
- Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐνέργειες τοῦ Καποδίστρια μόλις ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, στὶς 8.1.1828 ἦταν νὰ ζητήσει ἀπὸ τὴ Βουλὴ –ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν Γ’ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας (19.3–5.5. 1827) καὶ ἡ ὁποία τὸν ἐξέλεξε μὲ ἑπταετῆ θητεία–, τὴν ἀναστολὴ τοῦ Πολιτικοῦ Συντάγματος, ἐπειδὴ “αἱ δειναὶ τῆς Πατρίδος περιστάσεις καὶ ἡ διάρκεια τοῦ πολέμου δὲν ἐσυγχώρησαν οὔτε συγχωροῦσι τὴν ἐνέργειαν” αὐτοῦ, ὡς περιέχοντος, ὅπως θὰ πεῖ σὲ ἄλλη περίσταση, “ἁπάσας τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς τῶν ἐπαναστατῶν τοῦ 1793″.
Στὴν πραγματικότητα τὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζήνας ἐλάχιστη σχέση εἶχε μὲ τὸ Σύνταγμα τῶν Γάλλων ἐπαναστατῶν, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ἑδραζόταν στὴν πολιτικὴ κυριαρχία τῶν πόλεων/κοινῶν (προνοοῦσε μόνον γιὰ μία σκιώδη κεντρικὴ κυβέρνηση, ἡ ὁποία ἐπιπλέον τελοῦσε ὑπὸ τὴν πλήρη ἐξουσία τῆς βουλῆς), καὶ ὄχι στὸ πολιτικὰ κυρίαρχο κεντρικὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1793. Σημασία ἔχει, ἐντούτοις, νὰ συγκρατήσουμε ἐξαρχῆς ὅτι ὁ Καπποδίστριας δὲν δηλώνει ἀντίθετος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς στὰ συντάγματα αὐτά, ἀλλὰ στὴν ἐφαρμογή τους σὲ μία στιγμὴ ποὺ ἡ ἐπανάσταση διαρκεῖ ἀκόμη, ποὺ οὔτε κράτος ὑπάρχει οὔτε καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὑπόθεση τῆς ἀνεξαρτησίας ἔχει κριθεῖ καὶ οἱ Δυνάμεις τῆς ἐποχῆς ἐχθρεύονται ἀπολύτως τὶς ἰδέες τους. Σημειώνουμε, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀντίρρηση τοῦ Καπποδίστρια συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἐπισήμανση πὼς ἡ ἐνέργειά του αὐτὴ εἶναι προσωρινή, “ἕως τῆς συγκροτήσεως τῆς (νέας) Ἐθνικῆς Συνελεύσεως” ποὺ ὁρίσθηκε νὰ συνέλθει 2,5 μῆνες ἀργότερα, τὸν Ἀπρίλιο 1828.
Τὸ προσωρινὸ πολιτειακὸ σχῆμα ποὺ ἐνέκρινε ἡ Βουλή, μὲ εἰσήγηση τοῦ Καποδίστρια, προέβλεπε τὴν κατάργησή της καὶ τὴν σύσταση ἑνὸς κεντρικοῦ ἐξουσιαστικοῦ συμβουλίου ἀπὸ 27 μέλη, τοῦ Πανελληνίου, ποὺ θὰ συμπαρίσταται στὸν Κυβερνήτη, μὲ γνωμοδοτικὴ βασικὰ καὶ νομοπαρασκευαστικὴ ἁρμοδιότητα. Οἱ πράξεις τοῦ Κυβερνήτη γιὰ νὰ εἶναι ἔγκυρες, ἔπρεπε νὰ εἶναι “θεμελιωμένες ἐπάνω εἰς τὰς ἐγγράφους ἀναφορὰς τοῦ Πανελληνίου ἢ τῶν τμημάτων του“.
Παράλληλα ὁ Καποδίστριας ὀργάνωσε διοικητικὰ τὴν χώρα σὲ (ἐπάλληλα) τμήματα, ποὺ ἑδραζόταν στὸ σύστημα τῶν κοινῶν: Κάθε τμῆμα διαιρεῖται “εἰς τὰς ἐξ ὧν σύγκειται ἐπαρχίας καὶ αὗται πάλιν εἰς πόλεις, κώμας καὶ χωρία“.
Τοῦτο δηλώνει ὅτι ἐπιλέγεται ἡ ἀρχὴ τῆς τοπικῆς καὶ περιφερειακῆς πολιτειακῆς αὐτονομίας, ποὺ ἀνάγεται στὸ ἑλληνικὸ παρελθὸν τῆς κοσμόπολης, ὄχι τῆς διοικητικῆς ἀποκέντρωσης ἢ αὐτοδιοίκησης, ποὺ ἀναπέμπει στὸ ἐξερχόμενο ἀπὸ τὴ φεουδαρχία πολιτικὰ κυρίαρχο κεντρικὸ κράτος. Καθεμία ἀπὸ τὶς βαθμίδες αὐτὲς τῆς πολεοτικῆς αὐτονομίας διαθέτει ἴδιον σύστημα διακυβέρνησης: οἱ δημογέροντες, στὰ πρωτοβάθμια κοινά, ἐκλέγονται μὲ καθολικὴ ψῆφο, ἀπὸ τοὺς πολίτες ἄνω τῶν 25 ἐτῶν, ἐνῷ στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐπαρχίας, ἡ διοίκηση ἀσκεῖται ἀπὸ συλλογικὸ σῶμα ἀντιπροσώπων τῶν κοινῶν. Τὰ κοινὰ, “ἐξακολουθοῦν τὴν ἐνέργειαν τῶν χρεῶν των, ὡς καὶ πρότερον” –διαθέτουν τὶς ἴδιες ἁρμοδιότητες ὅπως πρίν, τὶς ὁποῖες ἀσκοῦν σύμφωνα μέ τοὺς “ἄχρι τοῦδε κανόνας“.
Στὶς ἁρμοδιότητες αὐτές, ἑπομένως, περιλαμβάνονται ἀφενὸς οἱ ἐσωτερικὲς ὑποθέσεις τοῦ κοινοῦ καὶ ἀφετέρου, ἡ ἄσκηση τῶν ἁρμοδιοτήτων ποὺ συνάδουν μὲ τὴν κεντρικὴ ἐξουσία. Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές, ἡ πλέον συμβολικὴ γιὰ τὴν ἀναγωγή τους στὸ σύστημα τῶν κοινῶν, ἀλλὰ καὶ οὐσιώδης, ἡ ὁποία κρίνει τὴν φύση τοῦ (προσωρινοῦ) πολιτειακοῦ συστήματος ποὺ ἐπέλεξε ὁ Κυβερνήτης, εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς δημοσιονομικῆς καί, γενικότερα, τῆς δημοσιο–οἰκονομικῆς ἁρμοδιότητας, ἡ ὁποία δηλώνεται ρητῶς ὅτι ἀνήκει στὰ κοινά. Τὰ κοινά, θὰ πεῖ, εἶναι οἱ φορεῖς “δι᾿ ὧν γίνεται ἡ ἐνέργεια τῆς δημοσίου οἰκονομίας”, ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τῆς ἐπαρχιακῆς Δημογεροντίας.
Ἡ κεντρικὴ κυβέρνηση παρίσταται στὴν ἐπαρχιακὴ “Δημογεροντία” διὰ τοῦ “ἐκτάκτου ἐπιτρόπου“, ὁ ὁποῖος, στὸ μεταβατικὸ στάδιο, εἶναι ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν ὑποβοήθηση τοῦ ἔργου τῆς ἀνασυγκρότησης τοῦ συστήματος τῶν κοινῶν καὶ περαιτέρω μὲ τὴν ἄσκηση ἁρμοδιοτήτων “ἔννομης ἐπιστασίας” κατὰ τὴ λειτουργία τους καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς νομιμότητας. Στὶς εἰδικότερες πρόνοιες, ποὺ θὰ εἰσαγάγει ὁ Καποδίστριας, εἶναι προφανὴς ἡ μέριμνά του νὰ ἐπαναφέρει τὴν πολιτειακὴ ἰσορροπία στὸ ἐσωτερικὸ τῶν κοινῶν, ποὺ ἀνέτρεψαν οἱ συνθῆκες τῆς ἐπανάστασης, ὑπὲρ τῆς προεστικῆς τάξης. Μέριμνα, ποὺ κατέτεινε οὐσιαστικά, στὴν ἐπαναφορὰ τοῦ λαοῦ στὰ πράγματα τῶν κοινῶν καὶ στὴν ἐγγραφὴ τῶν τελευταίων στὸ γενικότερο πολιτειακὸ γίγνεσθαι τοῦ κράτους. Καὶ τοῦτο διότι, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅτι συνέβαινε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τὴν προ–ἐπαναστατικὴ περίοδο, ἡ αὐτονόμηση τῆς προεστικῆς τάξης καὶ ἡ ἰδιοποίηση τῆς ἐξουσίας τῶν κοινῶν ἀπὸ αὐτήν, στὴ διάρκεια ἐπανάστασης, ἐκδηλώθηκε ἐφεξῆς μὲ τὴν ἄρνησή της νὰ ἐναρμονισθεῖ μὲ τὸ διατακτικό της ἐθνικῆς πολιτείας. Ἀκραῖες ἐκδηλώσεις τοῦ φαινομένου αὐτοῦ ἀποτελοῦν οἱ περιπτώσεις τῶν Ὑδραίων καὶ τῶν Μανιατῶν. Ἡ προεστικὴ τάξη θὰ ἀντιταχθεῖ στὴν ἀπόφαση τοῦ Κυβερνήτη νὰ ἀναλάβει τὸ κέντρο μέρος τῶν δημοσίων προσόδων ἢ νὰ ἐλέγξει τὸν τρόπο τῆς διαχείρισής τους ἀπὸ αὐτήν. Ὁρισμένοι μάλιστα θὰ φθάσουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀξιώσουν ἀποζημίωση γιὰ τὶς ἀπώλειες ποὺ ὑπέστησαν λόγῳ τῆς συμμετοχῆς τους στὴν ἐπανάσταση.
Ἔχει ἐνδιαφέρον μάλιστα ὅτι ἡ μερίδα τῆς προεστικῆς αὐτῆς τάξης, ποὺ ἐκπροσωπεῖτο στὸ Πανελλήνιο, προκειμένου νὰ ἐμποδίσει τὴν ἐπανείσοδο τοῦ λαοῦ στὴν πολιτεία τῶν κοινῶν, θὰ ἐπικαλεσθεῖ τὸ ἐπιχείρημα τοῦ «ἐξευρωπαϊσμοῦ» τῆς χώρας, ἀξιώνοντας ἀπὸ τὸν Καπποδίστρια νὰ καταργήσει τὴν καθολικὴ ψῆφο (στὴν Ἀγγλία τότε κατεῖχε τὸ δικαίωμα ψήφου μόλις τὸ 7% τῶν ἀνδρῶν). Στὴν ἀξίωση αὐτὴ ὁ Κυβερνήτης θὰ διακρίνει «μίαν ἀνίκητον δυσκολίαν», ἡ ὁποία συνίσταται «εἰς τὸ ὅτι δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ κάμω ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος θέτει ὅρους εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δοξάζει, ὅτι μετεχειρίσθη ἕως σήμερον χωρὶς περιορισμὸν». Ὅπως θὰ ἐπισημάνει ὁ τότε ἀντιπρέσβης τῆς Ρωσίας στὴν Ἑλλάδα, «οἱ κοτζαμπάσηδες αὐτοὶ «χρησιμοποιοῦντες τὰς φιλελευθέρας ἀρχὰς ὡς μέσον διαιωνίσεως τῆς ἐπιρροῆς των», ἐστράφησαν μὲ μίσος κατὰ τοῦ Κυβερνήτη,«καθ᾿ ὅσον ἀπαγορεύει τὰς ἁρπαγάς, τιμωρεῖ τοὺς ἐνόχους καὶ προστατεύει τοὺς καταπιεζομένους…».
Ἡ ἀποτυχία τοῦ Καποδίστρια νὰ ἀντιμετωπίσει τὴ στασιαστική, συχνά, ἀντιπολίτευση τῆς προεστικῆς τάξης, θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἐπιλογὴ τῆς καθαρῆς διοικητικῆς ἀποκέντρωσης. Μέσῳ τῆς Δ’ Ἐθνικῆς Συνέλευσης καὶ στὴ συνέχεια μὲ Ψήφισμα τοῦ 1830, θὰ ἀποφασισθεῖ ὅπως «μέχρι τὴν ἔκδοση τοῦ (νέου) ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ συμβούλιο τῶν δημογερόντων «θέλει διορίζεσθαι ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ἐκλεγόμενο ἀπὸ τὸν κατάλογο πολιτῶν, τὸν ὁποῖον θέλει προβάλλει εἰς αὐτὴν αἱ τοπικαὶ ἀρχαί, καὶ τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν θέλει διπλασιάσει ἡ Γερουσία». Συγχρόνως, ἐπιχειρεῖ νὰ ὀργανώσει καὶ νὰ ἐλέγξει τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἀπὸ τὸ κέντρο, πρᾶγμα ποὺ ἔθιγε καταφανῶς τὰ αὐθαίρετα ἢ μὴ προνόμια τῆς προεστικῆς τάξης. Ἐφεξῆς οἱ τοπικοὶ πόροι ἀποφασίζεται νὰ εἰσάγονται «εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον… καὶ ἡ κυβέρνησις (νὰ) τοὺς δαπανᾶ ὅταν καὶ ὅπως ἐγκρίνει εἰς τὰς ἀνάγκας ἑκάστης τῶν ἐπαρχιῶν, χρείας δὲ τυχούσης, (νὰ) ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἐξοδεύει καὶ εἰς τὰς κοινὰς τοῦ ἔθνους ἀνάγκας».
Ἀξίζει νὰ προσεχθεῖ ἡ διαδρομὴ τῆς προεστικῆς τάξης: ἀπὸ τὰ συντάγματα ποὺ ἀναπαρῆγαν αὐθεντικὰ τὸ σύστημα τῶν κοινῶν, τὴν πολιτεία τῶν ὁποίων εἶχαν οἰκειοποιηθεῖ, στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης, θὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἄκαμπτη ὑπεράσπιση μίας ἐκδοχῆς τους, αὐτῆς ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἀνατροπὴ τῶν ἐσωτερικῶν τους ἰσορροπιῶν στὴ διάρκεια τῆς ἐπανάστασης. Συγχρόνως, θὰ θεωρήσει ἀπολύτως συμβατὸ μὲ τὰ συμφέροντά της τὸ «συνταγματικὸ» ἐπιχείρημα τῆς εὐρωπαϊκῆς μετα–φεουδαλικῆς ὀρθοταξίας, πρὶν προσχωρήσει ἐξ ὁλοκλήρου, στὸ τέλος, στὴ βαυαρικὴ ἀπολυταρχία. Ἡ τελευταία, ὡς κρατικὴ δεσποτεία, προέκρινε τὸν ὁλοσχερῆ ἐγκιβωτισμὸ τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν στὴν ἰδιωτικὴ σφαίρα καὶ τὴν ἀποκλειστικὴ ἰδιοποίηση τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τὴ νέα, καταφανῶς χειρότερη, ἐκδοχὴ τοῦ «κοτζαμπασιδισμοῦ», τὴ βουλευτοκρατία.
- Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω ὀλίγα προκύπτει νομίζω ἀβίαστα ὅτι ὁ Καπποδίστριας εἶχε κατὰ νοῦν ἕνα κράτος, τὸ ὁποῖο ἐγγραφόταν στὸ ἱστορικὸ κεκτημένο τῆς ἑλληνικῆς οἰκουμενικῆς κοσμόπολης, ποὺ συγκέντρωνε ἄλλωστε τὴν ὁμοθυμία τῶν προεπαναστατικῶν Ἑλλήνων. Ἕνα κράτος ποὺ δὲν ἐνσάρκωνε μονοσήμαντα τὸ πολιτειακὸ σύστημα, ἀλλὰ τὸ ἐπιμέριζε ἀνάμεσα στὴν κεντρικὴ κυβέρνηση καὶ στὰ κοινά, ἀφενὸς καὶ ἀφετέρου ἀνάμεσα στὴν κοινωνία τῶν πολιτῶν, συγκροτημένη σὲ Δῆμο, στὸ πλαίσιο τῶν κοινῶν, καὶ στὴν ἀναφορικὴ στὸ κοινὸ συμφέρον κεντρικὴ πολιτικὴ ἐξουσία. Στὸ πρόσωπο τοῦ Καποδίστρια παίχθηκε ἡ τελευταία πράξη τοῦ διακυβεύματος τῆς οἰκουμενικῆς κοσμόπολης, δηλαδὴ τῆς προοπτικῆς ἑνὸς κράτους ποὺ θὰ ἦταν ἱκανὸ νὰ ἐνσαρκώσει τὸ ἀνθρωποκεντρικὸ κεκτημένο τοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ τὸ ἀντιτείνει στὴν ἀνερχόμενη εὐρωπαϊκὴ ἀπολυταρχία καί, ἀργότερα, στὸ πρωτο–ἀνθρωποκεντρικὸ κράτος ἔθνος.
Τὶς ἰδέες αὐτὲς ὁ Καποδίστριας, ποὺ εἴδαμε νὰ ἐπιχειρεῖ νὰ ἐφαρμόσει κατὰ μικρὸν ὡς Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας καὶ στὸ ἐπίπεδο τῆς εὐρωπαϊκῆς Ἠπείρου, γνώριζε καλῶς ὅτι ὄφειλε νὰ τὶς συγκεράσει μὲ τὸ κυρίαρχο ρεῦμα τῆς κρατικῆς Δεσποτείας ἢ ἀπολυταρχίας τῆς ἐποχῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὰ ἔγγραφά του πρὸς τὴ Βουλή, τὸ Πανελλήνιο καὶ τοὺς λοιποὺς παράγοντες τοῦ τόπου, δὲν ἔπαυε νὰ ἐπισημαίνει τοὺς κινδύνους ποὺ ἐγκυμονοῦσε γιὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ πρόωρη προώθηση μίας ὁριστικῆς πολιτειακῆς ρύθμισης πρὶν ἀποφασισθεῖ ἡ ἀνεξαρτησία της ἀπὸ τὶς Δυνάμεις τῆς εὐρωπαϊκῆς Δεσποτείας: «…χρεωστεῖτε νὰ θεωρήσετε σπουδαίως τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν…. ὅτι αὐτὴ δέν… εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθεῖ διὰ συνταγματικῶν καὶ μονίμων νόμων, εἰ μὴ ὅταν ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος ἀποφασισθεῖ ὁριστικῶς…». Ὁ Ν. Σπηλιάδης στὰ Ἀπομνημονεύματά του γίνεται σαφέστερος ὅταν λέει ὅτι «ὁ Καπποδίστριας γνωρίζων τοὺς βασιλεῖς [τῆς ἀπολυταρχικῆς Εὐρώπης], ἐξεύρει ὅτι δὲν ἐμπορεῖ ἡ Ἑλλὰς νὰ κυβερνᾶται δημοκρατικῶς, ὅτε [ὅταν] ἀπὸ αὐτοὺς περιμένει τὴν σωτηρίαν της. Ἐξεύρει ὅτι αὐτοὶ δὲν θέλουν νὰ ὑπάρξει εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου Δημοκρατία, καὶ μ᾿ ὅλον ὅτι δημοκρατικότατος καὶ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν, νομίζει χρέος του ἱερὸν νὰ δείξει εἰς τοὺς βασιλεῖς, … ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν θέλουν κυβερνᾶσθαι δημοκρατικῶς»..
Μία ἄλλη διάσταση τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος, ποὺ συνέχεται ἄρρηκτα μὲ τὸ ἐσωτερικὸ σύστημα τῆς χώρας, καὶ μαζὶ μὲ τὴ μοῖρα τοῦ Καποδίστρια, συνδέεται μὲ τὸ μέγεθος καί, συγκεκριμένα, μὲ τὴ δυνατότητά του νὰ ἀνταποκριθεῖ καὶ νὰ διαχειρισθεῖ τὴ φιλοδοξία τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς ἐποχῆς. Ἤδη, ἀπὸ πολὺ νωρίς, ἀλλὰ καὶ μέχρι τέλους ἡ ὑπόθεση τοῦ ἑλληνισμοῦ συνδέθηκε ἄρρηκτα μὲ τὴν ἐπίλυση τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἡ ἀπόρριψη τῆς ἑλληνικῆς ἐπανάστασης ἀρχικὰ καὶ στὴ συνέχεια ἡ ἐπιλογὴ τοῦ μικροῦ, μὴ αὐτάρκους καὶ θεσμικὰ ἐξαρτημένου κράτους, ἀπὸ τὶς Δυνάμεις, ἦταν ἀπολύτως συνυφασμένο μὲ τὶς βλέψεις τους στὴν Ἀνατολή. Μὲ πολλὴ ἀγωνία οἱ τοπικοὶ ἀπεσταλμένοι τῶν Δυνάμεων διέκριναν, ἀκόμη καὶ στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνα, τὸν κίνδυνο ὁ ἑλληνισμὸς νὰ οἰκειοποιηθεῖ τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία καὶ νὰ ἀποτελέσει ἀνάχωμα στὶς ἐπεκτατικές τους βλέψεις. Ὅπως γράφει ἕνα ἀπὸ αὐτοὺς «Ὁ καταμερισμὸς τῆς ἀπεράντου [Ὀθωμανικῆς] αὐτοκρατορίας εἰς πολλὰ ἀνεξάρτητα κράτη, θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὴν Εὐρώπην παρὰ νὰ ἀφεθεῖ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ νὰ ἐπεκταθεῖ, νὰ κυριαρχήσει παντοῦ, καὶ νὰ ἀποτελέσει ἀπέραντον ἑλληνικὴν αὐτοκρατορίαν, πολὺ μεγάλην ἐν σχέσει μὲ τὰ Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης. Εἶναι τὸ ὄνειρον τῆς φυλῆς αὐτῆς. [Καὶ] θὰ τὸ ἐπιτύχωσιν μὲ τὸν καιρὸν διότι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν Τούρκων τὸ μέλλον δὲν εἶναι ἀμφίβολον. Θὰ εἶναι ἀνυπόμονοι ἀφ᾿ ὅτου δὲν θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῶν Εὐρωπαίων» (Derrasse, Λάρνακα, 1859).
Στὴν ὀπτικὴ αὐτὴ τῆς ἐπίλυσης τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος θὰ προσχωρήσει τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 19ου αἰῶνα καὶ ἡ Ρωσία, ἡ ὁποία μάλιστα, ἀργότερα, ὑπὸ τὸ σοσιαλιστικό της καθεστώς, θὰ ὑπονομεύσει ἀκόμη καὶ τὸ ἐγχείρημα ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴ συνθήκη τῶν Σεβρῶν. Τὴν περίοδο αὐτή, ποὺ ἡ Ρωσία θὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἑλληνικὸ σχέδιο γιὰ τὴν ἐπίλυση τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ θὰ στραφεῖ στὸν Πανσλαβισμὸ –ὑποστηρίζοντας τοὺς Βαλκανικοὺς ἐθνικισμούς–, ὁ Ντοστογέφσκυ, σὲ ἄρθρο του, ἀφοῦ διαλογίζεται γιὰ τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσει ἡ Ρωσία γιὰ τὸν ἐκσυγχρονισμὸ της –τὸν γερμανικὸ ἢ τὸν ἑλληνικὸ– ἀποφαίνεται ὅτι αὐτὸς ποὺ τῆς ἁρμόζει εἶναι ὁ ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀνώτερος ἑλληνικὸς δρόμος. Ὅμως θὰ ὑπογραμμίσει μὲ ἔμφαση ὅτι «ἀργὰ ἢ γρήγορα ἡ Κωνσταντινούπολη πρέπει νὰ γίνει δική μας [τῆς Ρωσίας], ἀφοῦ πέρασε πιὰ ὁ καιρὸς ὅπου οἱ Γραικοί, λαὸς ἀπείρως λεπτότερος ἀπὸ τοὺς χοντροκομένους Γερμανούς, λαὸς μὲ ἀσυγκρίτως περισσότερα κοινὰ στοιχεῖα ἀπὸ ὅ,τι οἱ ἐντελῶς ἀνόμιοί μας Γερμανοί, λαὸς πολυπληθὴς καὶ ἀφοσιωμένος, [….θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν] ἐπικρατήσει στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς Ρωσίας». Τὸ νὰ ἀφήσουμε…. ἕνα τόσο σημαντικὸ σημεῖο τῆς Οἰκουμένης [στοὺς Ἕλληνες]…εἶναι πλέον ἀδύνατο».
Κλείνω μὲ μία μόνο διαπίστωση: ἡ στροφὴ αὐτὴ τῆς ρωσικῆς πολιτικῆς καὶ ἡ ἀπομάκρυνσή της ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, δὲν κόστισε ἁπλῶς στὴν ἑλληνικὴ χώρα. Τὴν πλήρωσε μὲ ἀσύμμετρο κόστος καὶ ἡ Ρωσία, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν κατέλαβε τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπως σχεδίαζε ἀκόμη στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα, ἀλλὰ συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴ δημιουργία ἑνὸς μείζονος ἀντιπάλου στὸ ζωτικὸ μαλακό της ὑπογάστριο.
Μὲ τὴν ἐπισήμανση τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς μαρτυρίας, ποὺ ἀναδεικνύει τὸ ἐσωτερικὸ καὶ τὸ ἐξωτερικὸ περιβάλλον, μὲ τὸ ὁποῖο εἶχε νὰ ἀντιπαλέψει ὁ Καποδίστριας, ὡς κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδας, θέλω νὰ ὑπαινιχθῶ, ἐπ᾿ εὐκαιρία, μία ἐξόχως σημαντικὴ γεωπολιτικὴ παράμετρο τῆς σχέσης μεταξὺ Ρωσίας καὶ Ἑλλάδας, ἐξίσου ἐπίκαιρη στὶς ἡμέρες μας. Ἡ ἐπιλογὴ ἢ μὴ τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὴ Ρωσία ὡς στρατηγικοῦ ἑταίρου, ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελεῖ κρίσιμης σημασίας διακύβευμα γιὰ τὸ μέλλον καὶ τῶν δύο χωρῶν. Ὅσες φορὲς ἡ Ρωσία ἀποφάσισε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἔβλαψε ἐπίσης τὰ συμφέροντά της. Ἡ Ρωσία, μὲ τὴν Τουρκία ὡς μεγάλη δύναμη στὸ μαλακό της ὑπογάστριο καὶ οὐσιαστικὰ χωρὶς τὴν ἀξιωματικὴ παρουσία τῆς Ἑλλάδας, θὰ ἀναγκασθεῖ νὰ σμικρύνει σημαντικὰ τὴ γεωπολιτική της φιλοδοξία καί, ἐνδεχομένως, θὰ ἐπανέλθει στὴν ἐσωστρέφειά της.
*Ἀνακοίνωση τοῦ Καθηγητοῦ Γ. Κοντογιώργη στὴ Συνδιάσκεψη μὲ θέμα: “Ἰωάννης Καπποδίστριας καὶ σύγχρονες ρωσοελληνικὲς σχέσεις”.
Περιοδικό Ερώ, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014
