ ἰδέες τελοῦν ἐν διωγμῷ στίς κοινωνίες μας;
- Ἡ θεολογική προσέγγιση
Τό γεγονός τοῦ θανάτου στήν Ἐκκλησία δέν ἀντιμετωπίζεται ὡς μεμονωμένο γεγονός -κάποιος πέθανε- ἀλλά ὡς ἐκκλησιαστικό καί κοινωνικό γεγονός -κάποιος μᾶς ἔφυγε καί ἡ ἀναχώρησή του ἔχει ἄμεση σχέση μέ τή ζωή μας.
“Κηδεία” σημαίνει τήν τελευταία καί ἱερότερη φροντίδα μας στόν νεκρό. Ἐτυμολογικά προέρχεται ἡ λέξη ἀπό τό ρῆμα “κήδομαι” φροντίζω. Ὅταν κάποιον θέλεις νά τόν φροντίσεις, τότε οὔτε τήν ἱερότητά του περιορίζεις οὔτε καί τή φυσική ὑπόστασή του λιγοστεύεις. Ἀρνεῖσαι τή βία ἐπάνω του, ὄχι γιά νά μήν πονέσει τό σῶμα του, ἀλλά γιά νά μήν πονέσει ἡ ψυχή σου.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει μιά συγκεκριμένη ἀρχή καί βέβαια δέν ἔχει τέλος, γιατί ἔτσι τό θέλησε ὁ Θεός. Τό σῶμα δέν εἶναι ἁπλῶς τό φυλακτήριο τῆς ψυχῆς, ὅπως ἰσχυρίζονταν τά ἰδεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἀρχαιότητας, ἀλλά τό ἕνα στοιχεῖο τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχή εὑρίσκεται πανταχοῦ τοῦ σώματος, μέ τήν ἐνέργειά της, καί ζωοποιεῖ τό σῶμα. Τό νεκρό σῶμα εἶναι καί λέγεται κατ’ εἰκόνα Θεοῦ.
Ὁλόκληρη ἡ λατρευτική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στόν ὅλο ἄνθρωπο. Ἁγιάζεται τό νερό καί μέσα στό ἁγιασμένο νερό ἐμβαπτίζεται ὅλος ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι χαρακτηριστικό τό χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: “Αὐτός δέ ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καί ὁλόκληρον ὑμῶν τό πνεῦμα καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Χριστοῦ τηρηθείη” (Α´ Θεσ. ε´, 23).
Τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπόσταση, ὡς πρός τήν ὁλοκληρωτική ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος, φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν θέλει νά ἀποχωρισθῆ ἀπό τό σῶμα καί μέ αὐτόν ἀκόμη τόν θάνατο. Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: “Ὄντως φοβερώτατον τό τοῦ θανάτου μυστήριον, πῶς ψυχή ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται ἐκ τῆς ἁρμονίας καί τῆς συμφυΐας ὁ φυσικώτατος δεσμός, θείῳ βουλήματι ἀποτέμνεται”.
Ἀλλά καί ἀκόμη μετά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἡ ψυχή διατηρεῖ μέσα της τίς ἀναμνήσεις του. Ἀπό τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ἄλλες ἐνεργοῦν χωρίς τήν συνέργεια τοῦ σώματος (νοῦς, διάνοια καί δόξα) καί ἄλλες χρειάζονται καί τήν συνέργεια του σώματος (ἡ φαντασία καί ἡ αἴσθηση). Ἔτσι, ὅταν μαστιζόταν ἡ σάρκα τοῦ Χριστοῦ καί ἔπασχε, τότε “εἰκόνες καί τύποι καί φαντασίαι τινές ἀμυδραί τῶν μαστίγων καί παθῶν καί εἰς αὐτήν ὑπεχαράττοντο τήν ψυχήν· ὅθεν ἀκούομεν ὅτι καί αἱ ψυχαί τῶν ἁμαρτωλῶν ἀπάγονται εἰς τόν ἅδην, τά στίγματα καί σημεῖα τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν περιφέρουσαι”.
Τό δεύτερο σημεῖο, πού δείχνει ὅτι παρά τόν χωρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν διασπᾶται ἡ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὅτι ἡ ψυχή γνωρίζει τά μέλη της καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό αὐτά. Λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὅτι ἡ ψυχή ἐπιγινώσκει τό δικό της τεμάχιο καί ὁδηγεῖται ἀπό τά σημεῖα πού βρίσκονται τά λείψανα στήν ἀναγνώριση τῶν μελῶν τοῦ ὅλου σώματος. Ἑπομένως, ἡ ψυχή, καί μετά τόν χωρισμό της ἀπό τό σῶμα, γνωρίζει καί ἀναγνωρίζει τά στοιχεῖα καί τά μέλη τοῦ σώματος, ὁπότε μέ τήν δύναμη καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ θά εἰσέλθη πάλι στό δικό της σῶμα καί ἔτσι θά γίνη ἀνάσταση τῶν νεκρῶν σωμάτων. Εἶναι πολύ χαρακτηριστική ἡ προφητεία τοῦ Προφήτου Ἰεζεκιήλ, ὅπου περιγράφεται θαυμάσια αὐτή ἡ ἀνάσταση τῶν σωμάτων (Ἰεζ. λζ´ 1-14).
Φυσικά τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, κατά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θά εἶναι τό ἴδιο, ἀλλά ἄφθαρτο, ἀθάνατο καί ἀνακαινισμένο, θά εἶναι ὅπως τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας πρό τῆς πτώσεως καί ὅπως ἦταν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάστασή Του. Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, θά ἀποκατασταθοῦν ὅλες οἱ ἀσθένειες καί ὅλες οἱ ἐλλείψεις τοῦ ἀνθρώπινου σώματος.
Ἡ Ἐκκλησία, λοιπόν, σέβεται τό ἀνθρώπινο σῶμα, πού τό θεωρεῖ ναό τοῦ Ἁγ. Πνεύματος και ἀρνεῖται τήν καύση, γιατί ἀρνεῖται τό ἀνθρώπινο τέλος καί τή βία πάνω στόν ἄνθρωπο. Ἐπιλέγει τήν ταφή, γιατί ἔχει πίστη καί ἐλπίδα στό αἰώνιο μέλλον τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναθέτει στή φύση τήν εὐθύνη τῆς φυσιολογικῆς φθορᾶς τοῦ φυσικοῦ παρόντος τοῦ ἀνθρώπου.
- Ποιμαντικές καί ἐκκλησιολογικές ἐπιπτώσεις
Κάτω ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς καύσεως κρύβεται ἡ περιφρόνηση πρός τό σῶμα, το οποίο δέν εἶναι κτῆση μας, εἶναι χρῆση μας. Ἔχουμε τό δικαίωμα νά τό χρησιμοποιοῦμε καί δέν εἶναι ἰδιοκτησία μας. “Οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν”, γράφει ὁ Ἀπόστολος, “ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς”. Κρύβεται ακόμη ἡ ἀπιστία στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἡ μετεμψύχωση καί ἴσως καί ἡ ἄρνηση τῆς ὑπάρξεως τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο.
Βέβαια, ὑπάρχουν περιπτώσεις πού τά σώματα τῶν ἁγίων κάηκαν ἤ καί σώματα ἀνθρώπων πυρπολήθηκαν ἀπό διάφορες αἰτίες. Τό θέμα αὐτό διαφέρει ἀπό τήν οἰκειοθελή καί βίαιη πυρπόληση. Τό πρῶτο γίνεται χωρίς τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί τότε ὁ Θεός δέν θά καταμαρτυρήση ἀσέβεια πρός τό σῶμα. Τό δεύτερο γίνεται μέ τήν θέληση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτό δείχνει ἀπιστία. Φυσικά καί στήν μία καί στήν ἄλλη περίπτωση ὁ Θεός θά ἀναστήση καί θά κατασκευάση καί πάλι τό σῶμα ἀπό τήν τέφρα, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ἀναστηθοῦν κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, εἴτε ὑπέστησαν διωγμούς, εἴτε φαγώθηκαν ἀπό ζῶα, εἴτε κάηκαν ἀπό φωτιά, ἀλλά ὅμως ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία εἶναι ἡ ἰδέα πού κρύπτεται κάτω ἀπό τήν ἐπιδίωξη μιᾶς ἀποτεφρώσεως. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία στέκεται πολύ προσεκτικά ἀπέναντι σέ τέτοια φαινόμενα.
Ὅσοι δεχθοῦν νά ἀποτεφρωθοῦν τά σώματά τους, ἀλλά συγχρόνως ἐπιθυμοῦν τήν ἐκκλησιαστική κήδευση, θά δημιουργήσουν μεγάλο προβληματισμό στήν Ἐκκλησία. ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία συνδέεται στενά μέ ὅραση ἀνθρωπίνου σώματος καί ὄχι τέφρας. Ὅλα τά τροπάρια κάνουν λόγο γιά κεκοιμημένο καί ὄχι γιά ἀποτεφρωμένο, γιά σῶμα πού βρίσκεται μπροστά μας, γιά τελευταῖο ἀσπασμό κ.λπ. Πῶς, λοιπόν, θά γίνεται κηδεία χωρίς σῶμα; Ὁπότε καί τά δύο αὐτά σημεῖα ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι δέν πρέπει νά γίνεται ἐξόδιος ἀκολουθία οὔτε πρό τῆς καύσεως οὔτε μετά ἀπό αὐτήν, ἐφ’ ὅσον στήν πρώτη περίπτωση δέν θά ἀκολουθήση ταφή καί στήν δεύτερη δέν θά ὑπάρχει σῶμα, ἀλλά τέφρα.
- Η ψυχολογική – ψυχαναλυτική άποψη
Πέρα από την θεολογική και εκκλησιαστική αυτή θεώρηση του θέματος πρέπει να δούμε λίγο και την ψυχολογική θεώρηση, που συνήθως αγνοείται από εκείνους που αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα.
Οι ψυχαναλυτές έχουν διατυπώσει την άποψη ότι για την θεραπεία του πένθους παίζουν σημαντικό ρόλο η θέα και η αφή του σώματος του νεκρού, το κλάμα και τα μοιρολόγια, η τελετή της κηδείας, ο ενταφιασμός και η επίσκεψη στο μνήμα. Η κηδεία με τον τρόπο που γίνεται έχει μεγάλη θεραπευτική αξία, καθώς δίνεται στον θλιμμένο η δυνατότητα να αντιμετωπίσει και να ξεδιαλύνει το πένθος του για να μπορέσει να βγει απ’ αυτό συναισθηματικά σώος.
Ακόμη οι σύγχρονοι ψυχίατροι έχουν διαπιστώσει από την κλινική τους πείρα ότι οι συγγενείς εκείνων που χάθηκαν στην μάχη και που τα σώματά τους δεν βρέθηκαν ποτέ έχουν την μεγαλύτερη δυσκολία να θεραπευθούν από τη θλίψη, γιατί δεν είχαν κάποιον στον οποίο να συγκεντρώσουν την προσοχή τους και να εκφράσουν τη θλίψη τους. Από την άλλη πλευρά, λέγουν ότι εκείνος που επιθυμεί να καή το σώμα του, εάν αυτό δεν είναι έκφραση ιδεολογικού προσανατολισμού, τότε «ίσως εκφράζει υποσυνείδητα το αίσθημα ότι δεν έχει κανένα για να τον κλάψει, ή οργή για τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά του, στερώντας τους ένα σημαντικό θεραπευτικό μέσο για το πένθος τους.
Συμπερασματικά
Ἡ ἄποψη ὅτι ὁ νεκρός πρέπει νά ἐνταφιάζεται δέν εἶναι δόγμα, εἶναι ὅμως ἀποτέλεσμα μακροχρόνιας πρακτικῆς και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Εἶναι ἔθος, τό ὁποῖο τηρήθηκε ἀνέκαθεν στήν Ορθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει, θεμιτή κατά τό Σύνταγμα, ἀξίωση νά μήν παραβιασθῆ ἡ συνείδηση τῶν πιστῶν, ἐάν ἐπιβληθῆ ἡ καῦση τῶν νεκρῶν ὡς ὑποχρεωτικός καί ἀποκλειστικός τρόπος καταστροφῆς τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος.
Καῖμε ὅ,τι ἔχει ἀξία, ὀμορφιά καί ζωή. Ὅ,τι ἔχει χρόνο μέσα του καί διάρκεια. Καῖμε τά δάση, καῖμε τίς περιουσίες μας, καῖμε τίς αἰώνιες ἀξίες μέ τούς νόμους, καῖμε τίς παραδόσεις μας (ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας, νομιμοποίηση τῶν ἀμβλώσεων κ.λπ.). Τώρα θέλουμε νά καῖμε καί τά σώματά μας. Ὅταν κάψουμε τήν ὑπόμνηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς καί τοῦ θανάτου μας, θά ἔχουμε προσδώσει στό τοπίο τῆς ζωῆς μας τήν εἰκόνα πού ἀντικρύζουμε μπροστά σέ ἕνα καμμένο δάσος.
Ἡ Ἐκκλησία δυσκολεύεται νά ἐνταχθεῖ σέ μιά τέτοια λογική. Δέν μπορεῖ νά ἀπορρίψει τήν παράδοσή της, δέν μπορεῖ νά προδώσει τήν ἐμπειρία καί τήν πίστη της· ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά κάψει τά σπλάγχνα καί νά ἀρνηθεῖ τόν ἑαυτό της.
Η καύση των νεκρών αποδυναμώνει επίσης την έννοια της πατρώας γης, εφόσον, συν τοις άλλοις, η πατρίδα είναι ο τόπος των προγονικών τάφων. Αν στο βάθος του χρόνου επικρατήσει η καύση, βαθμιαίως θα εκλείψουν οι τάφοι. Εξασθενεί έτσι και η σχέση των ζώντων με την πατρώα γη. Ιδιαίτερα των ομογενών μας που δεν θα έχουν και λόγο προσκυνήματος στους τάφους των θαμμένων συγγενών, αφού τέτοιοι δεν θα υπάρχουν.
Καλό είναι να συνειδητοποιήσουν όσοι μελετούν τέτοιες λύσεις ότι ο Έλληνας είναι πρώτα Ορθόδοξος και παράλληλα Έλληνας, όχι μετά.
Κάποιοι θα πρέπει να καταλάβουν ότι το Γένος επιβίωσε κάτω από τόσες και τέτοιες δοκιμασίες, γιατί είχε βαθειά πίστη και θρησκευτική συνείδηση. Κι εμείς θα επιβιώσουμε- κίνδυνοι υπάρχουν, αλλά έχουν πάρει άλλη μορφή από εκείνη του παρελθόντος- αν ζήσουμε ως ορθόδοξοι Έλληνες στην Ευρώπη και όχι μόνον ως Ευρωπαίοι στην Ελλάδα.
ΠΗΓΕΣ
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_i_kaysi_christodoulos.html
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_i_kaysi_ierotheos.html
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_i_kaysi_hatzinikolaou.html
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_i_kaysi_mantzaridis.html
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_skarvelis.html
http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tafi_i_kaysi_marinos.html
