Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της εορτής της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου / Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού

Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της εορτής της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου / Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού

«ΙΔΟΥ ΓΑΡ ΑΠΟ ΤΟΥ ΝΥΝ ΜΑΚΑΡΙΟΥΣΙ ΜΕ ΠΑΣΑΙ ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ»

       Βρισκόμαστε στο εορτολογικό κλίμα του 15αυγούστου, τιμώντας την Παναγία μας. Εννέα ημέρες μετά την μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως και εις ουρανούς Μετάστασης της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει την απόδοση της μεγάλης θεομητορικής εορτής και μας δίνει μια ακόμα ευκαιρία να αναλογιστούμε τα σωτήρια νοήματα, που απορρέουν από το ιερότατο πρόσωπο της Παναγίας μας. Να συνειδητοποιήσουμε τον υπέρτατο ρόλο Της στην υλοποίηση του θείου σχεδίου για την απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους από την αιχμαλωσία του σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και τον θάνατο.

Δια της Θεοτόκου ενανθρωπίστηκε ο Θεός Λόγος και όπως τονίζει ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, «Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸν ἀποτελοῦν τὴν τραγικὴν καὶ παράλογον ἀπόπειραν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Θεὸν Λόγον ἐκ τῶν θεμελίων τοῦ σύμπαντος. Ὁ Θεὸς Λόγος ἐσαρκώθη διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κτίσιν πρὸς τὸν Δημιουργόν, διότι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρῶτον θεμέλιόν της καὶ ἡ βάσις της» (Άνθρωπος και Θεάνθρωπος). Το ακατανίκητο βασίλειο του διαβόλου μπορούσε να νικηθεί μόνο με το βασίλειο του Θεού, με βασιλέα το Χριστό. Ο Θεός, δια της Θεοτόκου, έγινε άνθρωπος, ανατρέποντας τους φυσικούς νόμους και καταρρίπτοντας όλα τα στεγανά, τα οποία εμπόδιζαν την εκδήλωση της αγάπης Του για το ανθρώπινο πλάσμα. Όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος, ο Χριστός, με την ενανθρώπησή Του, «ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας … αποκτείνας την έχθραν εν αυτώ … ποιών ειρήνην» (Εφ.2,14). Χάρις στην Παναγία μας συντελέστηκε η σωτηρία μας και γκρεμίστηκαν όλα τα στεγανά τα οποία μας χώριζαν από το Θεό.

Στο πρόσωπο της Θεοτόκου έχουμε υπέρβαση της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως και αποκατάσταση της πρότερης προπτωτικής. Αυτή γεννήθηκε βεβαίως με την πτωτική φύση, ως κληρονόμος της αμαρτίας των πρωτοπλάστων γεναρχών μας. Όμως η θεία χάρις σταδιακά την εξύψωνε από τη νηπιακή Της ηλικία μέχρι τον Ευαγγελισμό Της, οπότε με την επισκίαση του Αγίου Πνεύματος, καθαρίστηκε απόλυτα από το προπατορικό αμάρτημα και πήρε την προπτωτική αδιάφθορη φύση. Μόνο έτσι απαλλαγμένη από το άχθος της πτωτικής φύσεως και τη φθορά της αμαρτωλότητας, μπορούσε να επιτελέσει την υπέρτατη αποστολή Της.

Δεν υπάρχει άλλο ανθρώπινο πρόσωπο από αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου, στο οποίο να έχουν ανασταλεί και να νικηθεί στο έπακρο οι φυσικοί νόμο. Κι αυτό, διότι, κατέστη το αγιότερο σκήνωμα, στο οποίο καταδέχτηκε να σκηνώσει ο άπειρος Θεός. Κατέστη ο χώρος ο οποίος χώρεσε τον «αχώρητον παντί», υπήρξε το μοναδικό ανθρώπινο ον, το οποίο φιλοξένησε τον άχρονο Θεό, ως «καθέδρα τoυ Βασιλέως». Έγινε το «σημείο» στο οποίο ενώθηκε ο χρόνος με την αιωνιότητα, το άπειρο με το πεπερασμένο, το άκτιστο με το κτιστό. Κατέστη το πολύτιμο μέσον, δια του οποίου πραγματοποιήθηκε η σωτηρία του κόσμου, δια της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός χαρακτηρίζει δίκαια την Παναγία ως «ιερωτάτη περιστερά, ακεραία και άκακον ψυχήν και τω Θεώ καθιερωμένην Πνεύματι» (Δαμ.Γ΄,2), «θυγάτριον ιερώτατον» (Α΄7), για  να δείξει ότι η Παρθένος Μαρία είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο ανθρώπινο πρόσωπο, το κορυφαίο της ανθρώπινης ιστορίας, η μεγαλύτερη ευεργέτης της ανθρωπότητας μετά το Θεό.

Στο δικό Της πάναγνο σώμα συντελέστηκε το μεγαλύτερο μυστήριο όλων των εποχών, έγινε η συνάντηση και η ένωση του Θεού με τον άνθρωπο, ολότελα ακατανόητο γεγονός για το πεπερασμένο ανθρώπινο μυαλό και «έσχατη μωρία» για την ανθρώπινη διανόηση. Δι’ αυτής, ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός, σύμφωνα με τον Μέγα Αθανάσιο. Άλλος τρόπος για να σωθεί το ανθρώπινο γένος δεν υπήρχε, παρά με την ενανθρώπηση του Θεού, δηλαδή την πρόσληψη της ανθρωπότητας από τη Θεότητα. Αν η σωτηρία μας δεν ήταν ένα δυναμικό ιστορικό γεγονός, το δυναμικότερο και θαυμαστότερο της ανθρώπινης ιστορίας, όπως αυτό της Ενανθρωπήσεως του Θεού, θα περιοριζόταν σε ένα θεωρητικό σχήμα, μια ψευδαίσθηση σωτηρίας, ανάλογη με τις «σωτηρίες» που επαγγέλλονταν και επαγγέλλονται οι ανθρώπινες θρησκείες. Για τον ιερό υμνογράφο είναι το «ακατανόητoν θαύμα», για το «πως γαλoυχεί (η Θεοτόκος) τoν Δεσπότην».

Η Παρθένος Μαρία είναι, κατά τον άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου (+199), η Νέα Εύα, η νέα γενάρχης του νέου ανθρωπίνου γένους. Η πρώτη Εύα υπήρξε η γενάρχης του παλαιού, του πτωτικού ανθρωπίνου γένους, αλλά και η αίτιος της πτώσεως, της φθοράς και του θανάτου μας. Η δεύτερη Εύα, είναι η αίτιος της απολυτρώσεώς μας, διότι κυοφόρησε τον αναδημιουργό της ανθρωπίνης φύσεως, τον Υιό και Λόγο του Θεού. Όπως το ανθρώπινο γένος συνδέεται μυστικά με την προμήτορα Εύα, ως φυσικοί της απόγονοι όλοι οι άνθρωποι, έτσι συνδέεται μυστικά και με την νέα πνευματική προμήτορα, την Παναγία μας. Ο ιερός πατήρ τονίζει πως «… η Εύα (έπρεπε) να αποκατασταθή εν τη Μαρία, ίνα μια παρθένος να γίνη συνηγόρος άλλης παρθένου και να εξαλήψη την ανυπακοήν της πρώτης δια της παρθενικής υπακοής» (Ειρ. Επιδ. Αποστ. Κηρύγματος 32,33). Η Παρθένος Μαρία κλήθηκε να διορθώσει το σφάλμα της Εύας. Δια του «σπέρματός» της (Γεν.3,17) έμελλε να συντριβεί η κεφαλή του όφεως, του διαβόλου.

Η Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου πραγματοποιήθηκε χάρις στην Παρθένο Μαρία, την ταπεινή και άσημη Κόρη από τη Ναζαρέτ, η οποία, κλήθηκε «εκ κοιλίας

μητρός» να υπηρετήσει το θείο σχέδιο της σωτηρίας. Ο Θεός ευδόκησε να έρθει στον κόσμο Εκείνη, στην οποία είχε δοθεί η δυνατότητα, λόγω ηθικής καθαρότητας, να γίνει η μητέρα του Θεού. Θαυματουργικά συνελήφθη στα ιερά γεροντικά σπλάχνα της μητέρας της αγίας Άννας. Νικήθηκαν οι φυσικοί νόμοι της στειρότητας και του γήρατος, για να έρθει στον κόσμο το «υπεράγιο Κοράσιο», για να γίνει, παρθένος ούσα, η μητέρα του Θεού.

Ανατροπή των φυσικών νόμων έγιναν και στην παιδική της ηλικία. Για να διαφυλαχτεί η αγνότητά της, ευδόκησε ο Θεός να ζήσει την παιδική της ηλικία στο Ναό του Θεού, στα Άγια των Αγίων, όπου βίωσε την άρρητη εμπειρία της μετοχής στη θεία δόξα. Λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, πως η παραμονή της στον ολοσκότεινο εκείνο και αφιλόξενο τόπο, ήταν μια πρόωρη μετοχή στη θεία δόξα, η οποία επισκίαζε το πυκνό σκοτάδι και εξουδετέρωνε τη μοναξιά του ιερού και άβατου χώρου. Η Παναγία μας αξιώθηκε να βιώσει τη θέωση από τα νηπιακά της χρόνια.

Εξαιρετικά θαυματουργική υπήρξε και η χαρμόσυνη αναγγελία της σαρκώσεως του Θεού στην κοιλία της, το ευαγγέλιο των ευαγγελίων. Το Πνεύμα το Άγιο, χωρίς τη φυσική μεσολάβηση ανδρός, δημιούργησε άνθρωπο στην πάναγνη γαστέρα της, με τον οποία ενώθηκε πάραυτα ο Θεός Λόγος, «εξ’ άκρας συλλήψεως» (Σωφρόνιος Ιεροσολύμων). «Ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου» (Ματθ.1,19).  Στην απόλυτα δικαιολογημένη απορία της, πως «άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ.2,34), ο άγγελος του Θεού της έλυσε την απορία «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι, διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού» (Λουκ.1,35), διαβεβαιώνοντάς την ο μέγας αρχάγγελος, πως «ουκ αδυνατήσει παρά τω Θεώ παν ρήμα» (Λουκ.1,37). Έτσι θαυματουργικά και ακατανόητα ο Σωτήρας μας Χριστός, «εν μήτρα της Παρθένoυ κατώκησε τώ κόσμω».

Θαυματουργική υπήρξε και η Γέννηση του Θείου Τόκου της, με την παρουσία των υμνούντων αγγέλων και του μυστηριώδους αστέρος. «Μυστήριον ξένον» το αποκαλεί ο ιερός υμνογράφος των Χριστουγέννων, αφού η παρθενική αγκαλιά της ανήχθη σε χερουβικός θρόνος! Ο παράδοξος τόκος της δεν ήταν τόκος ενός κοινού θνητού, αλλά του «Εμμανουήλ», που σημαίνει «μεθ’ ημών ο Θεός» (Ματθ.1,18), τη μείξη του Θεού με τον άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο. Αυτός ήλθε, δι’ αυτής, για να «σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών» (Ματθ.1,21). Για τούτο η Εκκλησία μας της απέδωσε τον υπέρτατο τίτλο της Θεοτόκου: «ομολογούμεν την αγίαν Παρθένον Θεοτόκον δια το τον Θεόν Λόγον σαρκωθείναι και ενανθρωπήσαι και εξ’ αυτής της συλλήψεως ενώσαι εαυτώ τον εξ’ αυτή ληφθέντα ναόν» (Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου). «Αληθή Θεοτόκον, ομολογώ Δέσποινα, σε την του θανάτου το κράτος, εξαφανίσασαν», ψάλλουμε στον Μ. Παρακλητικό Κανόνα. Αφού, δι αυτής, «Θεός, ώφθη τοις άνθρωποις σωματικώς, και η γαστήρ (αυτής) γέγονεν, ευρυχωροτέρα των ουρανών».

Θαυματουργική υπήρξε ολόκληρη η επίγεια ζωή της Παναγία μας. Παρέμεινε αειπάρθενος, όπως είχε ήδη προφητευθεί από τον Ιεζεκιήλ στην Παλαιά Διαθήκη, καθότι η μυστηριώδης πύλη «κατ’ ανατολάς» του Ναού, την οποία είχε δει σε όραμα, θα παραμείνει εσαεί κλεισμένη, διότι πέρασε ο Θεός από αυτή (Ιεζ.40,22). Η μυστηριώδης αυτή πύλη δεν είναι άλλη από την μήτρα της Θεομήτορος, η οποία υπήρξε παρθένος, προ τόκου, επί τόκου, μετά τόκον.  Η Ίδια, αν και βρισκόταν στο διακριτικό περιθώριο, λόγω της ταπείνωσής της, κατά το επί γης έργο του Χριστού,

εν τούτοις βίωνε τα θαύματα του Υιού και Θεού της, όπως το πρώτο θαύμα στην Κανά της Γαλιλαίας.

Προφανώς περισσότερο απ’ όλα τα θαυμαστά γεγονότα βίωσε το θαύμα της ανάστασης του Υιού της, η οποία αξιώθηκε να Τον δει πρώτη αναστημένο. Το ίδιο και την εις ουρανούς ανάληψή Του. Στην υπόλοιπη επί γης ζωή της έμεινε ταπεινή και αφανής, αλλά επίλεκτο μέλος της Εκκλησίας. Ήταν η μεγάλη μητέρα των δοκιμαζομένων πρώτων χριστιανών, εμψυχωτής και παρηγορητής των αγίων αποστόλων και των πιστών, όπως το θέλει η ευσεβής παράδοση.

Θαυματουργική, τέλος υπήρξε και η κοίμησή της, η αποδημία της από τον κόσμο αυτό, στις ουράνιες μονές, να παραστέκεται ως βασιλομήτωρ, στο θρόνο της μεγαλοσύνης του Υιού και Θεού της, όπως την προείδε ο προφητάναξ Δαβίδ: «παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικικλμένη» (Ψαλμ.44,10). Δεν είδε διαφθορά το πάναγνο και πανάγιο σώμα της, αυτό που κυοφόρησε και θήλασε τον Θεό. Δεν ήταν δυνατόν να σαπίσει στον τάφο και να γίνει τροφή των σκωλήκων. Δεν ήταν δυνατόν να περιμένει την γενική ανάσταση για να δοξασθεί με το πνεύμα της. Δε χρειαζόταν να κριθεί στη μέλλουσα κρίση, διότι υπήρξε η πλέον αγνή και αγία ανθρώπινη ύπαρξη. Γι’ αυτό ο Θεός, ευθύς μετά την σεπτή της κοίμηση, ανάστησε το τίμιο σκήνωμά της και ενώνοντάς το με την ψυχή της, το μετέστησε στους ουράνιους θόλους. Να πάρει τη θέση που της ταιριάζει στην ατέρμονη βασιλεία του Υιού της, γενόμενη η ίδια «θρόνος πυρίμορφος Κυρίου».

Ένα άλλο θαυμαστό γεγονός είναι η διαχρονική, η αιώνια τιμή, στο ιερότατο πρόσωπό Της, την οποία προφήτευσε η ίδια στην περίφημη ωδή της προς τον Κύριο. Προείπε: «ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ.1,48). Βγήκε η προφητεία της απόλυτα αληθινή. Εκατομμύρια ανθρώπινες ψυχές εδώ και είκοσι αιώνες προσφέρουν σ’ αυτή, την τιμή που της αρμόζει. Μυριάδες στόματα ψελλίζουν ανά πάσα στιγμή, το πάνσεπτο όνομά της και επικαλούνται τη βοήθειά της. Κανένα άλλο ανθρώπινο πρόσωπο δεν δοξάστηκε και δεν τιμήθηκε όπως αυτή. Η  αγία μας Εκκλησία, η Ορθόδοξη, η μοναδική και αληθινή Εκκλησία του Χριστού, την τιμά όπως πρέπει. Μάλιστα αναγκάστηκε, λόγω κάποιων κακοδόξων αιρετικών, να ορίσει συνοδικά (Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος) και τη θέση της στην Εκκλησία, να τιμάται, όχι απλά ως μια ξεχωριστή, έστω σπουδαία, γυναίκα, αλλά ως Θεοτόκος, ως μητέρα του σαρκωμένου Θεού μας. Χιλιάδες υπέροχοι ύμνοι και πλήθος σεμνών ιεροτελεστιών αναφέρονται σ’ αυτή. Δεν υπάρχει ιερή ακολουθία που να μην γίνεται αναφορά στο πάνσεπτο πρόσωπό της. Δεν υπάρχει προσωπική προσευχή που να μην γίνεται επίκληση σ’ αυτή.

Υπάρχουν δυστυχώς και εκείνοι, οι οποίοι είτε την τιμούν πλημμελώς, είτε δεν της αποδίδουν καμία τιμή. Είναι οι εκτός της Εκκλησίας σύγχρονοι αιρετικοί, οι οποίοι συνεχίζουν δυστυχώς το ξεθεμελίωμα της Εκκλησίας των αρχαίων αιρετικών. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι αιρετικοί Παπικοί, οι οποίοι, παρασυρμένοι από εξωχριστιανικές παγανιστικές επιδράσεις την υπερτιμούν, ανάγοντάς την σε θεότητα. Την ταύτισαν με μια από τις «θεές» του ρωμαϊκού προχριστιανικού πανθέου και της προσέδωσαν λατρεία, ανάλογη με εκείνη του Θεού. Φτάνει να δει κανείς τις απίστευτες λατρευτικές εκδηλώσεις προς την Παναγία στη Λατινική Αμερική, όπου περισσότερο θυμίζει παγανιστικές τελετουργίες.  Πρόκειται για τις δεκάδες σχετικές πλάνες, οι οποίες απορρέουν από την κεντρική πλάνη της μαριολατρίας. Σε αντίθεση με την εκπεφρασμένη διδασκαλία της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου, πρόσθεσαν καινοφανή δόγματα, όπως αυτό της «Άσπιλης Σύλληψης της Θεοτόκου» (1854), σύμφωνα με το οποίο η Θεοτόκος είχε άσπιλη σύλληψη, άρα είχε διαφορετική από τους άλλους ανθρώπους φύση, άρα ο Χριστός δεν προσέλαβε την ανθρώπινη φύση,

αλλά κάποια άλλη φύση, τη φύση της Θεοτόκου και άρα δεν μας έσωσε πραγματικά! Αντίθετα, ο άγιος Επιφάνειος Κύπρου τονίζει: «ου ετέρως γεγεννημένη (η Αγία Παρθένος) παρά την των ανθρώπων φύσιν, αλλά καθώς πάντες εκ σπέρματος ανδρός και μήτρας γυναικός» (PG42,748) και ο μέγας Αθανάσιος επισημαίνει: «Αδελφή γαρ ημών η Μαρία, επεί και πάντες εκ του Αδάμ εσμέν» ( PG26,1061B). Μια ακόμη κακοδοξία του Παπισμού, η οποία έχει τεράστιες σωτηριολογικές συνέπειες και βαθαίνει το χάσμα του με την Εκκλησία του Χριστού!

Οι, επίσης αιρετικοί, (μυριοπρόσωποι παπικοί) Προτεστάντες, από αντίδραση στην αντιχριστιανική πλάνη της μαριολατρίας των Παπικών, αρνούνται κάθε τιμή προς την Παναγία, καταφρονώντας τους όρους των αγίων Γ΄ και Ζ΄ Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίες επιτάσσουν την τιμητική προσκύνηση της Θεοτόκου. Αρνούνται το αειπάρθενό της και τη δυνατότητα της συνδρομής της σε όσους την επικαλούνται. Την υποβιβάζουν σε μια απλή γυναίκα, η οποία έζησε όπως οι άλλες, γεννώντας και άλλα παιδιά! Τόσο οι Παπικοί, όσο και οι Προτεστάντες έχουν προσβάλλει βάναυσα το μυστήριο της Θεοτόκου και παρέκλιναν  σοβαρά από την πίστη της Εκκλησίας!

Υπάρχουν επίσης και εκείνοι οι οποίοι, όχι απλά αρνούνται να την τιμούν, αλλά φτάνουν στην έσχατη κατάντια να την υβρίζουν με χυδαιότητα. Την υποτιμούν και την υβρίζουν σύγχρονοί μας νεοπαγανιστές, ονομάζοντας την «αγράμματη Εβραία», επειδή ο Υιός της διέλυσε τα σκοτάδια του αρχαίου παγανισμού και έφερε το πραγματικό φως στην ανθρωπότητα, αφού «Φως η τεκούσα Θεοτόκε, σκοτισθέντα με νυκτί αμαρτημάτων». Αν δεν υπήρχε αυτή δε θα ερχόταν ο Χριστός στον κόσμο, για να αποδιώξει τον πνευματικό εφιάλτη της ειδωλολατρίας και γι’ αυτό τη μισούν.  Την συγκρίνουν με κάποιες μυθικές γυναίκες της αρχαίας Ελλάδος, δήθεν σπουδαίες, για να τη μειώσουν.

Την υβρίζουν ακόμα οι κατά συνήθεια βλάσφημοι, αναίτια σε κάθε φράση που βγάζουν από το στόμα τους. Εμείς οι «ορθόδοξοι» Έλληνες έχουμε το «προνόμιο», ένα από τα πολλά, να βλασφημούμε τα θεία και τα ιερά πρόσωπα της πίστεώς μας και περισσότερο απ’ όλα την Παναγία μας. Εκείνη, στην οποία χρωστάμε τα πάντα!

Εκείνη τη κάνει, μπροστά στις ασέβειές μας; Θυμώνει; Οργίζεται, Τιμωρεί; Τίποτε από όλα αυτά! Όπως δε μπορεί να λερωθεί η σελήνη από τις λάσπες που πετούν ψηλά, παίζοντας,  τα παιδιά, έτσι και η Παναγία Θεοτόκος μένει ανεπηρέαστη από τις δικές μας κακότητες και αθλιότητες, οι οποίες δεν μπορούν να την αγγίξουν. Όχι μόνο δεν ανταποδίδει κακότητα στην κακότητά μας, αλλά δέεται αέναα για μας και μας ευεργετεί, όπως ευεργετεί η καλή μητέρα το παιδί της, έστω και αν αυτό δεν το αξίζει. Φτάνει να διαβάσει κάποιος τους υπέροχους Παρακλητικούς Κανόνες, οι οποίοι ψάλλονται προς τιμή της τις ημέρες του Δεκαπενταυγούστου να καταλάβει πως η καρδιά της πάλλει από αγάπη και συμπόνια για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ως εκχύλισμα της μετοχής της στην ακένωτη αγάπη της Θεότητας. Πως δεν υπάρχει χώρος στην ψυχή της για θυμό, μίσος και αντεκδίκηση, αλλά είναι ολόκληρη πληρωμένη από αγάπη και ευσπλαχνία για το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ακόμα και για τους υβριστές της!

Το μεγαλύτερο και διαρκές θαύμα στο το ιερότατο πρόσωπο της Παναγίας μας, είναι η μόνιμη επισκίαση της χάρητος του Θεού σ’ αυτή, ώστε να μπορεί να ευεργετεί αέναα το ανθρώπινο γένος, ως ασφαλές «τoυ κόσμoυ καταφύγιoν». Η θέση της ως Θεού Μητέρα, δίπλα από το θρόνο της μεγαλοσύνης του Υιού της, της δίνει τη δυνατότητα να νοιάζεται και να δέεται ακατάπαυστα για μας. Έχουμε  το μεγάλο προνόμιο και την υπέρτατη ευεργεσία να έχουμε «θερμή προστάτη και βοηθό» στον ουρανό Εκείνη, τη Μεγάλη Μητέρα μας, στην καρδιά, της οποίας όλοι έχουμε θέση, όλοι, ευσεβείς και ασεβείς. Τα «σπλάγχνα ελέους» της πάλλονται από λαχτάρα και αγάπη για την κάθε πονεμένη και ταλαιπωρημένη ψυχή ως «ελπίδα και στήριγμα

και της σωτηρίας τείχος ακράδαντoν». Είναι η διαρκής  «των θλιβoμένων η χαρά». Αυτό το γνωρίζουν οι πιστοί, ψάλλοντας: «Εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλειπες Θεοτόκε», ομολογώντας τη μακάρια και ελπιδοφόρα πίστη μας ότι δεν είμαστε μόνοι στον τραχύ και δύσβατο γήινο δρόμο μας. Ότι με την Παναγία μας μας συνδέει μυστικός οργανικός σύνδεσμος, η μετοχή μας στην Εκκλησία του Χριστού, ώστε, ως οργανικά κύτταρα του αγίου Σώματός Του, κοινωνούμε και με αυτή. Είμαστε μέλη του ιδίου σώματος και για τούτο πονά για μας, ως μέλη του δικού της σώματος.

Μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε την  αέναη έγνοια της για μας και τις θερμές πρεσβείες της στον Υιό της και Θεό μας για χάρη μας!

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος