
(Σαν σήμερα – Μεγάλη Τετάρτη, που η Εκκλησία μας γιορτάζει την Πόρνη που άλειψε με μύρο πανάκριβο και δάκρυα μετανοίας τα πόδια του Χριστού… )
Άκουσα πρόσφατα την είδηση θανάτου για μια “γνωστή” μου άγνωστη… και χάρηκα! Ναι, δε διαβάσατε λάθος… Χάρηκα πολύ, γιατί η είδηση αυτή, παρότι αφορούσε θάνατο, σηματοδοτούσε ένα καλό τέλος σε μια ιστορία που ξεκίνησε άσχημα. Τέλος καλό… όλα καλά! Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!
Η είδηση αφορούσε τη νεκρική σωρό μιας Θεσσαλονικιάς εταίρας, που από τα αζήτητα του Νοσοκομείου όπου πέθανε, την παρέλαβε κάποιος Χριστιανός, και με μια μικρή παρέα φίλων την κήδευσε Εκκλησιαστικά, Ορθόδοξα…
Όλοι, όσοι την ήξεραν, βεβαιώνουν -μαζί τους κι εγώ- ότι έκανε ελεημοσύνες αυτή η πόρνη… βοηθώντας κρυφά άπορες φοιτήτριες και φοιτητές!
Γι’ αυτή τη μακαρίτισσα πουτάνα θα σας πω… Και δεν θα αναφέρω το όνομά της, από σεβασμό στην ιερή μνήμη της. Ίσως κάποιος από αυτούς που θα διαβάσουν την ανάρτηση, αν είναι “περπατημένος” Θεσσαλονικιός, να καταλάβει για ποια πρόκειται…
Αυτήν λοιπόν τη γυναίκα την είχε καβαλήσει από μικρή ο δαίμονας της πορνείας. Δεν ήταν μόνο η οικονομική ανάγκη που την έσπρωξε στο πεζοδρόμιο. Φαίνεται ότι το “ζήταγε” κι η φύση της. Έτσι βγήκε νωρίς νωρίς στην “πιάτσα” και μπήκε στη ζωή του περιθωρίου και των κόκκινων φαναριών…
Αυτήν την πόρνη, μια μέρα τη μίσθωσε ένας περίεργος πελάτης των “κόκκινων φαναριών”, που αντί να πλαγιάσει μαζί της κάθισε κοντά της σεμνά και της μίλαγε καμιά ώρα… Της έδωσε στο τέλος κι ένα ποσό, πέρα από την αμοιβή της, για την ώρα που της “έκλεψε”, και μετά εξαφανίστηκε απ’ τη ζωή της.
Στην αρχή η πουτάνα γέλασε μαζί του. «Κοίτα να δεις ανωμαλία που δέρνει τους ανθρώπους!» σκέφτηκε… «Πληρώνει ο τύπος για να με … κι αντί γι’ αυτό, κάθεται δίπλα μου και κλαίει… και μου μιλάει για μετάνοια κι ελεημοσύνες…»!
Σιγά σιγά όμως, χωρίς να καταλάβει πώς, ήρθε στα λόγια του άγνωστου παλαβιάρη…
Της είχε δώσει εκείνος κι ένα ποσό (έξτρα από την αμοιβή της, για την ώρα που της “έφαγε”) παρακαλώντας την να το δώσει οπωσδήποτε ελεημοσύνη σε κάποιον που έχει ανάγκη. Αυτή το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει… «Πουτάνα είμαι, είπε, σιγά μην πετάξω τα λεφτά… αλλά στα κομμάτια να πάει!» Και το έδωσε ελεημοσύνη, όπως ο “βαρεμένος” πελάτης της είχε ζητήσει. Όμως, παραδόξως, αισθάνθηκε όμορφα δίνοντας… Το ‘κανε, το ξανάκανε από μόνη της… και είδε ότι αυτό -η προσφορά- της έδινε στην ψυχή μια περίεργη χαρά και αγαλλίαση…
Έτσι, πήρε να σκέφτεται: «Κάνω που κάνω το κακό συνέχεια… ε! τι μου κοστίζει να κάνω και λίγο καλό καμιά φορά, αφού μάλιστα τούτο με γεμίζει με πρωτόγνωρη χαρά…;!». Έτσι, άρχισε να δίνει ελεημοσύνη συστηματικά, και μάλιστα κρυφά…
Πέρασε λίγος καιρός και μια άλλη σκέψη της “καρφώθηκε” στο μυαλό, από εκείνα τα χαζά που ο “βαρεμένος” πελάτης της είχε πει: «Πουλάς το κορμί σου όλη τη βδομάδα, μια ώρα στις τόσες μέρες δεν μπορείς να κάνεις και μια τίμια δουλειά…; Κι απ’ τα τίμια λεφτά που θα πιάσεις, ν’ ανάψεις ένα κερί στην εκκλησιά…;!»
Έψαξε λοιπόν και βρήκε μια αγγελία για καθαρίστρια, κι άρχισε να καθαρίζει τη σκάλα μιας πολυκατοικίας… ίσα ίσα για να βγάζει και λίγα παστρικά λεφτά, κοντά στα άλλα τα βρώμικα… Και χάρηκε σα μικρό παιδί, όταν έπιασε στα χέρια της, για πρώτη φορά, τίμια λεφτά…
Εκείνον τον καιρό έπεσε δίπλα της μια ομορφονιά, που μόλις είχε βγει στο κλαρί… Τη λυπήθηκε. Σκέφτηκε, ότι ίσως η μικρή από ανάγκη το κάνει… Τη μάζεψε λοιπόν, τη δασκάλεψε με το ύφος της “πιάτσας” και κατάφερε να την ξεκόψει απ’ το πεζοδρόμιο… Της κάλυπτε τα έξοδα, την έστειλε σε φροντιστήριο για να ξαναδώσει εξετάσεις, και τελικά κατάφερε και την έβαλε στα Παιδαγωγικά. Δεν ξέρω, για νηπιαγωγό η για δασκάλα… Κάτι τέτοιο. Τη σπούδασε τέσσερα χρόνια καλύπτοντάς της στέγη και διατροφή, κι όταν αποφοίτησε την εδίωξε μακριά της. «Είσαι κυρία τώρα, της λέει. Μια κυρία δεν μπορεί να έχει σχέσεις με πουτάνες, σαν εμένα… Φύγε μακριά, να ξεχάσεις, και να φτιάξεις τη ζωή σου.»
Έτσι περνούσε τον καιρό της η πουτάνα της γειτονιάς μου. Με τσάντες που άφηνε κρυφά τη νύχτα στις πόρτες φτωχών φοιτητών και φοιτητριών που είχε μάθει ότι είναι άποροι, και δασκαλεύοντας σα μάνα όλο και κάποιο άμοιρο κορίτσι που άρπαζε από τη νυχτερινή πιάτσα…
Αυτή η γυναίκα δεν τολμούσε να μπει στην εκκλησιά.
Καθόταν πάντοτε απέναντι… παρατηρώντας αν περάσει κάποιο παιδί, το φώναζε και το παρακαλούσε να μπει, αντί για την ίδια, στην εκκλησιά και να της ανάψει ένα κερί… Ένα κερί που αγόραζε από τα λεφτά που της δίνανε για τη σκάλα που καθάριζε, όχι από κείνα που έβγαζε στον οίκο ανοχής.
Βέβαια, μερικές φορές με κάποια από τα εύκολα λεφτά της “πιάτσας” έκανε ελεημοσύνη… αλλά από κείνα δεν άναβε ποτέ κερί! Μόνο από τα άλλα, τα τίμια, της καθαρίστριας… Και όσα περισσεύσανε από τα τίμια λεφτά της σκούπας και της σφουγγαρίστρας, τα ‘στελνε -λένε- σ’ ένα φτωχό κελλί στ’ Αγιονόρος…
Με τον καιρό έγινε πολύ “φιλάργυρη” με τον εαυτό της.
Ψαλίδιζε συνέχεια τα έξοδά της… μέχρι που άρχισε να κόβει ακόμα και τα απαραίτητα. Άλλωστε, τι είναι ο ελεήμων…; -Ένας μεταμορφωμένος φιλάργυρος, που σταμάτησε να κάνει μασούρια στη γη… και ξεκίνησε να αποθησαυρίζει στον ουρανό… με ελεημοσύνες!
Σε αυτή τη φάση της ζωής της, γνώρισα την πουτάνα της γειτονιάς μου… Είχε ξεκινήσει να φτιάξει τζάμπα τα δόντια της στην οδοντιατρική Σχολή και, φοιτητής όντας τότε, ευδόκησε ο Θεός και την ανέλαβα εγώ, χωρίς να το έχω επιδιώξει. Χάρηκα πολύ όταν την είδα ξανά μπροστά μου, γιατί ήδη τη γνώριζα από κάτι που είχε συμβεί…
Είχα βρει κάποτε κι εγώ μια τσάντα με τρόφιμα στην πόρτα μου. Και ψάχνοντας τον μίτο της υπόθεσης, έμαθα γι’ αυτήν… όταν κάποιος γείτονας μου έκανε λόγο για την «τρελή» πουτάνα της γειτονιάς… Η περιέργεια με ώθησε τότε να ρωτήσω με επιφύλαξη και τον περιπτερά της πλατείας, και αυτός μου είπε: «Κάθεται στο πεζοδρόμιο, απέναντι απ’ την εκκλησία… και περιμένει να περάσει κανένα παιδί να του ζητήσει να μπει να της ανάψει κερί… η ζουρλή δεν πάει να το ανάψει μόνη της. Στάσου να τη δεις… έχει πολλή πλάκα!»
Την έστησα λοιπόν και παραμόνεψα και όντως την είδα…
Και μια μέρα την ακολούθησα και είδα που έπλενε τις σκάλες…
Και μια νύχτα πάλι, γυρίζοντας σπίτι, την είδα φορτωμένη με σακούλες… Και είδα να τις αφήνει σε κατώφλια απόρων φοιτητών και φοιτητριών…
Είθε ο Σωτήρας Χριστός, ο Ζωντανός Θεός του ελέους και των οικτιρμών, να την έχει συγχωρήσει… για τις ελεημοσύνες της, και να την έχει αναπαύσει ανάμεσα στους Δικαίους της Βασιλείας Του… Εξάλλου, μας το είπε ο Ίδιος στο Ευαγγέλιό Του: «Οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν του Θεού!…» (Ματθ. 21, 31)
Αιωνία σου η μνήμη, σπλαγχνικιά πόρνη της γειτονιάς μου…
Κάποιος, ας πούμε, ‘’Γιώργος’’…
