Το Ρωμαίικο > Παιδεία > Για τον ισχυρισμό περί ασυνέχειας του ελληνικού έθνους / Στάθη Σταυρόπουλου

Για τον ισχυρισμό περί ασυνέχειας του ελληνικού έθνους / Στάθη Σταυρόπουλου

Το θέμα τής ασυνέχειας των Ελλήνων είναι το πρωτεύον (εν σχέσει με το, προ τριετίας, βιβλίο Ιστορίας για την Στ΄Δημοτικού). Όλα τα άλλα έπονται – το πρωτεύον είναι ακριβώς αυτό: μια αντιεπιστημονική (που δεν εδράζεται σε καμιάν έρευνα) πολιτική πρόταση περί ασυνέχειας των Ελλήνων, η οποία αποδίδεται στην κληρονομιά του Διαφωτισμού με τον πιο παράδοξο τρόπο. Διότι στηρίζεται μόνον στους επαγωγικούς συλλογισμούς των συγγραφέων κι όχι σε στοιχεία. Μια πρόταση που δείχνει (επιδεικτικά) να αγνοεί ογκωδέστατη ιστορική βιβλιογραφία η οποία αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.

Αποφαίνεται λοιπόν το βιβλίο ότι οι «Έλληνες διαφωτιστές» λίγο πριν από την Επανάσταση του 1821, «επέλεξαν ως προγόνους τούς αρχαίους Έλληνες» (και ύστερα απ’ αυτό η Ιστορία πήρε τον δρόμο της: το νέο ελληνικό κράτος είναι που διαμόρφωσε την ταυτότητα των Νεοελλήνων κι όχι το αντίθετο).

Αυτό το αξίωμα (ότι οι Έλληνες διαφωτιστές επέλεξαν ως προγόνους τούς αρχαίους Έλληνες) ενέχει μια λογική ανακολουθία: γιατί ένοιωθαν Έλληνες αυτοί οι Έλληνες (διαφωτιστές) που επέλεξαν τους αρχαίους Έλληνες ως προγόνους, ώστε να τους επιλέξουν; Κι αν δεν ήταν Έλληνες (και απλώς επέλεξαν να νοιώθουν έτσι μέσω προγόνων) τι ήταν;

Καθώς είναι βέβαιον ότι δεν μιλάμε για τον Πούσκιν ή τον Γκαίτε ή τον Έρασμο κι άλλους ων ουκ έστιν αριθμός Δυτικούς που έλεγαν να «είμαστε Έλληνες» (εννοώντας τον πολιτισμό κι όχι την καταγωγή), τι ήταν ο Κοραής πριν… επιλέξει να είναι Έλληνας; Σαλμούχος; Μάλιστα, προγονόπληκτος;

Αλλά, να δεχθούμε για την οικονομία της συζήτησης το ασυνεχές των Ελλήνων, να δεχθούμε δηλαδή ότι τα παιδιά του Διαφωτισμού επέλεξαν αυτήν την εθνική ταυτότητα. Πώς όμως κάτι τέτοιο εξηγεί ότι την ίδια ταυτότητα ένοιωθαν να έχουν Έλληνες στην Τραπεζούντα, στην Κύπρο, στην Οδησσό, στα Φάρσαλα, στην Κωνσταντινούπολη, στη Χίο, στην Κέρκυρα, στην Καισάρεια, το 1453, το 1470, το 1653, το 1684, το 1713, το 1779, το 1801, το 1821 και σε όλα τα μεταξύ τους έτη; Αν ένας άνθρωπος στην Κάρπαθο το 1617 ένοιωθε ρωμιός, μίλαγε ρωμέικα, ήταν χριστιανός, τον αποκαλούσαν οι Φράγκοι Έλληνα κι οι Τούρκοι Γιουνάν ή Ρουμ (αναλόγως), έχει αυτό σχέση με την (μεταγενέστερη μάλιστα) επιλογή των Ελλήνων διαφωτιστών να προσδιορίσουν τη νέα μας εθνική ταυτότητα ή με την παράδοσή του την ίδια; Δηλαδή όχι μόνον τη γλώσσα του, ούτε μόνον την πίστη του, αλλά τις ζείδωρες ιστορίες του, απ’ τον Λεωνίδα έως τον μαρμαρωμένο βασιλιά.

Αν δεν στέκει το αξίωμα (περί ασυνέχειας εθνικής και πολιτισμικής), πολύ περισσότερο δεν στέκει το θεώρημα (περί επιλεκτικής διαμόρφωσης της νέας εθνικής ταυτότητας), διότι στερείται αποδείξεων. Πρόκειται για μηχανιστικές αναφορές σε σχήματα και «σχολές» που εξηγούν τη δημιουργία των νέων εθνών και κρατών στη Δύση, αλλά δεν απαντούν στο ελληνικό ερώτημα, το κινεζικό ή το εβραϊκό ή εκατό άλλα, αν δεν εξετάσουν την ιδιομορφία τους. Στην ουσία δηλαδή γίνεται μια αναίρεση του Διαφωτισμού (στο όνομά του) με την καθαίρεση των μεθόδων του. Έτσι όμως ο Διαφωτισμός εκπίπτει σε ένα ευρωκεντρικό, στενόκαρδο σύστημα (ή και σόφισμα) που χάνει την αναλυτική του ικανότητα, σε μια δογματική σχολή σκέψης από μήτρα σχολών σκέψης που υπήρξε.

Ένεκεν λοιπόν της ασυνεχείας του Ελληνισμού (καθώς την εισηγούνται οι καθ’ ημάς αναθεωρητές της Ιστορίας), ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, ζωγράφος, κατέστη, στην εποχή του, διάσημος εν Εσπερία, υπό το προσωνύμιον Ελ Χαιρετίσματα.

Το αξίωμα (και η αξίωση) για ασυνέχεια των Ελλήνων που αλωνίζει τα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια στα ακαδημαϊκά πράγματα, αλλά και επηρεάζει όλο εκείνο το μέρος του πολιτικού φάσματος που έχει ως κοινό παρονομαστή τον «εκσυγχρονισμό» και τις «μεταρρυθμίσεις», είχε έναν πρόδρομο. Εναν (πτωχοπρόδρομο) «λαγό», που ρίχθηκε στην αγορά κι απέτυχε οικτρά: την «ασυνέχεια της γλώσσας».

Οι κήνσορες των δύο αυτών «διακυβευμάτων» ουδέποτε έκαναν διάλογο για δαύτα! Απλώς τα ανακοίνωναν· κι έκτοτε τα επαναλαμβάνουν· κατά κόρον. Λέγε-λέγε-λέγε, σε κάποιους εγκεφάλους θα πιάνουν τόπο.

Ομως στο θέμα της γλώσσας σκόνταψαν – αιδημόνως λοιπόν απέσυραν την πολύ φασαρία για την ασυνέχειά της.

Τώρα επιμένουν στην ασυνέχεια του έθνους. Δεν έχουν σκοντάψει ακόμα. Εχουν απλώς παραπατήσει, αλλά το παλεύουν με όλες τους τις δυνάμεις. Γιατί; Το «διακύβευμα», όπως θα έλεγαν οι ίδιοι, έχει ύψιστη πολιτική αξία. Αφορά το αίσθημα της κοινωνίας για τον εαυτόν της, τον αυτοσεβασμό των πολιτών και τη λειτουργία του κράτους πλησιέστερα ή μακρύτερα απ’ το πρόταγμα της εθνικής κυριαρχίας. Συνεπώς θα επιμείνουν.

Ισως με το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού ο κύκλος αυτών των ανθρώπων να έκανε το μοιραίο του σφάλμα. Ιδωμεν.

Η ακαδημαϊκή τους «αθωότης» πλέον αμφισβητείται.

Επικαλούνται τον Διαφωτισμό, όμως τον σκυλεύουν.

Μας προτείνουν επί παραδείγματι (για να εκφρασθώ σχηματικά) ότι η εξίσωση Βουργουνδία συν Νορμανδία επί τη Γαλλική Επανάσταση ίσον το (νέο) Γαλλικό Έθνος, μπορεί να εφαρμοσθεί στο Βουλγαρικό ερώτημα, το Ελληνικό ερώτημα ή το Αμερικανικό ερώτημα ή όλα τα άλλα.

Αν δεν προτείνουν κάτι τέτοιο (σχηματικώς, ξαναλέω, το περιγράφω), τι εννοούν όταν λένε ότι οι Έλληνες διαφωτιστές επέλεξαν ως προγόνους τους τους αρχαίους Έλληνες; Αδαείς δεν (μπορεί να) είναι. Γιατί παίρνουν το ρίσκο;

Κι αν παίρνουν το ρίσκο, γιατί δεν διαλέγονται; Γιατί στήνουν πάνελ χωρίς αντίλογο; Γιατί καθυβρίζουν ως υστερικούς ή ψυχωσικούς ή αμόρφωτους ή ηλίθιους όσους αντιλέγουν; Γιατί καταφεύγουν σε συλλογή υπογραφών προς υποστήριξιν του έργου τους, ενώ ταυτοχρόνως αρνούνται σε πάντα μη ιστορικό να το κρίνει; Και πού απευθύνεται ένα ιστορικό έργο αν όχι στην κρίση του αναγνώστη; Και γιατί όταν άλλοι ιστορικοί τούς πιάνουν κλέπτοντες οπώρες -επί παραδείγματι να παραχαράσσουν πηγές ή παλαιότερους ιστορικούς- δεν απαντούν ποτέ;

Γιατί έχει τόση μεγάλη «αξία» αυτή η θεωρία της ασυνέχειας των Ελλήνων, την οποίαν, ειρήσθω εν παρόδω, προωθούν και οι Τούρκοι στην εκπαίδευση και τις ένοπλες δυνάμεις τους; (Κατ’ αυτούς, η «σημερινή Ελλάδα, που δεν έχει καμία σχέση με τους αρχαίους Έλληνες, έχει ιδρυθεί τεχνητά στα 1830 στο πλαίσιο της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής πάνω στη Χερσόνησο του Μοριά…») Για δες κάτι συμπτώσεις! (Με την καλή έννοια της λατρείας αίφνης στον Διαφωτισμό που επιδεικνύουν οι Τούρκοι).

Αλλά, για να δούμε αν αυτή η θεωρία περί ασυνέχειας της ελληνικής γλώσσας και περί ασυνέχειας του ελληνικού έθνους – αυτή δηλαδή η αξιωματική καταδήλωση ότι οι Έλληνες διαφωτιστές επέλεξαν τους αρχαίους Ελληνες ως προγόνους, έχει κάποιαν ιστορική αξία. Αν δηλαδή το κενό μεταξύ αρχαίων Ελλήνων και νέων Ελλήνων χάσκει ή γέμει.

Μπορεί εσείς κι εγώ να μην έχουμε διαβάσει Φίνλεϋ, Γκρεγκορόβιους, χίλια ταξιδιωτικά στη Βαλκανική μεταξύ 15ου και 19ου αιώνων, Σάθα, Κορδάτο, Ζακυνθηνό, Κόκκινο, Φωτιάδη, Σβορώνο, Πολίτη, Χασιώτη, Περάνθη, αλλά για Ιστορικούς να μην έχουν διαβάσει, είναι αδιανόητο. Κι ακόμα πιο αδιανόητο να μην έχουν ελέγξει ό,τι έχουν διαβάσει.

Μπορεί εσείς κι εγώ να μην έχουμε ακούσει τίποτα για το Χρονικό του Βουστρώνιου, ή για τον Ιωάννη Καρυοφύλλη, αλλά για τον Ερωτόκριτο ή τον Κοσμά τον Αιτωλό ή για την Ελληνική Νομαρχία, όλο και κάτι θα έχει πιάσει το αυτί μας.

Μπορεί να μην ξέρουμε για τις 132 (κατ’ άλλους 170) εξεγέρσεις κι επαναστάσεις των Ελλήνων κατά των Τούρκων στους πέντε, τέσσερις, τρεις ή δύο (αναλόγως της περιοχής) αιώνες της σκλαβιάς, αλλά για τα Ορλωφικά ή τον Κατσαντώνη κάτι θα ‘χει πιάσει το αυτί μας. Αν πριν από τους Έλληνες διαφωτιστές, Έλληνες αισθάνονταν, ελληνικά μίλαγαν (κι ουκ ολίγοι έγραφαν) επί αιώνες όσοι Έλληνες απ’ όλους τους άλλους (Τούρκους και Φράγκους) επίσης Έλληνες προσαγορεύονταν, πού είναι η ασυνέχεια των Ελλήνων (ως έθνους ανεξαρτήτως των κρατικών υποστάσεων πάνω του και γύρω του); Κι αν αυτή η ασυνέχεια υπήρξε, ποιοι ήταν αυτοί που επαναστατούσαν διαρκώς; Και πώς εξηγείται ένα χωριό στην Ουκρανία φέρ’ ειπείν, του 17ου αιώνα, άμοιρο κάθε Διαφωτισμού με την ελληνική κοινότητα, τον δάσκαλο και τον παπά να υφίσταται βιώνοντας τον εαυτόν του με αυτήν την αυτογνωσία; Γιατί στην Καισάρεια του 18ου αιώνα και στην Τεργέστη να υπάρχει η ίδια λέξη για το ίδιο πράγμα (κι εν τω άμα μια βαβυλωνία εκδοχών της); – λόγω ασυνέχειας;

Τώρα που ο Μίκης Θεοδωράκης αναφέρθηκε στη λαϊκή παράδοση των Ελλήνων, λογίων και απλών, ως συστατικό της διαδρομής τους μέσα στον χρόνο [που μάλιστα εξηγεί την (αντί)στασή τους σε χαλεπούς καιρούς] ποιος πρώτος θα τον χαρακτηρίσει «αριστεροδεξιό εθνικόφρονα»;  της ασυνέχειας θα μπορούσαν ήδη να έχουν γίνει Σαλμούχοι).

Αν εξαιρέσουμε τους Τούρκους στρατιωτικούς και το κεμαλικό καθεστώς στο εκπαιδευτικό σύστημα της γείτονος, θέμα α-συνέχειας των Ελλήνων (κάνοντας πολλούς από μας «Τούρκους» με την εύθυμη έννοια), έχουν θέσει μόνον οι καθ’ ημάς αναθεωρητές της Ιστορίας.

Χωρίς έρευνα, χωρίς στοιχεία, με επιλεκτικές αναφορές στη βιβλιογραφία κι ακόμα επιλεκτικότερες ερμηνείες, εισηγούνται στα ελληνικά γράμματα ένα θεώρημα που δεν δύνανται να αποδείξουν και ταυτοχρόνως προσφέρουν σε ορισμένες πολιτικές δυνάμεις την Ιστορία ως προπαγάνδα στο ταψί προκειμένου να νομιμοποιηθούν πολιτικές επιλογές επικίνδυνες για τον λαό καθώς, για να επιτευχθούν, προϋποθέτουν την αποσύνδεση της λαϊκής παράδοσης (και της ισχυρής αντιστασιακής συνέχειας που τη διατρέχει) από το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας, δηλαδή τη συνεκτική αίσθηση του συνανήκειν (με όλες τις αξιώσεις για αυτεξούσιο που συνεπάγεται κάτι τέτοιο).

Το μαγικό κλειδί που ξεκλειδώνει ή κλειδώνει πολιτικές συμπεριφορές που άπτονται των απαιτήσεων του λαού για εθνική κυριαρχία, έχει να κάνει με την αυτογνωσία του ίδιου του λαού· με το αίσθημα αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας, όχι μόνον στην αύρα του, αλλά στον τρόπο του. Πολλοί άλλοι (λαοί) που δεν διαθέτουν αυτήν τη συνέχεια την επινοούν ή την κατασκευάζουν, «εμείς» την αποδομούμε. Γιατί;

Η συνέχεια επιβάλλει χρέη, υποχρεώσεις -όποιος τα αντέχει. Αυτοί που δεν τα αντέχουν γιατί θέλουν «να κόψουν και οι άλλες αλεπούδες την ουρά τους»;

Μπορεί ορισμένοι απ’ τους αναθεωρητές της Ιστορίας να δηλώνουν Μαρξιστές ή αριστεροί αλλά, για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ, δεν ενδιαφέρει μόνον αυτό που λένε αλλά και ο τρόπος που το λένε.

Διαλέγονται μόνον μεταξύ τους. Στους άλλους απλώς ανακοινώνουν. Αποφεύγουν τον αντίλογο διά ζώσης, ενώ δεν αποφεύγουν τις ύβρεις, τις γενικεύσεις και τις συκοφαντίες για τους αντιπάλους τους.

 

Επαναλαμβάνουν διαρκώς τα ίδια, ανεξαρτήτως αν στο μεταξύ τα λεγόμενά τους έχουν αντικρουσθεί κι εκπέσει. Υπέρμαχοι του λέγε-λέγε-λέγε κάτι θα μείνει, επιμένουν ενώ, όταν ζοριστούν πολύ, καταφεύγουν στην εξουσία, κι όταν ζοριστούν περισσότερο στις (πανίσχυρες) παρέες τους στα ΜΜΕ.

Δεν ξέρω πόσον αριστερά είναι όλα αυτά, αλλά «αριστεροί» – ξαριστεροί, χρόνια τώρα, αυτοί οι άνθρωποι συνδιαχειρίζονται με την εξουσία και τον εκάστοτε Υπουργό Παιδείας την εκπαιδευτική απορρύθμιση ή μάλλον Αντιμεταρρύθμιση.

Πότε με τους «εκσυγχρονιστές», πότε με τους «μεταρρυθμιστές» αλλά πάντα μέσα στα κονδύλια συγγραφής εκπαιδευτικών βιβλίων (όσο πιο συχνά γίνεται) δεν παραλείπουν να κατασκευάζουν έναν εύκολο αντίπαλο -αλλά και άλλοθι- (το σκιάχτρο του εθνικισμού) ώστε να τον κατατροπώνουν. Προς τούτο, εύκολα συκοφαντούν τον πατριωτισμό που αντιστέκεται ως εθνικισμό που επιτίθεται! Ωραίοι! Αλλά έως εδώ.

Είναι αλήθεια ότι ανάμεσα στους αναθεωρητές της Ιστορίας και τους αντιλέγοντες υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή, την οποίαν δεν μπορούμε να παραβλέπουμε.

Οι υπέρμαχοι της ασυνέχειας των Ελλήνων υπήρξαν επίσης υπέρμαχοι του Σχεδίου Ανάν, υπέρ των βομβαρδισμών της Σερβίας και, οι πιο προχώ, υπέρ της εισβολής στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.

Είναι οι ίδιοι που κατηγορούν για «αντιαμερικανισμό» τους αντιιμπεριαλιστές ή για αντισημιτισμό τους επικρίνοντες τη φασιστική ισραηλινή πολιτική.

Είναι οι ίδιοι που συκοφαντούν τους εργαζόμενους πότε ως υψηλόμισθους (τραπεζικούς και λιμενεργάτες), πότε ως θρασείς κι απαιτητικούς (καθηγητές), πότε ως διεφθαρμένους και άξιους της τύχης τους (γεωργούς) και πότε ως υποκινούμενους (φοιτητές).

Είναι οι εμβληματικοί παράγοντες αυτού του κυρίαρχου σήμερα «πολιτισμού» των μη-κυβερνητικών οργανώσεων (με κάργα κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις), των ανεξάρτητων Αρχών (που διορίζει η εξουσία) κι άλλων τέτοιων φαιδρών. Τη συνέχειά τους, μέσω της α-συνέχειάς μας, θέλουν να εξασφαλίσουν οι άνθρωποι.

Το βλέπω δύσκολο.

Με τα καμώματά τους ξύπνησαν πολλούς!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nv-author-image

Θεόφιλος Παπαδόπουλος