Το Ρωμαίικο > Ορθοδοξία > Το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης / του π. Κωνσταντίνου Χατζηαγγελίδη (Mth), εφημερίου Ι. Ν. Αναστάσεως του Κυρίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης

Το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης / του π. Κωνσταντίνου Χατζηαγγελίδη (Mth), εφημερίου Ι. Ν. Αναστάσεως του Κυρίου Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης

Για  να  μπορέσουμε  να  εξετάσουμε  τη  θλιβερή  δογματική  πτώση  της  Δυτικής  Εκκλησίας,  θα  πρέπει  να  κάνουμε  μία  ιστορική  αναδρομή.

Η  συγκροτηθείσα  εκκλησία  η  οποία  θεμελιώθηκε  με  τη   Σταυρική  Θυσία,  την  Ανάσταση  και  την  Ανάληψη  του  Κυρίου  Ημών  Ιησού  Χριστού,  και  ιδρύθηκε  με  την  κάθοδο  του  Αγίου  Πνεύματος  την  ημέρα  της  Πεντηκοστής,  πορευόταν  ενωμένη  τους  πρώτους  αιώνες. Τόσο  στην  Ανατολή  όσο  και  στη  Δύση,  χρησιμοποιούταν  ως  θεολογική  και  λειτουργική  η  ελληνική  γλώσσα,  και  αυτό  το  γλωσσικό  μόρφωμα,  δημιουργούσε  κοινές  νοοτροπίες,  και  σε   άλλες  περιπτώσεις  αποτελούσε  παράγοντα  εναρμόνισης  των  διαφορετικών  νοοτροπιών  μεταξύ  Ανατολής  και  Δύσης.

Όταν  όμως  στη  Δύση  επικράτησε  ως  θεολογική  και  λειτουργική  γλώσσα  η  λατινική,  οι  διαφορές  και  η  αποξένωση  έγιναν  βαθύτερες. Τα  έργα  των  ελλήνων  Πατέρων,  των  Καππαδοκών,  παρέμεναν  άγνωστα  στη  Δύση. Γίνονταν  τοπικές  σύνοδοι  στην  Ανατολή  αλλά  παρέμεναν  άγνωστες  στη  Δύση,  και  το  αντίθετο.

Έτσι,  η  απομονωτική  τάση  μεταξύ  Ανατολής  και  Δύσης  αυξανόταν  με  αποτέλεσμα,  η  Δυτική  Εκκλησία  να  εισάγει  βαθμιδών  θεολογικές   διδασκαλίες  οι  οποίες  απέκλιναν  από  την   Αποστολική  Παράδοση,  νέους  λειτουργικούς  τύπους,  νέα  λειτουργική  τάξη,  νέες  συνήθειες  σε  αντίθεση  με  την  Ανατολή,  όπου  εφάρμοζε  πιστά  την  Αποστολική Παράδοση  και  τις  αποφάσεις  των  Οικουμενικών   Συνόδων.

Η  Δυτική  Εκκλησία,  απέρριψε  τις  αδελφικές  υποδείξεις  και  διαμαρτυρίες  τις οποίες  υπέδειξε  η  ΣΤ’  Οικουμενική  Σύνοδος,  ενισχύοντας  περισσότερο  το  αποξενωτικό  κλίμα  που  ήδη  υπήρχε.

Ένα  γεγονός  που  συνέβηκε  το  381μ.χ.  όταν  συγκλήθηκε  στην  Κωνσταντινούπολη  η  Β΄ Οικουμενική  Σύνοδος,  με  τον  γ΄  κανόνα,  όπου  αποφασίστηκε  να  δοθούν  τα  πρεσβεία  τιμής  στον  επίσκοπο  Κωνσταντινουπόλεως  μετά  τον  επίσκοπο  Ρώμης,  διότι  πλέον  η  νέα  πρωτεύουσα  του  Βυζαντινού-Ρωμαϊκού  κράτους  ήταν  η  Κωνσταντινούπολη,  προκάλεσε  δυσαρέσκεια  στη  Δύση. Όμως  αυτό  επανέλαβαν  και  η  Δ΄  Οικουμενική  Σύνοδος(28ο κανόνα)  και  η  Πενθέκτη (36ος  κανόνας).

Επίσης  η  δικαιοδοσία  των  επισκόπων  Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, καθορίστηκε  με  τον  στ΄  κανόνα  της  Α΄ Οικουμενικής  Συνόδου,  όπου οι  άγιοι  πατέρες,  δεν  αναφέρουν  πουθενά  για  πρεσβεία  εξουσίας  και  δικαιοδοσίας  του  επισκόπου  Ρώμης,  επί  των  άλλων  πατριαρχείων.

Όμως  το  αρχαίο  εωσφορικό  δόγμα «…..θα  ανοιχτούν  οι  οφθαλμοί  σας  και  θα  γίνεται  σαν  θεοί(Γεν. 3,5)», είναι  αυτό  που  δημιουργεί  στον  άνθρωπο  την  αλαζονεία  και  την  έπαρση,  πνευματική  κατάσταση  επικίνδυνη  για  τη  σωτηρία  του. Έτσι  ο  επίσκοπος  Ρώμης,  από  τους  πρώτους  αιώνες  ύψωνε  τη  θέση  του  πάνω  από  τους  άλλους  πατριάρχες  της  Ανατολής,  ακόμη  και  πάνω  από  τις  Οικουμενικές  Συνόδους.

Από  τον  Δ΄  αιώνα  και  εξής  οι  επίσκοποι  Ρώμης,  επιχείρησαν  να  επιβάλλουν  το  ανέκκλητο  και  την  υποχρεωτική  σημασία  των  αποφάσεών  τους. Εμφανίστηκε  το  «παπικό  πρωτείο»  έναντι  των  άλλων  πατριαρχείων,  και  της  απαίτησης  της  αναγνωρίσεως  της  επισκοπής  Ρώμης,  ως  θεσμού  θείου  δικαίου  στη  ζωή  της  Εκκλησίας.

Οι  διοικητικές  διεκδικήσεις  του  παπικού  θρόνου,  εμφανίστηκαν  για  πρώτη  φορά  από  τον  παπικό  αντιπρόσωπο  Φίλιππο  στην  Γ’  Οικουμενική  Σύνοδο  το  431 μ.χ..Έτσι  η  θεωρία  περί  του  πρωτείου  στηρίζετε  στο  ευαγγελικό  χωρίο  Ματθ.16 κεφ., στιχ. 18-19,  όπου  σύμφωνα  με  παρερμηνεία  των  εκπροσώπων  της  Δύσεως,  ο  απόστολος  Πέτρος  παρέλαβε  αυτός  μόνος  από  τον  Κύριο  το  πλήρωμα  της  αποστολικής  εξουσίας,  την  οποία  μετέδωσε  αυτός  και  όχι  ο  Κύριος  στους  αποστόλους. Συνεπώς  κατά  τους  παπικούς,  ο  απόστολος  Πέτρος  είναι  ο  θεμέλιος  λίθος  της  Εκκλησίας,  κλειδούχος  των  ουρανών  και  ταμειούχος  της  θείας  χάριτος. Κατ’  επέκταση,  αφού  ο  πάπας  είναι  διάδοχος  του  αποστόλου  Πέτρου,  κληρονομεί  θείω  δικαίω,  όλα  τα  του  Πέτρου,  συνεπώς  ο  απόστολος  Πέτρος  είναι  ο  μονάρχης  και  κυρίαρχος  της  εκκλησίας  και  η  επέκταση  αυτού  του  αξιώματος  και  διάδοχος  αυτού,  είναι  ο  πάπας.

Αγιογραφικά  όμως,  αυτό  είναι  λάθος  γιατί:

ι)λίθος  ακρογωνιαίος  είναι  ο  Χριστός(Α΄ Κορινθ. Ι΄, 4    Εφ.  Β΄,20    Α΄  Πέτρου  β΄ 6-7   Πράξ.  Δ΄  8-12)  και  δίχως  Αυτόν  δεν  υπάρχει  σωτηρία(λόγος  του  απ. Πέτρου  στο  Πράξ.  Δ΄  12).Ο  απόστολος  Πέτρος,  πουθενά  στα  αγιογραφικά  χωρία  δεν  φαίνεται  ως  μοναδικός  λίθος,  αλλά  και  ο  ίδιος,  αναφέρει  ότι  ο  Χριστός  είναι  Αρχιποιμένας  και  ο  ίδιος  ο  Πέτρος  συμπρεσβύτερος (Α΄ Πέτρου  ε’  1-4).

ιι)Από  το  Άγιο  Πνεύμα  εκλέχθηκε  ως  απόστολος  ο  Παύλος,  ο  οποίος  όμως  δεν  διακατεχόταν  από  την  έπαρση  του  πάπα  να  ζητήσει  πρωτείο  έναντι  των  άλλων.Αλλά  αναγνωρίζει  ότι  η  εκλογή  του  έγινε  υπό  του  Θεού  Πατρός,  του  Υιού  και  του  Αγίου  Πνεύματος(Γαλ. Α΄ 1  11-17   Α΄  Κορινθ.  Θ΄  1   Πράξ.  Ιγ΄  2-4).

ιιι)Ο  Χριστός  μας   έδωσε  εξ’  ίσου  την  εξουσία  και  την  χάρη  του Αγίου  Πνεύματος  στους  αποστόλους,  ώστε  να  την  διαχειρίζονται  με  αγάπη  και  αγαθά  κίνητρα  προς  την  σωτηρία  των  ψυχών (Ιωαν.  Κ΄  21-23). Επίσης  ο  Χριστός  μας,  αφήνει  εντολές  στην  Εκκλησία  η  οποία  είναι  κλειδούχος  της  Βασιλείας  των  Ουρανών. Συνεπώς  ο  Χριστός  μας,  ευλόγησε  το  συνοδικό  πνεύμα  στην  εκκλησία  Του. Στην  πράξη  αυτό  φαίνεται  και  με  τη  συγκρότηση  της  Συνόδου  των  Ιεροσολύμων,  με  σκοπό  την  λήψη  αποφάσεων  για  τον τρόπο  πολιτείας  των  εξ΄  εθνών  χριστιανών. Εκεί  προήδρευε  ο  Ιάκωβος  και  μάλιστα  επικράτησε  η  γνώμη  του,  έπειτα  από  σύσκεψη  και  συναποφάσεις (Πράξ.  ΙΕ΄  1-30). Στο  Πράξ.  Α΄ 15-16,  φαίνεται  η  της  Αποστολικής  Συνόδου  εκλογή  του  αποστόλου  Ματθίου  και  από  το  Πράξ.  Στ΄  3-6  η  εκλογή  των  επτά  διακόνων. Αυτά  επικυρώνονται  και  από  τη  Σύνοδο  της  Κωνσταντινουπόλεως  του  1722,  όπου  αναφέρει  ότι  « αν  ο  Πέτρος  ήταν  ο  μόνος  επίτροπος  και  βικάριος  του  Χριστού,  όπως  ισχυρίζονται  οι  Λατίνοι,  τότε  θα  έκανε  μόνος  του  την  εκλογή  και  χειροτονία  του  απ.  Ματθία,  η  ύπαρξη  όμως  της  αποστολικής  συνόδου  αναιρεί  την  θέση  αυτή  των  Λατίνων».

Παρ’  όλα  αυτά  όμως,  τον  Ε΄  αιώνα  διά  του  πάπα  Γελασίου Α΄ (492-496) κατά  την  περίοδο  του  Ακακιανού  σχίσματος(484-519)  προβλήθηκαν: α) η  άμεση  Πέτρειος  αποστολικότητα  του  παπικού  θρόνου (cathedra  Petri), β)  ο  παπικός  θρόνος  ως  καθέδρα  του  Πέτρου  έχει  το  πλήρωμα  της  ιερατικής  εξουσίας (plenitudο  potestatis),  είναι  η  υπέρτατη  εκκλησιαστική  αυθεντία,  γ)  οι  αποφάσεις  του  παπικού  θρόνου  δεν  υπόκεινται  στη  κρίση  της  οικουμενικής  συνόδου,  αφού  οι  οικουμενικές  σύνοδοι,  χωρίς  την  παπική  κύρωση  δεν  έχουν  ισχύ, δ) ο  παπικός  θρόνος  κρίνει  τους  πάντες  στην  εκκλησία,  ο  ίδιος  όμως  δεν  κρίνετε  από  κανένα, ε) ο  πάπας  κρίνει  ως επίσκοπος  πρώτης  καθέδρας  όλους  τους  άλλους  πατριάρχες  της  εκκλησίας,  και  κανείς  δεν  μπορεί  να  αρνηθεί  την  κρίση  του.

Σ’  αυτή  την  επιχειρηματολογία  του  πάπα  Γελασίου Α΄  επανήλθε  ο  πάπας  Νικόλας Α΄ (858-867),  κατά  τη  σύγκρουσή  του  με  το  Μέγα  Φώτιο.

Ακόμη,  από  την  πλευρά  των  Δυτικών  υπάρχουν  ψευδείς  παραδόσεις  και  παραποιήσεις  της  ιστορίας,  και  ισχυρίζονται  ότι  ο  απόστολος  Πέτρος  υπήρξε  θεμελιωτής  και  πρώτος  επίσκοπος  Ρώμης  επί  25ετία. Αυτό  όμως  ως  παράδοση  δεν  υπάρχει  στην  αρχαία  εκκλησία. Ο  ιστορικός  Ευσέβιος  αναφέρει  τον  Λίνο  ως  τον  πρώτο  επίσκοπο  της  Ρώμης.

Στα  κατοπινά  χρόνια  και  τους  αιώνες,  υπήρξαν  διάφοροι  εκπρόσωποι  της  Δύσεως  που  θέλησαν  να  κατοχυρώσουν  το  παπικό  πρωτείο  και  άλλοι  που  αντιδρούσαν. Ο  πάπας  Γρηγόριος  Ζ΄ (1073-1085)  εγκαινίασε  τη  νομικιστική   σκέψη  η  οποία  κατέκλυσε  τη  Δυτική  εκκλησία. Ο  πάπας  Ιωάννης  ΚΒ΄ (1316-1334) χαρακτήρισε  τη  Φραγκιστική  διδασκαλία  για  το  παπικό  αλάθητο  «έργο  του  Σατανά». Στη  σύνοδο  του  Τριδέντου (1545-1563) κάθε  προσπάθεια  ανακήρυξης  του  παπικού  πρωτείου  προσέκρουσε  στην  αντίδραση  πολλών  επισκόπων,  κυρίως  από  τη  Γαλλία.

Όμως  όλη  αυτή  τη  διδασκαλία  περί  παπικού  πρωτείου  ήλθε  να  ενισχύσει  και  να  επεκτείνει  ένα  άλλο  νέο  δόγμα,  αυτό  του  αλαθήτου  του  πάπα. Πρώτος  που  χρησιμοποίησε  τον  όρο  «αλάθητος»,  ήταν ο καρδινάλιος  Νικόλαος  Κουζάνος (1401-1464).Και  με  αφορμή  την  εμφάνιση  του  Προτεσταντισμού  από  το  1517,  οι  παπικοί  θέλοντας  να  αντικρούσουν  την  αναδυόμενη  προτεσταντική  διδασκαλία,  έπρεπε  να  δημιουργήσουν  μία  αυθεντία,  η  οποία  εύρισκε  ως  διέξοδο,  τη  χρήση  του  αλάθητου  πάπα.

Υπήρχαν  αρκετοί  θεολόγοι  και  επίσκοποι  που  αντιδρούσαν  στη  διδασκαλία  του  αλαθήτου,  γνωρίζοντας  και  κατανοώντας  τις  συνέπειες  μίας  τέτοιας  κατάστασης. Τον  18ο  αιώνα  ο  θεολόγος  Φον  Χόντχαϊμ (1701-1790)  εξέδωσε  ένα  βιβλίο,  όπου  κυριαρχούσε  η  άποψη  για  το  αλάθητο   της  όλης  εκκλησίας  και  όχι  του  πάπα. Εκείνη  την  εποχή,  το  δόγμα  του  αλαθήτου  εύρισκε  απήχηση  στην  Ιταλία  και  στην  Ισπανία  μόνο. Πολιτικές  αλλαγές  όμως  στην  Ευρώπη,  άλλαξαν  τη  πορεία  των  πραγμάτων. Η  Γαλλική  Επανάσταση  εισήγαγε  αλλαγές  αποφασιστικές  για  την  εκκλησία. Το  Βατικανό  σύναψε  κονκορδάτο  με  το  Ναπολέοντα(1801). Ο  πάπας  Πίος  Ζ΄  κερδίζει  την  εμπιστοσύνη  του  κατωτέρου  κλήρου. Ο  πάπας  Γρηγόριος  ΙΣΤ΄(1831-1846),  υποστήριξε  στο  βιβλίο  του  «ο  θρίαμβος  της  Αγίας  Έδρας»,  ότι   «ο  πάπας  ως  πραγματικός  μονάρχης  πρέπει  να  είναι  και  αλάθητος». Το  έργο  του  συνέχισε  ο  πάπας  Πίος  Θ΄(1846-1878).Αυτός (Πίος  Θ΄),  ανακήρυξε  το  1854  ως  δόγμα  την  άσπιλο  σύλληψη  της  Θεοτόκου. Μέσα  σ’  ένα  έντονο  κλίμα,  άρχισαν  οι  εργασίες  της  Α΄  Βατικάνειας  Συνόδου(1869-1870),  όπου  κατά  τη  Δ΄  συνεδρία  ανακηρύχτηκε  σε  δόγμα  το  πρωτείο  του  πάπα.Επίσης  στην  ίδια  σύνοδο,  ανακηρύχτηκε  σε  δόγμα  και  το  αλάθητο  του  πάπα,  το  οποίο  ορίζει  ότι: όταν  ο  ρωμαίος  ποντίφικας  ομιλεί  εκ  καθέδρας(ex  cathedra),  απολαμβάνει  του  αλαθήτου. Κατ’ επέκταση  ο  πάπας,  εχρίσθη  αλάθητος  και  ανεξέλεγκτος  διδάσκαλος «της  πίστεως  και  των  ηθών».

Αξιόλογη  ήταν  η  αντίδραση  του  Ιγνατίου  Ντέλλιγκερ,  με  το  ψευδώνυμο  «Ιανός»,  ο  οποίος  κυκλοφόρησε  το  έργο: « ο  πάπας  και  η  Σύνοδος». Το  βιβλίο  του  όμως,  μπήκε  στις  26/11/1869  στον  πίνακα  απαγορευμένων  βιβλίων (Index)  του  Βατικανού. Τελικά  στις  18/7/1870  εψηφίστηκε  το  νέο  δόγμα,  και  πάνω  από  τον  Άγιο  Πέτρο  ξέσπασε    σφοδρή  καταιγίδα  την  ώρα  της  ψηφοφορίας,  αφήνοντας  υπονοούμενο  σε  πολλούς  για  Θεία  Οργή……..

Η  έπαρση  του  πάπα  Πίου  Θ΄  και  η  εμμονή  του  να  επιτύχει  τους  στόχους  του,  οδήγησαν  τα  δρώμενα  της  Δυτικής  Εκκλησίας,  στην  επικύρωση  διά  συνόδου  των  δογμάτων  του  πρωτείου  και  του  αλαθήτου. Αναφέρεται  στη  μελέτη  του Γερμανού  Θεολόγου  Χάσλερ,  ότι  ο  πάπας  Πίος  Θ΄  το  1866  είχε  χρησιμοποιήσει  τα  λόγια  του  Χριστού  «εγώ  ειμί  η  οδός  και  η  αλήθεια  και  η  ζωή»  για  τον  εαυτό  του.

Και  στο  πρόσφατο  παρελθόν,  σχεδόν  προτού  μόλις  πενήντα  χρόνια,  με  τη  Β΄  Βατικάνεια  Σύνοδο(1962-1965)δεν  άλλαξε  τίποτα,  αντιθέτως  κατοχυρώθηκαν  ακόμη  περισσότερο  τα  δόγματα  αυτά  του  παπικού  θρόνου. Λίγο  νωρίτερα  στις  1/11/1950  ανακηρύχτηκε  διά  της  βούλας  του  πάπα  Πίου  ΙΒ΄  το  «Assumtio”,  δηλαδή  το  δόγμα  της  ενσωμάτου  μεταστάσεως  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου  εις  τους  Ουρανούς.

Συμπερασματικά  μπορούμε  να  πούμε  πως  η  πτώση  της  δυτικής  εκκλησίας  για  εμάς  τους  ορθοδόξους  είναι  μία  θλίψη,  μία  στεναχώρια,  μία  αγωνία, Δεν  αποτελεί  αφορμή  φανατισμού,  και  αισθημάτων  αντιπαλότητας. Ως  άνθρωποι  έχουν  πλανηθεί,  είναι  πνευματικά  άρρωστοι  και  έχουν  ανάγκη  από  τη  προσευχή  μας. Το  πιο  λυπηρό  όμως,  είναι  ότι  δημιούργησαν  ένα  κοσμικοθρησκευτικό  κράτος,  ξένο  προς  το  ευαγγέλιο  και  το  έργο  που  μας  ανέθεσε  ο  Χριστός  μας. Ο  άγιος  πλέον  π. Ιουστίνος  Πόποβιτς,  είχε  γράψει: « η  ανθρωπότητα  γνώρισε τρεις  μεγάλες  πτώσεις,  αυτή  του  Αδάμ,  αυτή  του  Ιούδα  και  αυτή  του  πάπα».

Η  εκκλησία  μας  εύχεται  πάντοτε  και  καθημερινώς  για  την  «των  πάντων  ενότητα»,  και  εμείς  ως  ορθόδοξοι  προτρέπουμε  τους  παπικούς  να  επιστρέψουν  εκεί  που  ήταν  πριν  το  σχίσμα. Όταν  όμως  ο  πάπας  απαιτεί  έως  σήμερα,  την  ενότητα  υπό  την  προϋπόθεση  να  δεχτούμε  το  αλάθητο  και  το  πρωτείο,  αυτό  για  εμάς  τους  ορθοδόξους  είναι  αντίθετο  προς  την  διδασκαλία,  τη  ζωή  και  την  εμπειρία  της  εκκλησίας,  γι  αυτό  και  δεν  γίνεται  να  συμπράξουμε  σ’ αυτή  τη  δογματική  παρανομία.  Και  δυστυχώς  αυτό  μας  οδηγεί  στην  εκτίμηση,  πως  η  ένωση  μάλλον  είναι  ακατόρθωτη,  διότι  κωλύεται  από  τον  παπική  έπαρση  και  αλαζονεία.

Ως  επιστέγασμα  των  παραπάνω,  προκύπτει  το  ερώτημα: ποιος  θυσιάστηκε  για  την  εκκλησία,  ο  Χριστός  ή  ο  πάπας;  Ποιος  αναστήθηκε   εκ  νεκρών,  ο  Χριστός  ή  ο  πάπας;  Και  τέλος  η  σωτηρία  μας  εξαρτάται  από  την  ταπείνωσή  μας  και  από  το  ενδιαφέρον  μας  να  διακονήσουμε  και  όχι  να  μας  διακονήσουν.

Βιβλιογραφία:

  1. «Ορθοδοξία και Παπισμός», Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη,  εκδόσεις  Ορθόδοξος  Τύπος,  Αθήνα  1969
  2. «Οι κακοδοξίες του παπισμού», Αρχιμ. Χριστοφόρου Ν. Παπουτσοπούλου, εκδόσεις Αδελφότητος  Θεολόγων  « Ο  ΣΩΤΗΡ», Αθήνα  2007
  3. «Παπικές Πλάνες – Σύντομος  Έλεγχος  και  Ανασκευή»,  Δημητρίου  Κοκόρη,  Αθήνα  1996
  4. «Πως έγινε  ο  πάπας  αλάθητος», Πρ. Γεωργίου  Μεταλληνού,  Πρότυπες  Θεσσαλικές  Εκδόσεις,  Αθήνα-Τρίκαλα  2002

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος